Από την εφημερίδα "Αριστερά!" (φ.138 24/1/2004)
Ο Δημήτρης Γληνός γεννήθηκε το 1882 στη Σμύρνη, όπου μεγάλωσε με πολλές στερήσεις. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και κερδήθηκε από το ρεύμα του δημοτικισμού, αν και κατά τα «Ευαγγελικά είχε ταχθεί με την πλευρά του Μιστριώτη (κατά της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική). Το 1908 φεύγει για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία όπου συνδέεται με τον Γ. Σκληρό και επηρεάζεται από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα (1910) πρωταγωνιστεί στη δημιουργία του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μαζί με τους Μ. Τρανταφυλλίδη, Αλ. Δελμούζο. Τα επόμενα 15 χρόνια πρωτοστατεί στις προσπάθειες για καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στα σχολεία και για συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Αργότερα θα πει πως αυτή την περίοδο «κυλούσε την πέτρα του Σίσυφου» με την έννοια πως προσπαθούσε για μια λαϊκή παιδεία χωρίς μια λαϊκή εξουσία.
Με το λεγόμενο Εθνικό Διχασμό πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη όπου εισηγείται στην κυβέρνηση Βενιζέλου την υποχρεωτική εισαγωγή της δημοτικής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και την καθιέρωση του εξάχρονου δημοτικού σχολείου, και διορίζεται γ.γ. του υπουργείου παιδείας απ’ όπου παραιτείται με την επάνοδο της βασιλείας το 1920. Συγκεντρώνει τις προσπάθειές του στην επαναδραστηριοποίηση του Εκπαιδευτικού Ομίλου και το 1922 επανέρχεται στο υπουργείο Παιδείας όπου ετοιμάζει μια νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η δικτατορία του Πάγκαλου (1925) σταμάτησε κάθε προσπάθεια και ο Γληνός απολύθηκε από το Υπουργείο.
Ακολουθούν τα χρόνια της «πνευματικής χειρωναξίας», όπως τα αποκαλεί ο ίδιος, όπου δουλεύει εποχιακά σε ιδιωτικά σχολεία και στο Λεξικό και τις Εκδόσεις Ελευθερουδάκη. Είναι μια περίοδος εσωτερικών διεργασιών και ιδεολογικών αναζητήσεων.
Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και η αίγλη της Οχτωβριανής Επανάστασης οδηγούν σε μια ολοένα αυξανόμενη επιρροή των σοσιαλιστικών ιδεών στους κύκλους των διανοούμενων και αυτό έχει ως αποτέλεσμα και τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1927. Η μειοψηφία γύρω από τον Δελμούζο υποστήριζε την άποψη για ένα υπερταξικό, απολίτικο, εθνικό σχολείο, ενώ η πλειοψηφία υποστήριζε τη θέση του Γληνού πως «κάθε σημαντική κοινωνική μεταρρύθμιση, άρα και η εκπαιδευτική, γίνεται με μέσο την πάλη των κοινωνικών τάξεων. Ή ελληνική αστική τάξη, όπως έδειξε η ως τώρα πείρα του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ή καταπολεμεί άμεσα ή δεν επιδιώκει ειλικρινά μιαν ουσιαστική λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση».
Η στράτευση
Κερδίζεται ουσιαστικά από την κομμουνιστική ιδεολογία στις αρχές του ’30 και χωρίς να είναι ακόμα μέλος του κόμματος, έγραφε στο «Ριζοσπάστη» και στους «Νέους Πρωτοπόρους», ενώ πήρε μέρος στις αντιφασιστικές κινήσεις της εποχής. Το 1934 πήγαν με το Βάρναλη στη Σοβιετική Ένωση για το συνέδριο των Σοβιετικών συγγραφέων. Ενθουσιασμένος, δημοσίευσε το χρονικό του ταξιδιού του στην εφημερίδα «Νέος κόσμος» σε 84 συνέχειες. Το Γενάρη του 1936 εκλέχτηκε βουλευτής με το Παλλαϊκό Μέτωπο και λίγο μετά έγινε μέλος του ΚΚΕ. Άρχισε να οργανώνει ένα μαρξιστικό πανεπιστήμιο, το Λαϊκό Πανεπιστήμιο του «Ριζοσπάστη», σχέδιο που ματαιώθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά.
Αμέσως εξορίζεται στην Ανάφη μέχρι το Μάη του ’37, οπότε μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία. Εκεί ο δάσκαλος έγινε η ψυχή της φυλακής. Απλός, καταδεχτικός, αγαπητός σε όλους, πρόσφερε απλόχερα βοήθεια και συμπαράσταση σε ό,τι του ζητιόταν. Παρά την ηλικία του ήταν πρώτος στις αγγαρείες του στρατοπέδου. Από τις πρώτες μέρες έγινε μέλος του Γραφείου της Ομάδας Συμβίωσης και πέτυχε να αποδοθούν στους κρατούμενους τα βιβλία και τετράδια που τους είχαν κρατήσει, να παραχωρηθεί ένα προαύλιο για μελέτη και να δοθεί άδεια για διαλέξεις. Οργάνωσε τάξεις από το δημοτικό ως το γυμνάσιο όπου δίδασκαν κρατούμενοι εκπαιδευτικοί και φοιτητές. Όταν απαγορεύτηκαν οι διαλέξεις, έκανε παράνομα ομιλίες. Οργάνωνε την ψυχαγωγία και την πρωινή γυμναστική των κρατουμένων. Με το ήθος και τη στάση του κέρδισε τις καρδιές και την εμπιστοσύνη των συντρόφων του.
Το Δεκέμβρη του ’37 μεταφέρεται στη Σαντορίνη, όπου είναι ο μοναδικός εξόριστος και αφού του έχει απαγορευτεί η επαφή με τους κατοίκους του νησιού, ο «ερημίτης της Σαντορίνης» αξιοποιεί το χρόνο του για συγγραφική δραστηριότητα με σημαντικότερο έργο την «Τριλογία του Πολέμου». Το Φλεβάρη του ’39 μεταφέρθηκε στην Αθήνα για λόγους υγείας, ζώντας υπό αστυνομική επιτήρηση και σχετική απομόνωση.
Αμέσως μετά τη Γερμανική εισβολή ήρθε σε επαφή με μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ που δραπέτευσαν από τις εξορίες και άρχισαν να δουλεύουν για την ανασυγκρότηση του Κόμματος και τη δημιουργία εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου. Η σύλληψή του (Ιούνης ’41) καθυστέρησε τις προσπάθειες για τη δημιουργία του ΕΑΜ. Αφέθηκε ελεύθερος –για λόγους υγείας πάλι – στις αρχές του ’42. Τον Οχτώβρη του ’42 έγραψε τη διακήρυξη «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ» που έφερε πλατιές μάζες στο πλευρό της Εθνικής Αντίστασης. Το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου εκλέχτηκε στην ΚΕ και στο ΠΓ του κόμματος. Όταν αποφασίστηκε να εισηγηθεί τη συγκρότηση κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα και να πάρει μέρος σ’ αυτήν, θέλησε να χειρουργηθεί ώστε να μην έχει προβλήματα υγείας φεύγοντας για το βουνό. Πέθανε μετά την εγχείρηση στις 26 Δεκέμβρη 1943, σε μια κρίσιμη στιγμή για το λαϊκό κίνημα, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό.