5.4.08
Μάο Τσε Τουνγκ: Η δημοκρατική δικτατορία του λαού
Την 1η Ιουλίου 1949, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας συμπληρώνει πια εικοσιοχτώ χρόνια ζωής. Το ίδιο όπως συμβαίνει στους ανθρώπους, ένα πολιτικό κόμμα έχει την παιδική του ηλικία, τη νεανική, την ηλικία της ωριμότητας του και τα γηρατειά του. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν είναι πια ένα παιδί, ούτε ένας έφηβος, αλλά ένας ώριμος άντρας. Όταν ένας άνθρωπος φθάσει στα γηρατειά του, πλησιάζει προς το τέλος του. Το ίδιο συμβαίνει για ένα πολιτικό κόμμα. Όταν θα εξαφανισθούν οι τάξεις, όλα τα όργανα της ταξικής πάλης, τα πολιτικά κόμματα και ο κρατικός μηχανισμός, δεν θα έχουν να διαδραματίσουν κανένα ρόλο, δεν θα χρειάζονται πια, θα μαραθούν βαθμιαία εκπληρώνοντας την ιστορική τους αποστολή και η ανθρώπινη κοινωνία θα περάσει σε ένα ανώτερο στάδιο. Εμείς κάνουμε το αντίθετο απ’ ότι κάνουν τα πολιτικά κόμματα της αστικής τάξης. Αυτά φοβούνται να μιλήσουν για την εξαφάνιση των τάξεων, για την εξαφάνιση του κράτους και των πολιτικών κομμάτων. Εμείς, αντίθετα, διακηρύσσουμε ανοιχτά πως αγωνιζόμαστε ακριβώς για να δημιουργηθούν οι όροι που θα οδηγήσουν στην εξάλειψή τους. Η καθοδήγηση που ασκεί το Κομμουνιστικό Κόμμα και η κρατική εξουσία της δικτατορίας του λαού αποτελούν τους όρους αυτούς. Όποιος δεν αναγνωρίζει την αλήθεια αυτή δεν είναι κομμουνιστής. Οι νέοι σύντροφοι που έρχονται να προσχωρήσουν στο Κόμμα χωρίς να έχουν μελετήσει το μαρξισμό-λενινισμό δεν μπορούν ακόμα να κατανοήσουν αυτή την αλήθεια. Για να αποχτήσουν μια ορθή κοσμοαντίληψη, πρέπει να την κατανοήσουν. Πρέπει να καταλάβουν πως ο δρόμος της εξαφάνισης των τάξεων, της εξαφάνισης του κρατικού μηχανισμού και των πολιτικών κομμάτων είναι ο δρόμος στον οποίο θα βαδίσει όλη η ανθρωπότητα. Αυτό είναι ζήτημα χρόνου και συνθηκών. Οι κομμουνιστές σ’ ολόκληρο τον κόσμο είναι ανώτεροι από την αστική τάξη. Κατέχουν τους νόμους της ύπαρξης και της ανάπτυξης των πραγμάτων και των φαινομένων, κατέχουν τη διαλεχτική και βλέπουν μακριά. Αν η αστική τάξη δεν αναγνωρίζει αυτή την αλήθεια, είναι γιατί θέλει να αποφύγει την ανατροπή της. Να ανατραπεί, όπως ανατράπηκε η αντιδραστική κλίκα του Κουόμιντανγκ από μας, όπως ο γιαπωνέζικος ιμπεριαλισμός ανατράπηκε από εμάς και από τους λαούς των άλλων χωρών, είναι κάποιο πράγμα οδυνηρό, τρομακτικό να το σκέφτονται αυτοί που έχουν λόγους να το κάνουν. Για την εργατική τάξη, τον εργαζόμενο λαό, και το Κομμουνιστικό Κόμμα το πρόβλημα δεν είναι να συγκλονίζονται από αυτό, αλλά να εργασθούν σκληρά για να δημιουργήσουν τις συνθήκες στις οποίες οι τάξεις, η κρατική εξουσία και τα πολιτικά κόμματα θα εξαφανισθούν εντελώς και η ανθρωπότητα θα μπει στο δρόμο της Μεγάλης Ομόνοιας[1]. Αυτές τις μακρινές προοπτικές της ανθρώπινης προόδου δεν τις επικαλούμαστε εδώ παρά για να εκθέσουμε καθαρά τα προβλήματα που πρόκειται να θίξουμε.
Το Κόμμα μας έκλεισε λοιπόν εικοσιοχτώ χρόνια ζωής. Όπως ξέρει όλος ο κόσμος, το Κόμμα δεν πέρασε τα χρόνια αυτά σε ειρήνη, αλλά μέσα από δοκιμασίες. Είχαμε να πολεμήσουμε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και εχθρούς μέσα και έξω από το Κόμμα. Ευγνωμονούμε τους Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν που μας δώσανε ένα όπλο. Αυτό το όπλο, δεν είναι το πολυβόλο, αλλά ο μαρξισμός-λενινισμός.
Στο έργο του «Η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού (ο «αριστερισμός»)», που έγραψε το 1920, ο Λένιν αναφέρει πως οι Ρώσοι αναζητούσαν μια επαναστατική θεωρία[2]. Μόνο μετά από πολλές δεκάδες χρόνια, δοκιμασίες και οδύνες οι Ρώσοι ανακάλυψαν το μαρξισμό. Πολλά πράγματα είναι όμοια ή περίπου όμοια στην Κίνα και στη Ρωσία πριν την Οχτωβριανή Επανάσταση: ίδια η φεουδαρχική καταπίεση, παρόμοια η οικονομική και πολιτιστική καθυστέρηση. Οι δύο χώρες είναι καθυστερημένες, η Κίνα πολύ περισσότερο. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό: εμπνεόμενοι από τον πόθο να αναγεννήσουν τις χώρες τους, οι προοδευτικοί άνθρωποι δεν δείλιασαν μπροστά στους πιο σκληρούς αγώνες, αναζητώντας την επαναστατική αλήθεια.
Μετά την ήττα της Κίνας στον πόλεμο του Όπιου το 1840[3], οι προοδευτικοί κινέζοι πέρασαν από αναρίθμητες δυσκολίες αναζητώντας την αλήθεια στις δυτικές χώρες. Οι Χονγκ Σέου-τσιουάν[4], Κανγκ Γέου-βέι[5], Γιέν Φου[6] και Σουτ Γιάτ-σεν εκπροσωπούσαν τους ανθρώπους αυτούς που, πριν γεννηθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, στράφηκαν προς τη δύση για να αναζητήσουν την αλήθεια. Την εποχή αυτή, οι Κινέζοι διψώντας για πρόοδο διάβαζαν οποιοδήποτε βιβλίο, αρκεί να περιείχε τις καινούργιες ιδέες της Δύσης. Ο αριθμός των σπουδαστών που ταξίδευαν στην Ιαπωνία, στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία και στη Γερμανία ήταν εντυπωσιακός. Στην ίδια τη χώρα, το σύστημα των αυτοκρατορικών εξετάσεων[7] καταργήθηκε και οι καινούργιες σχολές εμφανίζονταν όπως τα βλαστάρια του μπαμπού μετά την ανοιξιάτικη βροχή. Μερικοί κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για να μορφωθούν όπως στη Δύση. Στα νιάτα μου, έκανα και εγώ επίσης τέτοιες μελέτες. Αυτή ήταν η κουλτούρα της δυτικής αστικής δημοκρατίας, ή όπως την αποκαλούσαν η «νέα επιστήμη», που περιλάμβανε τις κοινωνικές θεωρίες και τις φυσικές επιστήμες της εποχής, και βρίσκονταν σε αντίθεση με την κινέζικη φεουδαρχική κουλτούρα που αποκαλούνταν «παλιά επιστήμη». Για πολύν καιρό, αυτοί που είχαν θραφεί μ’ αυτή τη νέα επιστήμη επέμεναν στην πίστη πως αυτή μπορούσε να σώσει την Κίνα. Σε αντίθεση με τους οπαδούς της παλιάς σχολής η νέα σχολή δεν υπολόγιζε καθόλου στους οπαδούς που δίσταζαν. Το μόνο μέσο της σωτηρίας της πατρίδας ήταν ο εκσυγχρονισμός, και για τον εκσυγχρονισμό χρειάζονταν η μελέτη στο σχολείο των ξένων χωρών. Ανάμεσα στις ξένες χώρες της εποχής, μόνο οι δυτικές καπιταλιστικές χώρες εκπροσωπούσαν την πρόοδο: είχαν φθάσει στη δημιουργία σύγχρονων αστικών κρατών. Οι Γιαπωνέζοι είχαν επίσης επιτύχει καλά αποτελέσματα σπουδάζοντας στο σχολείο της Δύσης και οι Κινέζοι επιθυμούσαν επίσης να φθάσουν τους Γιαπωνέζους. Στα μάτια των Κινέζων της εποχής αυτής, η Ρωσία ήταν μια χώρα καθυστερημένη, και ελάχιστοι ήταν αυτοί που επιθυμούσαν να σπουδάσουν σε αυτή. Να πως οι Κινέζοι επιζητούσαν να σπουδάσουν στο σχολείο των ξένων χωρών από την τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου.
Η ιμπεριαλιστική επίθεση έσβησε τα όνειρα των κινέζων που σπούδαζαν στη Δύση. Παράξενο πράγμα: γιατί οι δάσκαλοι διενεργούν πάντα επιθέσεις εναντίον των μαθητών τους; Οι Κινέζοι έχουν μάθει πολλά πράγματα από τη Δύση, αλλά συγκρούονταν με την πραγματικότητα, οι ιδέες τους συμπεριλαμβανομένου του Πανεθνικού Κινήματος όπως ήταν η Επανάσταση του 1911[8], κατέληξαν όλες σε αποτυχία. Η κατάσταση της χώρας χειροτέρευε από μέρα σε μέρα και η ζωή καταντούσε ανυπόφορη. Αναζητήσεις γεννιούνταν, μεγάλωναν και αναπτύσσονταν. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Οι Ρώσοι έκαναν την Οχτωβριανή Επανάσταση και δημιούργησαν το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος του κόσμου. Κάτω από την καθοδήγηση του Λένιν και του Στάλιν, η επαναστατική ενεργητικότητα του μεγάλου προλεταριάτου και του μεγάλου εργαζόμενου λαού της Ρωσίας, που παρέμεινε μέχρι τότε σε λανθάνουσα κατάσταση και απαρατήρητη από τους ξένους, ξέσπασε ξαφνικά σαν ηφαίστειο, και οι Κινέζοι, όπως ολόκληρη η ανθρωπότητα, στράφηκαν προς τους Ρώσους με άλλο μάτι απ’ ότι προηγούμενα. Τότε, και μόνο τότε, μια εντελώς νέα εποχή άνοιξε για τη σκέψη και τη ζωή των Κινέζων. Ανακάλυψαν αυτή την έγκυρη γενική αλήθεια που είναι ο μαρξισμός-λενινισμός, και στη φυσιογνωμία της Κίνας επήλθαν αλλαγές.
Με τη μεσολάβηση των Ρώσων οι Κινέζοι ανακάλυψαν το μαρξισμό. Πριν από την Οχτωβριανή Επανάσταση, όχι μόνο ο Λένιν και ο Στάλιν, αλλά και ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ήταν άγνωστοι στους Κινέζους. Οι ομοβροντίες της Οχτωβριανής Επανάστασης μας έφεραν το μαρξισμό-λενινισμό. Η Οχτωβριανή Επανάσταση βοήθησε τους προοδευτικούς ανθρώπους στην Κίνα όπως και σ’ όλο το κόσμο, να υιοθετήσουν την προλεταριακή κοσμοαντίληψη, σαν όργανο για την μελέτη των πεπρωμένων της χώρας, για την επανεκτίμηση των δικών τους προβλημάτων. Να ακολουθήσουν το δρόμο των Ρώσων, αυτό ήταν το συμπέρασμά τους. Το 1919, η Κίνα έζησε το κίνημα της 4ης Μάη. Το 1921 ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας. Στο αποκορύφωμα της απελπισίας του ο Σουν Γιάτ-σεν συνάντησε την Οχτωβριανή Επανάσταση χαιρέτησε τη βοήθεια των Ρώσων στους Κινέζους, και χαιρέτησε τη συνεργασία με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας. Μετά, ο Σουν Γιάτ-σεν πέθανε, και ο Τσανγκ Κάι-σεκ ανέβηκε στην εξουσία. Στο τέλος μιας μεγάλης περιόδου εικοσιοχτώ χρόνων, ο Τσανγκ Κάι-σεκ παρέσυρε την Κίνα σε μια κατάσταση χωρίς διέξοδο. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου στο Δεύτερο Αντιφασιστικό Παγκόσμιο Πόλεμο που η Σοβιετική Ένωση ήταν η κύρια δύναμη, τρεις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις καταβλήθηκαν, δυο άλλες εξασθένησαν, και μια μόνο παρέμεινε ανέπαφη: οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν μια πολύ βαθιά κρίση. Θέλουν να κατακτήσουν ολόκληρο τον κόσμο. Βοηθούν τον Τσανγκ Κάι-σεκ να συντρίψει τα εκατομμύρια των Κινέζων και του προμηθεύουν όπλα. Κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, ο κινέζικος λαός αφού εκδίωξε το γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό, διεξήγαγε ένα τρίχρονο λαϊκοαπελευθερωτικό πόλεμο και κατέκτησε βασικά, τη νίκη.
Έτσι, ο δυτικός αστικός πολιτισμός, όπως και η αστική δημοκρατία και το σχέδιο μιας αστικής δημοκρατίας χρεοκόπησαν στα μάτια του κινέζικου λαού. Η αστική δημοκρατία πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της στη λαϊκή δημοκρατία που κατευθύνεται από την εργατική τάξη, και το αστικοδημοκρατικό καθεστώς στο λαϊκοδημοκρατικό καθεστώς. Που οδηγεί αυτή η δυνατότητα: θα περάσουμε από τη Λαοκρατική δημοκρατία για να φτάσουμε στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, για να καταλήξουμε στην εξαφάνιση των τάξεων και στον κόσμο της Μεγάλης Ομόνοιας. Ο Κάνγκ Γέου-βέι έγραψε το «Βιβλίο της Μεγάλης Ομόνοιας», αλλά το δρόμο που θα οδηγούσε στη Μεγάλη Ομόνοια, δεν τον βρήκε και του ήταν αδύνατο να τον βρει. Η αστική δημοκρατία που υπάρχει στο εξωτερικό, δεν μπορεί να υπάρξει στην Κίνα, γιατί η Κίνα είναι μια χώρα που καταπιέζεται από τον ιμπεριαλισμό. Ο μόνος δρόμος γι’ αυτήν, είναι να περάσει από τη λαϊκή δημοκρατία που κατευθύνεται από την εργατική τάξη.
Όλοι οι άλλοι δρόμοι έχουν δοκιμαστεί και έχουν καταλήξει σε αποτυχία. Ανάμεσα σ’ εκείνους που είχαν προσηλωθεί σ’ αυτούς, ορισμένοι έπεσαν, άλλο συνειδητοποίησαν το λάθος τους και άλλοι βρίσκονται ακόμα στο δρόμο της πνευματικής αλλαγής. Τα γεγονότα εξελίσσονται με μια τέτοια ταχύτητα που πολλοί συγκλονίζονται και νιώθουν την ανάγκη να ξαναρχίσουν τη μελέτη. Αυτή η πνευματική κατάσταση είναι κατανοητή και χαιρετίζουμε αυτή την αξιέπαινη επιθυμία να ξαναρχίσουν τη μελέτη.
Η κινέζικη προλεταριακή πρωτοπορία ενστερνίστηκε το μαρξισμό-λενινισμό μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση και ίδρυσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας. Μπήκε γρήγορα στον πολιτικό αγώνα και μόνο μετά από μια πορεία εικοσιοχτώ χρόνων σ’ έναν ελικοειδή δρόμο κατέκτησε τη βασική νίκη. Με την πείρα που αποχτήσαμε στη διάρκεια εικοσιοχτώ χρόνων, όπως την «πείρα που αποχτήθηκε στη διάρκεια σαράντα χρόνων» που γι’ αυτήν μιλάει ο Σουν Γιάτ-σεν στη διαθήκη που έγραψε στο κρεβάτι του θανάτου, μπορούμε να βγάλουμε αυτό το συμπέρασμα: είμαστε βαθιά πεπεισμένοι πως για να καταχτήσουμε τη νίκη, «οφείλουμε να αφυπνίσουμε τις λαϊκές μάζες και να ενωθούμε, σ’ ένα κοινό αγώνα, με τα έθνη του κόσμου που μας συμπεριφέρονται ισότιμα». Ο Σουν Γιατ-σεν είχε μια κοσμοαντίληψη διαφορετική από τη δική μας και ξεκινούσε από μια άλλη ταξική θέση για να αντιμετωπίσει και να χειριστεί τα προβλήματα: ωστόσο, στην πρώτη εικοσαετία του αιώνα, κατέληξε στο πρόβλημα του πως πρέπει να διεξαχθεί ο αγώνας εναντίον του ιμπεριαλισμού, σε ένα συμπέρασμα που συνέπιπτε με το δικό μας.
Εικοσιτέσσερα χρόνια πέρασαν μετά το θάνατο του Σουν Γιάτ-σεν και η κινέζικη επανάσταση, έκανε τεράστιες προόδους τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, και άλλαξε ριζικά τη φυσιογνωμία της Κίνας. Η κύρια και βασική πείρα που αποχτήθηκε μέχρι τώρα από τον κινέζικο λαό συνοψίζεται σε δύο σημεία:
1) Στο εσωτερικό της χώρας, να ξεσηκωθούν οι λαϊκές μάζες. Αυτό σημαίνει να ενωθούν η εργατική τάξη, αγροτιά, η μικροαστική τάξη των πόλεων και η εθνική αστική τάξη για να συγκροτήσουν ένα ενιαίο μέτωπο που θα τεθεί κάτω από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης και, να οικοδομήσουν ένα κράτος της δημοκρατικής δικτατορίας του λαού που να κατευθύνεται από την εργατική τάξη και να στηρίζεται στην εργατοαγροτική συμμαχία.
2) Στο εξωτερικό, να ενωθούμε σε έναν κοινό αγώνα, με τα έθνη του κόσμου που μας συμπεριφέρονται σε ισότιμη βάση, όπως και με τους άλλους λαούς όλων των χωρών. Αυτό σημαίνει να ενωθούμε με τη Σοβιετική Ένωση, τις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας όπως και με το προλεταριάτο και με τις πλατιές λαϊκές μάζες όλων των άλλων χωρών για να σχηματίσουμε ένα διεθνές ενιαίο μέτωπο.
«Τάσσεσθε υπέρ μιας πλευράς». Αυτό είναι ακριβώς. Να τασσόμαστε σε μια πλευρά, να ατό μας διδάσκει η πείρα του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και είμαστε βαθιά πεπεισμένοι πως για να κατακτήσουμε τη νίκη και να τη στερεώσουμε, οφείλουμε να ταχθούμε σε μια πλευρά. Η πείρα που αποχτήθηκε στην πορεία αυτών των σαράντα χρόνων και των εικοσιοχτώ αυτών χρόνων δείχνει πως οι Κινέζοι τάχθηκαν ή στην πλευρά του ιμπεριαλισμού ή στην πλευρά του σοσιαλισμού. Σ’ αυτό δεν υπάρχει εξαίρεση. Είναι αδύνατο να σταθεί ένας καβαλάρης σε δύο άλογα, ο τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Είμαστε εναντίον της αντιδραστικής κλίκας του Τσάνγκ Κάι-σεκ που τάχθηκε με το μέρος του ιμπεριαλισμού και είμαστε επίσης εναντίον των αυταπατών σχετικά με έναν τρίτο δρόμο.
«Προκαλείται υπερβολικά». Μιλάμε με τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι αντιδραστικοί του εσωτερικού και του εξωτερικού, δηλαδή οι ιμπεριαλιστές και οι βαλέδες τους, και κανένας άλλος. Απέναντι σε τέτοιους αντιδραστικούς, το πρόβλημα να προκαλούμε ή όχι δεν τίθεται. Είτε τους προκαλούμε είτε όχι, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, αφού είναι αντιδραστικοί. Αυτό που γίνεται είναι πως χαράζουμε μια καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους αντιδραστικούς και στους επαναστάτες, αποκαλύπτουμε τις μηχανορραφίες και τις συνομωσίες των αντιδραστικών. Ξεσηκώνουμε την επαγρύπνηση και την προσοχή στις γραμμές της επανάστασης, γιγαντώνουμε τη μαχητική μας θέληση και καταπολεμούμε την αλαζονεία του εχθρού έτσι ώστε να απομονώσουμε τους αντιδραστικούς, να συντρίψουμε τη δύναμη που διαθέτουν. Μπροστά σ’ ένα άγριο θηρίο, πρέπει να προσέχουμε να επιδείχνουμε και τη μικρότερη συστολή. Η ιστορία του Βου Σονγκ[9] στο λόφο του Κινγκουάνγκ μας προσφέρει ένα παράδειγμα. Στα μάτια του Βου Σονγκ, η τίγρης του λόγου του Κινγκουάνγκ ήταν ένας ανθρωποφάγος, την προκαλούσε ή όχι. Ή θα σκότωνε την τίγρη ή τα την άφηνε να τον φάει, ή το ένα ή το άλλο.
«Θέλουμε να κάνουμε εμπόριο». Αυτό είναι ακριβώς, το εμπόριο θα υπάρχει πάντοτε. Δεν είμαστε εναντίον κανενός, παρά εναντίον των αντιδραστικών του εσωτερικού και του εξωτερικού που μας εμποδίζουν να κάνουμε εμπόριο. Όλος ο κόσμος γνωρίζει πως είναι οι ιμπεριαλιστές και οι βαλέδες τους, οι αντιδραστικοί της κλίκας του Τσανκ Κάι-σεκ και κανένας άλλος, που μας εμποδίζουν να κάνουμε εμπόριο, να αποκαταστήσουμε διπλωματικές σχέσεις με τις χώρες του εξωτερικού. Όταν θα ενώσουμε όλες τις δυνάμεις του εσωτερικού και του εξωτερικού, θα μπορέσουμε να κάνουμε εμπόριο και να αποκαταστήσουμε διπλωματικές σχέσεις με όλες τις ξένες χώρες στη βάση της ισότητας, του αμοιβαίου οφέλους και του αμοιβαίου σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας.
«Θα μπορέσουμε να καταχτήσουμε τη νίκη ακόμα και χωρίς τη διεθνή βοήθεια». Αυτή είναι μια εσφαλμένη ιδέα. Στην εποχή που υπάρχει ο ιμπεριαλισμός, είναι αδύνατο πραγματικά μια ισχυρή λαϊκή επανάσταση σε οποιαδήποτε χώρα, να καταχτήσει τη νίκη χωρίς τη βοήθεια, κάτω από διάφορες μορφές, των διεθνών επαναστατικών δυνάμεων. Και ακόμα εάν κατακτηθεί, δεν θα μπορέσει να στερεωθεί. Αυτή ισχύει για τη νίκη και τη στερέωση της Μεγάλης Οχτωβριανής Επανάστασης, όπως μας το έχουν πει από πολύ καιρό ο Λένιν και ο Στάλιν. Αυτό ισχύει επίσης για τη συντριβή των τριών μεγάλων ιμπεριαλιστών στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και για τη δημιουργία των λαϊκοδημοκρατικών καθεστώτων. Και ισχύει επίσης για το παρόν και το μέλλον της Λαϊκής Κίνας. Σκεφθείτε: χωρίς την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς τη νίκη εναντίον του φασισμού στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίς την ήττα του γιαπωνέζικου ιμπεριαλισμού, χωρίς τη δημιουργία των λαϊκοδημοκρατικών καθεστώτων, χωρίς τον αναπτυσσόμενο αγώνα των καταπιεζόμενων εθνών της Ανατολής και χωρίς τον αγώνα των λαϊκών μαζών των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας και των άλλων καπιταλιστικών χωρών εναντίον των αντιδραστικών που τους καταπιέζουν, χωρίς τη συνδρομή όλων αυτών των παραγόντων, οι διεθνείς αντιδραστικές δυνάμεις που μας πίεζαν οπωσδήποτε θα είχαν πολλαπλάσια ανωτερότητα απ’ αυτήν που είχαν. Θα μπορούσαμε να καταχτήσουμε τη νίκη σε παρόμοιες συνθήκες; Φυσικά όχι. Και ακόμα αν κατακτούσαμε τη νίκη δεν θα μπορούσαμε να τη στερεώσουμε. Ο κινέζικος λαός απέκτησε πια αρκετή πείρα. Αυτή η πείρα έχει εδώ και πολύ καιρό ήδη εκφρασθεί στη διακήρυξη που έκανε ο Σουν Γιάτ-σεν στο κρεβάτι του θανάτου σχετικά με την αναγκαιότητα της ένωσης των διεθνών επαναστατικών δυνάμεων.
«Έχουμε ανάγκη από τη βοήθεια της αγγλικής και της αμερικάνικης κυβέρνησης». Στην παρούσα στιγμή, αυτή είναι μια πολύ επιπόλαια ιδέα. Οι σημερινοί ηγέτες της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών είναι πάντοτε ιμπεριαλιστές. Μπορούν να βοηθήσουν ένα Λαϊκό Κράτος; Γιατί εάν έχουμε σχέσεις με αυτές τις χώρες και υποτεθεί πως φροντίσουν στο μέλλον να μας δανείσουν χρήματα στη βάση του αμοιβαίου οφέλους, ποιος θα είναι ο λόγος; Είναι πως οι καπιταλιστές αυτών των χωρών ενδιαφέρονται να κερδίσουν χρήμα και οι τραπεζίτες τους ενδιαφέρονται για τα συμφέροντά τους για να αποφύγουν την κρίση τους. Δεν πρόκειται να έρθουν να βοηθήσουν τον κινέζικο λαό. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα όπως και τα κόμματα και οι προοδευτικοί κύκλοι των χωρών αυτών θα πιέσουν τις κυβερνήσεις τους να αποκαταστήσουν με μας εμπορικές και ακόμα διπλωματικές σχέσεις. Να η καλή θέληση, να η βοήθεια, αλλά οι ενέργειες της αστικής τάξης των χωρών αυτών δεν μπορούν να τεθούν στο ίδιο επίπεδο. Πόσες φορές στη διάρκεια της ζωής του ο Σουν Γιάτ-σεν απευθύνθηκε και δοκίμασε άσπλαχνη υποδοχή. Ο Σουν Γιάτ-σεν δεν πήρε ξένη βοήθεια πάνω από μια φορά, στη ζωή του, κι αυτή ήταν η σοβιετική βοήθεια. Τί αποκομίζουν οι αναγνώστες της διαθήκης του Σουν Γιάτ-σεν; Αυτό που συνιστούσε επίμονα, δεν είναι να στρέφουν τα βλέμματά τους προς τη βοήθεια των ιμπεριαλιστικών χωρών, αλλά στο να «ενωθούμε με τα έθνη του κόσμου που μας συμπεριφέρονται ισότιμα». Ο δόκτωρ Σαν είχε την πείρα, είχε απογοητευθεί, είχε εξαπατηθεί. Ας συγκρατήσουμε αυτά τα λόγια και ας μην αφεθούμε να εξαπατηθούμε με τη σειρά μας. Στο διεθνές πεδίο είμαστε στο πλευρό του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου που έχει επικεφαλής του τη Σοβιετική Ένωση, και για να αποχτήσουμε μια πραγματικά φιλική βοήθεια, δεν μπορούμε παρά να στραφούμε προς την πλευρά του, και όχι στο πλευρό του ιμπεριαλιστικού μετώπου.
«Ασκείται δικτατορία». Καλοί μας κύριοι, έχετε δίκιο, αυτό είναι ακριβώς που κάνουμε. Όλη η πείρα που απέκτησε ο κινέζικος λαός στην πορεία πολλών δεκάδων χρόνων μας διδάσκει να εφαρμόσουμε τη δημοκρατική δικτατορία του λαού, το κράτος που θα στερήσει στους αντιδραστικούς από το δικαίωμα του λόγου και δεν θα το προορίζει το δικαίωμα αυτό παρά μόνο για το λαό.
Τί απαιτεί ο λαός; Στην Κίνα, στην παρούσα φάση, ο λαός, είναι η εργατική τάξη, η αγροτιά, η μικροαστική τάξη των πόλεων, και η εθνική αστική τάξη. Κάτω από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης και του Κομμουνιστικού Κόμματος, αυτές οι τάξεις ενώνονται, συγκροτούν το κράτος τους, εκλέγουν την κυβέρνησή τους και ασκούν τη δικτατορία στους βαλέδες του ιμπεριαλισμού, δηλαδή στην τάξη των μεγαλογαιοκτημόνων και στην γραφειοκρατική αστική τάξη, όπως σ’ αυτούς που εκπροσωπούν αυτές τις τάξεις, τους αντιδραστικούς του Κουόμινταγκ και τους συνένοχούς τους. Ασκούν σ’ αυτούς την καταπίεσή τους, δεν τους επιτρέπουν παρά να ζουν και να εργάζονται, χωρίς να τους επιτρέπουν από την πλευρά τους να λένε ή να κτυπούν την εξουσία που εγκαθιδρύθηκε. Κάθε λόγος ή ενέργεια αυτού του είδους θα καταστέλλεται και θα τιμωρείται. Η δημοκρατία πραγματοποιείται στους κόλπους του λαού. Ο λαός έχει το δικαίωμα του λόγου, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι κλπ. Το δικαίωμα του ψήφου δεν ανήκει παρά στο λαό, δεν αναγνωρίζεται στους αντιδραστικούς. Από τη μια μεριά δημοκρατία για το λαό, από την άλλη δικτατορία για τους αντιδραστικούς, αυτές οι δύο ενιαίες πλευρές, αποτελούν τη δημοκρατική δικτατορία του λαού.
