10.3.08

Τσε Γκεβάρα: Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα

Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα [1]

Ακούμε συνήθως από το στόμα των πληρεξούσιων των καπιταλιστών αυτή την ιδεολογική μορφή ότι η περίοδος της οικοδόμησης του σοσιαλισμού που αναλάβαμε χαρακτηρίζεται από τη θυσία του ατόμου στο βωμό του Κράτους.

Δεν θα προσπαθήσω να ανασκευάσω αυτό το επιχείρημα βασιζόμενος μόνο σε θεωρίες, αλλά θα αποκαταστήσω τα γεγονότα όπως πράγματι συμβαίνουν στην Κούβα, προσθέτοντας συμπληρωματικές επεξηγήσεις.

Κατ’ αρχήν θα σκιαγραφήσω σε γενικές γραμμές την ιστορία του επαναστατικού μας κινήματος πριν και μετά την κατάκτηση της εξουσίας.

Την 26η Ιουλίου του 1953 ξέσπασαν οι επαναστατικοί αγώνες που τέλειωσαν με την Επανάσταση της 1ης του Γενάρη του 1959. Μια ομάδα αντάρτες οδηγούμενη από τον Φιντέλ Κάστρο επετέθη την αυτή εκείνης της μέρας στο στρατώνα της Μονκάντα στην ανατολική επαρχία. Η επίθεση στάθηκε μια αποτυχία. Η αποτυχία μεταβλήθηκε σε καταστροφή, οι επιζήσαντες ξαναβρέθηκαν στη φυλακή, αλλά μόλις αμνηστεύτηκαν ξανάρχισαν την επαναστατική δράση.

Στη διάρκεια αυτής της διεργασίας όπου ο σοσιαλισμός δεν βρισκόταν παρά εν δυνάμει, ο άνθρωπος ήταν ένας βασικός συντελεστής. Σ’ αυτόν, μοναδική ύπαρξη, μ’ ένα όνομα κι ένα επίθετο, στηριζόταν η εμπιστοσύνη και από την αγωνιστική του επιδεξιότητα εξαρτιόταν η επιτυχία ή η αποτυχία του αγώνα.

Έπειτα ήρθε η περίοδος του αντάρτικου. Αυτό αναπτύχθηκε σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, το λαό, μάζα ακόμα αποκοιμισμένη που έπρεπε να κινητοποιηθεί και την πρωτοπορία του, τους γκουεριλλιέρος, που εκπροσωπούσαν την επαναστατική συνείδηση και την ενθουσιώδη μαχητικότητα.

Αυτή η πρωτοπορία, στάθηκε ο μεσάζων καταλύτης που δημιούργησε τις αντικειμενικές αναγκαίες συνθήκες για τη νίκη. Και με την προϋπόθεση πως κάναμε δικά μας τα ιδανικά του προλεταριάτου, γινόταν κατά συνέπεια και μια επανάσταση στις συνήθειες και στο πνεύμα μας. Εξακολουθούσε λοιπόν το άτομο να είναι πάντα ένας βασικός συντελεστής.

Κάθε αγωνιστής της Σιέρρα Μαέστρα που είχε πάρει ένα ανώτερο βαθμό στις επαναστατικές δυνάμεις, είχε στο ενεργητικό του ένα μεγάλο αριθμό ανδραγαθημάτων.

Στη διάρκεια αυτής της πρώτης ηρωικής περιόδου συνέβαινε να τσακώνονται για το ποιός θα αναλάβει τις πιο υπεύθυνες και πιο επικίνδυνες αποστολές, χωρίς καμιά άλλη ικανοποίηση παρά την εκπλήρωση του καθήκοντος.

Στις εργασίες μας για την επαναστατική εκπαίδευση επανερχόμαστε συχνά σ’ αυτό το πολύ διδακτικό γεγονός. Η συμπεριφορά των συναγωνιστών μας έδειχνε ήδη τον μελλοντικό άνθρωπο. Η ολοκληρωτική προσφορά στον αγώνα επαναλήφτηκε σε πολλές περιπτώσεις στην ιστορία μας. Κατά την κρίση του Οκτώβρη και κατά το ξέσπασμα του κυκλώνα «Φλόρα» είδαμε πράξεις θαυμαστές, πράξεις θάρρους και θυσίας από έναν ολόκληρο λαό.

Μια από τις βασικές μας προσπάθειες, από ιδεολογική άποψη, είναι να βρούμε τον τρόπο που θα διαιωνίσει αυτή την ηρωική συμπεριφορά και στην καθημερινή ζωή.

Τον Γενάρη του 1959 συγκροτήθηκε η επαναστατική κυβέρνηση με τη συμμεροχή διαφόρων μελών της αντιδραστικής αστικής τάξης. Η παρουσία του αντάρτικου στρατού, δυναμικού παράγοντα, εγγυόταν για την εξουσία. Αλλά αμέσως ξεπήδησαν σοβαρές αντιθέσεις που ξεπεράστηκαν εν μέρει, όταν το Φλεβάρη του 1959 ανάλαβε τη διεύθυνση της κυβέρνησης ο Φιντέλ Κάστρο σαν πρωθυπουργός. Αυτά τα γεγονότα έμελλαν να καταλήξουν τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου στην παραίτηση του προέδρου Ουρούσια κάτω από την πίεση της μάζας. Έτσι θα εμφανιστεί καθαρά στην ιστορία ης Κουβανέζικης Επανάστασης συστηματικά η μάζα.

Μια σωστή ερμηνεία των επιθυμιών του λαού

Αυτή η ύπαρξη με τις πολυάριθμες μορφές δεν είναι , όπως ισχυρίζονται ένα σύνολο ομοιόμορφων στοιχείων, που δρουν σαν υπάκουο κοπάδι (ορισμένα καθεστώτα το μεταβάλλον σ’ αυτό). Είναι αλήθεια πως ακολουθεί χωρίς δισταγμό τους αρχηγούς του, κυρίως τον Φιντέλ Κάστρο. Αλλά ο βαθμός της εμπιστοσύνης που αυτός κέρδισε, ανταποκρίνεται ακριβώς, στη σωστή ερμηνεία των επιθυμιών και των προσδοκιών του λαού και στον ειλικρινή αγώνα που έδωσε για την πραγματοποίηση των υποσχόμενων.

Οι μάζες συμμετείχαν στην αγροτική μεταρρύθμιση και στην δύσκολη προσπάθεια της διοίκησης των κρατικών επιχειρήσεων. Έζησαν την πλούσια ηρωική πείρα του Πλάγια Γιρόν και σφυρηλατήθηκαν στις μάχες κατά των διαφόρων ένοπλων συμμοριών της CIA. Έζησαν ακόμη, μια από τις πλέον σημαντικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας, κατά την κρίση του Οκτώβρη και συνεχίζουν σήμερα να εργάζονται για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.΄

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε κανείς να πιστέψει αυτούς που μιλούν για την υποδούλωση του ατόμου στο Κράτος. Οι μάζες εκτελούν μ’ έναν ενθουσιασμό και ασύγκριτη πειθαρχία, τις προσπάθειες που καθορίζει η κυβέρνηση είτε για οικονομικές εντολές πρόκειται ή μορφωτικές αμυντικές, αθλητικές κλπ. Η πρωτοβουλία προέρχεται γενικά από τον Φιντέλ και από την Ανώτατη διοίκηση της Επανάστασης που ο λαός την κάνει δική του αφού του την εξηγήσουν. Κατά καιρούς γίνονται τοπικά πειράματα από το Κόμμα και την Κυβέρνηση για να γενικευτούν μετά, με την ίδια διαδικασία.

Παρ’ όλα αυτά το Κράτος κάποτε γελιέται. Όταν σφάλει κάπου, παρατηρείται αμέσως η έλλειψη ενθουσιασμού των μαζών, με την πτώση της δραστηριότητα του καθενός και η εργασία παραλύει ως που μειώνεται στο ελάχιστο. Εκείνη τη στιγμή η μέθοδος αλλάζει. Αυτό ακριβώς συνέβη το Μάρτη του 1962 με την αιρετική (σεχταριστική) πολιτική που επέβαλε ο Άνιμπαλ Εσκαλάντε.

Η διαλεκτική ενότητα μεταξύ Φιντέλ και μαζών

Είναι φανερό πως αυτός ο μηχανισμός δεν αρκεί για να εδραιωθούν αποτελεσματικές αποφάσεις και ότι λείπει ένας πιο στέρεος σύνδεσμος με τις μάζες.

Οφείλουμε να τον τελειοποιήσουμε στα προσεχή χρόνια, αλλά για τις πρωτοβουλίες που έρχονται από τα ανώτερα στρώματα της κυβέρνησης, χρησιμοποιούμε, για την ώρα, τη μέθοδο σχεδόν της διαίσθησης, που συνίσταται στο να ακροώμεθα τις γενικές αντιδράσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονται. Ο Φιντέλ είναι ένας μετρ του είδους και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ο ιδιαίτερος τρόπος που ταυτίζεται με το λαό παρά μόνο βλέποντάς τον στην πράξη. Στις μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις παρατηρείται ένα φαινόμενο ανάλογο με την αντήχηση δύο διαπασών. Ο Φιντέλ και ο λαός αρχίζουν να πάλλονται σ’ ένα διάλογο μιας ανιούσας έντασης, ώσπου φτάνουν στο απόγειο με την τελική κραυγή για τον αγώνα και τη νίκη μας. Αυτό που είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος που δεν ζει την εμπειρία της Επανάστασης, είναι αυτή η στενή διαλεκτική που υφίσταται, ανάμεσα σε κάθε άτομο και τη μάζα, είναι η αμοιβαία επιρροή μεταξύ της μάζας και των ιθυνόντων της.

Στην καπιταλιστική κοινωνία μπορούν να παρατηρηθούν μερικά φαινόμενα τέτοιου τύπου, όταν εμφανιστούν πολιτικοί άντρες ικανοί να προκαλέσουν το λαϊκό ξεσηκωμό. Αλλά τότε δεν πρόκειται για ένα αυθεντικό κοινωνικό κίνημα και το κίνημα δεν θα διαρκέσει παρά το διάστημα που θα ζήσει αυτός που δίνει την παρόρμηση, ή ως το τέλος των λαϊκών ψευδαισθήσεων, που υποβάλλονται από την καπιταλιστική κοινωνία. Σ’ αυτήν, ο άνθρωπος κατευθύνεται από ένα σκληρό νόμο, που συνήθως, δεν έχει καμιά σχέση με την κατανόηση. Το αλλοτριωμένο άτομο είναι δεμένο με το κοινωνικό σύνολο από έναν αόρατο ομφάλιο λώρο: τον νόμο των αξιών. Αυτός επιδρά σε όλες τις μορφές της ζωής του και ρυθμίζει το πεπρωμένο του.

Οι αόρατοι νόμοι του καπιταλισμού

Οι τυφλοί νόμοι του καπιταλισμού, αόρατοι για τους περισσότερους ανθρώπους, επιδρούν πάνω στο άτομο χωρίς αυτό να το αντιλαμβάνεται. Δεν βλέπει παρά έναν απέραντο ορίζονται που του φαίνεται ατέλειωτος. Έτσι προσπαθεί να παρουσιάσει η καπιταλιστική προπαγάνδα την περίπτωση Ροκφέλλερ –αληθινή ή όχι- σαν ένα δίδαγμα στις δυνατότητες της επιτυχίας. Την αθλιότητα που πρέπει να συσσωρεύσεις για να προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα και το μέγεθος της φαυλότητας που προϋποθέτει μια περιουσία τόσο τεράστια, αυτά δεν εμφανίζονται στον πίνακα και δεν είναι πάντα εύκολο για τις λαϊκές δυνάμεις να διακρίνουν καθαρά τα φαινόμενα. (Θα έπρεπε σ’ αυτό το σημείο να μελετηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι εργάτες χάνουν στις ιμπεριαλιστικές χώρες τη διεθνιστική του συνείδηση, κάτω από την επιρροή ενός είδους συνενοχής στην εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών και πως, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, η μαχητικότητά τους εξασθενεί μέσα στην ίδια τους τη χώρα, αν και αυτό βγαίνει από το κείμενό μας).

Πάντως σε μια τέτοια κοινωνία η διαδρομή είναι γεμάτη εμπόδια και, προφανώς, μόνο ένα άτομο που διαθέτει ορισμένες ικανότητες μπορεί να τα υπερπηδήσει και να φτάσει στο τέρμα. Οραματίζονται τη μακρινή ανταμοιβή αλλά ο δρόμος είναι μοναχικός. Επί πλέον ισχύει ο νόμος της ζούγκλας: μόνο η αποτυχία των άλλων επιτρέπει την επιτυχία.

Θα προσπαθήσω τώρα να προσδιορίσω το άτομο, πρωταγωνιστή αυτού του παράξενου και παθιασμένου δράματος, που είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, στη διπλή του υπόσταση σα μοναδικής ύπαρξης και σαν μέλους της κοινότητας.

Νομίζω πως το απλούστερο είναι να του αναγνωρίζουμε την ιδιότητα του ημιτελούς όντος. Τα ελαττώματα της παλιάς κοινωνίας παραμένουν στην ατομική συνείδηση και πρέπει να γίνεται μια ακατάπαυστη προσπάθεια για να εξαφανιστούν. Η διεργασία είναι διπλή: από τη μία πλευρά είναι η κοινωνία που επιδρά με την άμεσα και έμμεση διαπαιδαγώγησή της και από την άλλη είναι το ίδιο το άτομο που υποβάλλεται σε μια ενσυνείδητη αυτο-διαπαιδαγώγηση.

Να καταπολεμηθεί σκληρά το παρελθόν

Η διαμορφωμένη νέα κοινωνία οφείλει να καταπολεμήσει πολύ σκληρά το παρελθόν που αντανακλάται όχι μόνο στην ατομική συνείδηση όπου βαραίνουν τα κατάλοιπα μια αγωγής συστηματικά προσανατολισμένης προς την απομόνωση του ατόμου, αλλά και στον ίδιο τον χαρακτήρα αυτής της μεταβατικής περιόδου όπου υπερισχύουν οι εμπορικές σχέσεις. Το εμπόρευμα είναι ο οικονομικός πυρήνας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όσο θα υπάρχει οι συνέπειές της θα γίνονται αισθητές στην οργάνωση της παραγωγής και κατά συνέπεια στη συνείδηση.

Σύμφωνα με τις απόψεις του Μαρξ, η μεταβατική περίοδος θα είχε σαν αποτέλεσμα τον εκρηκτικό μετασχηματισμό του καπιταλιστικού συστήματος τσακισμένου από τις αντιθέσεις του. Αργότερα, είδαν στην πραγματικότητα πως αποχωρίζονται από το ιμπεριαλιστικό δέντρο μερικές χώρες που αποτελούν τους αδύνατους κλάδους, που είχε προβλέψει ο Λένιν.

Σ’ αυτές τις χώρες ο καπιταλισμός είναι επαρκώς ανεπτυγμένος για να γίνει αρκετά αισθητός κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το λαό, αλλά η έκρηξη του συστήματος δεν προέρχεται από τις δικές του αντιθέσεις στο κάτω κάτω της γραφής. Ο απελευθερωτικός αγώνας κατά του ξένου καταπιεστή, η αθλιότητα που προκαλούν εξωτερικά συμβάντα, σαν τον πόλεμο, που έχει σαν συνέπεια να κάνει ακόμη βαρύτερη την πίεση των προνομιούχων τάξεων πάνω στους εκμεταλλευόμενους, τα απελευθερωτικά κινήματα τα προοριζόμενα για την ανατροπή των νεο-αποικιοκρατικών καθεστώτων, αυτοί είναι οι συντελεστές που ξεσπούν συνήθως σε επαναστατικά κινήματα. Η συνειδητή δράση κάνει τα υπόλοιπα.

Σ’ αυτές τις χώρες δεν υπάρχει ακόμη μια πλήρης αγωγή προσανατολισμένη στην κοινωνική εργασία και το φαινόμενο της ιδιοκτησίας δεν διανοείται πως θα τεθούν τα πλούτη στη διάθεση του συνόλου.

Το γεγονός της υποανάπτυξης από το ένα μέρος και η συνηθισμένη εξαγωγή των κεφαλαίων στις «πολιτισμένες» χώρες από την άλλη, κάνουν αδύνατη μια γρήγορη και χωρίς θυσίες αλλαγή. Έχουμε ακόμη να περάσουμε πολλά πριν να φτάσουμε σ’ ένα επαρκές επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και ο πειρασμός να περπατάμε σε χτισμένους δρόμους και να χρησιμοποιούμε τα υλικά μέσα σαν μοχλό μιας γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης είναι πολύ μεγάλος.

Διατρέχουμε λοιπόν τον κίνδυνο να κρύψουν τα δέντρα το δάσος: ακολουθώντας τη χίμαιρα να πραγματοποιήσουμε το σοσιαλισμό με τη βοήθεια σάπιων όπλων, κληρονομημένων από τον καπιταλισμό, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε αδιέξοδο. Και στην πραγματικότητα, καταλήγεις, αφού έχεις διατρέξει μια μεγάλη απόσταση, που κατά τη διάρκειά της, οι δρόμοι διασταυρώνονται πράγμα που σε δυσκολεύει να ξέρεις δε ποια στιγμή γελάστηκες ως προς την κατεύθυνση. Κατά το διάστημα αυτό η οικονομική βάση που είχε υιοθετηθεί έχει υπονομεύσει την ανάπτυξη της συνείδησης. Για να οικοδομήσεις τον κομμουνισμό πρέπει να αλλάξεις τον άνθρωπο ταυτόχρονα με την οικονομική βάση.

Γι’ αυτό κι έχει μεγάλη σημασία η σωστή εκλογή του οργάνου της κινητοποίησης της μάζας. Βασικά αυτό το όργανο πρέπει να είναι ηθικής τάξης, χωρίς να παραγνωρίζουμε και μια σωστή χρησιμοποίηση τονωτικού υλικού, κυρίως κοινωνικής φύσης.

Η κοινωνία πρέπει να είναι ένα γιγαντιαίο σχολείο

Όπως το έχω ήδη πει στις στιγμές του μεγάλου κινδύνου, είναι εύκολο να δραστηριοποιήσεις τα ηθικά κίνητρα. Αλλά για να διατηρηθούν ακμαία, πρέπει να αναπτύξεις στις συνειδήσεις καινούργιες αξίες. Η κοινωνία πρέπει να γίνει στο σύνολό της ένα γιγαντιαίο σχολείο. Οι μεγάλες γραμμές αυτού του φαινομένου μοιάζουν με κείνες της διαμόρφωσης της καπιταλιστικής συνείδησης, κατά την πρώτη της περίοδο. Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τη δύναμη, αλλά διδάσκει επί πλέον την ιδεολογία της άρχουσας τάξης. Η άμεση προπαγάνδα γίνεται από κείνους που έχουν αναλάβει να εξηγήσουν το αναπόδραστο ενός ταξικού καθεστώτος, είτε θεϊκής προέλευσης είναι είτε επιβεβλημένο από τη φύση κατά μηχανικό τρόπο. Αυτό αφοπλίζει τις μάζες που νοιώθουν καταπιεζόμενες από ένα κακό εναντίον του οποίου είναι αδύνατον να αντιδράσουν.

Για ορισμένους, το σύστημα της κάστας διατηρεί την αξία του: η αμοιβή για εκείνους που υπακούουν είναι η μετά θάνατον μετάβαση σ’ άλλους θαυμαστούς κόσμους, όπου οι καλοί αμείβονται, και η παλιά παράδοση συνεχίζεται. Για άλλους υπάρχει ένας νεωτερισμός: ο διαχωρισμός των τάξεων είναι μοιραίος, αλλά τα άτομα μπορούν να βγουν από την τάξη που ανήκουν με την εργασία, την πρωτοβουλία κλπ. Αυτή η αυτο-διαπαιδαγώγηση με την προοπτική της επιτυχίας είναι βαθιά υποκριτική: εκθειάζουν υστερόβουλα αυτό το ψέμα, πως τάχα η ατομική επιτυχία είναι εύκολη για τον καθένα.

Για μας η άμεση αγωγή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η εξήγηση είναι πειστική γιατί είναι αληθινή, δεν έχει ανάγκη από υπεκφυγές. Εξασκείται από το εκπαιδευτικό όργανο του Κράτους, με τη λειτουργία της γενικής, τεχνικής και ιδεολογικής κουλτούρας, δια μέσου οργανισμών σαν το Υπουργείο Παιδείας, και το όργανο προπαγάνδας του Κόμματος. Η αγωγή ριζώνεται στις μάζες κι αυτή η νέα μελετημένη συμπεριφορά τείνει να γίνει μια συνήθεια. Η μάζα την κάνει δική της και ασκεί πίεση σε κείνους που δεν έχουν ακόμη ανάλογα εκπαιδευτεί. Αυτός είναι ο έμμεσος τρόπος να διαπαιδαγωγήσεις τις μάζες, εξ ίσου ισχυρός με τον άλλο.

Η αυτο-διαπαιδαγώγηση του ατόμου

Αλλά αυτή η αγωγή είναι συνειδητή. Το άτομο δέχεται συνεχώς την επιρροή της νέας σοσιαλιστικής εξουσίας και αντιλαμβάνεται πως δεν είναι απόλυτα προσαρμοσμένο. Δια της έμμεσης αγωγής προσπαθεί να προσαρμοστεί με μια κατάσταση που θεωρεί δίκαιη, πράγμα που δεν είχε κατορθώσει να κάνει μέχρι τότε, εξ αιτίας της ανεπάρκειας της προσωπικής του ανάπτυξης. Διαπαιδαγωγείται μόνο του.

Σ’ αυτή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορούμε να παραβρεθούμε στη γέννηση του νέου ανθρώπου. Η εικόνα του δεν είναι ακόμη απόλυτα συγκεκριμένη και δεν θα μπορέσει να είναι δεδομένου ότι αυτή η εξέλιξη είναι παράλληλη με την ανάπτυξη της νέας οικονομικής δομής. Εκτός από κείνους που η ανεπαρκής αγωγή τους τούς ωθεί προς ένα μοναχικό δρόμο, προς την εγωιστική ικανοποίηση των φιλοδοξιών τους, υπάρχουν και εκείνοι που, ακόμα και στο εσωτερικό πλαίσιο της μαζικής εξέλιξης, τείνουν να προχωρήσουν απομονωμένοι από τη μάζα που συνοδεύουν.

Το σημαντικό είναι πως οι άνθρωποι κατακτούν καθημερινά μια μεγαλύτερη συνείδηση της ανάγκης της ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία και συγχρόνως της σημασίας τους σαν κινητήριες δυνάμεις της. Δεν προχωρούν πια απόλυτα μόνοι, από περίπλοκους δρόμους προς τα μακρινά τους όνειρα. Ακολουθούν την πρωτοπορία τους που την εκπροσωπεί το Κόμμα, τους εργάτες της πρωτοπορίας, άντρες πρωτοπόρους που προχωρούν ενωμένοι με τις μάζες και σε στενή επαφή μαζί τους.

Οι πρωτοπόροι έχουν καρφωμένα τα βλέμματα στο μέλλον και στην επιβράβευσή τους, μόνο που δεν την βλέπουν σα μια ατομική υπόθεση. Η ανταμοιβή γι’ αυτούς είναι η καινούργια κοινωνία όπου οι άνθρωποι θα είναι διαφορετικοί, η κοινωνία του κομμουνιστή ανθρώπου.

Ένας μακρύς δρόμος γεμάτος δυσκολίες

Ο δρόμος είναι μακρύς και γεμάτος δυσκολίες. Μερικές φορές όταν πάρουμε ένα αδιέξοδο πρέπει να ξαναγυρίσουμε, άλλοτε προχωρούμε πολύ γρήγορα και χωριζόμαστε από τις μάζες. Σε μερικές περιπτώσεις πάλι πάμε πολύ σιγά κι αισθανόμαστε πολύ κοντά μας την ανάσα εκείνων που αγκομαχούν. Σαν φιλόδοξοι επαναστάτες, προσπαθούμε να προχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε ανοίγοντας το δρόμο, αλλά ξέρουμε πως από τη μάζα αντλούμε την υπόστασή μας και ότι αυτή δεν θα μπορέσει να προχωρήσει γρηγορότερα παρά αν την ενθαρρύνουμε με το παράδειγμά μας.

Παρά τη σημασία που δόθηκε στα ηθικά κίνητρα, το γεγονός ότι υπάρχει μια διαίρεση σε δύο κύριες ομάδες (εξαιρουμένων βέβαια εκείνων που για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν συμμετέχουν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού) δείχνει τη σχετική ανεπάρκεια της ανάπτυξης της κοινωνικής συνείδησης.

Η ομάδα της πρωτοπορίας είναι πιο προχωρημένη ιδεολογικά από τη μάζα, που γνωρίζει τις καινούριες αξίες, αλλά ανεπαρκώς. Ενώ, λοιπόν στους πρώτους δημιουργείται μια ποιοτική αλλαγή που τους επιτρέπει να θυσιαστούν, υπό την ιδιότητά τους σαν πρωτοπόρων, οι δεύτεροι είναι λιγότερο ενσυνείδητοι και πρέπει να πιεστούν κάπως έντονα. Είναι η δικτατορία του προλεταριάτου που εξασκείται όχι μονάχα στην ηττημένη τάξη αλλά και στη νικήτρια τάξη. Αυτό που επιβάλει, για να είναι η επιτυχία καθολική, την ανάγκη μιας σειράς μηχανισμών: τα επαναστατικά θεμέλια – αρμονικό σύνολο αγωγών, βαθμίδων και λαδωμένων γραναζιών – που θα επιτρέπουν τη φυσική επιλογή εκείνων που είναι προορισμένοι να προχωρήσουν στην πρωτοπορία και την επαναφορά των επιβραβεύσεων και των τιμωριών κατά που αξίζει στον καθένα.

Μια τέλεια ταύτιση της κυβέρνησης και της κοινότητας

Δεν πετύχαμε ακόμη να οργανώσουμε τα θεμέλια της Επανάστασης. Αναζητούμε κάτι το καινούριο που θα επιτρέψει μια τέλεια ταύτιση της κυβέρνησης και του συνόλου της κοινότητας (θεμέλια προσαρμοσμένα στις ιδιάζουσες συνθήκες της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και όσο το δυνατόν απομακρυσμένα από κοινούς τόπους της αστικής δημοκρατίας). Κάναμε κάποιες προσπάθειες με το σκοπό να δημιουργήσουμε προοδευτικά τις βάσεις της Επανάστασης, αλλά χωρίς βιασύνη. Αυτό που μας αναχαίτισε ήταν ο φόβος μήπως μια τυποποίηση των σχέσεων γίνει αφορμή να απομακρυνθούμε από τις μάζες και το άτομο και κυρίως μη μας κάνει να χάσουμε από τα μάτια μας την τελευταία και την πιο σημαντική επαναστατική φιλοδοξία που είναι να δούμε τον άνθρωπο ελευθερωμένο από την αλλοτρίωσή του. Παρ’ όλη την έλλειψη βάσεων που πρέπει να υπερπηδήσουμε βαθμηδόν, οι μάζες κάνουν τώρα την ιστορία σαν ένα συνειδητό σύνολο ατόμων που αγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό.

Στο σοσιαλιστικό καθεστώς, παρά τη φαινομενική του ομοιομορφία, ο άνθρωπος είναι πιο πλήρης. Παρ’ όλη την απουσία ενός μηχανισμού απόλυτα προσαρμοσμένου, η δυνατότητά του να εκφράζεται και να βαραίνει στο σοσιαλιστικό όργανο είναι πολύ μεγαλύτερη.

Είναι ακόμη αναγκαίο να τονίσουμε τη συνειδητή συμμετοχή του, ατομική και συλλογική, σ’ όλους τους μηχανισμούς διεύθυνσης και παραγωγής και να τη συνδέσουμε με την τεχνική και ιδεολογική του εκπαίδευση, ώστε να νιώσει πόσο αυτά τα προτσές είναι αλληλοεξαρτώμενα με παράλληλη πρόοδο. Μια κι έσπασαν λοιπόν οι αλυσίδες της αλλοτρίωσης, θα αποκτήσει καθολική συνείδηση της ύπαρξής του και την ολοκλήρωσή του σαν ανθρώπινο ον.

Αυτό θα γίνει συγκεκριμένα αντιληπτό με την επανακατάκτηση της καθαρής του προσωπικότητας μέσα από την απελευθερωμένη εργασία και με την έκφραση και την ανθρώπινης του υπόστασης μέσα από την καλλιέργεια και την τέχνη.

Η εργασία πρέπει να αποκτήσει έναν καινούριο χαρακτήρα

Για να ξανακατακτήσει ο άνθρωπος την υπόστασή του, πρέπει να πάψει να υπάρχει ο άνθρωπος εμπόρευμα και να του χορηγήσει η κοινωνία ένα μέρισμα σε αντάλλαγμα της εκτέλεσης του κοινωνικού του καθήκοντος. Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην κοινωνία και η μηχανή είναι σαν το οχυρό όπου εκτελείται το καθήκον. Ο άνθρωπος αρχίζει να λευτερώνει τη σκέψη του από το άγχος με την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του από την εργασία. Αρχίζει να αναγνωρίζεται μέσα στο έργο του και να καταλαβαίνει το ανθρώπινο μεγαλείο του μέσα από το αντικείμενο που δημιουργεί και την πραγματοποιιούμενη εργασία. Η εργασία του δεν προϋποθέτει πια την εγκατάλειψη ενός μέρους της ύπαρξής του στη μορφή μιας πουλημένης δύναμης, που δεν του ανήκει, αλλά εκφράζει μια δική του εκδήλωση, μια προσφορά στην κοινή ζωή, την εκπλήρωση του κοινωνικού του καθήκοντος.

Κάνουμε όλοι ότι μας είναι δυνατόν για να δώσουμε στην εργασία αυτή την καινούρια διάσταση του κοινωνικού καθήκοντος και για να τη συνδέσουμε από τη μια με την τεχνολογική ανάπτυξη και από την άλλη, με την εθελοντική εργασία. Αυτοί οι δυο συντελεστές απαντούν στη μαρξιστική εκτίμηση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν κατακτά πραγματικά την πλήρη ανθρώπινή του υπόσταση παρά μόνο όταν παράγει χωρίς τον καταναγκασμό της φυσικής ανάγκης να πουληθεί σαν εμπόρευμα.

Φυσικά υπάρχουν και τώρα καταναγκαστικές μορφές στην εργασία ακόμα κι όταν είναι εθελοντική. Ο άνθρωπος δεν πέτυχε ακόμη να κάνει την εργασία που του ταιριάζει μια αυτόματη λειτουργία κοινωνικής φύσης και παράγει ακόμα, πολύ συχνά, κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος (είναι αυτό που ονομάζει ο Φιντέλ ηθικό καταναγκασμό). Δεν μπορεί να χαρεί απόλυτα το έργο του μέσα στα πλαίσια των νέων συνθηκών χωρίς την πίεση του κοινωνικού περίγυρου. Αυτό δεν θα μπορέσει να το κάνει παρά μέσα στον κομμουνισμό.

Η αλλαγή δεν δημιουργείται αυτόματα στη συνείδηση, όπως ούτε και στην οικονομία. Οι διακυμάνσεις είναι αργές και ακανόνιστες, και υπάρχουν περίοδοι έντασης, διακοπής, ακόμα και οπισθοχώρησης.

Η πρώτη μεταβατική περίοδος προς τον κομμουνισμό

Όπως το σημειώσαμε ήδη, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο καθαρά μεταβατική όπως εκείνη που περιγράφει ο Μαρξ στο «Κριτική του προγράμματος του Γκότα και της Ερφούρτης», αλλά μπροστά σε μια καινούρια φάση, που εκείνος δεν πρόβλεψε: την πρώτη περίοδο μετάβασης προς τον κομμουνισμό, ή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Αυτή κυλά μέσα σε άγριους αγώνες των τάξεων και των στοιχείων του καπιταλισμού που συνεχίζουν να σκιάζουν την πραγματικότητά της.

Αν προσθέσουμε σ’ αυτά τον σχολαστικισμό που ανέκοψε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη αυτής της περιόδου της οποίας δεν μελετήθηκαν τα οικονομικά κίνητρα, πρέπει να συμπεράνουμε πως είμαστε ακόμα στην κούνια και ότι πρέπει να ξαναρχίσουμε την έρευνα όλων των πρωταρχικών χαρακτηριστικών αυτής της περιόδου, πριν να επεξεργαστούμε μια οικονομική και πολιτική θεωρία μεγαλύτερης προοπτικής.

Αυτή η θεωρία θα δώσει μια καθολική υπεροχή στους δυο στύλους της οικοδόμησης του σοσιαλισμού: τη διαμόρφωση του καινούριου ανθρώπου και την ανάπτυξη της τεχνικής.

Σ’ αυτές τις δύο περιοχές μας μένουν ακόμη να κάνουμε πολλά, αλλά η καθυστέρηση αυτής της θεμελιώδους βάσης που είναι η τεχνική, είναι λίγο πιο δικαιολογημένη, δεδομένου ότι εμείς δεν πρόκειται να προχωρήσουμε στα τυφλά, αλλά να ακολουθήσουμε την κατάλληλη στιγμή το δρόμο που έχουν χαράξει οι πλέον προχωρημένες χώρες του κόσμου. Γι’ αυτό ο Φιντέλ επιμένει τόσο στην ανάγκη της τεχνικής και επιστημονικής επιμόρφωσης της χώρας μας κι ακόμη περισσότερο για την πρωτοπορία της.

Υλική και ηθική αναγκαιότητα

Μέσα στην περιοχή των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, είναι πιο εύκολο να διακρίνουμε την υλική αναγκαιότητα από την ηθική αναγκαιότητα. Από πολύ παλιά ο άνθρωπος προσπαθεί να ελευθερωθεί από την αλλοτρίωση με την κουλτούρα και την τέχνη. Πεθαίνει καθημερινά επί οκτώ ώρες παίζοντας το ρόλο του εμπορεύματος για να αναστηθεί μετά την καλλιτεχνική δημιουργία. Αλλά αυτό το φάρμακο φέρει το σπέρμα αυτής καθαυτής της αρρώστιας: εκείνος που ζητά την ενότητα με τη φύση είναι μια μοναχική ύπαρξη. Υπερασπίζεται την ατομικότητά του από το περιβάλλον και αντιδρά μπροστά στις αισθητικές ιδέες σαν ένα μοναδικό ον, που ο πόθος του είναι να μείνει άσπιλος. Δεν πρόκειται παρά για μια απόπειρα φυγής.

Ο νόμος της αξίας δεν είναι πια η απλή αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής. Οι καπιταλιστές μονοπωλητές την περικλείουν σε μια περίπλοκη κενολογία, καθιστώντας την μια υπάκουη υπηρέτρια, ακόμα κι όταν οι χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι καθαρά εμπειρικές.