Γιατί πρέπει να ενεργούμε μ’ αυτό τον τρόπο; Όλος ο κόσμος εύκολα τον καταλαβαίνει το λόγο. Εάν ενεργήσουμε διαφορετικά, η επανάσταση θα αποτύχει, ο λαός θα υποφέρει και το Κράτος θα διαλυθεί.
«Δεν θέλετε λοιπόν να εξαφανισθεί ο κρατικός μηχανισμός;» Ναι εμείς το θέλουμε, αλλά για τη στιγμή δεν μπορούμε ακόμα να το κάνουμε. Γιατί; Γιατί υπάρχει πάντοτε ο ιμπεριαλισμός, γιατί υπάρχει πάντοτε η εσωτερική αντίδραση, γιατί υπάρχουν πάντοτε οι τάξεις στις χώρες. Το σημερινό μας καθήκον είναι η ενίσχυση του μηχανισμού του λαϊκού κράτους, ιδιαίτερα του Λαϊκού Στρατού, της Λαϊκής Πολιτοφυλακής και της Λαϊκής Δικαιοσύνης, για τη στερέωση της εθνικής άμυνας και την προστασία των συμφερόντων του λαού. Με αυτό τον όρο θα μπορέσει η Κίνα, κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, να περάσει, τολμηρά από το επίπεδο της αγροτικής χώρας σε εκείνο της βιομηχανικής χώρας, από την κοινωνία της νέας δημοκρατίας στη σοσιαλιστική στην κομμουνιστική κοινωνία, να εξαφανίσει τις τάξεις και να πραγματοποιήσει την Μεγάλη Ομόνοια. Ο κρατικός μηχανισμός, που περιλαμβάνει το στρατό την αστυνομία και τη δικαιοσύνη, είναι ένα όργανο με το οποίο μια τάξη καταπιέζει μια άλλη τάξη. Απέναντι στις εχθρικές τάξεις, είναι ένα όργανο καταπίεσης, είναι όργανο βίας και όχι ευμένειας. «Δεν φέρεσθε ευμενώς». Είναι εντελώς αληθινό. Ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε μια πολιτική «ευμένειας» απέναντι στην αντιδραστική δραστηριότητα των αντιδραστικών στοιχείων και τάξεων. Θα εφαρμόσουμε πολιτική ευμένειας αποκλειστικά στους κόλπους του λαού, και όχι απέναντι στην αντιδραστική δραστηριότητα των αντιδραστικών στοιχείων και τάξεων που βρίσκονται έξω από το λαό.
Το λαϊκό κράτος προστατεύει το λαό. Μόνο όταν ο λαός δημιουργήσει ένα τέτοιο κράτος, θα μπορέσει με δημοκρατικές μεθόδους, να διαπαιδαγωγηθεί σε πανεθνική κλίμακα και με τη συμμετοχή όλων, να απαλλαγεί από την επιρροή των αντιδραστικών του εσωτερικού και του εξωτερικού (πολύ μεγάλη επιρροή ακόμα και στην παρούσα στιγμή, που θα υπάρξει για πολύ καιρό και δεν θα μπορέσει να εξαλειφθεί ριζικά), να απορρίψει τις ολέθριες συνήθειες και ιδέες που αποχτήθηκαν από την παλιά κοινωνία, να μην αφεθεί να παρασυρθεί σε μια λαθεμένη κατεύθυνση από τους αντιδραστικούς και να συνεχίσει να προχωρεί προς τη σοσιαλιστική και την κομμουνιστική κοινωνία.
Η μέθοδος που χρησιμοποιείται γι’ αυτό είναι μια δημοκρατική μέθοδος, είναι η πειθώ και όχι ο εξαναγκασμός. Όταν κάποιος από το λαό παραβιάσει το νόμο, θα πρέπει κι αυτός επίσης να τιμωρηθεί, να φυλακισθεί και ακόμα να καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά θα πρόκειται για εντελώς μεμονωμένες περιπτώσεις, και απ’ αυτό μέχρι τη δικτατορία για τους αντιδραστικούς σαν τάξη, υπάρχει μια διαφορά αρχής.
Όσον αφορά τα στοιχεία των αντιδραστικών τάξεων και της αντίδρασης, που δεν εξεγείρονται, που δεν σαμποτάρουν και δεν προκαλούν ταραχές μετά την ανατροπή της πολιτικής τους εξουσίας, θα τους δοθεί επίσης, γη και εργασία για να μπορέσουν να ζήσουν και να αλλάξουν με τη δουλειά, να γίνουν νέοι άνθρωποι. Εάν δεν θελήσουν να εργαστούν, το λαϊκό κράτος θα τους εξαναγκάσει.
Μια εργασία προπαγάνδας και διαπαιδαγώγησης θα ξεκινήσει μέσα σ’ αυτούς, και αυτό με προσοχή και με κάθε αναγκαίο μέτρο, όπως το έχουμε κάνει για τους αιχμαλώτους αξιωματικούς. Αυτό επίσης μπορεί να αποκληθεί μια «πολιτική ευμένειας» εάν το θέλετε, αλλά αυτή η πολιτική επιβάλλεται από μας σ’ αυτούς που ανήκουν στις εχθρικές τάξεις και δεν μπορεί να τεθεί στο ίδιο επίπεδο με την εργασία αυτοδιαπαιδαγώγησης που διεξάγεται στους κόλπους του επαναστατικού λαού.
Μια τέτοια εργασία αναδιαπαιδαγώγησης των στοιχείων των αντιδραστικών τάξεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά από ένα κράτος της δημοκρατικής δικτατορίας του λαού, που να βρίσκεται κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Εάν αυτή η εργασία διεξαχθεί ορθά, οι κυριότερες εκμεταλλεύτριες τάξεις της Κίνας, η τάξη των μεγαλογαιοκτημόνων και η γραφειοκρατική αστική τάξη (η τάξη το μονοπωλιακού κεφαλαίου), θα εξαλειφθούν οριστικά. Θα παραμείνει η εθνική αστική τάξη. Στην παρούσα φάση, μπορούμε ήδη να αναλάβουμε μια σημαντική εργασία διαπαιδαγώγησης που να προορίζεται για πολλά από τα μέλη της. Όταν θα έρθει η στιγμή της πραγματοποίησης του σοσιαλισμού, δηλαδή της εθνικοποίησης των ιδιωτικών επιχειρήσεων, θα προωθήσουμε πολύ περισσότερο αυτήν την εργασία της διαπαιδαγώγησης και της αναδιαπαιδαγώγησης. Ο λαός έχει στα χέρια του ένα ισχυρό κρατικό μηχανισμό και δεν φοβάται να δει την εθνική αστική τάξη να επαναστατήσει.
Το μεγάλο πρόβλημα, είναι η διαπαιδαγώγηση των αγροτών. Η αγροτική οικονομία είναι διασπαρμένη, και η σοσιαλιστικοποίηση της αγροτικής οικονομίας έχει κριθεί από την πείρα της Σοβιετικής Ένωσης, πως απαιτεί μια μακρόχρονη περίοδο και μια λεπτολόγο εργασία. Χωρίς σοσιαλιστικοποίηση της αγροτικής οικονομίας, δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένος στέρεος σοσιαλισμός. Το προτσές της σοσιαλιστικοποίησης της αγροτικής οικονομίας πρέπει να συμβαδίζει με την ανάπτυξη μια ισχυρής βιομηχανίας που το κυριότερο τμήμα της να αποτελείται από κρατικές επιχειρήσεις[10]. Το κράτος της δημοκρατικής δικτατορίας του λαού πρέπει να επιλύσει μεθοδικά τα προβλήματα της εκβιομηχάνισης. Αυτό το άρθρο δεν έχει την πρόθεση να αναφερθεί σε ορισμένα προβλήματα, και δεν θα επεκταθώ σχετικά μ’ αυτό.
Το 1924, το 1ο συνέδριο του Κουμινταγκ, που καθοδηγούνταν από τον ίδιο τον Σουν Γιάτ-σεν και στο οποίο συμμετείχαν οι κομμουνιστές, υιοθέτησε ένα περίφημο μανιφέστο που διακήρυσσε:
«Στα σύγχρονα κράτη, το αποκαλούμενο δημοκρατικό σύστημα μονοπωλείται όλο και περισσότερο από την αστική τάξη και κατάντησε απλούστατα ένα όργανο για την καταπίεση των ανθρώπων του λαού. Αντίθετα, η αρχή της δημοκρατίας του Κουομινταγκ εκπροσωπεί την κοινότητα όλων των ανθρώπων του λαού και όχι κάποιο πράγμα που μπορεί να το σφετεριστεί μια μειοψηφία».
Εκτός από το πρόβλημα του να δούμε ποιός πρέπει να την καθοδηγεί, η αρχή της δημοκρατίας είναι ένα ζήτημα που ανταποκρίνεται εδώ, από την άποψη του γενικού πολιτικού προγράμματος, σ’ αυτό που ονομάζουμε λαϊκή δημοκρατία ή νέα δημοκρατία. Ένα κρατικό σύστημα που στηρίζεται στην κοινότητα των ανθρώπων του λαού και όχι στην ατομική ιδιοκτησία της αστικής τάξης, με την καθοδήγηση, επιπλέον, της εργατικής τάξης, τέτοιο θα είναι το κράτος της δημοκρατικής δικτατορίας του λαού.
Ο Τσανγκ Κάι-σεκ πρόδωσε τον Σουν Γιάτ-σεν και υπηρέτησε τη δικτατορία της γραφειοκρατικής αστικής τάξης και της τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων σαν ένα όργανο για την καταπίεση των ανθρώπων του λαού στην Κίνα. Αυτή η αντεπαναστατική δικτατορία ασκήθηκε στη διάρκεια εικοσιοχτώ χρόνων και ανατράπηκε σήμερα μονάχα από τους ανθρώπους του λαού, κάτω από την καθοδήγησή μας.
Οι ξένοι αντιδραστικοί που μας κατηγορούν πως ασκούμε «δικτατορία» ή «ολοκληρωτισμό» είναι αυτοί οι ίδιοι που την ασκούν. Ασκούν στο προλεταριάτο και στον υπόλοιπο λαό τη δικτατορία μιας μόνο τάξης, τον ολοκληρωτισμό μια μόνο τάξης, της αστικής τάξης. Οι άνθρωποι αυτοί είναι εκείνοι στους οποίους αναφερόταν ο Σουν Γιάτ-σεν όταν μιλούσε για την αστική δημοκρατία, που τα σύγχρονα κράτη καταπιέζουν τους ανθρώπους του λαού. Και είναι αυτός ο αντιδραστικός συφερτός που προώθησε τον Τσανγκ Κάι-σεκ στην αντεπαναστατική δικτατορία.
Ο Τσου Χσι, φιλόσοφος της δυναστείας των Σονγκ, έχει γράψει πολλά βιβλία, που σήμερα έχουν ξεχαστεί. Θυμόμαστε ακόμα μια φράση του: «Συμπεριφερθείτε στους ανθρώπους όπως σας συμπεριφέρονται». Αυτό ακριβώς κάνουμε, συμπεριφερόμαστε στους ιμπεριαλιστές και στους βαλέδες τους, στους αντιδραστικούς της κλίκα του Τσανγκ Κάι-σεκ, ακριβώς όπως μας συμπεριφέρθηκαν.
Η επαναστατική δικτατορία και η αντεπαναστατική δικτατορία είναι διαφορετικού χαρακτήρα, αλλά η πρώτη βγήκε από το σχολείο της δεύτερης. Αυτό το δίδαγμα είναι πολύ σημαντικό. Εάν ο επαναστατικός λαός δεν πετύχει να κατακτήσει τη μέθοδο που θα του επιτρέψει να ασκήσει την κυριαρχία στις αντεπαναστατικές τάξεις, δεν θα μπορέσει να διατηρήσει την κρατική του εξουσία, η εσωτερική και η εξωτερική αντίδραση θα την ανατρέψουν για να παλινορθώσουν την κυριαρχία τους στην Κίνα, και η καταστροφή θα πέσει στον επαναστατικό λαό.
Η δημοκρατική δικτατορία του λαού στηρίζεται στη συμμαχία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και της μικροαστικής τάξης των πόλεων και ιδιαίτερα στη συμμαχία των εργατών και αγροτών, γιατί οι δύο αυτές τάξεις εκπροσωπούν το 80-90% του κινέζικου πληθυσμού. Η ανατροπή του ιμπεριαλισμού και της αντιδραστικής κλίκας του Κουονμιτάγκ οφείλεται κυρίως στη δύναμη των δύο αυτών τάξεων, και το πέρασμα από τη νέα δημοκρατία στο σοσιαλισμό θα εξαρτηθεί κυρίως από τη συμμαχία τους.
Η δημοκρατική δικτατορία του λαού έχει ανάγκη από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, γιατί η εργατική τάξη είναι η πιο οξυδερκής τάξη, η πιο αφιλοκερδής τάξη, η τάξη με το πιο συνεπές επαναστατικό πνεύμα. Όλη η ιστορία της επανάστασης δείχνει πως η επανάσταση αποτυγχάνει χωρίς την καθοδήγηση της εργατικής τάξης και πως θριαμβεύει με την καθοδήγηση της εργατικής τάξης. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, καμιά άλλη τάξη, σε οποιαδήποτε χώρα, δεν μπορεί να οδηγήσει μια πραγματική επανάσταση ως τη νίκη. Απόδειξη είναι πως οι επαναστάτες που καθοδηγήθηκαν σε πολλές περιπτώσεις από τη μικροαστική τάξη και την εθνική αστική τάξη της Κίνας απέτυχαν όλες.
Η εθνική αστική τάξη αποτελεί μια μεγάλη δύναμη στην παρούσα φάση. Έχουμε πάντοτε τον ιμπεριαλισμό απέναντί μας και είναι θηριώδης εχθρός. Η σύγχρονη βιομηχανία της Κίνας δεν εκπροσωπεί ακόμα παρά ένα πολύ μικρό τμήμα στο σύνολο της εθνικής οικονομίας. Για την ώρα, οι ακριβείς στατιστικές λείπουν, αλλά κρίνοντας με βάση ορισμένα δεδομένα, η αξία της παραγωγής της σύγχρονης βιομηχανίας, πριν τον Πόλεμο Αντίστασης εναντίον της Ιαπωνίας, δεν εκπροσωπούσε στην εθνική οικονομία παρά το 10% περίπου της συνολικής αξίας της παραγωγής. Για να αντιμετωπίσει την ιμπεριαλιστική καταπίεση και να φέρει την καθυστερημένη οικονομία της σε ένα πιο ανεβασμένο επίπεδο, η Κίνα οφείλει να επωφεληθεί από τον καπιταλισμό των πόλεων της υπαίθρου με το να τους κάνει όλους παράγοντες που να είναι επωφελείς και όχι επιζήμιοι για την εθνική οικονομία και για τη ζωή του λαού. Οφείλουμε να ενωθούμε με την εθνική αστική τάξη σε έναν κοινό αγώνα. Η σημερινή μας πολιτική αποβλέπει στον περιορισμό του καπιταλισμού και όχι στην εξάλειψή του. Αλλά η εθνική αστική τάξη δεν μπορεί να διαδραματίσει καθοδηγητικό ρόλο στην επανάσταση ούτε πρέπει να καταλάβει μια θέση υπεροχής στην κρατική εξουσία. Ο λόγος είναι η αδυναμία της, που καθορίζεται από την κοινωνική και οικονομική θέση της. Από την τάξη αυτή λείπει η οξυδέρκεια και το αναγκαίο θάρρος. Ένα μέρος από τους ανθρώπους της φοβούνται τις λαϊκές μάζες.