Ο υπεροργανισμός επιβάλλει έναν τύπο τέχνης που απαιτεί μια εργασία καλλιτεχνών πολύ προχωρημένης παιδείας. Οι αντιδραστικοί κυριαρχούνται από την τεχνική και μόνο τα εξαιρετικά ταλέντα μπορούν να δημιουργήσουν προσωπικό έργο. Οι άλλοι καταντούν θλιβεροί μισθωτοί ή αποτυγχάνουν. Επικαλούνται την καλλιτεχνική αναζήτηση που την θεωρούν σαν την έκφραση της ελευθερίας, αλλά αυτή η «αναζήτηση» έχει τα όριά της, αδιόρατα, μέχρι που να τσακιστεί απάνω τους, ως τη στιγμή δηλαδή, που τίθεται το πραγματικό πρόβλημα του ανθρώπου και της αλλοτρίωσής του. Το αδικαιολόγητο άγχος και η χοντροκομμένη ψυχαγωγία αποτελούν τις βολικές δικλείδες για την ανθρώπινη ανησυχία. Όποιος σεβαστεί τους κανόνες του παιχνιδιού απολαμβάνει όλες τις τιμές, όμοιες με κείνες που θα μπορούσε να επιτύχει ένας πίθηκος που θα επινοούσε τις πιρουέτες. Ο μόνος όρος είναι να μην προσπαθήσεις να ξεφύγεις από το αόρατο κλουβί.

Μια νέα τάση καλλιτεχνικής αναζήτησης

Όταν η Επανάσταση πήρε την εξουσία οι τελείως εξημερωμένοι πήραν το δρόμο της εξορίας. Οι άλλοι, οι επαναστάτες και μη οραματίστηκαν ένα καινούριο δρόμο. Η αναζήτηση δέχτηκε κι αυτή μια νέα εκτίναξη. Πάντως οι δρόμοι ήταν, λίγο πολύ, χαραγμένοι και η ιδέα της φυγής κρύφτηκε κάτω από τη λέξη «λευτεριά». Οι επαναστάτες κράτησαν συχνά αυτή τη στάση, κατάλοιπο του αστικού ιδεαλισμού στις συνειδήσεις τους.

Στις χώρες που πέρασαν από μια παρόμοια εξέλιξη επιχείρησαν να καταπολεμήσουν αυτές τις τάσεις με έναν υπερβολικό δογματισμό. Η γενική εκπαίδευση μεταβλήθηκε σχεδόν σε ένα ταμπού και ανακήρυξαν σαν το ύψιστο σημείο εκπαιδευτική φιλοδοξίας μια τυπικά πιστή εικόνα της φύσης, που μεταβάλλεται εν συνεχεία σε μια μηχανική εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας όπως ήθελαν να τη βλέπουν, μιας σχεδόν ιδανικής κοινωνίας χωρίς συγκρούσεις ούτε αντιθέσεις που επιθυμούσαν να πραγματοποιήσουν.

Ο σοσιαλισμός είναι νέος και έχει τα ελαττώματά του. Εμάς, των επαναστατών, μας λείπουν συχνά οι αναγκαίες γνώσεις και το πνευματικό θάρρος για να αντιμετωπίσουμε την προσπάθεια να αναπτύξουμε τον καινούριο άνθρωπο, με διαφορετικές μέθοδες απ’ αυτές, τις πολύ συμβατικές που είναι σημαδεμένες από τη σφραγίδα της κοινωνίας που τις δημιούργησε (για μια ακόμη φορά εμφανίζεται το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα μορφής και περιεχομένου). Βρισκόμαστε σε μεγάλη αναστάτωση και μας απορροφούν τα υλικά προβλήματα. Δεν υπάρχουν μεγάλοι καλλιτέχνες που να εξασκούν ταυτόχρονα μεγάλη επαναστατική επιρροή. Οι άνθρωποι του Κόμματος πρέπει να αναλάβουν αυτή την προσπάθεια και να ψάξουν να βρουν τον αντικειμενικό στόχο: πως θα καλλιεργηθεί ο λαός.

Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός θεμελιώθηκε στην τέχνη του περασμένου αιώνα

Ζητούν λοιπόν την απλοποίηση, ώστε να φτάσουν στο επίπεδο εκείνου που όλος ο κόσμος θα καταλαβαίνει, εκείνου δηλαδή που καταλαβαίνουν οι υπάλληλοι. Καταργούν την αυθεντική καλλιτεχνική αναζήτηση και το πρόβλημα της γενικής κουλτούρας περιορίζεται στον σφετερισμό του σοσιαλιστικού παρόντος και του νεκρού παρελθόντος (ακίνδυνου κατά συνέπεια). Έτσι γεννιέται ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός πάνω στις βάσεις του περασμένου αιώνα.

Αλλά η ρεαλιστική τέχνη του ΧΙΧου αιώνα είναι μια ταξική τέχνη κι αυτή ίσως πιο καπιταλιστική από την παρακμιακή του ΧΧου αιώνα, όπου διαφαίνεται η αγωνία του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στην περιοχή της κουλτούρας ο καπιταλισμός έδωσε όλο του τον εαυτό και δε μένει πια παρά ένα δυσώδες πτώμα που εκδηλώνεται στην τέχνη με τη σημερινή της παρακμή. Αλλά γιατί να φιλοδοξούμε να ψάχνουμε στις ξεθυμασμένες φόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού τη μοναδική αξιόλογη συνταγή;

Δεν μπορούμε να αντιτάξουμε στον ρεαλισμό την «ελευθερία», γιατί αυτή δεν υπάρχει ακόμη και δεν θα υπάρξει όσο η ανάπτυξη της καινούριας κοινωνίας δεν ολοκληρωθεί. Αλλά και να μην τολμήσουμε να καταδικάσουμε όλες τις προγενέστερες μορφές τέχνης του πρώτου μισού του ΧΙΧου αιώνα, από το ύψος του παπικού θρόνου ενός αμείλικτου ρεαλισμού, γιατί θα υποπέσουμε σ’ ένα προυντονικό σφάλμα επιστροφής στο παρελθόν, και θα βάζαμε έτσι ένα ζουρλομανδύα στην καλλιτεχνική έκφραση του ανθρώπου που γεννιέται και δημιουργεί σήμερα.

Λείπει η ανάπτυξη ενός ιδεολογικο-μορφωτικού μηχανισμού που θα οδηγήσει στην έρευνα και θα ξεριζώσει τα ζιζάνια που πολλαπλασιάζονται τόσο εύκολα, στη γόνιμη γη την επιχορηγούμενη από το Κράτος.

Ο άνθρωπος που πρέπει να δημιουργήσουμε

Στην χώρα μας δεν πέσαμε στο σφάλμα ενός τετριμμένου ρεαλισμού, αλλά στο αντίθετο σφάλμα. Κι αυτό γιατί δεν καταλάβαμε πόσο αναγκαία ήταν η δημ8ιουργία ενός νέου ανθρώπου, που δεν θα ‘να, ούτε εκείνος του ΧΙΧου αιώνα ούτε και του δικού μας του παρακμασμένου και σάπιου. Τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα πρέπει να δημιουργήσουμε αν και δεν είναι για την ώρα, παρά μια υποκειμενική ιδέα καθόλου συστηματοποιημένη. Αυτό είναι εξάλλου ένα από τα θεμελιώδη σημεία της μελέτης και της εργασίας μας. Στην περίπτωση που θα έχουμε συγκεκριμένες επιτυχίες σε μια βάση θεωρητική, απ’ όπου, αντιστρόφως θα αντλήσουμε θεωρητικά συμπεράσματα γενικού χαρακτήρα, στη βάση των πρακτικών μας ερευνών, τότε θα έχουμε κάνει μια πολύτιμη προσφορά στο μαρξισμό – λενινισμό για το συμφέρον της ανθρωπότητας. Η αντίδραση κατά του ανθρώπου του ΧΙΧου αιώνα μας έσπρωξε ξανά στην παρακμή του ΧΧου. Δεν πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, αλλά πρέπει να το επανορθώσουμε με τον κίνδυνο ν’ ανοίξουμε το δρόμο στο ρεβιζιονισμό.

Οι μεγάλες μάζες που η συνείδησή τους αναπτύσσεται, οι νέες ιδέες που προοδεύουν παράλληλα στους κόλπους της κοινωνίας και οι υλικές δυνατότητες μιας πλήρους ανάπτυξης όλων των μελών της, συντελούν στο να γίνεται η εργασία πολύ πιο γόνιμη. Το παρόν είναι καμωμένο από αγώνες, το μέλλον μας ανήκει.

Το προπατορικό αμάρτημα των διανοούμενων

Με λίγα λόγια η ενοχή πολλών από τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες μας είναι συνέπεια του προπατορικού τους αμαρτήματος: δεν είναι αυθεντικοί επαναστάτες. Μπορείς να προσπαθήσεις να μπολιάσεις μια φτελιά για να κάνει αχλάδια, αλλά συγχρόνως πρέπει να φυτέψεις αχλαδιές. Οι νέες γενιές θα γεννηθούν ελευθερωμένες από το προπατορικό αμάρτημα. Πρέπει με προσπάθεια να εμποδίσουμε τη σύγχρονη γενιά, που σπαράσσεται από τις διαμάχες της, να διαφθαρεί, για να μη διαφθείρει και τις καινούριες γενιές. Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς υποταγμένους στην επίσημη σκέψη, ούτε και υπότροφους που θα ζουν ωραία στη σκέπη της υποτροφίας τους εξασκώντας μια λευτεριά σε εισαγωγικά. Οι επαναστάτες που θα τραγουδήσουν τον καινούριο άνθρωπο με την αυθεντική φωνή του λαού θα ‘ρθουν. Είναι μια προετοιμασία που χρειάζεται καιρό.

Στην κοινωνία μας η νεολαία και το Κόμμα παίζουν ένα μεγάλο ρόλο. Η νεολαία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί είναι ο εύπλαστος άργιλος με τον οποίο μπορεί να κατασκευαστεί ο καινούριος άνθρωπος απαλλαγμένος απ’ όλα τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Μπορούμε να την μεταχειριστούμε σύμφωνα με τις φιλοδοξίες μας. Η εκπαίδευσή της είναι κάθε μέρα και πληρέστερη και δεν ξεχνάμε να την προτρέπουμε από την αρχή στην εργασία. Οι υπότροφοί μας εργάζονται χειρονακτικά κατά τις διακοπές τους ή ακόμα και κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.

Σ’ άλλες περιπτώσεις η εργασία είναι μια επιβράβευση και σ’ άλλες ένα μορφωτικό όργανο, δεν είναι ποτέ μια τιμωρία. Μια καινούρια γενιά γεννιέται.

Το Κόμμα, οργάνωση της πρωτοπορίας

Το Κόμμα είναι μια οργάνωση πρωτοπορίας, οι καλύτεροι δουλευτάδες, προτείνονται από τους συναδέλφους τους για να ενταχθούν. Είναι μειοψηφία, αλλά επιβάλλεται αρκετά χάρη στην ποιότητα των στελεχών του. Επιθυμούμε να γίνει το Κόμμα ένα μαζικό κόμμα, αλλά όταν οι μάζες θα έχουν κατακτήσει το επίπεδο της ανάπτυξης της πρωτοπορίας, δηλαδή θα έχουν εκπαιδευτεί για τον κομμουνισμό. Όλες μας οι προσπάθειες τείνουν προς τα εκεί. Το Κόμμα είναι ένα ζωντανό παράδειγμα, τα στελέχη του πρέπει να δίνουν μαθήματα δραστηριότητας στη δουλειά τους και θυσίας και οφείλουν με τη δράση τους να οδηγήσουν τις μάζες στο τέρμα των επαναστατικών τους προσπαθειών. Γεγονός που απαιτεί χρόνια σκληρού αγώνα εναντίον των δυσχερειών της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, των ταξικών εχθρών, του σκυλολογιού του παρελθόντος και του ιμπεριαλισμού. Θα ήθελα τώρα να εξηγήσω το ρόλο που παίζει η προσωπικότητα, ο άνθρωπος, σαν ιθύνων νους των μαζών που κάνουν την ιστορία. Πρόκειται για την εμπειρία μας και όχι για καμιά συνταγή.

Ο Φιντέλ έδωσε την πνοή του στην Επανάσταση κατά τα πρώτα χρόνια και την κατηύθυνε πάντα, δίνοντάς της τον χαρακτήρα. Αλλά υπάρχει μια ομάδα επαναστατών που εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο του ανώτατου ιθύνοντος και μια μεγάλη μάζα που ακολουθεί τους ιθύνοντες γιατί αυτοί ήξεραν να ερμηνεύσουν τις προσδοκίες της.

Για να αισθάνεται το άτομο πιο πλούσιο

Δεν πρόκειται για το ποσό των κιλών του κρέατος που τρως, ούτε για τις πόσες φορές θα πάει κανείς στην πλαζ, ούτε για τα εισαγόμενα προϊόντα πολυτελείας που μπορεί κάποιος να αγοράσει με τον σημερινό του μισθό. Σημασία έχει το πως θα νιώθει το άτομο πιο πλούσιο εσωτερικά και πιο υπεύθυνο. Ο άνθρωπος της χώρας μας γνωρίζει πως η ένδοξη εποχή που του έλαχε είναι μια εποχή θυσιών, και την ξέρει τη θυσία. Οι πρώτοι βαφτίστηκαν στην πείρα της στη Σιέρρα Μαέστρα, ύστερα τη γνωρίσαμε σ’ ολόκληρη τη Κούβα. Η Κούβα είναι η πρωτοπόρος της Λατινικής Αμερικής και επειδή έχει αυτή την πρωτοποριακή θέση και επειδή αντιπροσωπεύει την αληθινή λευτεριά για τις μάζες της Λατινικής Αμερικής, οφείλει να κάνει θυσίες. Στο εσωτερικό της χώρας οι ιθύνοντες πρέπει να εκπληρώνουν τον προορισμό τους των πρωτοπόρων, και πρέπει να το πούμε με κάθε ειλικρίνεια πως, σε μια αληθινή επανάσταση στην οποία προσφέρεις τα πάντα χωρίς καμιά υλική ανταπόδοση, το έργο του επαναστάτη είναι ταυτόχρονα υπέροχο και αγωνιώδες. Επιτρέψτε μου να το πω, με τον κίνδυνο να φανώ γελοίος, πως ο αληθινά αυθεντικός επαναστάτης καθοδηγείται από μεγάλα αισθήματα γενναιοφροσύνης και είναι αδύνατο να φανταστείς έναν αυθεντικό επαναστάτη χωρίς αυτή την ιδιότητα.

Ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγάλα δράματα του ιθύνοντος που πρέπει να συνδυάζει ένα παθιασμένο ταμπεραμέντο με μια ψυχρή εξυπνάδα (και να παίρνει οδυνηρές αποφάσεις χωρίς να συσπάται ένας μυς του προσώπου του). Οι επαναστάτες μας της πρωτοπορίας οφείλουν να εξιδανικεύσουν αυτή την αγάπη του λαού, να την κάνουν τον πιο ιερό τους σκοπό, μοναδικό και αδιαχώριστο. Δεν μπορούν να χρησιμοποιούν την ευαισθησία τους στο ίδιο επίπεδο με τους άλλους ανθρώπους.

Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον

Οι ιθύνοντες της επανάστασης έχουν παιδιά που στα πρώτα τους ψελλίσματα δεν μαθαίνουν το όνομά τους και γυναίκες που είναι κι αυτές επίσης ταγμένες στο θρίαμβο της Επανάστασης. Το περιβάλλον των φίλων ανταποκρίνεται ακριβώς σε κείνο των συντρόφων της Επανάστασης. Έξω απ’ αυτήν δεν υπάρχει ζωή, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες πρέπει να έχεις πολύ ανθρωπιά και μεγάλη συναίσθηση της δικαιοσύνης και της αλήθειας για να μην πέσεις σ’ έναν υπερβολικό δογματισμό, σ’ ένα ψυχρό σχολαστικισμό, και να μην απομονωθείς από τις μάζες.

Πρέπει να αγωνίζεσαι καθημερινά ώστε, αυτή η αγάπη για την ανθρωπότητα, να εκδηλώνεται θετικά και να χρησιμεύει σαν παράδειγμα και σαν κίνητρο.

Ο επαναστάτης – μέσα στο Κόμμα του – ιδεολογική κινητήρια δύναμη της επανάστασης, καταναλώνεται σ’ αυτή την αέναη προσπάθεια που δεν τελειώνει παρά με τον θάνατο, εφ’ όσον η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν ολοκληρωθεί σ’ όλο τον κόσμο.

Αν η επαναστατική του δραστηριότητα χαλαρώσει μια φορά τις προσπάθειες που απαιτούν ταχεία διεκπεραιώσει στην τελική κλιμάκωση και αν ξεχάσει τον προλεταριακό διεθνισμό, η Επανάσταση που διευθύνει παύει να είναι μια κινητήρια δύναμη και βουλιάζει σε μια άνετη αποχαύνωση, που εκμεταλλεύονται οι προαιώνιοι εχθροί μας, οι ιμπεριαλιστές, κερδίζοντας τότε έδαφος. Ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον, αλλά είναι επίσης και μια επαναστατική αναγκαιότητα. Αυτό μαθαίνουμε στο λαό μας.

Οι κίνδυνοι του δογματισμού και οι αδυναμίες μας

Είναι σίγουρο πως η παρούσα κατάσταση περικλείει κινδύνους. Όχι μόνο εκείνον του δογματισμού, όχι μόνο του να σκληρύνουν οι σχέσεις μας με τις μάζες κατά τη διάρκεια της μεγάλης προσπάθειας, αλλά και το να υποπέσουμε σε αδυναμίες. Ένας άνθρωπος που αφιερώνει τη ζωή του ολόκληρη στην Επανάσταση δεν μπορεί να απασχολείται με τη σκέψη για το τί λείπει στο παιδί του, για τα χαλασμένα του παπούτσια και για τα στοιχειώδη πράγματα που στερείται η οικογένειά του. Αν αφήσει τον εαυτό του να βασανίζεται απ’ αυτές τις σκέψεις δημιουργεί ένα έδαφος ευνοϊκό για την ανάπτυξη της φθοράς.