Ο Σουν Γιάτ-σεν συνιστούσε: «να αφυπνιστούν οι λαϊκές μάζες», «να βοηθηθούν οι εργάτες και οι αγρότες». Αλλά ποιος θα τους «αφυπνίσει» και θα τους «βοηθήσει»; Ο Σουν Γιάτ-σεν σκεφτόταν την μικροαστική τάξη και την εθνική αστική τάξη. Στην πραγματικότητα αυτές είναι ανίκανες. Τα σαράντα χρόνια της επανάστασης του Σουν Γιάτ-σεν κατέληξαν σε αποτυχία. Γιατί; Γιατί στην εποχή του ιμπεριαλισμού, η μικροαστική τάξη και η εθνική αστική τάξης δεν μπορούν να οδηγήσουν καμιά πραγματική επανάσταση στη νίκη.
Τα εικοσιοχτώ μας χρόνια μας έκαναν διαφορετικούς. Αποχτήσαμε μια πολύ ακριβή πείρα. Ένα κόμμα πειθαρχημένο, εξοπλισμένο με τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, που εφαρμόζει την κριτική και συνδέεται με τις λαϊκές μάζες, έναν στρατό που καθοδηγείται από ένα τέτοιο κόμμα, ένα ενιαίο μέτωπο όλων των επαναστατικών τάξεων και όλων των επαναστατικών κύκλων κάτω από την καθοδήγηση ενός τέτοιου κόμματος. Να οι τρεις μεγάλοι στρατοί με τους οποίους θα συντρίψουμε τον εχθρό. Και αυτό είναι που μας ξεχωρίζει από τους προκατόχους μας. Καταχτήσαμε τη βασική νίκη στηριγμένοι σ’ αυτούς τους τρεις στρατούς. Διατρέξαμε έναν ελικοειδή δρόμο. Αγωνιστήκαμε, στους κόλπους του κόμματος, εναντίον των οπορτουνιστικών παρεκκλίσεων τόσο της δεξιάς όσο και της «αριστεράς». Κάθε φορά που διαπράξαμε σοβαρά λάθη σ’ αυτούς τους τρεις τομείς, η επανάσταση γνώρισε αποτυχίες. Διδαγμένοι από τα λάθη και τις αποτυχίες, μεγαλώσαμε συνετά τη δουλειά μας και τη βελτιώσαμε. Για οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, για οποιοδήποτε άτομο, είναι δύσκολο να αποφύγει τα λάθη. Ζητάμε να κάνουμε λιγότερα. Άμα διαπραχθεί ένα λάθος, επιδιώκουμε να το διορθώσουμε και όσο πιο γρήγορα γίνει, τόσο πιο πλήρης θα είναι η διόρθωσή του.
Η πείρα μας μπορεί να συνοψιστεί σ’ ένα μόνο σημείο: η δημοκρατική δικτατορία του λαού τίθεται κάτω από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης (με τη μεσολάβηση του Κομμουνιστικού Κόμματος)και στηρίζεται στην εργατοαγροτική συμμαχία. Αυτή η δικτατορία οφείλει να ενωθεί με τις διεθνείς επαναστατικές δυνάμεις. Τέτοια είναι η διατύπωση μας, τέτοια είναι η κυριότερη πείρα μας, τέτοια είναι η βασική προπαγάνδα μας.
Τα εικοσιοχτώ χρόνια της ύπαρξης του Κόμματός μας αποτελούν μια μεγάλη περίοδο και δεν έχουμε κάνει παρά μόνο ένα πράγμα: καταχτήσαμε τη βασική νίκη στον επαναστατικό πόλεμο. Αξίζει να εγκωμιαστεί, γιατί είναι μια νίκη του λαού, γιατί είναι μια νίκη που επιτεύχθηκε σε μια μεγάλη χώρα, τέτοια όπως είναι η Κίνα. Αλλά έχουμε να κάνουμε πολλά ακόμα. Αν τη συγκρίνουμε με ένα ταξίδι η εργασία που πραγματοποιήθηκε δεν αποτελεί παρά το πρώτο βήμα μιας μακριάς πορείας δέκα χιλιάδων λι. Μας μένει ακόμα να εξαλείψουμε τα υπολείμματα του εχθρού. Το βαρύ καθήκον της οικονομικής οικοδόμησης βρίσκεται μπροστά μας. Πολλά από τα πράγματα που γνωρίζουμε καλά, για λίγο θα τα αφήσουμε στην άκρη. Τα άλλα πράγματα που γνωρίζουμε άσχημα μας υποχρεώνουν να τα κατακτήσουμε. Εκεί βρίσκεται η δυσκολία. Οι ιμπεριαλιστές υπολογίζουν πως θα σταθούμε εντελώς ανίκανοι να διαχειριστούμε την οικονομία μας, μας παρατηρούν συνεχώς, παραμονεύοντας την αποτυχία μας.
Οφείλουμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες. Οφείλουμε να μάθουμε αυτούς που τα γνωρίζουν (οποιοιδήποτε κι αν είναι αυτοί) να δουλέψουν στην αγροτική οικονομία. Οφείλουμε να τους κάνουμε δασκάλους μας, να σπουδάσουμε κοντά τους με ταπεινοφροσύνη και με ευσυνειδησία. Όσοι δεν γνωρίζουν κάτι, πρέπει να ομολογούν την άγνοιά τους, δεν πρέπει να κάνουν τους έξυπνους. Δεν πρέπει να πάρουμε το ύφος των γραφειοκρατών. Να προχωρούμε στο βάθος των πραγμάτων. Σε μερικούς μήνες, σε ένα ή δύο χρόνια σε τρία χρόνια ή σε πέντε θα τελειώσουμε με την κατάχτηση της ύλης. Στην αρχή ορισμένοι σοβιετικοί κομμουνιστές επίσης είχαν πλήρη άγνοια σε ότι αφορούσε τη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων και οι ιμπεριαλιστές παραφύλαγαν επίσης την αποτυχία τους. Αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης θριάμβευσε και κάτω από την καθοδήγηση του Λένιν και του Στάλιν όχι μόνο έμαθε να κάνει την επανάσταση, αλλά επίσης και την οικοδόμηση. Οικοδόμησε ένα μεγάλο, ένα ένδοξο σοσιαλιστικό κράτος. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης είναι ο καλύτερος δάσκαλός μας, οφείλουμε να σπουδάσουμε στο σχολείο του. Η κατάσταση, εξωτερικά όπως και εσωτερικά, μας ευνοεί, μπορούμε να στηριχτούμε ολοκληρωτικά στο όπλο που είναι η δημοκρατική δικτατορία του λαού για να ενώσουμε όλη τη χώρα, εκτός από την αντίδραση και με σίγουρο βήμα να φτάσουμε στο σκοπό μας.
[1] Αναφέρεται σε μία κοινωνία βασισμένη στην κοινή ιδιοκτησία, χωρίς ταξική εκμετάλλευση και καταπίεση – μια ευγενική ιδέα που κυριαρχούσε από πολύ καιρό στον κινέζικο λαό. Εδώ ο κόσμος της Μεγάλης Ομόνοιας σημαίνει την κομμουνιστική κοινωνία.
[2] Βλ. «Παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» (ο «αριστερισμός»), κεφάλαιο ΙΙ, που ο Λένιν λέει: « Στο διάστημα μισού αιώνα περίπου, από το 1840 μέχρι το 1890 σχεδόν, στη Ρωσία, η πρωτοποριακή σκέψη αλυσοδεμένη από τον άγριο τσαρικό ζυγό, αντιδραστικό χωρίς προηγούμενο, αναζητούσε άπληστα μια ορθή, επαναστατική θεωρία, παρακολουθώντας ακατάπαυστα, με ένα αξιοθαύμαστο ζήλο και με μια καταπληκτική επιμέλεια, την «κάθε τελευταία λέξη» που ερχότανε από την Ευρώπη και την Αμερική. Βέβαια το μαρξισμό, τη μόνη ορθή επαναστατική θεωρία, η Ρωσία την πλήρωσε με μισό αιώνα οδύνες και ανήκουστες θυσίες, επαναστατικού ηρωισμού, χωρίς προηγούμενο, απίστευτης ενεργητικότητας, αυταπάρνησης στην έρευνα και στη μελέτη, με έμπρακτη πείρα διάψευσης ελπίδων, εξακρίβωσης, συνδυασμού με την πείρα της Ευρώπης.
[3] Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η Μεγάλη Βρετανία άρχισε να μπάζει στην Κίνα το όπιο σε όλο και πιο τεράστιες ποσότητες. Το όπιο δηλητηρίαζε επικίνδυνα τον κινέζικο λαό και αποστράγγιζε το νόμισμα της Κίνας. Διαμαρτυρίες ξεσηκώνονταν σε όλη τη χώρα. Το 1840, κάτω από το πρόσχημα της προστασίας του εμπορίου, η Μεγάλη Βρετανία έστειλε δυνάμεις που εισέβαλαν στην Κίνα. Οι κινέζικες δυνάμεις διοικούμενες από τον Λιν Τσέχ – σιού τους αντιστάθηκαν, ενώ ο λαός της Καντώνας οργάνωσε αυθόρμητα τα «Σώματα Αντιαγγλικής Καταστολής», που κατάφεραν σκληρά πλήγματα στους εισβολείς. Εντούτοις, το 1842, η διαφθαρμένη κυβέρνηση των Τσινγκ έκλεισε με τους Άγγλους εισβολείς την «Συνθήκη του Νιανκίν» που οι όροι της υποχρέωναν την Κίνα να πληρώσει αποζημιώσεις και να παραχωρήσει το Χονγκ Κονγκ στη Μεγάλη Βρετανία και ακόμα να της παραχωρήσει για το εμπόριό της τα λιμάνια της Σανγκάης του Φουτσέου, Αμόο, του Νιγκ-Πο και της Καντώνας, και καθόρισαν από κοινού με αυτή τα τελωνειακά τιμολόγια για όλα τα εμπορεύματα που θα εισήγαγαν στην Κίνα.
[4] Χονγκ Σιέου-τσιουάν (1814-1864) γεννήθηκε στο Κουαντούνγκ, ηγέτης του αγροτικού επαναστατικού πολέμου στα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1851, κατηύθυνε μια λαϊκή εξέγερση στο Κουανγκσί και ανακήρυξε το βασίλειο των Ταϊπίνγκ που, συγκέντρωσε πολλές επαρχίες, και αντιτάχθηκε στη δυναστεία των Τσινγκ στη διάρκεια δεκατεσσάρων χρόνων. Το 1864, αυτός ο επαναστατικός πόλεμος ηττήθηκε και ο Χονγκ Σιέου-τσιουάν εκτελέσθηκε με απάνθρωπο τρόπο. Βλ. «{Η χρεοκοπία της ιδεαλιστικής αντίληψης της ιστορίας).
[5] Κανγκ Γιέου-βέι (1858-1927), κατάγονταν από την περιφέρεια του Νανχάι, της επαρχίας του Κουαντούνγκ. Το 1895, ένα χρόνο μετά την ήττα που υπέστη η Κίνα από τον γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό, ο Κιάνγκ Γιέου-βέι τέθηκε στο Πεκίνο, επικεφαλής 1.300 υποψηφίων για τις αυτοκρατορικές εξετάσεις, για να παρουσιάσουν στον αυτοκράτορα Κουανγκσιού, μια «αναφορά από δέκα χιλιάδες λέξεις», που μ’ αυτή ζητούσαν τη «συνταγματική μεταρρύθμιση», με τη μετατροπή της απόλυτης μοναρχίας σε συνταγματική μοναρχία. Το 1899, ο αυτοκράτορας Κουνγσιού, κάλεσε τους Κουάνγκ Γιέου-βέι, Ταν Σε-τούνγκ, Λίανγκ Κι-τσάο και άλλους να πάρουν μέρος στη διεύθυνση των κρατικών υποθέσεων για να πραγματοποιήσουν μεταρρυθμίσεις. Αργότερα, με την επάνοδο στην εξουσία της αυτοκρατόρισσας χήρας Τσεουχσί που εκπροσωπούσε τους πιο συντηρητικούς το μεταρρυθμιστικό κίνημα ηττήθηκε. Το Κιάνγ Γιέου-βέι και ο Λιάνγκ Κι-τσάο έφυγαν στο εξωτερικό και οργάνωσαν για την υπεράσπιση της Αυτοκρατορίας ένα κόμμα, που κατάντησε μια αντιδραστική πολιτική φατρία από το γεγονός πως αντιτάχθηκε στην επαναστατική ομάδα της αστικής τάξης και της μικροαστικής τάξης, που εκπροσωπούνταν από τον Σουν Γιάτ-σεν. Ανάμεσα στα έργα που έγραψε ο Κάνγκ Γιέου-βέι είναι: «Παραμορφώσεις που επέφερε η σχολή Σιν στους κλασσικούς του Κομφουκιανού Κανόνα», «Ο Κομφούκιος αναμορφωτής, και το βιβλίο της Μεγάλης Ομόνοιας».
[6] Γιέν Φου (1853-1921), από το Φουτσέου, της επαρχίας του Φουκιέν, έκανε τις σπουδές του σε μια ναυτική σχολή της Αγγλίας. Μετά τον κινεζο-ιαπωνικό πόλεμο του 1894, υποστήριξε τη συνταγματική μοναρχία και τις μεταρρυθμίσεις για να εκσυγχρονισθεί η Κίνα. Μετέφρασε έργα όπως «Εξέλιξη και ηθική» του Τ.Χ. Χάξλεϋ, «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών» του Άνταμ Σμιθ, «Επαγωγική και Απαγωγική λογική» του Τ.Σ. Μιλλ, «Το πνεύμα των νόμων», του Μοντεσκιέ, συμβάλλοντας στη διάσωση της ευρωπαικής σκέψης στην Κίνα.
[7] Σύστημα εξέτασης του σφρίγους από τις αυτοκρατορικές δυναστείες της Κίνας. Χρησιμοποιούνταν επίσης σαν ένα μέσο από την κυρίαρχη φεουδαρχική τάξη για την εκλογή του προσώπου που θα προορίζονταν να κυβερνήσει τη χώρα και ταυτόχρονα, μια μέθοδος για να δένει τους διανοούμενους. Καθιερώθηκε στον 7ο αιώνα το σύστημα αυτό και διατηρήθηκε ως τις αρχές του 20ου αιώνα.
[8] Πρόκειται για την επανάσταση του 1911 που ανέτρεψε την απόλυτη μοναρχία των τσινγκ. Στις 10 Οκτωβρίου του χρόνου αυτού ένα μέρος της Νέας Στρατιάς εξεγέρθηκε στο Βουτσάνγκ με την παρακίνηση των επαναστατικών εταιρειών της αστικής τάξης και της μικροαστικής τάξης της εποχής. Οι εξεγέρσεις ξέσπασαν σε συνέχεια στις άλλες επαρχίες και γρήγορα η δυναστεία των Τσινγκ γκρεμίστηκε. Την 1η Ιανουαρίου 1912, ανακηρύχτηκε η προσωρινή κυβέρνηση της Κινέζικης Δημοκρατίας στο Νανκίν και ο Σουν Γιάτ-σεν εκλέχτηκε προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Χάρη στη συμμαχία της αστικής τάξης, της αγροτιάς, των εργατών και της μικροαστικής τάξης των πόλεων, η επανάσταση κατέληξε σε νίκη. Αλλά όπως η ηγετική ομάδα της επανάστασης ήταν από την ίδια τη φύση της επιρρεπής στους συμβιβασμούς, δεν πρόσφερε πραγματικά πλεονεκτήματα στους αγρότες και υποχωρούσε κάτω από την πίεση του ιμπεριαλισμού και των δυνάμεων, η εξουσία της έπεσε στα χέρια ενός μιλιταριστή φεουδάρχη του Πεϊγιανγκ ονομαζόμενου Γιυάν Σι-κάι, και η επανάσταση ηττήθηκε.
[9] Ήρωας του μυθιστορήματος «Τσουέι βου τσουάν...» (στην άκρη του νερού). Με τα χέρια μόνο, ο Βου Σονγκ σκότωσε μια τίγρη στο λόφο του Κινγιάνγκ. Το επεισόδιο αυτό είναι από τα πιο διαδεδομένα στο λαό, του ξακουστού αυτού έργου.
[10] Για τις σχέσεις ανάμεσα στη σοσιαλιστικοποίση της αγροτικής οικονομίας και στην εκβιομηχάνιση της χώρας, βλέπε το VII και VIII μέρος της εισήγησης «Για το πρόβλημα του αγροτικού συνεταιρισμού», που παρουσίασε ο Σύντροφος Μάο Τσε-τουνγκ στη Διάσκεψη των Γραμματέων των Επαρχιακών Επιτροπών, των Επιτροπών Δήμων και αυτόνομων περιοχών του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Σ’ αυτή την εισήγηση, ο σύντροφος Μάο Τσε-τουνγκ στη βάση της πείρας της Σοβιετικής Ένωσης και της πραχτικής της χώρας μας, ανέπτυξε πλατιά τη θέση σύμφωνα με την οποία τα στάδια της σοσιαλιστικοποίησης της αγροτικής οικονομίας πρέπει να συμβαδίζουν με εκείνα της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης.
3.4.08
Τάκης Σινόπουλος: Ο καιόμενος
Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! Είπε ένας απο το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ΄ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι απο τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιός είναι τούτος που αναλίσκεται υπερήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο.
10.3.08
Τσε Γκεβάρα: Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα
Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα [1]
Δεν θα προσπαθήσω να ανασκευάσω αυτό το επιχείρημα βασιζόμενος μόνο σε θεωρίες, αλλά θα αποκαταστήσω τα γεγονότα όπως πράγματι συμβαίνουν στην Κούβα, προσθέτοντας συμπληρωματικές επεξηγήσεις.
Κατ’ αρχήν θα σκιαγραφήσω σε γενικές γραμμές την ιστορία του επαναστατικού μας κινήματος πριν και μετά την κατάκτηση της εξουσίας.
Την 26η Ιουλίου του 1953 ξέσπασαν οι επαναστατικοί αγώνες που τέλειωσαν με την Επανάσταση της 1ης του Γενάρη του 1959. Μια ομάδα αντάρτες οδηγούμενη από τον Φιντέλ Κάστρο επετέθη την αυτή εκείνης της μέρας στο στρατώνα της Μονκάντα στην ανατολική επαρχία. Η επίθεση στάθηκε μια αποτυχία. Η αποτυχία μεταβλήθηκε σε καταστροφή, οι επιζήσαντες ξαναβρέθηκαν στη φυλακή, αλλά μόλις αμνηστεύτηκαν ξανάρχισαν την επαναστατική δράση.
Στη διάρκεια αυτής της διεργασίας όπου ο σοσιαλισμός δεν βρισκόταν παρά εν δυνάμει, ο άνθρωπος ήταν ένας βασικός συντελεστής. Σ’ αυτόν, μοναδική ύπαρξη, μ’ ένα όνομα κι ένα επίθετο, στηριζόταν η εμπιστοσύνη και από την αγωνιστική του επιδεξιότητα εξαρτιόταν η επιτυχία ή η αποτυχία του αγώνα.
Έπειτα ήρθε η περίοδος του αντάρτικου. Αυτό αναπτύχθηκε σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, το λαό, μάζα ακόμα αποκοιμισμένη που έπρεπε να κινητοποιηθεί και την πρωτοπορία του, τους γκουεριλλιέρος, που εκπροσωπούσαν την επαναστατική συνείδηση και την ενθουσιώδη μαχητικότητα.
Αυτή η πρωτοπορία, στάθηκε ο μεσάζων καταλύτης που δημιούργησε τις αντικειμενικές αναγκαίες συνθήκες για τη νίκη. Και με την προϋπόθεση πως κάναμε δικά μας τα ιδανικά του προλεταριάτου, γινόταν κατά συνέπεια και μια επανάσταση στις συνήθειες και στο πνεύμα μας. Εξακολουθούσε λοιπόν το άτομο να είναι πάντα ένας βασικός συντελεστής.
Κάθε αγωνιστής της Σιέρρα Μαέστρα που είχε πάρει ένα ανώτερο βαθμό στις επαναστατικές δυνάμεις, είχε στο ενεργητικό του ένα μεγάλο αριθμό ανδραγαθημάτων.
Στη διάρκεια αυτής της πρώτης ηρωικής περιόδου συνέβαινε να τσακώνονται για το ποιός θα αναλάβει τις πιο υπεύθυνες και πιο επικίνδυνες αποστολές, χωρίς καμιά άλλη ικανοποίηση παρά την εκπλήρωση του καθήκοντος.
Στις εργασίες μας για την επαναστατική εκπαίδευση επανερχόμαστε συχνά σ’ αυτό το πολύ διδακτικό γεγονός. Η συμπεριφορά των συναγωνιστών μας έδειχνε ήδη τον μελλοντικό άνθρωπο. Η ολοκληρωτική προσφορά στον αγώνα επαναλήφτηκε σε πολλές περιπτώσεις στην ιστορία μας. Κατά την κρίση του Οκτώβρη και κατά το ξέσπασμα του κυκλώνα «Φλόρα» είδαμε πράξεις θαυμαστές, πράξεις θάρρους και θυσίας από έναν ολόκληρο λαό.
Μια από τις βασικές μας προσπάθειες, από ιδεολογική άποψη, είναι να βρούμε τον τρόπο που θα διαιωνίσει αυτή την ηρωική συμπεριφορά και στην καθημερινή ζωή.
Τον Γενάρη του 1959 συγκροτήθηκε η επαναστατική κυβέρνηση με τη συμμεροχή διαφόρων μελών της αντιδραστικής αστικής τάξης. Η παρουσία του αντάρτικου στρατού, δυναμικού παράγοντα, εγγυόταν για την εξουσία. Αλλά αμέσως ξεπήδησαν σοβαρές αντιθέσεις που ξεπεράστηκαν εν μέρει, όταν το Φλεβάρη του 1959 ανάλαβε τη διεύθυνση της κυβέρνησης ο Φιντέλ Κάστρο σαν πρωθυπουργός. Αυτά τα γεγονότα έμελλαν να καταλήξουν τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου στην παραίτηση του προέδρου Ουρούσια κάτω από την πίεση της μάζας. Έτσι θα εμφανιστεί καθαρά στην ιστορία ης Κουβανέζικης Επανάστασης συστηματικά η μάζα.
Αυτή η ύπαρξη με τις πολυάριθμες μορφές δεν είναι , όπως ισχυρίζονται ένα σύνολο ομοιόμορφων στοιχείων, που δρουν σαν υπάκουο κοπάδι (ορισμένα καθεστώτα το μεταβάλλον σ’ αυτό). Είναι αλήθεια πως ακολουθεί χωρίς δισταγμό τους αρχηγούς του, κυρίως τον Φιντέλ Κάστρο. Αλλά ο βαθμός της εμπιστοσύνης που αυτός κέρδισε, ανταποκρίνεται ακριβώς, στη σωστή ερμηνεία των επιθυμιών και των προσδοκιών του λαού και στον ειλικρινή αγώνα που έδωσε για την πραγματοποίηση των υποσχόμενων.
Οι μάζες συμμετείχαν στην αγροτική μεταρρύθμιση και στην δύσκολη προσπάθεια της διοίκησης των κρατικών επιχειρήσεων. Έζησαν την πλούσια ηρωική πείρα του Πλάγια Γιρόν και σφυρηλατήθηκαν στις μάχες κατά των διαφόρων ένοπλων συμμοριών της CIA. Έζησαν ακόμη, μια από τις πλέον σημαντικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας, κατά την κρίση του Οκτώβρη και συνεχίζουν σήμερα να εργάζονται για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.΄
Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε κανείς να πιστέψει αυτούς που μιλούν για την υποδούλωση του ατόμου στο Κράτος. Οι μάζες εκτελούν μ’ έναν ενθουσιασμό και ασύγκριτη πειθαρχία, τις προσπάθειες που καθορίζει η κυβέρνηση είτε για οικονομικές εντολές πρόκειται ή μορφωτικές αμυντικές, αθλητικές κλπ. Η πρωτοβουλία προέρχεται γενικά από τον Φιντέλ και από την Ανώτατη διοίκηση της Επανάστασης που ο λαός την κάνει δική του αφού του την εξηγήσουν. Κατά καιρούς γίνονται τοπικά πειράματα από το Κόμμα και την Κυβέρνηση για να γενικευτούν μετά, με την ίδια διαδικασία.
Παρ’ όλα αυτά το Κράτος κάποτε γελιέται. Όταν σφάλει κάπου, παρατηρείται αμέσως η έλλειψη ενθουσιασμού των μαζών, με την πτώση της δραστηριότητα του καθενός και η εργασία παραλύει ως που μειώνεται στο ελάχιστο. Εκείνη τη στιγμή η μέθοδος αλλάζει. Αυτό ακριβώς συνέβη το Μάρτη του 1962 με την αιρετική (σεχταριστική) πολιτική που επέβαλε ο Άνιμπαλ Εσκαλάντε.
Είναι φανερό πως αυτός ο μηχανισμός δεν αρκεί για να εδραιωθούν αποτελεσματικές αποφάσεις και ότι λείπει ένας πιο στέρεος σύνδεσμος με τις μάζες.
Οφείλουμε να τον τελειοποιήσουμε στα προσεχή χρόνια, αλλά για τις πρωτοβουλίες που έρχονται από τα ανώτερα στρώματα της κυβέρνησης, χρησιμοποιούμε, για την ώρα, τη μέθοδο σχεδόν της διαίσθησης, που συνίσταται στο να ακροώμεθα τις γενικές αντιδράσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονται. Ο Φιντέλ είναι ένας μετρ του είδους και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ο ιδιαίτερος τρόπος που ταυτίζεται με το λαό παρά μόνο βλέποντάς τον στην πράξη. Στις μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις παρατηρείται ένα φαινόμενο ανάλογο με την αντήχηση δύο διαπασών. Ο Φιντέλ και ο λαός αρχίζουν να πάλλονται σ’ ένα διάλογο μιας ανιούσας έντασης, ώσπου φτάνουν στο απόγειο με την τελική κραυγή για τον αγώνα και τη νίκη μας. Αυτό που είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος που δεν ζει την εμπειρία της Επανάστασης, είναι αυτή η στενή διαλεκτική που υφίσταται, ανάμεσα σε κάθε άτομο και τη μάζα, είναι η αμοιβαία επιρροή μεταξύ της μάζας και των ιθυνόντων της.
Στην καπιταλιστική κοινωνία μπορούν να παρατηρηθούν μερικά φαινόμενα τέτοιου τύπου, όταν εμφανιστούν πολιτικοί άντρες ικανοί να προκαλέσουν το λαϊκό ξεσηκωμό. Αλλά τότε δεν πρόκειται για ένα αυθεντικό κοινωνικό κίνημα και το κίνημα δεν θα διαρκέσει παρά το διάστημα που θα ζήσει αυτός που δίνει την παρόρμηση, ή ως το τέλος των λαϊκών ψευδαισθήσεων, που υποβάλλονται από την καπιταλιστική κοινωνία. Σ’ αυτήν, ο άνθρωπος κατευθύνεται από ένα σκληρό νόμο, που συνήθως, δεν έχει καμιά σχέση με την κατανόηση. Το αλλοτριωμένο άτομο είναι δεμένο με το κοινωνικό σύνολο από έναν αόρατο ομφάλιο λώρο: τον νόμο των αξιών. Αυτός επιδρά σε όλες τις μορφές της ζωής του και ρυθμίζει το πεπρωμένο του.
Οι τυφλοί νόμοι του καπιταλισμού, αόρατοι για τους περισσότερους ανθρώπους, επιδρούν πάνω στο άτομο χωρίς αυτό να το αντιλαμβάνεται. Δεν βλέπει παρά έναν απέραντο ορίζονται που του φαίνεται ατέλειωτος. Έτσι προσπαθεί να παρουσιάσει η καπιταλιστική προπαγάνδα την περίπτωση Ροκφέλλερ –αληθινή ή όχι- σαν ένα δίδαγμα στις δυνατότητες της επιτυχίας. Την αθλιότητα που πρέπει να συσσωρεύσεις για να προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα και το μέγεθος της φαυλότητας που προϋποθέτει μια περιουσία τόσο τεράστια, αυτά δεν εμφανίζονται στον πίνακα και δεν είναι πάντα εύκολο για τις λαϊκές δυνάμεις να διακρίνουν καθαρά τα φαινόμενα. (Θα έπρεπε σ’ αυτό το σημείο να μελετηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι εργάτες χάνουν στις ιμπεριαλιστικές χώρες τη διεθνιστική του συνείδηση, κάτω από την επιρροή ενός είδους συνενοχής στην εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών και πως, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, η μαχητικότητά τους εξασθενεί μέσα στην ίδια τους τη χώρα, αν και αυτό βγαίνει από το κείμενό μας).