Υποστηρίξαμε πάντα, πως τα παιδιά μας πρέπει να έχουν τα ίδια πράγματα με τα άλλα παιδιά, αλλά και πως πρέπει να στερούνται επίσης αυτά που τα άλλα παιδιά στερούνται. Η οικογένειά μας πρέπει να το καταλάβει και ν’ αγωνιστεί γι’ αυτό. Η Επανάσταση γίνεται δια μέσου του ανθρώπου, αλλά πρέπει κι αυτός να σφυρηλατεί, μέρα με τη μέρα, το επαναστατικό του πνεύμα.

Έτσι προχωρούμε. Επί κεφαλής της μεγάλης πορείας – δεν ντρεπόμαστε να το πούμε- περπατάει ο Φιντέλ, πίσω του ακολουθούν τα καλύτερα στελέχη του Κόμματος και αμέσως μετά, τόσο κοντά που αισθάνεσαι την τεράστια δύναμή του, έρχεται το σύνολο του λαού που περπατάει σταθερά προς τον κοινό σκοπό. Αποτελείται από άτομα που απόκτησαν τη συνείδηση του τι πρέπει να πράξουν, από ανθρώπους που αγωνίζονται να βγουν από το βασίλειο της ανάγκης και να μπουν σε κείνο της λευτεριάς.

Αυτή η τεράστια μάζα, υπακούει, πειθαρχεί, ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη κατανοητή απ’ όλους, δεν είναι πια ένα πλήθος διασκορπισμένο, διαλυμένο στο κενό, μέσα στο οποίο προσπαθεί ο καθένας, με οποιοδήποτε μέσο, να βρει ένα στήριγμα για το αβέβαιο μέλλον, σε μια λυσσασμένη διαμάχη με τους όμοιούς του.

Ξέρουμε πως έχουμε να κάνουμε ακόμη θυσίες και πως πρέπει να πληρώσουμε για την ηρωική μας υπόσταση του πρωτοποριακού έθνους. Εμείς οι άλλοι, οι ιθύνοντες, πρέπει να πληρώσουμε, για να έχουμε το δικαίωμα να λέμε πως είμαστε οι πρωτοπόροι του λαού που βρίσκεται επικεφαλής της Λατινικής Αμερικής

Πληρώνουμε όλοι, κανονικά, το μερτικό μας στις θυσίες, έχοντας την επίγνωση πως θα ανταμειφθούμε με την ικανοποίηση πως εκπληρώσαμε το καθήκον μας και πως προχωρήσαμε όλοι μαζί προς τον καινούργιο άνθρωπο που εμφανίζεται στον ορίζοντα.

Επιτρέψτε μου κάποια συμπεράσματα.

Εμείς οι σοσιαλιστές, είμαστε πιο ελεύθεροι γιατί είμαστε πιο πλούσιοι και είμαστε πιο πλούσιοι γιατί είμαστε πιο ελεύθεροι.

Ο σκελετός της απόλυτης λευτεριάς μας είναι έτοιμος. Δεν του λείπει παρά η σάρκα και τα ενδύματά του, θα τα δημιουργήσουμε.

Η λευτεριά μας και το ψωμί μας έχουν το χρώμα του αίματος και είναι διογκωμένα από θυσίες.

Η θυσία μας, είναι ενσυνείδητη, αυτό είναι το τίμημα της λευτεριάς που οικοδομούμε.

Ο δρόμος είναι μακρύς και εν μέρει άγνωστος. Ξέρουμε το στόχο μας. Εμείς οι ίδιοι θα φτιάξουμε τον άνθρωπο του ΧΧΙου αιώνα.

Θα σφυρηλατηθούμε στην καθημερινή δράση δημιουργώντας τον καινούργιο άνθρωπο με μια νέα τεχνική.΄

Η προσωπικότητα παίζει το μεγάλο ρόλο της κινητήριας και κατευθυντήριας δύναμης από τη στιγμή που ενσαρκώνει τις πιο υψηλές αρετές και τις προσδοκίες του λαού ακολουθώντας σταθερά το δρόμο της.

Εκείνη που ανοίγει το δρόμο, είναι η ομάδα της πρωτοπορίας, οι καλύτεροι ανάμεσα στους καλούς, το Κόμμα.

Το βασικό υλικό του έργου μας είναι η Νεολαία. Σ’ αυτήν τοποθετούμε όλες μας τις ελπίδες και την ετοιμάζουμε για να πάρει τη σημαία από τα χέρια μας.

Αν αυτή η επιστολή φωτίζει κάτι, θα ‘χει εκτελέσει τον προορισμό της.

Δεχθείτε τον χαιρετισμό μου, ευλογημένο σαν χειραψία ή σαν ένα «Άβε Μαρία».


Η ΠΑΤΡΙΔΑ Ή Ο ΘΑΝΑΤΟΣ



[1] Επιστολή στον διευθυντή της «Μάρσα», εβδομαδιαίου εντύπου του Μοντεβίδεο, Μάρτης 1965.

Τσε Γκεβάρα: Κούβα, μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού;

Κούβα: Μοναδική περίπτωση ή πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού; [1]

Δεν είχαν ξανασυμβεί στην Αμερική γεγονότα με τόσο ασυνήθιστα χαρακτηριστικά με ρίζες και συνέπειες τόσο βαθιές για το πεπρωμένο των προοδευτικών κινημάτων της ηπείρου, όσο ο επαναστατικός μας πόλεμος. Ορισμένοι μάλιστα τον αποκάλεσαν το υπ’ αριθμόν 1 γεγονός στην ιστορία της Αμερικής και το τοποθετούν δίπλα στην τριλογία που αποτελούν η Ρώσικη Επανάσταση, η κοινωνική διαφοροποίηση που ακολούθησε την ήττα των χιτλερικών στρατευμάτων στην ανατολική Ευρώπη και η Κινέζικη Επανάσταση.

Και ενώ αυτό το κίνημα παρουσίαζε εξαιρετικές μεταπτώσεις στη μορφή και τις εκδηλώσεις του, ακολούθησε – και δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς – τις γενικές γραμμές όλων των μεγάλων ιστορικών γεγονότων που χαρακτηρίζονται από τον αγώνα τους κατά του αποικιοκρατικισμού και την μετάβασή τους προς τον σοσιαλισμό.

Ορισμένοι κατά καιρούς, είτε από καλή πίστη, είτε από πολιτικό ενδιαφέρον, προσπάθησαν να δουν μέσα στην Κουβανέζικη Επανάσταση μια σειρά αιτιών και ιδιαζόντων χαρακτηριστικών. Υπερβάλλουν στη σημασία και προχωρούν μάλιστα μέχρι στο να περιορίσουν τους συντελεστές προκειμένου να ερμηνεύσουν αυτά τα βαθιά κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα. Μιλούν για την «ιδιάζουσα» μορφή της Κουβανέζικης Επανάστασης σε σύγκριση με τις γραμμές δράσης των άλλων προοδευτικών κομμάτων της Αμερικής. Βεβαιώνουν μάλιστα ότι η μορφή και οι δρόμου της Κουβανέζικης Επανάστασης είναι ένα μοναδικό γεγονός και ότι η ιστορική εξέλιξη των λαών στις άλλες χώρες της Αμερικής θα είναι διαφορετική.

Αναγνωρίζουμε ότι ξεχωριστοί συντελεστές έδωσαν στην Κουβανέζικη Επανάστασης ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι μια δεδομένη αλήθεια ότι κάθε επανάσταση περιέχει αυτό το είδος των ξεχωριστών συντελεστών. Αλλά δεν είναι το λιγότερο δεδομένο το γεγονός πως όλες οι επαναστάσεις υπακούουν εξίσου σε ορισμένους νόμους από τους οποίους οι κοινωνίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ας αναλύσουμε λοιπόν αυτούς τους δήθεν «ιδιάζοντες» συντελεστές.

Ο πρώτος, ο πιο καινούργιος και ο σημαντικότερος ίσως είναι αυτή η φυσική δύναμη που ονομάζεται Φιντέλ Κάστρο Ρουζ, που πήρε σ’ ένα χρόνο ιστορικές διαστάσεις. Οι αρετές του τον κατατάσσουν δίπλα στις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ιστορίας της Λατινικής Αμερικής. Ποιες είναι οι ιδιάζουσες συνθήκες που περιβάλουν την προσωπικότητα του Φιντέλ Κάστρο; Ποια είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ζωής και του χαρακτήρα του που τον κάνουν να ακτινοβολεί πάνω στους συντρόφους του και εκείνους που τον ακολουθούν; Ο Φιντέλ έχει μια προσωπικότητα τόσο εξαιρετική, που θα γινόταν αρχηγός οποιουδήποτε κινήματος κι αν μετείχε, αυτό εξ άλλου γινόταν πάντα σ’ όλη του τη σταδιοδρομία, από τότε που ήταν φοιτητής, ως τη στιγμή που έγινε ο αρχηγός της χώρας μας και των καταπιεσμένων λαών της Λατινικής Αμερικής.

Έχει τις αρετές του μεγάλου οδηγού. Με την ικανότητά του να συνδέει, να ενώνει και να αντιστέκεται στη διαίρεση που αδυνατίζει. Με την επιδεξιότητά του να διευθύνει τη δράση του λαού σαν ανώτατος αρχηγός. Με την εξαιρετική του επιθυμία να ακούει πάντα τη θέληση του λαού, ο Φιντέλ Κάστρο έκανε περισσότερα από οποιονδήποτε στην Κούβα για να οικοδομήσει από το μηδέν αυτό το υπέροχο έργο που λέγεται σήμερα Κουβανέζικη Επανάσταση.

Ασφαλώς κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί πως οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην Κούβα ήταν τελείως διαφορετικές από εκείνες που χαρακτηρίζουν τις άλλες χώρες της Αμερικής και ότι η Κουβανέζικη Επανάσταση έγινε εξ αιτίας αυτών των διαφορών. Όπως δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί επίσης κανείς πως ο Φιντέλ έκανε την Επανάσταση παρ’ όλες αυτές τις διαφορές. Ο Φιντέλ οδήγησε της Επανάσταση στην Κούβα την ώρα και με τον τρόπο που την πραγματοποίησε συνειδητοποιώντας τις βαθιές πολιτικές αναστατώσεις που προετοίμαζαν το λαό για το μεγάλο άλμα στο δρόμο της Επανάστασης.

Υπήρχαν επίσης ορισμένες συνθήκες που, παρ’ όλο που δεν συμβαίνουν στην Κούβα ιδιαίτερα, θα είναι δύσκολα εκμεταλλεύσιμες από άλλους λαούς. Γιατί ο ιμπεριαλισμός, αντίθετα με άλλα προοδευτικά κόμματα παίρνει μαθήματα από τα λάθη του.

Την κατάσταση που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε σαν ιδιάζουσα, είναι πως ο βορειοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός ήταν απροσανατόλιστος και δεν ήταν σε θέση να αναμετρήσει το πραγματικό βάθος της Κουβανέζικης Επανάστασης. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν πολλές από τις φανερές αντιφάσεις στη βορειοαμερικάνικη πολιτική. Τα μονοπώλια, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πίστεψαν καταρχήν πως πρόκειται για έναν διάδοχο του Μπατίστα, ακριβώς γιατί ήξεραν πως ο λαός δυσαρεστημένος, αναζητούσε επίσης κάποιον για μια επαναστατική προοπτική, κι ήταν ασφαλώς πολύ πιο έξυπνο και προνοητικό να αποτραβήξουν τον μικρό δικτάτορα που δεν χρειαζόταν πια, για να βάλουν στη θέση του «νέους» που σε καιρούς χαλεπούς θα ήταν πολύ πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού. Οι ιμπεριαλιστές έπαιξαν για ένα διάστημα αυτό το χαρτί. Και έχασαν θλιβερά. Πριν τη νίκη τούς ανησυχούσαμε, αλλά δεν μας φοβόντουσαν. Ή μάλλον έπαιζαν σε δυο καρέ, χρησιμοποιώντας την εμπειρία τους σ’ αυτό το διπλό παιχνίδι, στο οποίο, κατά παράδοση, δε μπορούσαν να χάσουν. Απεσταλμένοι του κράτους, μεταμφιεσμένοι σε δημοσιογράφους, ήρθαν πολλές φορές να βολιδοσκοπήσουν αυτή την άπρεπη επανάσταση, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να διαγνώσουν το παραμικρό σύμπτωμα του υποβόσκοντος κινδύνου. Όταν ο ιμπεριαλισμός θέλησε να αντιδράσει, όταν κατάλαβε πως η ομάδα των άπειρων νέων που παρήλαυνε θριαμβευτικά στους δρόμους της Αβάνας, είχε μια πολύ ξεκάθαρη γνώση του πολιτικού της καθήκοντος και την σταθερή απόφαση να οργανώσει τη ζωή της, ήταν πια πολύ αργά. Έτσι γεννήθηκε το Γενάρη του 1959 η πρώτη κοινωνική επανάσταση σ’ όλη τη ζώνη της Καραϊβικής και η πιο ουσιαστική από τις αμερικάνικες επαναστάσεις.

Δεν νομίζουμε πως είναι ιδιαίτερα ξεχωριστό το γεγονός ότι η αστική τάξη ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, φάνηκε ευνοϊκή στην επανάσταση κατά της τυραννίας και ότι ταυτόχρονα υποστήριξε και επιδίωξε κινήσεις που αποβλέπανε σε διαπραγματεύσεις που θα επιτρέπανε μια αντικατάσταση του Μπατίστα, από στοιχεία διατεθειμένα να ελέγχουν την Επανάσταση.

Παίρνοντας υπόψη τις συνθήκες που προκάλεσαν τον επαναστατικό πόλεμο και τις συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που ήταν εναντίον της τυραννίας δεν είναι περίεργο το ότι ορισμένα στοιχεία από τους λατιφουντίστες, υιοθέτησαν μια στάση ουδετερότητας ή τουλάχιστον όχι εχθρική απέναντι στις επαναστατικές δυνάμεις. Όπως είναι ευνόητο ότι η εθνική αστική τάξη τσακισμένη από τον ιμπεριαλισμό και την τυραννία είδε με κάποια συμπάθεια αυτούς τους νεαρούς ορεσίβιους να τιμωρούν το μισθοφόρο στρατό, όργανο στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Αυτή η δύναμη, η όχι επαναστατική πάντως, βοήθησε πράγματι την επανάσταση να κερδίσει την εξουσία.

Πηγαίνοντας ακόμα πιο μακριά, μπορούμε να προσθέσουμε ακόμα έναν ιδιάζοντα συντελεστή, που είναι η προλεταριοποίηση του λαού στο μεγαλύτερο τμήμα της κουβανέζικης γης, αποτέλεσμα της δράσης του μεγάλου κεφάλαιου στην Κούβα, της ημιμηχανοποίησης της γεωργίας που απαιτούσε μια οργάνωση και που είχε σα συνέπεια μια μεγαλύτερη ανάπτυξη ταξικής συνείδησης.

Αυτό μπορούμε να το παραδεχτούμε. Αλλά πρέπει να δηλώσουμε εν ονόματι της αλήθειας, ότι το πρώτο έδαφος που κατέλαβε η αντάρτικη Στρατιά, που την αποτελούσαν οι επιζήσαντες της αποδεκατισμένης ταξιαρχίας που αποβιβάστηκε στη Γκράνμα, το κατοικούσε μια τάξη χωρικών, διαφορετικών από άποψη κοινωνικών καταβολών και παιδείας, από τους κατοίκους των περιοχών της μεγάλης ή ημιμηχανοποιημένης καλλιέργειας της Κούβας. Η Σιέρρα Μαέστρα πραγματικά στάθηκε το πρώτο επαναστατικό κέντρο, το καταφύγιο όλων εκείνων των χωρικών που πολεμούσαν καθημερινά εναντίον των λατιφουντιστών. «Κατοικούσαν σε γη που ανήκε στο κράτος ή σε μεγάλους γαιοκτήμονες, ελπίζοντας να κερδίσουν ένα ψίχουλο γης, μια στάλα αγαθά. Έπρεπε να αγωνίζονται συνεχώς κατά των παράνομων φορολογιών ων στρατιωτών, πάντοτε συμμάχων των λατιφουντιστών. Ο ορίζοντάς τους δεν ξεπερνούσε την κατάκτηση ενός τίτλου ιδιοκτησίας. Οι χωρικοί στρατιώτες που πλαισίωναν το πρώτο μας αντάρτικο προήλθαν απ’ αυτή τη μερίδα της κοινωνικής τάξης, που εκδηλώνει σχεδόν επιθετικά την επιθυμία της για κατοχή γης και που εκφράζει με ιδανικό τρόπο το πνεύμα του «μικροαστού». Ο χωρικός πολεμά γιατί θέλει γη, γι’ αυτόν και για τα παιδιά του. Θέλει να την διευθύνει, να την πουλά και να πλουτίσει από τη δουλειά του».

«Παρά το «μικροαστικό» του πνεύμα ο χωρικός μαθαίνει πολύ γρήγορα, πως δεν μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία του να γίνει κάτοχος γης, αν δεν σπάσει το σύστημα της ιδιοκτησίας στα λατιφούντια. Μια ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, όμως είναι η μόνη που μπορεί να δώσε γη στους χωρικούς, θίγει άμεσα τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, των μεγάλων γαιοκτημόνων και τους μεγαλοεπιχειρηματίες της ζάχαρης και της κτηνοτροφίας. Η αστική τάξη τρέμει μη θιγούν τα συμφέροντά της. Το προλεταριάτο δεν έχει παρόμοιους φόβους. Με αυτή την έννοια η γραμμή της Επανάστασης ενώνει τον εργάτη με το χωρικό. Οι εργάτες υποστηρίζουν τον αγώνα κατά των λατιφούντιων. Ο φτωχός χωρικός, αυτός που δέχεται τη γη, υποστηρίζει τίμια την επαναστατική εξουσία και την υπερασπίζεται εναντίον των εχθρών της ιμπεριαλιστών και επαναστατών.