Πάντως σε μια τέτοια κοινωνία η διαδρομή είναι γεμάτη εμπόδια και, προφανώς, μόνο ένα άτομο που διαθέτει ορισμένες ικανότητες μπορεί να τα υπερπηδήσει και να φτάσει στο τέρμα. Οραματίζονται τη μακρινή ανταμοιβή αλλά ο δρόμος είναι μοναχικός. Επί πλέον ισχύει ο νόμος της ζούγκλας: μόνο η αποτυχία των άλλων επιτρέπει την επιτυχία.
Θα προσπαθήσω τώρα να προσδιορίσω το άτομο, πρωταγωνιστή αυτού του παράξενου και παθιασμένου δράματος, που είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, στη διπλή του υπόσταση σα μοναδικής ύπαρξης και σαν μέλους της κοινότητας.
Νομίζω πως το απλούστερο είναι να του αναγνωρίζουμε την ιδιότητα του ημιτελούς όντος. Τα ελαττώματα της παλιάς κοινωνίας παραμένουν στην ατομική συνείδηση και πρέπει να γίνεται μια ακατάπαυστη προσπάθεια για να εξαφανιστούν. Η διεργασία είναι διπλή: από τη μία πλευρά είναι η κοινωνία που επιδρά με την άμεσα και έμμεση διαπαιδαγώγησή της και από την άλλη είναι το ίδιο το άτομο που υποβάλλεται σε μια ενσυνείδητη αυτο-διαπαιδαγώγηση.
Η διαμορφωμένη νέα κοινωνία οφείλει να καταπολεμήσει πολύ σκληρά το παρελθόν που αντανακλάται όχι μόνο στην ατομική συνείδηση όπου βαραίνουν τα κατάλοιπα μια αγωγής συστηματικά προσανατολισμένης προς την απομόνωση του ατόμου, αλλά και στον ίδιο τον χαρακτήρα αυτής της μεταβατικής περιόδου όπου υπερισχύουν οι εμπορικές σχέσεις. Το εμπόρευμα είναι ο οικονομικός πυρήνας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όσο θα υπάρχει οι συνέπειές της θα γίνονται αισθητές στην οργάνωση της παραγωγής και κατά συνέπεια στη συνείδηση.
Σύμφωνα με τις απόψεις του Μαρξ, η μεταβατική περίοδος θα είχε σαν αποτέλεσμα τον εκρηκτικό μετασχηματισμό του καπιταλιστικού συστήματος τσακισμένου από τις αντιθέσεις του. Αργότερα, είδαν στην πραγματικότητα πως αποχωρίζονται από το ιμπεριαλιστικό δέντρο μερικές χώρες που αποτελούν τους αδύνατους κλάδους, που είχε προβλέψει ο Λένιν.
Σ’ αυτές τις χώρες ο καπιταλισμός είναι επαρκώς ανεπτυγμένος για να γίνει αρκετά αισθητός κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το λαό, αλλά η έκρηξη του συστήματος δεν προέρχεται από τις δικές του αντιθέσεις στο κάτω κάτω της γραφής. Ο απελευθερωτικός αγώνας κατά του ξένου καταπιεστή, η αθλιότητα που προκαλούν εξωτερικά συμβάντα, σαν τον πόλεμο, που έχει σαν συνέπεια να κάνει ακόμη βαρύτερη την πίεση των προνομιούχων τάξεων πάνω στους εκμεταλλευόμενους, τα απελευθερωτικά κινήματα τα προοριζόμενα για την ανατροπή των νεο-αποικιοκρατικών καθεστώτων, αυτοί είναι οι συντελεστές που ξεσπούν συνήθως σε επαναστατικά κινήματα. Η συνειδητή δράση κάνει τα υπόλοιπα.
Σ’ αυτές τις χώρες δεν υπάρχει ακόμη μια πλήρης αγωγή προσανατολισμένη στην κοινωνική εργασία και το φαινόμενο της ιδιοκτησίας δεν διανοείται πως θα τεθούν τα πλούτη στη διάθεση του συνόλου.
Το γεγονός της υποανάπτυξης από το ένα μέρος και η συνηθισμένη εξαγωγή των κεφαλαίων στις «πολιτισμένες» χώρες από την άλλη, κάνουν αδύνατη μια γρήγορη και χωρίς θυσίες αλλαγή. Έχουμε ακόμη να περάσουμε πολλά πριν να φτάσουμε σ’ ένα επαρκές επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και ο πειρασμός να περπατάμε σε χτισμένους δρόμους και να χρησιμοποιούμε τα υλικά μέσα σαν μοχλό μιας γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης είναι πολύ μεγάλος.
Διατρέχουμε λοιπόν τον κίνδυνο να κρύψουν τα δέντρα το δάσος: ακολουθώντας τη χίμαιρα να πραγματοποιήσουμε το σοσιαλισμό με τη βοήθεια σάπιων όπλων, κληρονομημένων από τον καπιταλισμό, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε αδιέξοδο. Και στην πραγματικότητα, καταλήγεις, αφού έχεις διατρέξει μια μεγάλη απόσταση, που κατά τη διάρκειά της, οι δρόμοι διασταυρώνονται πράγμα που σε δυσκολεύει να ξέρεις δε ποια στιγμή γελάστηκες ως προς την κατεύθυνση. Κατά το διάστημα αυτό η οικονομική βάση που είχε υιοθετηθεί έχει υπονομεύσει την ανάπτυξη της συνείδησης. Για να οικοδομήσεις τον κομμουνισμό πρέπει να αλλάξεις τον άνθρωπο ταυτόχρονα με την οικονομική βάση.
Γι’ αυτό κι έχει μεγάλη σημασία η σωστή εκλογή του οργάνου της κινητοποίησης της μάζας. Βασικά αυτό το όργανο πρέπει να είναι ηθικής τάξης, χωρίς να παραγνωρίζουμε και μια σωστή χρησιμοποίηση τονωτικού υλικού, κυρίως κοινωνικής φύσης.
Όπως το έχω ήδη πει στις στιγμές του μεγάλου κινδύνου, είναι εύκολο να δραστηριοποιήσεις τα ηθικά κίνητρα. Αλλά για να διατηρηθούν ακμαία, πρέπει να αναπτύξεις στις συνειδήσεις καινούργιες αξίες. Η κοινωνία πρέπει να γίνει στο σύνολό της ένα γιγαντιαίο σχολείο. Οι μεγάλες γραμμές αυτού του φαινομένου μοιάζουν με κείνες της διαμόρφωσης της καπιταλιστικής συνείδησης, κατά την πρώτη της περίοδο. Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τη δύναμη, αλλά διδάσκει επί πλέον την ιδεολογία της άρχουσας τάξης. Η άμεση προπαγάνδα γίνεται από κείνους που έχουν αναλάβει να εξηγήσουν το αναπόδραστο ενός ταξικού καθεστώτος, είτε θεϊκής προέλευσης είναι είτε επιβεβλημένο από τη φύση κατά μηχανικό τρόπο. Αυτό αφοπλίζει τις μάζες που νοιώθουν καταπιεζόμενες από ένα κακό εναντίον του οποίου είναι αδύνατον να αντιδράσουν.
Για ορισμένους, το σύστημα της κάστας διατηρεί την αξία του: η αμοιβή για εκείνους που υπακούουν είναι η μετά θάνατον μετάβαση σ’ άλλους θαυμαστούς κόσμους, όπου οι καλοί αμείβονται, και η παλιά παράδοση συνεχίζεται. Για άλλους υπάρχει ένας νεωτερισμός: ο διαχωρισμός των τάξεων είναι μοιραίος, αλλά τα άτομα μπορούν να βγουν από την τάξη που ανήκουν με την εργασία, την πρωτοβουλία κλπ. Αυτή η αυτο-διαπαιδαγώγηση με την προοπτική της επιτυχίας είναι βαθιά υποκριτική: εκθειάζουν υστερόβουλα αυτό το ψέμα, πως τάχα η ατομική επιτυχία είναι εύκολη για τον καθένα.
Για μας η άμεση αγωγή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η εξήγηση είναι πειστική γιατί είναι αληθινή, δεν έχει ανάγκη από υπεκφυγές. Εξασκείται από το εκπαιδευτικό όργανο του Κράτους, με τη λειτουργία της γενικής, τεχνικής και ιδεολογικής κουλτούρας, δια μέσου οργανισμών σαν το Υπουργείο Παιδείας, και το όργανο προπαγάνδας του Κόμματος. Η αγωγή ριζώνεται στις μάζες κι αυτή η νέα μελετημένη συμπεριφορά τείνει να γίνει μια συνήθεια. Η μάζα την κάνει δική της και ασκεί πίεση σε κείνους που δεν έχουν ακόμη ανάλογα εκπαιδευτεί. Αυτός είναι ο έμμεσος τρόπος να διαπαιδαγωγήσεις τις μάζες, εξ ίσου ισχυρός με τον άλλο.
Αλλά αυτή η αγωγή είναι συνειδητή. Το άτομο δέχεται συνεχώς την επιρροή της νέας σοσιαλιστικής εξουσίας και αντιλαμβάνεται πως δεν είναι απόλυτα προσαρμοσμένο. Δια της έμμεσης αγωγής προσπαθεί να προσαρμοστεί με μια κατάσταση που θεωρεί δίκαιη, πράγμα που δεν είχε κατορθώσει να κάνει μέχρι τότε, εξ αιτίας της ανεπάρκειας της προσωπικής του ανάπτυξης. Διαπαιδαγωγείται μόνο του.
Σ’ αυτή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορούμε να παραβρεθούμε στη γέννηση του νέου ανθρώπου. Η εικόνα του δεν είναι ακόμη απόλυτα συγκεκριμένη και δεν θα μπορέσει να είναι δεδομένου ότι αυτή η εξέλιξη είναι παράλληλη με την ανάπτυξη της νέας οικονομικής δομής. Εκτός από κείνους που η ανεπαρκής αγωγή τους τούς ωθεί προς ένα μοναχικό δρόμο, προς την εγωιστική ικανοποίηση των φιλοδοξιών τους, υπάρχουν και εκείνοι που, ακόμα και στο εσωτερικό πλαίσιο της μαζικής εξέλιξης, τείνουν να προχωρήσουν απομονωμένοι από τη μάζα που συνοδεύουν.
Το σημαντικό είναι πως οι άνθρωποι κατακτούν καθημερινά μια μεγαλύτερη συνείδηση της ανάγκης της ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία και συγχρόνως της σημασίας τους σαν κινητήριες δυνάμεις της. Δεν προχωρούν πια απόλυτα μόνοι, από περίπλοκους δρόμους προς τα μακρινά τους όνειρα. Ακολουθούν την πρωτοπορία τους που την εκπροσωπεί το Κόμμα, τους εργάτες της πρωτοπορίας, άντρες πρωτοπόρους που προχωρούν ενωμένοι με τις μάζες και σε στενή επαφή μαζί τους.
Οι πρωτοπόροι έχουν καρφωμένα τα βλέμματα στο μέλλον και στην επιβράβευσή τους, μόνο που δεν την βλέπουν σα μια ατομική υπόθεση. Η ανταμοιβή γι’ αυτούς είναι η καινούργια κοινωνία όπου οι άνθρωποι θα είναι διαφορετικοί, η κοινωνία του κομμουνιστή ανθρώπου.
Ένας μακρύς δρόμος γεμάτος δυσκολίες
Ο δρόμος είναι μακρύς και γεμάτος δυσκολίες. Μερικές φορές όταν πάρουμε ένα αδιέξοδο πρέπει να ξαναγυρίσουμε, άλλοτε προχωρούμε πολύ γρήγορα και χωριζόμαστε από τις μάζες. Σε μερικές περιπτώσεις πάλι πάμε πολύ σιγά κι αισθανόμαστε πολύ κοντά μας την ανάσα εκείνων που αγκομαχούν. Σαν φιλόδοξοι επαναστάτες, προσπαθούμε να προχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε ανοίγοντας το δρόμο, αλλά ξέρουμε πως από τη μάζα αντλούμε την υπόστασή μας και ότι αυτή δεν θα μπορέσει να προχωρήσει γρηγορότερα παρά αν την ενθαρρύνουμε με το παράδειγμά μας.
Παρά τη σημασία που δόθηκε στα ηθικά κίνητρα, το γεγονός ότι υπάρχει μια διαίρεση σε δύο κύριες ομάδες (εξαιρουμένων βέβαια εκείνων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν συμμετέχουν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού) δείχνει τη σχετική ανεπάρκεια της ανάπτυξης της κοινωνικής συνείδησης.
Η ομάδα της πρωτοπορίας είναι πιο προχωρημένη ιδεολογικά από τη μάζα, που γνωρίζει τις καινούριες αξίες, αλλά ανεπαρκώς. Ενώ, λοιπόν στους πρώτους δημιουργείται μια ποιοτική αλλαγή που τους επιτρέπει να θυσιαστούν, υπό την ιδιότητά τους σαν πρωτοπόρων, οι δεύτεροι είναι λιγότερο ενσυνείδητοι και πρέπει να πιεστούν κάπως έντονα. Είναι η δικτατορία του προλεταριάτου που εξασκείται όχι μονάχα στην ηττημένη τάξη αλλά και στη νικήτρια τάξη. Αυτό που επιβάλει, για να είναι η επιτυχία καθολική, την ανάγκη μιας σειράς μηχανισμών: τα επαναστατικά θεμέλια – αρμονικό σύνολο αγωγών, βαθμίδων και λαδωμένων γραναζιών – που θα επιτρέπουν τη φυσική επιλογή εκείνων που είναι προορισμένοι να προχωρήσουν στην πρωτοπορία και την επαναφορά των επιβραβεύσεων και των τιμωριών κατά που αξίζει στον καθένα.
Δεν πετύχαμε ακόμη να οργανώσουμε τα θεμέλια της Επανάστασης. Αναζητούμε κάτι το καινούριο που θα επιτρέψει μια τέλεια ταύτιση της κυβέρνησης και του συνόλου της κοινότητας (θεμέλια προσαρμοσμένα στις ιδιάζουσες συνθήκες της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και όσο το δυνατόν απομακρυσμένα από κοινούς τόπους της αστικής δημοκρατίας). Κάναμε κάποιες προσπάθειες με το σκοπό να δημιουργήσουμε προοδευτικά τις βάσεις της Επανάστασης, αλλά χωρίς βιασύνη. Αυτό που μας αναχαίτισε ήταν ο φόβος μήπως μια τυποποίηση των σχέσεων γίνει αφορμή να απομακρυνθούμε από τις μάζες και το άτομο και κυρίως μη μας κάνει να χάσουμε από τα μάτια μας την τελευταία και την πιο σημαντική επαναστατική φιλοδοξία που είναι να δούμε τον άνθρωπο ελευθερωμένο από την αλλοτρίωσή του. Παρ’ όλη την έλλειψη βάσεων που πρέπει να υπερπηδήσουμε βαθμηδόν, οι μάζες κάνουν τώρα την ιστορία σαν ένα συνειδητό σύνολο ατόμων που αγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό.
Στο σοσιαλιστικό καθεστώς, παρά τη φαινομενική του ομοιομορφία, ο άνθρωπος είναι πιο πλήρης. Παρ’ όλη την απουσία ενός μηχανισμού απόλυτα προσαρμοσμένου, η δυνατότητά του να εκφράζεται και να βαραίνει στο σοσιαλιστικό όργανο είναι πολύ μεγαλύτερη.
Είναι ακόμη αναγκαίο να τονίσουμε τη συνειδητή συμμετοχή του, ατομική και συλλογική, σ’ όλους τους μηχανισμούς διεύθυνσης και παραγωγής και να τη συνδέσουμε με την τεχνική και ιδεολογική του εκπαίδευση, ώστε να νιώσει πόσο αυτά τα προτσές είναι αλληλοεξαρτώμενα με παράλληλη πρόοδο. Μια κι έσπασαν λοιπόν οι αλυσίδες της αλλοτρίωσης, θα αποκτήσει καθολική συνείδηση της ύπαρξής του και την ολοκλήρωσή του σαν ανθρώπινο ον.
Αυτό θα γίνει συγκεκριμένα αντιληπτό με την επανακατάκτηση της καθαρής του προσωπικότητας μέσα από την απελευθερωμένη εργασία και με την έκφραση και την ανθρώπινης του υπόστασης μέσα από την καλλιέργεια και την τέχνη.
Για να ξανακατακτήσει ο άνθρωπος την υπόστασή του, πρέπει να πάψει να υπάρχει ο άνθρωπος εμπόρευμα και να του χορηγήσει η κοινωνία ένα μέρισμα σε αντάλλαγμα της εκτέλεσης του κοινωνικού του καθήκοντος. Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην κοινωνία και η μηχανή είναι σαν το οχυρό όπου εκτελείται το καθήκον. Ο άνθρωπος αρχίζει να λευτερώνει τη σκέψη του από το άγχος με την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του από την εργασία. Αρχίζει να αναγνωρίζεται μέσα στο έργο του και να καταλαβαίνει το ανθρώπινο μεγαλείο του μέσα από το αντικείμενο που δημιουργεί και την πραγματοποιιούμενη εργασία. Η εργασία του δεν προϋποθέτει πια την εγκατάλειψη ενός μέρους της ύπαρξής του στη μορφή μιας πουλημένης δύναμης, που δεν του ανήκει, αλλά εκφράζει μια δική του εκδήλωση, μια προσφορά στην κοινή ζωή, την εκπλήρωση του κοινωνικού του καθήκοντος.
Κάνουμε όλοι ότι μας είναι δυνατόν για να δώσουμε στην εργασία αυτή την καινούρια διάσταση του κοινωνικού καθήκοντος και για να τη συνδέσουμε από τη μια με την τεχνολογική ανάπτυξη και από την άλλη, με την εθελοντική εργασία. Αυτοί οι δυο συντελεστές απαντούν στη μαρξιστική εκτίμηση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν κατακτά πραγματικά την πλήρη ανθρώπινή του υπόσταση παρά μόνο όταν παράγει χωρίς τον καταναγκασμό της φυσικής ανάγκης να πουληθεί σαν εμπόρευμα.
Φυσικά υπάρχουν και τώρα καταναγκαστικές μορφές στην εργασία ακόμα κι όταν είναι εθελοντική. Ο άνθρωπος δεν πέτυχε ακόμη να κάνει την εργασία που του ταιριάζει μια αυτόματη λειτουργία κοινωνικής φύσης και παράγει ακόμα, πολύ συχνά, κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος (είναι αυτό που ονομάζει ο Φιντέλ ηθικό καταναγκασμό). Δεν μπορεί να χαρεί απόλυτα το έργο του μέσα στα πλαίσια των νέων συνθηκών χωρίς την πίεση του κοινωνικού περίγυρου. Αυτό δεν θα μπορέσει να το κάνει παρά μέσα στον κομμουνισμό.
Η αλλαγή δεν δημιουργείται αυτόματα στη συνείδηση, όπως ούτε και στην οικονομία. Οι διακυμάνσεις είναι αργές και ακανόνιστες, και υπάρχουν περίοδοι έντασης, διακοπής, ακόμα και οπισθοχώρησης.
Όπως το σημειώσαμε ήδη, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο καθαρά μεταβατική όπως εκείνη που περιγράφει ο Μαρξ στο «Κριτική του προγράμματος του Γκότα και της Ερφούρτης», αλλά μπροστά σε μια καινούρια φάση, που εκείνος δεν πρόβλεψε: την πρώτη περίοδο μετάβασης προς τον κομμουνισμό, ή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.
Αυτή κυλά μέσα σε άγριους αγώνες των τάξεων και των στοιχείων του καπιταλισμού που συνεχίζουν να σκιάζουν την πραγματικότητά της.
Αν προσθέσουμε σ’ αυτά τον σχολαστικισμό που ανέκοψε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη αυτής της περιόδου της οποίας δεν μελετήθηκαν τα οικονομικά κίνητρα, πρέπει να συμπεράνουμε πως είμαστε ακόμα στην κούνια και ότι πρέπει να ξαναρχίσουμε την έρευνα όλων των πρωταρχικών χαρακτηριστικών αυτής της περιόδου, πριν να επεξεργαστούμε μια οικονομική και πολιτική θεωρία μεγαλύτερης προοπτικής.
Αυτή η θεωρία θα δώσει μια καθολική υπεροχή στους δυο στύλους της οικοδόμησης του σοσιαλισμού: τη διαμόρφωση του καινούριου ανθρώπου και την ανάπτυξη της τεχνικής.
Σ’ αυτές τις δύο περιοχές μας μένουν ακόμη να κάνουμε πολλά, αλλά η καθυστέρηση αυτής της θεμελιώδους βάσης που είναι η τεχνική, είναι λίγο πιο δικαιολογημένη, δεδομένου ότι εμείς δεν πρόκειται να προχωρήσουμε στα τυφλά, αλλά να ακολουθήσουμε την κατάλληλη στιγμή το δρόμο που έχουν χαράξει οι πλέον προχωρημένες χώρες του κόσμου. Γι’ αυτό ο Φιντέλ επιμένει τόσο στην ανάγκη της τεχνικής και επιστημονικής επιμόρφωσης της χώρας μας κι ακόμη περισσότερο για την πρωτοπορία της.
Μέσα στην περιοχή των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, είναι πιο εύκολο να διακρίνουμε την υλική αναγκαιότητα από την ηθική αναγκαιότητα. Από πολύ παλιά ο άνθρωπος προσπαθεί να ελευθερωθεί από την αλλοτρίωση με την κουλτούρα και την τέχνη. Πεθαίνει καθημερινά επί οκτώ ώρες παίζοντας το ρόλο του εμπορεύματος για να αναστηθεί μετά την καλλιτεχνική δημιουργία. Αλλά αυτό το φάρμακο φέρει το σπέρμα αυτής καθαυτής της αρρώστιας: εκείνος που ζητά την ενότητα με τη φύση είναι μια μοναχική ύπαρξη. Υπερασπίζεται την ατομικότητά του από το περιβάλλον και αντιδρά μπροστά στις αισθητικές ιδέες σαν ένα μοναδικό ον, που ο πόθος του είναι να μείνει άσπιλος. Δεν πρόκειται παρά για μια απόπειρα φυγής.
Ο νόμος της αξίας δεν είναι πια η απλή αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής. Οι καπιταλιστές μονοπωλητές την περικλείουν σε μια περίπλοκη κενολογία, καθιστώντας την μια υπάκουη υπηρέτρια, ακόμα κι όταν οι χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι καθαρά εμπειρικές.
Ο υπεροργανισμός επιβάλλει έναν τύπο τέχνης που απαιτεί μια εργασία καλλιτεχνών πολύ προχωρημένης παιδείας. Οι αντιδραστικοί κυριαρχούνται από την τεχνική και μόνο τα εξαιρετικά ταλέντα μπορούν να δημιουργήσουν προσωπικό έργο. Οι άλλοι καταντούν θλιβεροί μισθωτοί ή αποτυγχάνουν. Επικαλούνται την καλλιτεχνική αναζήτηση που την θεωρούν σαν την έκφραση της ελευθερίας, αλλά αυτή η «αναζήτηση» έχει τα όριά της, αδιόρατα, μέχρι που να τσακιστεί απάνω τους, ως τη στιγμή δηλαδή, που τίθεται το πραγματικό πρόβλημα του ανθρώπου και της αλλοτρίωσής του. Το αδικαιολόγητο άγχος και η χοντροκομμένη ψυχαγωγία αποτελούν τις βολικές δικλείδες για την ανθρώπινη ανησυχία. Όποιος σεβαστεί τους κανόνες του παιχνιδιού απολαμβάνει όλες τις τιμές, όμοιες με κείνες που θα μπορούσε να επιτύχει ένας πίθηκος που θα επινοούσε τις πιρουέτες. Ο μόνος όρος είναι να μην προσπαθήσεις να ξεφύγεις από το αόρατο κλουβί.
Όταν η Επανάσταση πήρε την εξουσία οι τελείως εξημερωμένοι πήραν το δρόμο της εξορίας. Οι άλλοι, οι επαναστάτες και μη οραματίστηκαν ένα καινούριο δρόμο. Η αναζήτηση δέχτηκε κι αυτή μια νέα εκτίναξη. Πάντως οι δρόμοι ήταν, λίγο πολύ, χαραγμένοι και η ιδέα της φυγής κρύφτηκε κάτω από τη λέξη «λευτεριά». Οι επαναστάτες κράτησαν συχνά αυτή τη στάση, κατάλοιπο του αστικού ιδεαλισμού στις συνειδήσεις τους.
Στις χώρες που πέρασαν από μια παρόμοια εξέλιξη επιχείρησαν να καταπολεμήσουν αυτές τις τάσεις με έναν υπερβολικό δογματισμό. Η γενική εκπαίδευση μεταβλήθηκε σχεδόν σε ένα ταμπού και ανακήρυξαν σαν το ύψιστο σημείο εκπαιδευτική φιλοδοξίας μια τυπικά πιστή εικόνα της φύσης, που μεταβάλλεται εν συνεχεία σε μια μηχανική εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας όπως ήθελαν να τη βλέπουν, μιας σχεδόν ιδανικής κοινωνίας χωρίς συγκρούσεις ούτε αντιθέσεις που επιθυμούσαν να πραγματοποιήσουν.
Ο σοσιαλισμός είναι νέος και έχει τα ελαττώματά του. Εμάς, των επαναστατών, μας λείπουν συχνά οι αναγκαίες γνώσεις και το πνευματικό θάρρος για να αντιμετωπίσουμε την προσπάθεια να αναπτύξουμε τον καινούριο άνθρωπο, με διαφορετικές μέθοδες απ’ αυτές, τις πολύ συμβατικές που είναι σημαδεμένες από τη σφραγίδα της κοινωνίας που τις δημιούργησε (για μια ακόμη φορά εμφανίζεται το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα μορφής και περιεχομένου). Βρισκόμαστε σε μεγάλη αναστάτωση και μας απορροφούν τα υλικά προβλήματα. Δεν υπάρχουν μεγάλοι καλλιτέχνες που να εξασκούν ταυτόχρονα μεγάλη επαναστατική επιρροή. Οι άνθρωποι του Κόμματος πρέπει να αναλάβουν αυτή την προσπάθεια και να ψάξουν να βρουν τον αντικειμενικό στόχο: πως θα καλλιεργηθεί ο λαός.
Ζητούν λοιπόν την απλοποίηση, ώστε να φτάσουν στο επίπεδο εκείνου που όλος ο κόσμος θα καταλαβαίνει, εκείνου δηλαδή που καταλαβαίνουν οι υπάλληλοι. Καταργούν την αυθεντική καλλιτεχνική αναζήτηση και το πρόβλημα της γενικής κουλτούρας περιορίζεται στον σφετερισμό του σοσιαλιστικού παρόντος και του νεκρού παρελθόντος (ακίνδυνου κατά συνέπεια). Έτσι γεννιέται ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός πάνω στις βάσεις του περασμένου αιώνα.
Αλλά η ρεαλιστική τέχνη του ΧΙΧου αιώνα είναι μια ταξική τέχνη κι αυτή ίσως πιο καπιταλιστική από την παρακμιακή του ΧΧου αιώνα, όπου διαφαίνεται η αγωνία του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στην περιοχή της κουλτούρας ο καπιταλισμός έδωσε όλο του τον εαυτό και δε μένει πια παρά ένα δυσώδες πτώμα που εκδηλώνεται στην τέχνη με τη σημερινή της παρακμή. Αλλά γιατί να φιλοδοξούμε να ψάχνουμε στις ξεθυμασμένες φόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού τη μοναδική αξιόλογη συνταγή;
Δεν μπορούμε να αντιτάξουμε στον ρεαλισμό την «ελευθερία», γιατί αυτή δεν υπάρχει ακόμη και δεν θα υπάρξει όσο η ανάπτυξη της καινούριας κοινωνίας δεν ολοκληρωθεί. Αλλά και να μην τολμήσουμε να καταδικάσουμε όλες τις προγενέστερες μορφές τέχνης του πρώτου μισού του ΧΙΧου αιώνα, από το ύψος του παπικού θρόνου ενός αμείλικτου ρεαλισμού, γιατί θα υποπέσουμε σ’ ένα προυντονικό σφάλμα επιστροφής στο παρελθόν, και θα βάζαμε έτσι ένα ζουρλομανδύα στην καλλιτεχνική έκφραση του ανθρώπου που γεννιέται και δημιουργεί σήμερα.
Λείπει η ανάπτυξη ενός ιδεολογικο-μορφωτικού μηχανισμού που θα οδηγήσει στην έρευνα και θα ξεριζώσει τα ζιζάνια που πολλαπλασιάζονται τόσο εύκολα, στη γόνιμη γη την επιχορηγούμενη από το Κράτος.
Στην χώρα μας δεν πέσαμε στο σφάλμα ενός τετριμμένου ρεαλισμού, αλλά στο αντίθετο σφάλμα. Κι αυτό γιατί δεν καταλάβαμε πόσο αναγκαία ήταν η δημ8ιουργία ενός νέου ανθρώπου, που δεν θα ‘να, ούτε εκείνος του ΧΙΧου αιώνα ούτε και του δικού μας του παρακμασμένου και σάπιου. Τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα πρέπει να δημιουργήσουμε αν και δεν είναι για την ώρα, παρά μια υποκειμενική ιδέα καθόλου συστηματοποιημένη. Αυτό είναι εξάλλου ένα από τα θεμελιώδη σημεία της μελέτης και της εργασίας μας. Στην περίπτωση που θα έχουμε συγκεκριμένες επιτυχίες σε μια βάση θεωρητική, απ’ όπου, αντιστρόφως θα αντλήσουμε θεωρητικά συμπεράσματα γενικού χαρακτήρα, στη βάση των πρακτικών μας ερευνών, τότε θα έχουμε κάνει μια πολύτιμη προσφορά στο μαρξισμό – λενινισμό για το συμφέρον της ανθρωπότητας. Η αντίδραση κατά του ανθρώπου του ΧΙΧου αιώνα μας έσπρωξε ξανά στην παρακμή του ΧΧου. Δεν πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, αλλά πρέπει να το επανορθώσουμε με τον κίνδυνο ν’ ανοίξουμε το δρόμο στο ρεβιζιονισμό.