Πιστεύουμε πως άλλου ιδιάζων συντελεστής δεν υπάρχει. Ας εξετάσουμε τώρα τις μόνιμες βάσεις κάθε κοινωνικού φαινομένου στην Αμερική, τις αντιθέσεις που έχουν δημιουργηθεί στους κόλπους των σύγχρονων κοινωνιών και οι οποίες προκαλούν διαφοροποιήσεις που μπορούν να πάρουν τις διαστάσεις μιας Επανάστασης σαν αυτή που έγινε στην Κούβα.

Κατ’ αρχήν, από χρονολογική άποψη, αν όχι κατά σειρά εκτίμησης, σήμερα υπάρχει το σύστημα των λατιφούντιων. Υπήρξε η βάση της οικονομικής εξουσίας της άρχουσας τάξης, όλη την περίοδο που ακολούθησε τις απελευθερωτικές και αντιαποικιακές επαναστάσεις του τελευταίου αιώνα. Αυτή η τάξη των γαιοκτημόνων, που υπάρχει σ’ όλες τις χώρες, είναι γενικά απληροφόρητη για τα κοινωνικά γεγονότα που κατευθύνουν τον κόσμο. Μερικές φορές οι πιο συνετοί και όσοι βλέπουν μακρύτερα από την τάξη των γαιοκτημόνων μυρίζονται τον κίνδυνο κι αρχίζουν να αλλάζουν τρόπο επένδυσης των κεφαλαίων τους, άλλοτε μηχανοποιώντας την αγροτική παραγωγή, μεταφέρουν ένα μέρος του πλούτου τους στη βιομηχανία ή γίνονται οι ίδιοι εμπορικού πράκτορες των μονοπωλίων. Εκείνη η πρώτη απελευθερωτική επανάσταση δεν κατέστρεψε τα λατιφούντια, που παραμείνανε σαν οικονομική βάση, διατηρώντας έτσι ένα αντιδραστικό στοιχείο που έσωζε την αρχή της δουλείας στην εργασία. Είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάζεται χωρίς εξαίρεση σε όλες τις χώρες της Αμερικής και χρησιμεύει σαν υπόβαθρο όλων των αδικιών που έγιναν, από την εποχή που οι βασιλιάδες της Ισπανίας παραχωρούσαν αχανείς εκτάσεις στους ευγενέστερους από του κονκισταδόρους τους, αφήνοντας μόνο για τους «ιθαγενείς» μαύρους ή μιγάδες, όπως στην περίπτωση της Κούβας τα ριλέγκος [2], το κομμάτι της γης δηλαδή που αφήνεται ανάμεσα σε τρεις μεγάλες κυκλικές εκτάσεις που συνορεύουν μεταξύ τους. Ο γαιοκτήμονας που στις περισσότερες χώρες καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να ζήσει μόνος, συμμάχησε γρήγορα με τα μονοπώλια που ήταν βέβαια, οι ισχυρότεροι και σκληρότεροι δυνάστες στους αμερικάνικους λαούς.

Η Αμερική υπήρξε το πεδίο της μάχης για της μεγάλες ιμπεριαλιστικές εταιρείες. Στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου – αυτός ο πόλεμος αποφασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά προς όφελος των βορειοαμερικάνικων μονοπωλίων- και έπειτα οι ιμπεριαλιστές ανασκουμπώθηκαν για να ενισχύσουν την παράνομη κατοχή τους στις αποικίες τους και να τελειοποιήσουν το σύστημα κατά της λαθραίας εισχώρησης πολιτών και νέων αντιπάλων από άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Όλα αυτά δημιούργησαν μια οικονομία τερατωδώς παραμορφωμένη, που οι οικονομολόγοι των καπιταλιστικών καθεστώτων εκφράζουν με μια άκακη λέξη που αποδεικνύει τη βαθιά συμπόνια που έχουν για μας οι «υποανάπτυκτοι». (Αποκαλούν τους δυστυχείς μας ινδιάνους, που εκμεταλλεύτηκαν, καταδίωξαν και καταδίκασαν στην άγνοια: οι «μικροί ινδιάνοι». Όλους τους ανθρώπους της μαύρης ράτσας και τους μιγάδες τους καταδικασμένους στην περιφρόνηση και στις διακρίσεις τους λένε οι «έγχρωμοι» και εφευρίσκουν τρόπους σαν άτομα και σαν σύνολα για να διχάζουν τις εργατικές μάζες στον αγώνα τους για ένα καλύτερο οικονομικό μέλλον).

Τί είναι η υποανάπτυξη;

Ένας νάνος με ένα τεράστιο κεφάλι και ένα γερό στήθος είναι υποανάπτυκτος με την έννοια πως τα αδύνατα πόδια του και τα κοντά χέρια του δεν ανταποκρίνονται στην υπόλοιπη ανατομία του. Είναι το τερατώδες προϊόν μιας ελαττωματικής διάπλασης που παραμόρφωσε την ανάπτυξή του. Είναι αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε εμείς τελικά, οι ευγενώς επονομαζόμενοι «υποανάπτυκτοι» των αποικιών ή των εξαρτώμενων χωρών. Οι χώρες μας έχουν οικονομίες παραμορφωμένες από την ιμπεριαλιστική πολιτική που ανάπτυξε ανώμαλα τους βιομηχανικούς και γεωργικούς κλάδους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καταντήσουν συμπληρώματα των πολύπλοκων ιμπεριαλιστικών οικονομιών.

Η «υποανάπτυξη», ή παραμορφωμένη ανάπτυξη προκαλεί στις πρώτες ύλες μια επικίνδυνη ειδίκευση, που διατηρεί όλους τους λαούς κάτω από την απειλή της πείνας. Εμείς οι «υποανάπτυκτοι», είμαστε επίσης χώρες μονοκαλλιέργειας. Ένα μοναδικό προϊόν που η αβέβαιη πώλησή του εξαρτάται από μια μοναδική αγορά, η οποία επιβάλει και καθορίζει τους όρους, ιδού η μεγάλη συνταγή της ιμπεριαλιστικής οικονομικής κυριαρχίας που συναντιέται με το παλιό και αιώνιο ρωμαϊκό ρητό «διαίρει και βασίλευε».

Το σύστημα των λατιφουντίων ως προς τις σχέσεις του με τον ιμπεριαλισμό καθορίζει τέλεια τον ισχυρισμό «υποανάπτυξη» που έχει σαν αποτέλεσμα την ανεργία και τους χαμηλούς μισθούς. Το φαινόμενο των χαμηλών μισθών και της ανεργίας είναι ένας φαύλος κύκλος που δημιουργεί ακόμα χαμηλότερους μισθούς και μια ανεργία ακόμα μεγαλύτερη όσο οι αντιφάσεις του συστήματος οξύνονται. Πάντοτε στο έλεος των οικονομικών διακυμάνσεων δημιουργείται ένας κοινός παρανομαστής για τους λαούς της Αμερικής, από το Ρίο Μπράβο ως το Νότιο Πόλο. Αυτός ο κοινός παρανομαστής, που θα των τυπώσουμε με κεφαλαία, αποτελεί το σημείο εκκίνησης για όλους όσους ασχολούνται με αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα και είναι η πείνα των ανθρώπων, η κατάπτωση του ατόμου πάντοτε στη διάθεση της εκμετάλλευσης, καταπιεζόμενου και διωκόμενου, η κούρασή του, του να πουλάει την ικανότητά του για εργασία από μέρα σε μέρα σε χαμηλές τιμές (μπροστά στον κίνδυνο να μεγαλώσει την ουρά των ανέργων) προκειμένου να αντληθεί το μεγαλύτερο δυνατό όφελος από κάθε ανθρώπινο κορμί και να σπαταληθεί στην πολυτέλεια των κεφαλαιοκρατών.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, πως υπάρχουν στην Αμερική ουσιαστικοί και αναπόφευκτοι κοινοί παρανομαστές και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξαιρούμαστε από κανέναν από αυτούς τους αλληλέγγυους συντελεστές. Το σύστημα των λατιφούντιων τόσο στη μορφή του της πρωτόγονης εκμετάλλευσης, όσο και στη μονοπωλιακή του γραμμή προσαρμόζεται στις νέες καταστάσεις και ευθυγραμμίζεται με τον ιμπεριαλισμό: αυτή η μορφή εκμετάλλευσης από το ξένο κεφάλαιο δημιουργεί μια οικονομία αποικιοκρατικού τύπου που ονομάστηκε κατ’ ευφημισμό «υποανάπτυξη».

Όλα αυτά υπήρχαν στην Κούβα. Υπήρχε επιπλέον η πείνα, το ποσοστό των ανέργων ήταν το ψηλότερο της λατινικής Αμερικής, ο ιμπεριαλισμός ήταν ακόμα πιο άγριος παρά σ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα. Τα λατιφούντια ήταν το ίδιο πανίσχυρα όσο και σ’ οποιαδήποτε από τις άλλες αδελφές δημοκρατίες.

Τί κάναμε εμείς για να απελευθερωθούμε από αυτό το παντοδύναμο ιμπεριαλιστικό σύστημα, με την ακολουθία του των κυβερνήσεων μαριονετών σε κάθε χώρα και τους μισθοφόρους στρατούς που αμύνονταν γι’ αυτό το πολύπλοκο σύστημα εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο; Οι αντικειμενικές συνθήκες για τον αγώνα καθορίστηκαν από την πείνα του λαού και σαν αντίδραση εναντίον αυτής της πείνας από τη βία που προκαλούσε τη λαϊκή αντίδραση και από το κύμα του μίσους που η καταπίεση δημιουργούσε μόνη της. Οι υποκειμενικές συνθήκες έλειπαν στην Αμερική και το σημαντικότερο ήταν η συνείδηση μιας πιθανής νίκης κάτω από έναν σκληρό αγώνα εναντίον της ιμπεριαλιστικής δύναμης και των συνεταίρων της του εσωτερικού. Αυτές οι συνθήκες δημιουργήθηκαν από τον ένοπλο αγώνα μας, που βοήθησε να γίνει πιο συγκεκριμένη η ανάγκη μιας αλλαγής και επέτρεψε επίσης την ολοκληρωτική εξολόθρευση του στρατού (απαραίτητος όρος για κάθε πραγματική Επανάσταση) από τις λαϊκές δυνάμεις.

Η ένοπλή μας δύναμη που δημιουργείται κατά τις εκστρατείες κυρίεψε απ’ έξω τις πόλεις, ενώθηκε με την εργατική μάζα και διαμόρφωσε την πολιτική της συνείδηση, από την επαφή της μ’ αυτήν.

Είναι αυτό δυνατόν να γίνει σε άλλες χώρες της λατινικής Αμερικής; Θα εξηγήσουμε τις δυσκολίες που, κατά τη γνώμη μας, θα κάμουν πιο επίπονους τους επαναστατικούς αγώνες στην Αμερική. Τονίσαμε ήδη, στην αρχή αυτού του άρθρου, ότι ορισμένοι συντελεστές μπορούν να θεωρηθούν σαν ιδιάζοντες: η συμπεριφορά του ιμπεριαλισμού που αιφνιδιάστηκε προς στιγμή από την Κουβανέζικη Επανάσταση και ως ένα ορισμένο σημείο τη στάση της εθνικής αστικής τάξης, επίσης αιφνιδιασμένης, που έβλεπε την αντάρτικη δράση με κάποια συμπάθεια, γιατί δεν είχε υποστεί λίγες ζημιές κι αυτή από τον ιμπεριαλισμό (αυτή η κατάσταση βαραίνει εξίσου και στις άλλες χώρες). Αλλά ο ιμπεριαλισμός κατάλαβε το μάθημα της Κούβας και δε θα αιφνιδιαστεί πια σε καμιά από τις είκοσι δημοκρατίες της Αμερικής. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί αν ο κουβανέζικος απελευθερωτικός πόλεμος υπήρξε δύσκολος με τις συνεχείς μάχες που έδωσε επί δύο χρόνια, οι καινούριες μάχες που περιμένουν τους λαούς στα άλλα μέρη της λατινικής Αμερικής θα είναι αφάνταστα πιο δύσκολες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν συμπληρωματικά όπλα στις κυβερνήσεις των μαριονετών που βλέπουν να κινδυνεύουν. Υπογράφουν μαζί τους συμβάσεις υποταγής προκειμένου να διευκολύνουν με νόμιμα μέσα την καταπίεση, την ανάμιξη, ακόμη και την επέμβαση. Χωρίς να λογαριάσουμε ότι δραστηριοποιούν την εκγύμναση στρατού καταπίεσης με την πρόθεση να τον χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά σαν όργανο κατά του λαού.

Και η αστική τάξη; Αυτό το θέμα θα τεθεί, γιατί σε πολλές χώρες της Αμερικής υπάρχουν αντικειμενικές αντιθέσεις, ανάμεσα στην εθνική αστική τάξη που αγωνίζεται να αναπτυχθεί και του ιμπεριαλισμού που πνίγει τις αγορές κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να χαντακώνει τη βιομηχανία στον άνισο συναγωνισμό.

Παρόλες αυτές τις αντιθέσεις η εθνική αστική τάξη είναι ανίκανη να πάτε μια αγωνιστική θέση κατά του ιμπεριαλισμού. Αυτό αποδεικνύει πως φοβάται περισσότερο τη λαϊκή επανάσταση, πατά τη δεσποτική πίεση των μονοπωλίων που κακοποιούν τον εθνικό χαρακτήρα, προσβάλουν τα πατριωτικά αισθήματα και αποικιοποιούν την οικονομία.

Η υψηλή αστική τάξη (μπουρζουαζία) δεν διστάζει να συμμαχήσει με τον ιμπεριαλισμό και τους λατιφουντίστες για να πολεμήσει το λαό και να εμποδίσει το δρόμο του προς την επανάσταση.

Αυτές είναι οι δυσκολίες, που πρέπει να προστεθούν ύστερα από την παγίωση της αναπότρεπτης κουβανέζικης επανάστασης σε όλες εκείνες που θα προκύψουν από αγώνες στη λατινική Αμερική.

Υπάρχουν κι άλλα πιο ειδικά προβλήματα: είναι δυσκολότερο να δημιουργήσεις αντάρτικο σε χώρες με ισχυρή αστική αντίδραση, ελαφρά και μέση βιομηχανία πιο εξελιγμένες κι ας μην υπάρχει στην κυριολεξία η βιομηχανοποίηση. Η ιδεολογική επίδραση των πόλεων αναχαιτίζει την ανταρσία δίνοντας ελπίδες για αγώνα στις ειρηνικά οργανωμένες μάζες. Αυτό δημιουργεί μια κάποια νομιμοποίηση, που στους κόλπους της, για περιόδους λίγο πιο «ομαλές», οι συνθήκες δεν είναι το ίδιο σκληρές για το λαό, όσο σε άλλες περιπτώσεις.

Η ελπίδα ενισχύεται επιπλέον και με μια ποσοτική αύξηση στο κοινοβούλιο των επαναστατικών στοιχείων που θα επέφεραν μια ουσιαστική αλλαγή. Κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ απίθανο να πραγματοποιηθεί αυτή η ελπίδα υπό τις παρούσες συνθήκες σε καμιά χώρα της Αμερικής.

Παρά το ότι δεν θα ‘πρεπε να αποκλείσουμε μια αλλαγή που θα άρχιζε με την εκλογική διαδικασία, οι συνθήκες που ισχύουν σε όλες τις χώρες κάνουν τη δυνατότητα να φαίνεται πολύ μακρινή.

Οι επαναστάτες δεν μπορούν να προβλέψουν όλες τις ποικιλίες τακτικής που θα παρεμβληθούν κατά τη διάρκεια του αγώνα για την απελευθέρωσή τους. Οι πραγματικές ικανότητες ενός επαναστάτη κρίνονται από την ευχέρειά του να βρει άμεσους επαναστατικούς τρόπους για κάθε αλλαγή κατάστασης. Είναι ασυγχώρητο λάθος να υποτιμήσουμε το τι μπορεί να κερδίσει ένα επαναστατικό πρόγραμμα από μια δεδομένη εκλογική διεργασία. Αλλά θα ‘ταν εξίσου ασυγχώρητο λάθος να μην υπολογίζει κάποιος παρά στις εκλογές και να παραμεληθούν οι άλλες μορφές του αγώνα, ακόμα και του ένοπλου για την κατάκτηση της εξουσίας, του απαραίτητου οργάνου για την εφαρμογή και την ανάπτυξη του επαναστατικού προγράμματος.

Όταν μας μιλούν για την κατάκτηση της εξουσίας με κανονικές εκλογές, η ερώτησή μας είναι πάντα η ίδια: αν ένα λαϊκό κίνημα κατακτήσει την εξουσία με μεγάλη πλειοψηφία και αποφασίσει να αρχίσει τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές, κατά το πρόγραμμα, δεν θα βρεθεί αμέσως σε σύγκρουση με τις αντιδραστικές τάξεις της χώρας; Ο στρατός δεν υπήρξε πάντα το όργανο αυτών των τάξεων; Και αν συμβεί αυτό, είναι λογικό να υποθέσουμε πως ο στρατός θα σταθεί στο πλευρό της τάξης του και θα αγωνιστεί κατά της κυβέρνησης. Με ένα πραξικόπημα λίγο πολύ αιματηρό η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί και το παλιό παιχνίδι ξαναρχίζει «δια την αιωνιότητα». Μπορεί να συμβεί πιθανόν να νικηθεί ο στρατός των καταπιεστών, από μια ένοπλη λαϊκή αντίδραση που θα υπερασπιστεί την κυβέρνηση. Πράγμα μάλλον απίθανο, να αποδεχτούν οι ένοπλες δυνάμεις ριζικές κοινωνικές αλλαγές και να παραδεχτούν τη διάλυση της κάστας τους.

Αν παραδεχτούμε όμως πως μπορεί να υπολογίσουμε στη βοήθεια της στρατιωτικής κάστας κατά την διεξαγωγή της μάχης, πρέπει να αναλύσουμε δύο προβλήματα. Κατ’ αρχήν, αν ο στρατός ενωθεί πραγματικά με τις λαϊκές δυνάμεις με την προϋπόθεση πως υπάρχει ένας οργανωμένος πυρήνας με αυτόνομη εξουσία τότε έχουμε ένα «πραξικόπημα» ενός μέρους του στρατού κατά του άλλου, που δεν θίγει ίσως καθόλου τη στρατιωτική κάστα. Η άλλη εκδοχή, κατά την οποία ο στρατός ενώνεται αυθόρμητα με τις λαϊκές δυνάμεις δεν μπορεί να συμβεί, κατά τη γνώμη μας παρά στην περίπτωση που ο στρατός θα έχει άγρια χτυπηθεί και καταστραφεί από έναν ισχυρό και επίμονο εχθρό, οπότε δηλαδή η ισχύουσα εξουσία βρίσκεται εξουδετερωμένη. Όταν ο στρατός βρεθεί κατεστραμμένος και εξουθενωμένος ηθικά, τότε το φαινόμενο μπορεί να δημιουργηθεί. Αλλά είναι πάντοτε αναγκαίος ένας προκαταρκτικός αγώνας και ξαναγυρίζουμε πάντα στην ερώτηση, πώς θα τον επιτύχουμε αυτόν τον αγώνα; Και πάλι φτάνουμε στην απάντηση του αντάρτικου στην ύπαιθρο, σε έδαφος ευνοϊκό, υποστηριζόμενο από έναν αγώνα στις πόλεις. Υπολογίζοντας πάντοτε στην όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των εργατικών μαζών και οδηγούμενοι φυσικά από την ιδεολογία τους.

Μιλήσαμε αρκετά για τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν τα επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική. Τώρα μπορούμε να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν ή όχι οι ευνοϊκές συνθήκες στο προκαταρκτικό στάδιο, σαν αυτό του Φιντέλ Κάστρο στη Σιέρρα Μαέστρα. Πιστεύουμε πως, και σ’ αυτή την περίπτωση , υπάρχουν γενικές συνθήκες που διευκολύνουν την εκδήλωση των κέντρων ανταρσίας και σε ορισμένες χώρες πάλι ειδικές συνθήκες που είναι ακόμη πιο ευνοϊκές. Θα επιμείνουμε σε δύο υποκειμενικούς συντελεστές που είναι οι σημαντικότεροι της Κουβανέζικης Επανάστασης: καταρχήν η δυνατότητα μιας επαναστατικής κίνησης που ξεκινά τη δράση της από την ύπαιθρο, παρασύρει τις μάζες των χωρικών, περνώντας από την αδυναμία στη δύναμη, καταστρέφει το στρατό σε μία κατά μέτωπο μάχη, κατακτά τις πόλεις, ενισχύοντας με τον αγώνα της, τις υποκειμενικές αναγκαίες συνθήκες για την κατάκτηση της εξουσίας.

Οι πραγματικά «ιδιάζοντες» είναι αυτά τα παράξενα όντα που βρίσκουν πως η Κουβανέζικη Επανάσταση είναι ένα μοναδικό και αμίμητο γεγονός σ’ όλο τον κόσμο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα. Η δυνατότητα του θριάμβου των λαϊκών μαζών στη Λατινική Αμερική διαγράφεται καθαρά υπό τη μορφή του ανταρτοπόλεμου, διεξαγόμενου από ένοπλους χωρικούς που θα καταστρέψουν τελείως τη δομή του παλιού αποικιακού κόσμου.

Μπορούμε να θεωρήσουμε σαν δεύτερο υποκειμενικό συντελεστή, το γεγονός ότι οι μάζες δεν γνωρίζουν μόνο τη δυνατότητα του θριάμβου, αλλά ότι γνωρίζουν εξ ίσου καλά το πεπρωμένο τους. Γνωρίζουν με μια όλο και αυξανόμενη βεβαιότητα πώς, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι μεταπτώσεις της ιστορίας και για σύντομες περίοδες, το μέλλον ανήκει στο λαό, γιατί το μέλλον θα φέρει τη δικαιοσύνη. Αυτή η επίγνωση θα δώσει τον επαναστατικό προσανατολισμό στη Λατινική Αμερική.

Μπορούμε να αναφερθούμε σε συντελεστές, λιγότερο γενικούς, κυμαινόμενους σε ένταση από χώρα σε χώρα. Ένας απ’ αυτούς, πολύ σημαντικός, είναι η εκμετάλλευση των χωρικών που, κατά κάποιο τρόπο, ήταν μικρότερη στην Κούβα παρά όσο σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Εκείνοι που ισχυρίζονται πως βλέπουν στην περίοδο του ένοπλου αγώνα μας, τα αποτελέσματα μιας προλεταριοποίησης της υπαίθρου, θα πρέπει να μην ξεχνούν πως όποια κι αν ήταν η προσφορά αυτής της προλεταριοποίησης στην επιτάχυνση του σχηματισμού των κοοπερατίβων, που ακολούθησε την κατάκτηση της εξουσίας και την αγροτική μεταρρύθμιση, οι χωρικοί που ήταν βασικά το κέντρο, ο νωτιαίος μυελός του αντάρτικου στρατού, είναι οι ίδιοι που επιστρέψανε σήμερα στη Σιέρρα Μαέστρα, περήφανοι ιδιοκτήτες της γης τους και έντονα ατομιστές. Υπάρχουν, φυσικά ιδιομορφίες στην Αμερική. Ένας χωρικός της Αργεντινής δεν μοιάζει μ’ έναν Περουβιανό ή Βολιβιανό χωρικό. Αλλά ο πόθος της γης είναι συνεχώς παρών σε όλους και είναι αυτοί, γενικά, που δίνουν τη μορφή της Αμερικής. Δεδομένου, λοιπόν, πως στις περισσότερες από τις άλλες χώρες τούς εκμεταλλεύονται ακόμη πιο πολύ απ’ όσο συνέβαινε στην Κούβα, υπάρχουμε μεγάλες δυνατότητες του ξεσηκωμού αυτής της τάξης.

Υπάρχει ακόμα ένα άλλο δεδομένο. Ο στρατός του Μπατίστα, παρόλες του τις ατέλειες, ήταν ένας στρατός οργανωμένος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όλοι από τον απλό στρατιώτη ως τον στρατηγό, είχαν ειδικευθεί στην εκμετάλλευση του λαού. Ήταν εξ ολοκλήρου μισθοφόροι, γεγονός που αποτελούσε το συνδετικό κρίκο στον μηχανισμό της καταπίεσης. Οι στρατοί της Αμερικής στο σύνολό τους, αποτελούνται από ένα σώμα επαγγελματιών αξιωματικών και στρατολογημένους, όχι επαγγελματίες, που τους καλούν περιοδικά. Κάθε χρόνο οι στρατολογούμενοι νέοι αφήνουν το σπίτι τους, όπου έχουν ακούσει τους γονιούς τους να μιλούν για τα καθημερινά τους βάσανα, που τα έχουν εξάλλου δει με τα ίδια τους τα μάτια και έχουν γνωρίσει οι ίδιοι τη δυστυχία και την κοινωνική αδικία. Και αν μια μέρα σταλούν για να πολεμήσουν κατά των υπερασπιστών μιας ιδέας που τη νιώθουν δίκαιη μέσα στο ίδιο το πετσί τους, η επιθετική τους ικανότητα θα μειωθεί παράξενα.

Μια συστηματική προπαγάνδα που θα άνοιγε τα μάτια αυτών των νέων για τη δικαιοσύνη και τους λόγους που οδηγούν το λαό στον ένοπλο αγώνα, μπορεί να έχει πολύ θετικά αποτελέσματα.

Μετά απ’ αυτή τη σύντομη ανασκόπηση των επαναστατικών γεγονότων μπορούμε να πούμε πως η Κουβανέζικη Επανάσταση περιέχει ιδιάζοντες συντελεστές που της δίνουν την ιδιομορφία της και κοινούς συντελεστές για όλους τους λαούς της Αμερικής, που εξηγούν απόλυτα την εσωτερική ανάγκη μιας τέτοιας Επανάστασης. Διαπιστώνουμε επίσης πως διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες που θα κάνουν ευκολότερο το ξεκίνημα ενός επαναστατικού κινήματος: τη συνείδηση που απόκτησαν οι μάζες για το πεπρωμένο τους, τη συνείδηση μιας αναγκαιότητας και της πραγματοποίησης κατά κάποιο τρόπο αυτής της δυνατότητας. Ταυτόχρονα υπάρχουν συνθήκες που θα κάνουν δυσκολότερη, για τις μάζες, την προσέγγιση του σκοπού, την κατάκτηση, δηλαδή της εξουσίας: οι αστοί είναι τόσο στενά δεμένοι με τον ιμπεριαλισμό που θα χτυπήσουν απ’ ευθείας τις λαϊκές μάζες.

Μαύρες μέρες περιμένουν τη Λατινική Αμερική. Πρέπει να χτυπάμε βαθιά και αδιάκοπα όπου τους πονάει. Δεν πρέπει να γλιστρήσουμε προς τα πίσω, αλλά να προχωρούμε θαρραλέα, απαντώντας σε κάθε επίθεση, με μια ακόμη μεγαλύτερη πίεση των λαϊκών μαζών: αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για τη νίκη.


[1] Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Βέρντε Ολίβος», 1961

[2] Κρατικές γαίες

Μάο Τσετούνγκ: Για την καταπολέμηση των εσφαλμένων αντιλήψεων στο Κόμμα

Για την καταπολέμηση των εσφαλμένων αντιλήψεων στο Κόμμα [1]

(Δεκέμβρης 1929)

Στις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού, εμφανίστηκαν διάφορες μη προλεταριακές ιδέες που εμποδίζουν πολύ την εφαρμογή της σωστής γραμμής του Κόμματος. Αν δεν διορθωθούν πέρα για πέρα, τότε η Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού είναι βέβαιο πως θα είναι ανίκανη να επωμιστεί τα καθήκοντα που της έχει ορίσει η μεγάλη επαναστατική πάλη της Κίνας. Φυσικά η πηγή των διάφορων λαθεμένων ιδεών στην οργάνωση του Κόμματος στην Τέταρτη Στρατιά βρίσκεται στο γεγονός ότι η οργανωτική βάση του Κόμματος αποτελείται σε μεγάλο μέρος από αγρότες και άλλα στοιχεία μικροαστικής καταγωγής, αλλά η αποτυχία των ηγετικών οργάνων του Κόμματος να παλέψουν συντονισμένα ενάντια σ’ αυτές τις εσφαλμένες αντιλήψεις και να διαπαιδαγωγήσουν τα μέλη με τη σωστή γραμμή είναι επίσης μια σημαντική αιτία της ύπαρξης και της ανάπτυξης τέτοιων λαθεμένων ιδεών. Αυτή η Διάσκεψη, που βασίζεται στο πνεύμα της επιστολής του Σεπτεμβρίου του Κέντρου του Κόμματος, μ’ αυτή την ευκαιρία επισημαίνει τις εκδηλώσεις διαφόρων μη προλεταριακών αντιλήψεων στην Κομματική οργάνωση της Τέταρτης Στρατιάς, την πηγή τους και τις μέθοδες καταπολέμησής τους, και καλεί όλους τους συντρόφους να τις εξαλείψουν πέρα για πέρα.

Σχετικά με την καθαρά στρατιωτική άποψη

Η καθαρά στρατιωτική άποψη έχει πάρει μια ασυνήθιστα πλατειά διάδοση ανάμεσα σε ένα αριθμό συντρόφων στον Κόκκινο Στρατό. Εκδηλώνεται όπως παρακάτω:

1. Να θεωρούμε την στρατιωτική δουλειά και την πολιτική δουλειά σαν αντιτιθέμενες τη μια στην άλλη. Να μην αναγνωρίζουμε τη στρατιωτική δουλειά μόνο σαν ένα από τα μέσα εκπλήρωσης των πολιτικών καθηκόντων, ακόμα να δηλώνουμε, «όταν η στρατιωτική δουλειά γίνεται καλά, η πολιτική δουλειά θα γίνεται φυσικά επίσης καλά. Όταν η στρατιωτική δουλειά δεν γίνεται καλά, ούτε η πολιτική δουλειά μπορεί να γίνει καλά» - αυτό σημαίνει να πάμε ένα βήμα ακόμα και να θεωρούμε πως η στρατιωτική δουλειά καθοδηγεί την πολιτική δουλειά.

2. Να θεωρούμε τα καθήκοντα του Κόκκινου Στρατού όμοια με τα καθήκοντα του Λευκού Στρατού – απλώς να πολεμάμε. Να αγνοούμε το γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός της Κίνας, είναι μια ένοπλη δύναμη για την εφαρμογή των πολιτικών καθηκόντων της επανάστασης. Ειδικά στην παρούσα στιγμή, είναι βέβαιο πως ο Κόκκινος Στρατός δεν υπάρχει μόνο για να πολεμάει. Παράλληλα με την πάλη για την καταστροφή της στρατιωτικής δύναμης του εχθρού, οφείλει επίσης να επωμιστεί τέτοια σημαντικά καθήκοντα όπως να κινητοποιεί τις μάζες, να τις οργανώνει, να τις εξοπλίζει, και να τις βοηθάει να αναπτύσσουν επαναστατική πολιτική δραστηριότητα, και ακόμα να στερεώνει τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος.. Όταν ο Κόκκινος Στρατός πολεμάει, δεν πολεμάει απλώς προς χάρη του αγώνα αλλά για να κινήσει τις μάζες, να τις οργανώσει, να τις εξοπλίσει και να τις βοηθήσει να στερεώσουν την επαναστατική πολιτική δύναμη. Έξω από τέτοιους στόχους, ο πόλεμος χάνει το νόημα του και ο Κόκκινος Στρατός τον λόγο της ύπαρξής του.

3. Επομένως, οργανωτικά καταλήγουμε να υποτάσσουμε τα όργανα της πολιτικής δουλειάς του Κόκκινου Στρατού στα όργανα της στρατιωτικής δουλειάς, και να προβάλουμε το σύνθημα «Το Γ.Ε. του στρατού ασχολείται με τα πάντα». Αν μια τέτοια ιδέα συνεχίσει να αναπτύσσεται, μπορεί να οδηγήσει σε αποξένωση από τις μάζες, σε υποταγή της κυβέρνησης στο στρατό, και σε απόσπαση του στρατού από την προλεταριακή ηγεσία – με μια λέξη, στο ίδιο μονοπάτι της στρατοκρατίας όπως συμβαίνει με το στρατό του Κουόμιντανγκ.

4. Ταυτόχρονα, καταλήγουμε να παραβλέπουμε στην δουλειά της ζύμωσης, την αξία των ομάδων ζύμωσης. Στη δουλειά για την οργάνωση των μαζών, να παραβλέπουμε την οργάνωση των συμβουλίων των στρατιωτών στο στρατό και τοπικά την οργάνωση των μαζών των εργατών και των εργατών. Το αποτέλεσμα, είναι ότι η δουλειά της ζύμωσης όσο και η οργανωτική δουλειά εγκαταλείπονται.

5. Να παίρνουν τα μυαλά μας αέρα όταν μια μάχη κερδίζεται και να κατεβάζουμε τα μούτρα όταν χάνεται.

6. Φατριαστική νοοτροπία, δηλαδή να αντιμετωπίζουμε τα πάντα μόνο από την άποψη του συμφέροντος της Τέταρτης Στρατιάς και να μην καταλαβαίνουμε πως ο εξοπλισμός των μαζών τοπικά είναι ένα από τα σπουδαία καθήκοντα του Κόκκινου Στρατού. Αυτός είναι ένα μεγεθυμένος τύπος φατριασμού.

7. Ένας μικρός αριθμός συντρόφων περιορισμένος στο άμεσο περιβάλλον της Τέταρτης Στρατιάς, πιστεύει πως δεν υπάρχουν άλλες επαναστατικές δυνάμεις. Από εδώ προέρχεται η βαθιά ριζωμένη ιδέα για την «αποθήκευση» των δυνάμεων της με την αποφυγή της δράσης. Αυτό είναι ένα υπόλειμμα οπορτουνισμού.

8. Να παραβλέπουμε τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες, να κατεχόμαστε από επαναστατική παραφορά, να μη μας αρέσει καθόλου να αναλάβουμε καθήκοντα κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο, συγκεκριμένη δουλειά ανάμεσα στις μάζες, αλλά να θέλουμε να κάνουμε μόνο μεγάλα πράγματα και να είμαστε φορτωμένοι από ψευδαισθήσεις. Αυτό είναι ένα υπόλειμμα του τυχοδιωκτισμού.[2]

Η πηγή της καθαρά στρατιωτικής άποψης:

1. Το χαμηλό πολιτικό επίπεδο. Από δω προέρχεται η αδυναμία να αναγνωρίσουμε τον ρόλο της πολιτικής ηγεσίας στο στρατό ή να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός κι ο Λευκός Στρατός είναι εντελώς διαφορετικοί.

2. Η ιδεολογία των μισθοφορικών στρατευμάτων. Όπως οι στρατιώτες του εχθρού που αιχμαλωτίζονται στις μάχες είναι αρκετά πολυάριθμοι, τέτοια στοιχεία όταν μπαίνουν μέσα στον Κόκκινο Στρατό, φέρνουν μαζί τους της βαθιά ριζωμένη ιδεολογία τους των μισθοφορικών στρατευμάτων, προμηθεύοντας έτσι την βάση για την καθαρά στρατιωτική άποψη.

3. Από τις δυό προηγούμενες αιτίες πηγάζει μια Τρίτη, δηλαδή, η υπερεμπιστοσύνη στην στρατιωτική δύναμη και η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη των λαϊκών μαζών.