Οι μεγάλες μάζες που η συνείδησή τους αναπτύσσεται, οι νέες ιδέες που προοδεύουν παράλληλα στους κόλπους της κοινωνίας και οι υλικές δυνατότητες μιας πλήρους ανάπτυξης όλων των μελών της, συντελούν στο να γίνεται η εργασία πολύ πιο γόνιμη. Το παρόν είναι καμωμένο από αγώνες, το μέλλον μας ανήκει.
Με λίγα λόγια η ενοχή πολλών από τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες μας είναι συνέπεια του προπατορικού τους αμαρτήματος: δεν είναι αυθεντικοί επαναστάτες. Μπορείς να προσπαθήσεις να μπολιάσεις μια φτελιά για να κάνει αχλάδια, αλλά συγχρόνως πρέπει να φυτέψεις αχλαδιές. Οι νέες γενιές θα γεννηθούν ελευθερωμένες από το προπατορικό αμάρτημα. Πρέπει με προσπάθεια να εμποδίσουμε τη σύγχρονη γενιά, που σπαράσσεται από τις διαμάχες της, να διαφθαρεί, για να μη διαφθείρει και τις καινούριες γενιές. Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς υποταγμένους στην επίσημη σκέψη, ούτε και υπότροφους που θα ζουν ωραία στη σκέπη της υποτροφίας τους εξασκώντας μια λευτεριά σε εισαγωγικά. Οι επαναστάτες που θα τραγουδήσουν τον καινούριο άνθρωπο με την αυθεντική φωνή του λαού θα ‘ρθουν. Είναι μια προετοιμασία που χρειάζεται καιρό.
Στην κοινωνία μας η νεολαία και το Κόμμα παίζουν ένα μεγάλο ρόλο. Η νεολαία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί είναι ο εύπλαστος άργιλος με τον οποίο μπορεί να κατασκευαστεί ο καινούριος άνθρωπος απαλλαγμένος απ’ όλα τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Μπορούμε να την μεταχειριστούμε σύμφωνα με τις φιλοδοξίες μας. Η εκπαίδευσή της είναι κάθε μέρα και πληρέστερη και δεν ξεχνάμε να την προτρέπουμε από την αρχή στην εργασία. Οι υπότροφοί μας εργάζονται χειρονακτικά κατά τις διακοπές τους ή ακόμα και κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.
Σ’ άλλες περιπτώσεις η εργασία είναι μια επιβράβευση και σ’ άλλες ένα μορφωτικό όργανο, δεν είναι ποτέ μια τιμωρία. Μια καινούρια γενιά γεννιέται.
Το Κόμμα είναι μια οργάνωση πρωτοπορίας, οι καλύτεροι δουλευτάδες, προτείνονται από τους συναδέλφους τους για να ενταχθούν. Είναι μειοψηφία, αλλά επιβάλλεται αρκετά χάρη στην ποιότητα των στελεχών του. Επιθυμούμε να γίνει το Κόμμα ένα μαζικό κόμμα, αλλά όταν οι μάζες θα έχουν κατακτήσει το επίπεδο της ανάπτυξης της πρωτοπορίας, δηλαδή θα έχουν εκπαιδευτεί για τον κομμουνισμό. Όλες μας οι προσπάθειες τείνουν προς τα εκεί. Το Κόμμα είναι ένα ζωντανό παράδειγμα, τα στελέχη του πρέπει να δίνουν μαθήματα δραστηριότητας στη δουλειά τους και θυσίας και οφείλουν με τη δράση τους να οδηγήσουν τις μάζες στο τέρμα των επαναστατικών τους προσπαθειών. Γεγονός που απαιτεί χρόνια σκληρού αγώνα εναντίον των δυσχερειών της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, των ταξικών εχθρών, του σκυλολογιού του παρελθόντος και του ιμπεριαλισμού. Θα ήθελα τώρα να εξηγήσω το ρόλο που παίζει η προσωπικότητα, ο άνθρωπος, σαν ιθύνων νους των μαζών που κάνουν την ιστορία. Πρόκειται για την εμπειρία μας και όχι για καμιά συνταγή.
Ο Φιντέλ έδωσε την πνοή του στην Επανάσταση κατά τα πρώτα χρόνια και την κατηύθυνε πάντα, δίνοντάς της τον χαρακτήρα. Αλλά υπάρχει μια ομάδα επαναστατών που εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο του ανώτατου ιθύνοντος και μια μεγάλη μάζα που ακολουθεί τους ιθύνοντες γιατί αυτοί ήξεραν να ερμηνεύσουν τις προσδοκίες της.
Δεν πρόκειται για το ποσό των κιλών του κρέατος που τρως, ούτε για τις πόσες φορές θα πάει κανείς στην πλαζ, ούτε για τα εισαγόμενα προϊόντα πολυτελείας που μπορεί κάποιος να αγοράσει με τον σημερινό του μισθό. Σημασία έχει το πως θα νιώθει το άτομο πιο πλούσιο εσωτερικά και πιο υπεύθυνο. Ο άνθρωπος της χώρας μας γνωρίζει πως η ένδοξη εποχή που του έλαχε είναι μια εποχή θυσιών, και την ξέρει τη θυσία. Οι πρώτοι βαφτίστηκαν στην πείρα της στη Σιέρρα Μαέστρα, ύστερα τη γνωρίσαμε σ’ ολόκληρη τη Κούβα. Η Κούβα είναι η πρωτοπόρος της Λατινικής Αμερικής και επειδή έχει αυτή την πρωτοποριακή θέση και επειδή αντιπροσωπεύει την αληθινή λευτεριά για τις μάζες της Λατινικής Αμερικής, οφείλει να κάνει θυσίες. Στο εσωτερικό της χώρας οι ιθύνοντες πρέπει να εκπληρώνουν τον προορισμό τους των πρωτοπόρων, και πρέπει να το πούμε με κάθε ειλικρίνεια πως, σε μια αληθινή επανάσταση στην οποία προσφέρεις τα πάντα χωρίς καμιά υλική ανταπόδοση, το έργο του επαναστάτη είναι ταυτόχρονα υπέροχο και αγωνιώδες. Επιτρέψτε μου να το πω, με τον κίνδυνο να φανώ γελοίος, πως ο αληθινά αυθεντικός επαναστάτης καθοδηγείται από μεγάλα αισθήματα γενναιοφροσύνης και είναι αδύνατο να φανταστείς έναν αυθεντικό επαναστάτη χωρίς αυτή την ιδιότητα.
Ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγάλα δράματα του ιθύνοντος που πρέπει να συνδυάζει ένα παθιασμένο ταμπεραμέντο με μια ψυχρή εξυπνάδα (και να παίρνει οδυνηρές αποφάσεις χωρίς να συσπάται ένας μυς του προσώπου του). Οι επαναστάτες μας της πρωτοπορίας οφείλουν να εξιδανικεύσουν αυτή την αγάπη του λαού, να την κάνουν τον πιο ιερό τους σκοπό, μοναδικό και αδιαχώριστο. Δεν μπορούν να χρησιμοποιούν την ευαισθησία τους στο ίδιο επίπεδο με τους άλλους ανθρώπους.
Οι ιθύνοντες της επανάστασης έχουν παιδιά που στα πρώτα τους ψελλίσματα δεν μαθαίνουν το όνομά τους και γυναίκες που είναι κι αυτές επίσης ταγμένες στο θρίαμβο της Επανάστασης. Το περιβάλλον των φίλων ανταποκρίνεται ακριβώς σε κείνο των συντρόφων της Επανάστασης. Έξω απ’ αυτήν δεν υπάρχει ζωή, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες πρέπει να έχεις πολύ ανθρωπιά και μεγάλη συναίσθηση της δικαιοσύνης και της αλήθειας για να μην πέσεις σ’ έναν υπερβολικό δογματισμό, σ’ ένα ψυχρό σχολαστικισμό, και να μην απομονωθείς από τις μάζες.
Πρέπει να αγωνίζεσαι καθημερινά ώστε, αυτή η αγάπη για την ανθρωπότητα, να εκδηλώνεται θετικά και να χρησιμεύει σαν παράδειγμα και σαν κίνητρο.
Ο επαναστάτης – μέσα στο Κόμμα του – ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης, καταναλώνεται σ’ αυτή την αέναη προσπάθεια που δεν τελειώνει παρά με τον θάνατο, εφ’ όσον η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν ολοκληρωθεί σ’ όλο τον κόσμο.
Αν η επαναστατική του δραστηριότητα χαλαρώσει μια φορά τις προσπάθειες που απαιτούν ταχεία διεκπεραιώσει στην τελική κλιμάκωση και αν ξεχάσει τον προλεταριακό διεθνισμό, η Επανάσταση που διευθύνει παύει να είναι μια κινητήρια δύναμη και βουλιάζει σε μια άνετη αποχαύνωση, που εκμεταλλεύονται οι προαιώνιοι εχθροί μας, οι ιμπεριαλιστές, κερδίζοντας τότε έδαφος. Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον, αλλά είναι επίσης και μια επαναστατική αναγκαιότητα. Αυτό μαθαίνουμε στο λαό μας.
Είναι σίγουρο πως η παρούσα κατάσταση περικλείει κινδύνους. Όχι μόνο εκείνον του δογματισμού, όχι μόνο του να σκληρύνουν οι σχέσεις μας με τις μάζες κατά τη διάρκεια της μεγάλης προσπάθειας, αλλά και το να υποπέσουμε σε αδυναμίες. Ένας άνθρωπος που αφιερώνει τη ζωή του ολόκληρη στην Επανάσταση δεν μπορεί να απασχολείται με τη σκέψη για το τί λείπει στο παιδί του, για τα χαλασμένα του παπούτσια και για τα στοιχειώδη πράγματα που στερείται η οικογένειά του. Αν αφήσει τον εαυτό του να βασανίζεται απ’ αυτές τις σκέψεις δημιουργεί ένα έδαφος ευνοϊκό για την ανάπτυξη της φθοράς.
Υποστηρίξαμε πάντα, πως τα παιδιά μας πρέπει να έχουν τα ίδια πράγματα με τα άλλα παιδιά, αλλά και πως πρέπει να στερούνται επίσης αυτά που τα άλλα παιδιά στερούνται. Η οικογένειά μας πρέπει να το καταλάβει και ν’ αγωνιστεί γι’ αυτό. Η Επανάσταση γίνεται δια μέσου του ανθρώπου, αλλά πρέπει κι αυτός να σφυρηλατεί, μέρα με τη μέρα, το επαναστατικό του πνεύμα.
Έτσι προχωρούμε. Επί κεφαλής της μεγάλης πορείας – δεν ντρεπόμαστε να το πούμε- περπατάει ο Φιντέλ, πίσω του ακολουθούν τα καλύτερα στελέχη του Κόμματος και αμέσως μετά, τόσο κοντά που αισθάνεσαι την τεράστια δύναμή του, έρχεται το σύνολο του λαού που περπατάει σταθερά προς τον κοινό σκοπό. Αποτελείται από άτομα που απόκτησαν τη συνείδηση του τι πρέπει να πράξουν, από ανθρώπους που αγωνίζονται να βγουν από το βασίλειο της ανάγκης και να μπουν σε κείνο της λευτεριάς.
Αυτή η τεράστια μάζα, υπακούει, πειθαρχεί, ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη κατανοητή απ’ όλους, δεν είναι πια ένα πλήθος διασκορπισμένο, διαλυμένο στο κενό, μέσα στο οποίο προσπαθεί ο καθένας, με οποιοδήποτε μέσο, να βρει ένα στήριγμα για το αβέβαιο μέλλον, σε μια λυσσασμένη διαμάχη με τους όμοιούς του.
Ξέρουμε πως έχουμε να κάνουμε ακόμη θυσίες και πως πρέπει να πληρώσουμε για την ηρωική μας υπόσταση του πρωτοποριακού έθνους. Εμείς οι άλλοι, οι ιθύνοντες, πρέπει να πληρώσουμε, για να έχουμε το δικαίωμα να λέμε πως είμαστε οι πρωτοπόροι του λαού που βρίσκεται επικεφαλής της Λατινικής Αμερικής
Πληρώνουμε όλοι, κανονικά, το μερτικό μας στις θυσίες, έχοντας την επίγνωση πως θα ανταμειφθούμε με την ικανοποίηση πως εκπληρώσαμε το καθήκον μας και πως προχωρήσαμε όλοι μαζί προς τον καινούργιο άνθρωπο που εμφανίζεται στον ορίζοντα.
Επιτρέψτε μου κάποια συμπεράσματα.
Εμείς οι σοσιαλιστές, είμαστε πιο ελεύθεροι γιατί είμαστε πιο πλούσιοι και είμαστε πιο πλούσιοι γιατί είμαστε πιο ελεύθεροι.
Ο σκελετός της απόλυτης λευτεριάς μας είναι έτοιμος. Δεν του λείπει παρά η σάρκα και τα ενδύματά του, θα τα δημιουργήσουμε.
Η λευτεριά μας και το ψωμί μας έχουν το χρώμα του αίματος και είναι διογκωμένα από θυσίες.
Η θυσία μας, είναι ενσυνείδητη, αυτό είναι το τίμημα της λευτεριάς που οικοδομούμε.
Ο δρόμος είναι μακρύς και εν μέρει άγνωστος. Ξέρουμε το στόχο μας. Εμείς οι ίδιοι θα φτιάξουμε τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα.
Θα σφυρηλατηθούμε στην καθημερινή δράση δημιουργώντας τον καινούργιο άνθρωπο με μια νέα τεχνική.΄
Η προσωπικότητα παίζει το μεγάλο ρόλο της κινητήριας και κατευθυντήριας δύναμης από τη στιγμή που ενσαρκώνει τις πιο υψηλές αρετές και τις προσδοκίες του λαού ακολουθώντας σταθερά το δρόμο της.
Εκείνη που ανοίγει το δρόμο, είναι η ομάδα της πρωτοπορίας, οι καλύτεροι ανάμεσα στους καλούς, το Κόμμα.
Το βασικό υλικό του έργου μας είναι η Νεολαία. Σ’ αυτήν τοποθετούμε όλες μας τις ελπίδες και την ετοιμάζουμε για να πάρει τη σημαία από τα χέρια μας.
Αν αυτή η επιστολή φωτίζει κάτι, θα ‘χει εκτελέσει τον προορισμό της.
Δεχθείτε τον χαιρετισμό μου, ευλογημένο σαν χειραψία ή σαν ένα «Άβε Μαρία».
Η ΠΑΤΡΙΔΑ Ή Ο ΘΑΝΑΤΟΣ