4. Η αποτυχία του Κόμματος να παρακολουθήσει ενεργά και να συζητήσει τη στρατιωτική δουλειά είναι επίσης μια αιτία για την εμφάνιση της καθαρά στρατιωτικής άποψης ανάμεσα σ’ ένα αριθμό συντρόφων.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

1. Να ανεβάσουμε με την διαπαιδαγωγική δουλειά, το πολιτικό επίπεδο στο Κόμμα, να ξεριζώσουμε τις θεωρητικές ρίζες της καθαρά στρατιωτικής άποψης, να ριζώσουμε βαθιά την βασική διαφορά ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό και στον Λευκό Στρατό. Ταυτόχρονα, να εξαλείψουμε τα υπολείμματα του οππορτουνισμού και του τυχοδιωκτισμού και να γκρεμίσουμε το φατριαστικό πνεύμα στην Τέταρτη Στρατιά.

2. Να εντείνουμε την πολιτική διαπαιδαγώγηση τόσο των αξιωματικών όσο και των αντρών, ιδιαίτερα των στρατιωτών που πιάνουμε από τον εχθρό. Ταυτόχρονα, να βοηθήσουμε τις τοπικές κυβερνήσεις να διαλέξουν, με όλα τα δυνατά μέσα, εργάτες και αγρότες με πείρα στον αγώνα, να καταταγούν στον Κόκκινο Στρατό, αδυνατίζοντας και καταπολεμώντας έτσι οργανωτικά τις ρίζες της καθαρά στρατιωτικής άποψης.

3. Να βοηθήσουμε τις τοπικές κομματικές οργανώσεις να ασκούν κριτική των κομματικών οργανώσεων του Κόκκινου Στρατού, και τα όργανα της μαζικής πολιτικής δουλειάς να κάνουν κριτική στον Κόκκινο Στρατό έτσι ώστε να βοηθηθούν οι κομματικές οργανώσεις του Κόκκινου Στρατού και οι αξιωματικοί και οι άνδρες του Κόκκινου Στρατού.

4. Το Κόμμα πρέπει δραστήρια να προσέξει την στρατιωτική δουλειά και να ανοίξει συζητήσεις πάνω σ’ αυτήν. Αφού συζητηθεί το πρόβλημα και καταλήξουμε σε απόφαση να διοχετευθεί στις μάζες.

5. Να επεξεργαστούμε κανόνες και κανονισμούς που να καθορίζουν ξεκάθαρα τα καθήκοντα του Κόκκινου Στρατού, την σχέση ανάμεσα στα όργανα της στρατιωτικής δουλειάς και σ’ εκείνα της πολιτικής δουλειάς, την σχέση ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό και τις λαϊκές μάζες, και τις αρμοδιότητες και την λειτουργία των συμβουλίων των στρατιωτών και την σχέση τους με τα στρατιωτικά και πολιτικά όργανα.

Σχετικά με τον υπερδημοκρατισμό

Από τότε που η Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού εφαρμόζει τις καθοδηγητικές εντολές του Κομματικού Κέντρου, ο υπερδημοκρατισμός έχει μειωθεί αρκετά. Πχ. οι αποφάσεις του Κόμματος μπορούν τώρα να εκτελούνται αρκετά καλά και κανείς δεν φέρνει πια τέτοιες λαθεμένες προτάσεις όπως να εφαρμόσουμε στον Κόκκινο Στρατό «το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό από τη βάση μέχρι την κορυφή» ή «να αποφασίσουμε να συζητάει πρώτα η βάση και μετά τα υψηλότερα επίπεδα να αποφασίζουν». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η μείωση είναι παροδική και επιφανειακή και δεν σημαίνει ακόμα την εξάλειψη της αντίληψης του υπερδημοκρατισμού. Με άλλα λόγια, οι ρίζες του υπερδημοκρατισμού βρίσκονται ακόμα βαθιά στα μυαλά πολλών συντρόφων. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί η απροθυμία που εκδηλώνεται για την εφαρμογή των αποφάσεων του Κόμματος.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

1. Να εξαλείψουμε ιδεολογικά τις ρίζες του υπερδημοκρατισμού. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δείξουμε ότι ο κίνδυνος του ακραίου εκδημοκρατισμού βρίσκεται στην τάση του περιορισμού ή ακόμα της καταστροφής της οργάνωσης του Κόμματος, του αδυνατίσματος ή ακόμα της καταστροφής της μαχητικής ικανότητας του Κόμματος, του να γίνει το Κόμμα ανίκανο να επωμισθεί τα αγωνιστικά του καθήκοντα, πράγμα που θα έχει σα συνέπεια την ήττα της επανάστασης. Έπειτα πρέπει να υποδείξουμε ότι η πηγή του υπερδημοκρατισμού βρίσκεται στην φύση της μικροαστικής τάξης που είναι βραδυκίνητη και αντιτίθεται στην πειθαρχία. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό, βρίσκοντας έδαφος μέσα στο Κόμμα, εμφανίζεται πολιτικά και οργανωτικά σαν αντίληψη του υπερδημοκρατισμού. Η αντίληψη αυτή είναι θεμελιακά ασυμβίβαστη με τα αγωνιστικά καθήκοντα του Κόμματος.

2. Οργανωτικά, οφείλουμε να επιβάλουμε αυστηρά τον δημοκρατικό τρόπο ζωής κάτω από την συγκεντρωτική καθοδήγηση. Η γραμμή για να γίνει αυτό είναι η παρακάτω:

α) Το καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος πρέπει να δίνει μια σωστή γραμμή καθοδήγησης και να βρίσκει λύσεις στα προβλήματα που εμφανίζονται στερεώνοντας έτσι την έννοια του καθοδηγητικού κέντρου.

β) Το ανώτερο καθοδηγητικό όργανο πρέπει να έχει ξεκάθαρη αντίληψη των συνθηκών, μέσα στις οποίες εργάζονται τα κατώτερα όργανα και των συνθηκών ζωής της βάσης του στρατού, έτσι που να εξασφαλίζει μια αντικειμενική βάση για μια σωστή καθοδήγηση.

γ) Οι Κομματικές οργανώσεις σε όλα τα επίπεδα δεν πρέπει να παίρνουν αποφάσεις χωρίς την απαραίτητη επεξεργασία. Όταν μια απόφαση παρθεί πρέπει να εφαρμόζεται σταθερά.

δ) Όλες οι αποφάσεις οποιασδήποτε σημασίας που παίρνονται από τα ανώτερα όργανα του Κόμματος πρέπει γρήγορα να μεταβιβάζονται στα κατώτερα όργανα και στα Κομματικά μέλη της βάσης του στρατού. Η μέθοδος για να γίνεται αυτό είναι να συγκαλούνται συσκέψεις στελεχών ή γενικές συνελεύσεις των μελών της δοσμένης κομματικής οργάνωσης (όταν το επιτρέπουν οι περιστάσεις) ακόμα και της φάλαγγας [3] και να αναλαμβάνει κάποιος να μιλάει σε τέτοιες συγκεντρώσεις.

ε) Τα κατώτερα όργανα του Κόμματος και τα Κομματικά μέλη της βάσης του στρατού πρέπει να συζητάνε λεπτομερειακά τις κατευθύνσεις που δίνονται από τα ανώτερα όργανα ώστε να κατανοούν απόλυτα τη σημασία τους και να αποφασίζουν για τις μέθοδες εφαρμογής τους.

Σχετικά με την άρνηση της οργάνωσης

Η αντίληψη που αρνιέται την οργάνωση και που υπάρχει στην οργάνωση του Κόμματος στην Τέταρτη στρατιά εκδηλώνεται όπως παρακάτω:

1. Η άρνηση της μειοψηφίας να πειθαρχεί στην πλειοψηφία. Για παράδειγμα, όταν η μειοψηφία βλέπει να καταψηφίζεται η άποψή της, δεν εφαρμόζει ειλικρινά της αποφάσεις της Κομματικής Οργάνωσης.

Η μέθοδος καταπολέμησης:

α. Στη συγκέντρωση, όλοι πρέπει να σπρώχνονται να πουν με πληρότητα τη γνώμη τους. Η σωστή και η λαθεμένη πλευρά πρέπει καθαρά να παρατίθεται χωρίς συμβιβασμούς και διφορούμενα λόγια. Ότι δεν μπορεί να κανονιστεί σε μια συνεδρίαση μπορεί να συζητηθεί και σε άλλη (παίρνοντας μέτρα για να μην επηρεάζεται η δουλειά) έτσι ώστε να φτάνουμε σε ένα λαμπικαρισμένο συμπέρασμα.

β. Η Κομματική πειθαρχία απαιτεί, ανάμεσα στ’ άλλα, η μειοψηφία να υπακούει στην πλειοψηφία. Η μειοψηφία, αφού οι προτάσεις της έχουν απορριφθεί, πρέπει να υποστηρίζει την απόφαση που υιοθέτησε η πλειοψηφία. Αν είναι αναγκαίο, μπορεί να ξαναφέρει το ζήτημα πάλι για συζήτηση στην επόμενη συνεδρίαση, αλλά δεν πρέπει να δείχνει καμιά αντίδραση στη δραστηριότητα.

2. Η κριτική έξω από τα οργανωτικά πλαίσια:

α. Η εσωκομματική κριτική είναι ένα όπλο για να δυναμώσουμε την οργάνωση του Κόμματος και να ανεβάσουμε την μαχητική του ικανότητα. Στην Κομματική οργάνωση του Κόκκινου Στρατού, οπωσδήποτε, καμιά φορά η κριτική δεν έχει αυτό το χαρακτήρα, αλλά εξελίσσεται σε προσωπικές επιθέσεις. Σαν αποτέλεσμα, δεν βλάπτει μόνο τα άτομα αλλά και την Οργάνωση του Κόμματος. Αυτό είναι μια εκδήλωση μικροαστικού ατομικισμού. Η μέθοδος για να καταπολεμήσουμε αυτή την τάση είναι να το ξεκαθαρίσουμε στα μέλη του Κόμματος ότι η κριτική έχει στόχο το ανέβασμα της μαχητικής ικανότητας του Κόμματος για να πετύχει τη νίκη στην ταξική πάλη, και ότι ποτέ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν μέσο προσωπικής επίθεσης.

β. Πολλά μέλη του Κόμματος δεν κάνουν την κριτική τους μέσα, αλλά έξω από το Κόμμα. Αυτό γίνεται γιατί γενικά τα μέλη δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει τη σημασία της Κομματικής Οργάνωσης (των συνεδριάσεων κλπ) και δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική μέσα στην οργάνωση και την κριτική έξω απ’ αυτήν. Η μέθοδος καταπολέμησης είναι να διαπαιδαγωγήσουμε τα μέλη του Κόμματος έτσι που να τα κάνουμε να καταλάβουν ότι η Κομματική Οργάνωση είναι απαραίτητη και ότι κάθε κριτική των Κομματικών Επιτροπών ή των συντρόφων οφείλει να γίνεται μέσα τα κομματικά πλαίσια.

Σχετικά με την αντίληψη του απόλυτου εξισωτισμού

Η αντίληψη του απόλυτου εξισωτισμού είχε πάρει κάποτε στον Κόκκινο Στρατό σοβαρή έκταση. Για παράδειγμα: Να αρνούμαστε να εγκρίνουμε διαφορετικές παροχές στους τραυματισμένους στρατιώτες ανάλογα με την σοβαρότητα του τραύματος αλλά να εγκρίνουμε ταυτόσημες παροχές. Να αρνούμαστε στους αξιωματικούς την ανάγκη να πηγαίνουν καβάλα σε άλογο στην διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους σαν εκδήλωση ανισότητας. Ή να απαιτούμε απόλυτα ίσο μοίρασμα των εφοδίων και να αρνιόμαστε μεγαλύτερο μερίδιο σε ειδικές περιπτώσεις. Να απαιτούμε ίσα φορτία για όλα τα άτομα στην μεταφορά του ρυζιού, ανεξάρτητα από ηλικία ή τις φυσικές τους ικανότητες. Να απαιτούμε ίσο χώρο στην διανομή των καταυλισμών και να αρνούμαστε ακόμα στο Γενικό Επιτελείο να κατέχει μεγαλύτερο οίκημα. Να απαιτούμε ίση επιφόρτιση με χειρονακτικά καθήκοντα και να αρνούμαστε να κάνουμε οποιαδήποτε έκτακτη δουλειά. Ακόμα όταν υπάρχουν δύο τραυματίες αλλά μόνο ένα φορεί , να προτιμάμε να τους εγκαταλείψουμε και τους δύο παρά να κουβαλήσουμε τον ένα από τους δύο. Όλα αυτά δείχνουν ότι η τάση του απόλυτου εξισωτισμού είναι ακόμα σοβαρή ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους άντρες του Κόκκινου Στρατού.

Όπως ο υπερδημοκρατισμός στα πολιτικά ζητήματα έτσι και η τάση του απόλυτου εξισωτισμού έχει τις ρίζες της στην ιδεολογία μιας χειροτεχνικής και μικροαγροτικής οικονομίας, με τη μόνη διαφορά ότι ο πρώτος εκδηλώνεται στα πολιτικά ζητήματα ενώ η δεύτερη στα υλικά ζητήματα.

Η μέθοδος καταπολέμησης: πρέπει να τονίζεται ότι όχι μόνο η τάση του απόλυτου εξισωτισμού είναι απλά μια αυταπάτη των μικροαγροτών και των μικροχειροτεχνών στις μέρες που ο καπιταλισμός δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά ακόμα και ότι στις μέρες του σοσιαλισμού, τα υλικά πράγματα θα διανέμονται σύμφωνα με την αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα σύμφωνα με τη δουλειά του», και δεν θα υπάρχει καθόλου τέτοιο πράγμα όπως ο απόλυτος εξισωτισμός. Η διανομή των υλικών πραγμάτων στους άνδρες του Κόκκινου Στρατού πρέπει από γενική άποψη να είναι ίση, όπως π.χ. ίσες παροχές ανάμεσα στους στρατιώτες και στους αξιωματικούς, γιατί αυτό αποτελεί και απαίτηση των σημερινών συνθηκών του αγώνα. Αλλά ο απόλυτος εξισωτισμός πέρα από το ότι δεν στέκεται λογικά πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν εξυπηρετεί τον αγώνα, αντίθετα τον παρεμποδίζει.

Σχετικά με τον υποκειμενισμό

Ο υποκειμενισμός υπάρχει σε μια σοβαρή έκταση ανάμεσα σε ορισμένα μέλη του Κόμματος και είναι πολύ επιζήμιος στην αναλυτική μελέτη μιας πολιτικής κατάστασης στην καθοδήγηση της δουλειάς. Ο υποκειμενικός τρόπος ανάλυσης της πολιτικής κατάστασης και ο υποκειμενικός τρόπος καθοδήγησης της δουλειάς αναπόδραστα καταλήγει στον οπορτουνισμό ή στον τυχοδιωκτισμό. Όσο για την κριτική που γίνεται με υποκειμενικό τρόπο μέσα στο Κόμμα, που δεν βασίζεται στα γεγονότα, ή η αμοιβαία υποψία, καταλήγουν συχνά στο να υποθάλπουν διαμάχη έξω από τις αρχές και διασπά την Κομματική οργάνωση. Ένα άλλο σημείο που πρέπει να υπενθυμίσουμε σε σχέση με την κριτική μέσα στα κομματικά πλαίσια, είναι ότι μερικοί σύντροφοι στην κριτική τους δεν προσέχουν τα σπουδαία θέματα αλλά μόνο τα μικρά. Δεν κατανοούν ότι ο κύριος σκοπός της κριτικής είναι να υποδείξει τα πολιτικά και οργανωτικά λάθη. Όσο για τα προσωπικά ελαττώματα, εκτός αν συνδέονται με πολιτικά και οργανωτικά λάθη, δε χρειάζεται να είμαστε τόσο επίμονοι που να βάζουμε τους συντρόφους σε αμηχανία. Ακόμα παραπέρα, υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος ότι, όταν αναπτύσσεται τέτοια κριτική, η προσοχή του Κόμματος καταλήγει να συγκεντρώνεται ολοκληρωτικά σε ελαττώματα, και οι σύντροφοι να γίνονται σχολαστικοί και να ξεχνάνε τα πολιτικά καθήκοντα του Κόμματος.

Η μέθοδος για την καταπολέμησή της:

Βασικά να διαπαιδαγωγήσουμε τα μέλη του Κόμματος έτσι που να υψώσουν την σκέψη τους και την Κομματική ζωή τους σε ένα πολιτικό και επιστημονικό επίπεδο. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει:

α) Να κάνουμε τα Κομματικά μέλη ικανά να εφαρμόζουν την Μαρξιστική-Λενινιστική μέθοδο στην ανάλυση της συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης και την ύψωση των ταξικών δυνάμεων στην θέση της υποκειμενικής ανάλυσης και συνόψισης.

β) Να κατευθύνουμε την προσοχή των Κομματικών μελών στην κοινωνική και οικονομική έρευνα και μελέτη, για να καθορίζουν με βάση αυτήν την τακτική της πάλης και τις μέθοδες δουλειάς, και να κάνουμε τους συντρόφους να καταλάβουν ότι χωρίς την έρευνα των πραγματικών συνθηκών θα πέσουν στην άβυσσο των αυταπατών τους και του τυχοδιωκτισμού.

γ) Στην Κριτική μέσα στα κομματικά πλαίσια οφείλουμε να αντιτασσόμαστε στις υποκειμενικές, δογματικές και βάρβαρες τάσεις: οι εκδηλώσεις πρέπει να βασίζονται σε γεγονότα και η κριτική πρέπει να συγκεντρώνεται στην πολιτική ουσία του ζητήματος.

Η ατομιστική τάση στις κομματικές δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού συνοψίζεται στις ακόλουθες εκδηλώσεις:

α) Μνησικακία: Αν μας γίνει κριτική μέσα στο Κόμμα από έναν σύντροφο στρατιώτη, ψάχνουμε για ευκαιρίες για να τον αντεκδικηθούμε έξω από το Κόμμα – το ξύλο ή το βρίσιμο είναι μια μέθοδος αντεκδίκησης. Η αντεκδίκηση γίνεται και μέσα στο Κόμμα: μου επιτέθηκες σ’ αυτή τη συνεδρίαση έτσι θα εκδικηθώ ψάχνοντας για δικά σου λάθη στην επόμενη. Τέτοια μνησικακία προχωράει μόνη της με την τοποθέτηση του προσωπικού συμφέροντος πάνω από τα γενικά ταξικά και κομματικά συμφέροντα. Ο στόχος της δεν είναι η εχθρική τάξη αλλά τα άτομα στις δικές μας γραμμές. Είναι μια διαβρωτική ουσία που αδυνατίζει την οργάνωση και τη μαχητική της ικανότητα.

β) Φατριασμός: Να ενδιαφερόμαστε μόνο για τα συμφέροντα της δικής μας παρεούλας και να αγνοούμε τα γενικά συμφέροντα –αν και δεν αναφέρεται άμεσα σε προσωπικά συμφέροντα- αυτός περιέχει στην πραγματικότητα ατομισμό ενός εξαιρετικά στενού είδους και καταλήγει να έχει μια υπερβολικά διαβρωτική φυγόκεντρη επίδραση. Στον Κόκκινο Στρατό, ο φατριασμός έχει σε όλη τη διάρκεια επιζήσει. Αν και τώρα έχει γίνει λιγότερο σοβαρός σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης της αυτοκριτικής, τα υπολείμματά του ακόμα υπάρχουν και χρειάζεται παραπέρα προσπάθεια για να τα κατανικήσουμε.

γ) Η τάση των απολαύσεων: Στον Κόκκινο Στρατό υπάρχουν επίσης πολύ λίγοι που ο ατομισμός τους βρίσκει έκφραση στην αναζήτηση της ευχαρίστησης. Αυτοί σταθερά ελπίζουν ότι τα στρατεύματα θα μπουν μέσα σε μεγάλες πόλεις. Θέλουν να πάνε εκεί όχι για να δουλέψουν αλλά για να διασκεδάσουν. Αυτό που δεν συμπαθούν καθόλου είναι να δουλέψουν στις κόκκινες περιοχές που η ζωή είναι σκληρή.

δ) Παθητικότητα και αδράνεια: Να γινόμαστε παθητικοί και να σταματάμε την δουλειά κάθε φορά που τα πράγματα πάνε αντίθετα με τις ευχές μας. Αυτό κυρίως οφείλεται στην έλλειψη διαπαιδαγώγησης, αν και καμιά φορά οφείλεται επίσης στους λαθεμένους χειρισμούς των ζητημάτων από την ηγεσία, στην ανάθεση υπέρμετρου φορτίου καθηκόντων και σε λαθεμένο τρόπο εφαρμογής της πειθαρχίας.

ε) Να επιθυμούμε να εγκαταλείψουμε τον στρατό: Ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δουλεύουν στον Κόκκινο Στρατό ζητούν μετάθεση για την τοπική δουλειά. Αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά σε προσωπικούς λόγους, αλλά επίσης: i) στις υλικές δυσκολίες της ζωής στον Κόκκινο Στρατό ii) το αίσθημα της κούρασης μετά από μακρόχρονο αγώνα iii) τους λαθεμένους χειρισμούς των υποθέσεων από την ηγεσία, στην επιβάρυνση με πολλές δουλειές και στον άσχημο τρόπο εφαρμογής της πειθαρχίας.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

Κυρίως να εντατικοποιήσουμε την διαπαιδαγώγηση με το σκοπό να καταπολεμήσουμε ιδεολογικά τον ατομισμό. Έπειτα, να χειριζόμαστε τα ζητήματα, να αναθέτουμε την δουλειά, και να επιβάλουμε την πειθαρχία σωστά. Ακόμα παραπέρα, να παίρνουμε μέτρα για να βελτιώνουμε τις συνθήκες διαβίωσης στον Κόκκινο Στρατό και να χρησιμοποιούμε κάθε δυνατή ευκαιρία για ξεκούραση και αναψυχή με το σκοπό να βελτιώνουμε τις συνθήκες ζωής. Πρέπει να εξηγούμε καθαρά στην εφαρμογή της διαπαιδαγώγησης ότι ο ατομισμός είναι στις κοινωνικές του πηγές αντανάκλαση της μικροαστικής και αστικής ιδεολογίας.

Σχετικά με την αντίληψη των περιπλανώμενων ανταρτών

Η πολιτική αντίληψη των περιπλανώμενων ανταρτών γεννιέται στον Κόκκινο Στρατό επειδή τα αλήτικα στοιχεία σχηματίζουν μια πολύ μεγάλη αναλογία σ’ αυτόν και επειδή υπάρχουν πολύ μεγάλοι αριθμοί από αλήτες στην χώρα, ειδικότερα στις νότιες επαρχίες. Αυτή η αντίληψη εκδηλώνεται: (α) με το να είμαστε απρόθυμοι να επεκτείνουμε την πολιτική μας επιρροή με επίμονη δουλειά για τη δημιουργία επαναστατικών βάσεων και με τη στερέωση της πολιτικής δύναμης των λαϊκών μαζών, αλλά με το να προσπαθούμε να την επεκτείνουμε χρησιμοποιώντας μόνο τη μέθοδο των περιπλανώμενων αντάρτικων ομάδων. (β) με το να ακολουθούμε στην προσπάθεια για την επέκταση του Κόκκινου Στρατού όχι τη γραμμή της επέκτασης πρώτα των αποσπασμάτων του Κόκκινου Στρατού και τελικά των κύριων δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού, αλλά τη γραμμή «να νοικιάσουμε άντρες και να αγοράσουμε άλογα» και «να στρατολογήσουμε λιποτάκτες και να πάρουμε στασιαστές»[4]. (γ) να μην επιμένουμε στην διεξαγωγή σκληρών αγώνων μαζί με τις μάζες, και να ελπίζουμε μόνο να πάμε σε μεγάλες πόλεις για να ριχτούμε στο φαί και στο πιοτό. Όλες αυτές οι εκδηλώσεις της αντίληψης των περιπλανώμενων ανταρτών εμποδίζουν σοβαρά τον Κόκκινο Στρατό στην εκπλήρωση των σωστών καθηκόντων του. Η εξάλειψη της αντίληψης αυτής είναι πραγματικά ένας από τους σημαντικούς στόχους της ιδεολογικής πάλης της Κομματικής οργάνωσης στον Κόκκινο Στρατό. Πρέπει να αναγνωριστεί πως η ιδέα των περιπλανώμενων ανταρτών του τύπου Χουάνγκ Σάο [5] ή των Λι Σουάνγκ[6] δεν επιτρέπεται πια κάτω από τις σημερινές συνθήκες.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

α) Να εντείνουμε τη διαπαιδαγωγική δουλειά, να κάνουμε κριτική στις εσφαλμένες αντιλήψεις και να καταπολεμήσουμε την αντίληψη των περιπλανώμενων ανταρτών.

β) Να εντείνουμε τη διαπαιδαγωγική δουλειά προς την κατεύθυνση της καταπολέμησης της αλήτικης νοοτροπίας μέσα στα τμήματα της βάσης του Κόκκινου Στρατού και στους στρατιώτες που αιχμαλωτίζονται.

γ) Να παλέψουμε για να προσελκύσουμε στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού δραστήριους εργάτες και αγρότες με πείρα στον αγώνα με σκοπό να αλλάξουμε την σύνθεση του Κόκκινου Στρατού.

δ) Να δημιουργήσουμε καινούργιες μονάδες στον Κόκκινο Στρατό από εργάτες και αγρότες που συμμετέχουν στον αγώνα.

Σχετικά με τις επιβιώσεις του τυχοδιωκτισμού

Η κομματική οργάνωση του Κόκκινου Στρατού έχει ήδη διεξάγει αγώνες ενάντια στον τυχοδιωκτισμό, αλλά ο αγώνας αυτός κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει. Επομένως υπάρχουν κατάλοιπα τυχοδιωκτικών αντιλήψεων ακόμα στον Κόκκινο Στρατό. Οι εκδηλώσεις του είναι: (α) Να δρούμε τυφλά χωρίς να παίρνουμε υπόψη τις υποκειμενικές συνθήκες. (β) Να διεξάγουμε με ανεπάρκεια και αναποφασιστικότητα την πολιτική μας δουλειά στις πόλεις.(γ) Να ανεχόμαστε τη στρατιωτική απειθαρχία, ιδιαίτερα στις στιγμές της ήττας. (δ) Να υπάρχουν μονάδες που βάζουν φωτιά στα σπίτια. (ε) Με το να συσχετίζονται τα κρούσματα τουφεκισμού των λιποτακτών και των σωματικών τιμωριών. Αυτά επίσης ανήκουν στη φύση του τυχοδιωκτισμού. Ο τυχοδιωκτισμός στην κοινωνική πηγή του είναι ένας συνδυασμός της ιδεολογίας του Λούμπεν – προλεταριάτου με εκείνη της μικροαστικής τάξης.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

α) Να ξεριζώσουμε ιδεολογικά τον τυχοδιωκτισμό. β) Να καταπολεμήσουμε την τυχοδιωκτική πρακτική με το να εφαρμόσουμε κατάλληλους κανόνες και κανονισμούς και υιοθετώντας ορθή πολιτική.



[1]Αυτή είναι μια απόφαση γραμμένη από τον σύντροφο Μάο Τσε – τούνγκ για την ένατη διάσκεψη της κομματικής οργάνωσης της τέταρτης στρατιάς του Κόκκινου Στρατού το Δεκέμβριο του 1927. Η οικοδόμηση του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού έχει περάσει από μια δύσκολη πορεία. Ο Κινέζικος Κόκκινος Στρατός (έγινε η Όγδοη Εκστρατευτική Στρατιά και η Νέα Τέταρτη Στρατιά στη διάρκεια του Πολέμου Αντίστασης εναντίον της γιαπωνέζικης επίθεσης και είναι τώρα ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), που δημιουργήθηκε την 1η Αυγούστου του 1927 την εποχή της εξέγερσης του Ναντσάνγκ, είχε κατά το Δεκέμβριο του 1929 μια ζωή περισσότερο από δυό χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων η οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος στον Κόκκινο Στρατό, πολεμώντας τις διάφορες εσφαλμένες αντιλήψεις είχε μάθει πολλά και είχε συσσωρεύσει σημαντική πείρα, που διατυπώθηκε σ’ αυτή την απόφαση. Η απόφαση τοποθέτησε την οικοδόμηση του Κόκκινου Στρατού πάνω σε μια καθαρή Μαρξιστική-Λενινιστική βάση αποκλείοντας τις επιδράσεις των στρατών παλιού τύπου. Δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού αλλά ακολουθήθηκε αργά ή γρήγορα απ’ όλες τις άλλες μονάδες του Κόκκινου Στρατού. Με αυτή την έννοια όλος ο Κόκκινος Στρατός μετασχηματίστηκε εντελώς σε έναν γνήσιο λαϊκό στρατό. Στα τελευταία 20 και περισσότερα χρόνια ο Λαϊκός Στρατός της Κίνας έχει πετύχει τρομακτικές προόδους και καινοτομίες στην κομματική δραστηριότητα και στην πολιτική δουλειά, και έχει δώσει σ’ αυτές μια ολοκληρωτικά νέα όψη, αλλά η βασική γραμμή σε μια τέτοια δραστηριότητα και δουλειά παραμένει η ίδια μ’ αυτή που εκτίθεται σ’ αυτή την απόφαση.

[2] Για μια σύντομη περίοδο μετά από την ήττα της επανάστασης το 1927, μια «Αριστερή» τυχοδιωκτική τάση εμφανίστηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Θεωρώντας την κινέζικη επανάσταση σαν «διαρκή» επανάσταση και την επαναστατική κατάσταση στην Κίνα σαν «διαρκή κίνηση», οι σύντροφοι αυτοί ενεργώντας τυχοδιωκτικά αρνήθηκαν να οργανώσουν μια τακτική υποχώρηση και, υιοθετώντας τις διοικητικές μέθοδες και στηριζόμενοι πάνω σε ένα μικρό αριθμό μελών του Κόμματος και σε ένα μικρό τμήμα των μαζών, προσπάθησαν λαθεμένα να δημιουργήσουν σ’ όλη τη χώρα μια σειρά από τοπικές εξεγέρσεις που δεν είχαν προοπτικές επιτυχίας. Οι τυχοδιωκτικές ενέργειες επεκτάθηκαν στο τέλος του 1927, αλλά βαθμιαία σταμάτησαν στις αρχές του 1928, αν και αισθήματα υπέρ του τυχοδιωκτισμού παραμείνανε ακόμα ανάμεσα σε μερικούς συντρόφους.

[3] Στο παρτιζάνικο σύστημα οργάνωσης η φάλαγγα αντιστοιχεί στη μεραρχία του τακτικού στρατού αλλά με πολύ ευκίνητη σύνθεση και αριθμητικά ήταν μικρότερη σε σχέση με τη μεραρχία του τακτικού στρατού.

[4] Αυτοί οι δυο κινέζικοι ιδιωματισμοί αναφέρονται στις μέθοδες που ακολούθησαν ορισμένοι επαναστάτες στην ιστορία της Κίνας για την ανάπτυξη των δυνάμεών τους. Σύμφωνα με αυτές τις μέθοδες, δόθηκε περισσότερη προσοχή στην αύξηση των αριθμητικών δυνάμεων παρά στην ποιότητά τους, έτσι στρατολογήθηκαν αδιάκριτα κάθε λογής άντρες.

[5] Αρχηγός των αγροτικών εξεγέρσεων στο τέλος της δυναστείας των Τανγκ. Το 857 μ.χ. (ξεκινώντας από την ιδιαίτερη πατρίδα του , Τσάοσον, το σημερινό Χοτς Κάουντυ στον Σαντούνγκ), ο Χουάνγκ οδήγησε εξοπλισμένους αγρότες σε νικηφόρες μάχες ενάντια στο Γελόοου, Γιανκτσί, Χονάι και στις κοιλάδες του ποταμού Περλ, και φτάνοντας μέχρι το Κουανγκτσί, τελικά πέρασε μέσα από το πέρασμα Τουνγκ, κατέλαβε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Σαγκάν την σημερινή Σιάν του Σενσί, και στέφθηκε αυτοκράτορας. Σε εσωτερικές διενέξεις και επιθέσεις από μη κινέζικες νομαδικές φυλές σύμμαχες των δυνάμεων του Τανγκ ανάγκασαν τον Χουάνγκ να εγκαταλείψει την Σανγκάν και να οπισθοχωρήσει στην πατρική περιοχή του, όπου αυτοκτόνησε. Η δεκάχρονη εκστρατεία του είναι ένας από τους πιο γνωστούς πολέμους των χωρικών στην κινέζικη ιστορία. Οι επίσημοι κινέζοι ιστορικοί σημειώνουν ότι «ο λαός υποφέροντας από τους βαριούς φόρους και εισφορές συγκεντρωνότανε γύρω του». Αλλά όπως αυτός δεν έκανε παρά μόνο μια στρατολόγηση ανταρτών χωρίς να εγκαθιδρύει παράλληλα στέρεες βάσεις, το κίνημά του αναφέρεται σαν κίνημα που χαρακτηρίζεται από «ορδές περιπλανώμενων ανταρτών».

[6] Χουάνγκ που σημαίνει «τόλμησε το παν», ήταν ο τίτλος του Λι Τσε – σενγκ, που καταγόταν από το Μισίχ, στο βόρειο Σενσί. Ήταν ο αρχηγός μιας αγροτικής εξέγερσης που οδήγησε στην ανατροπή της δυναστείας των Μινγκ. Η εξέγερση ξέσπασε πρώτα στο βόρειο Σενσί το 1628. Ο Λι ενώθηκε με τις δυνάμεις του Κάο Γινγκ – Χσιάνγκ και εκστράτευσε μέσα από το Χονάν και Ανχουέι και πίσω στο Σενσί. Μετά από τον θάνατο του Κάο το 1636, ο Λι πέτυχε να πάρει τον τίτλο του βασιλιά Σουάνγκ και όρμησε μέσα και γύρω στις επαρχίες Σενσί, Στζέσουαν, Χονάν και Χουπέχ. Τελικά κατέλαβε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Πεκίνου στα 1644, όπου ο τελευταίος αυτοκράτορας των Μινγκ αυτοκτόνησε. Το κύριο σύνθημα που προπαγάνδιζε μέσα στις μάζες ήταν «υποστήριζε τον βασιλιά Σουάνγκ και μη πληρώνεις φόρο από γεννήματα». Ένα άλλο σύνθημα για να επιβάλει την πειθαρχία στα στρατεύματά του ήταν «κάθε φόνος σημαίνει την δολοφονία του πατέρα μου, κάθε βιασμός σημαίνει τον βιασμό της μητέρας μου». Έτσι στήριξε την υποστήριξη των μαζών και το κίνημά του έγινε το κύριο ρεύμα των αγροτικών εξεγέρσεων που ξέσπαγαν σ’ όλην τη χώρα. Όπως κι αυτός περιπλανιότανε χωρίς να εγκαθιδρύει ποτέ παράλληλα στερεές βάσεις, νικήθηκε λίγο μετά την κατάληψη του Πεκίνου από τον Γου Σεν – μουέι, ένα στρατηγό της δυναστείας των Μινγκ που έφερε τους εισβολείς Μαντσού μέσα στην Κίνα με το σκοπό να αυξήσει τις δυνάμεις του για την επίθεση ενάντια στον Λι.