Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Χοντζέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Χοντζέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.5.07

Γιάννη Χοντζέα: Για την "Ενωμένη Εθνική Αντίσταση"

Πόσες φορές δεν ακουγεται, τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, ότι στους γερμανούς καταχτητές αντιστάθηκε σύσσωμος ο ελληνισμός, ότι όλες οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης επέδειξαν άμετρο ηρωισμό και άλλα τέτοια; Η ιστορική μνήμη θυμάται ακόμα τις δεξιές έως ανοιχτά φασιστικές οργανώσεις να χτυπούν, αντάμα με τους γερμανούς, τους αγωνιστές του ΕΑΜ, κι αυτό δεν μπορεί να σβήσει. Γιατί φτάσαμε στην «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση»; Ποιός έδωσε το δικαίωμα στις αντιΕΑΜικές οργανώσεις και στους δοσίλογους της Κατοχής να λογαριάζονται για υγιή πατριωτικά στοιχεία; Ποιός μοίρασε αφειδώς τα συγχωροχάρτια;

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από το σ. Γιάννη Χοντζέα το 1975 και αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα Αριστερά! του Σεπτέμβρη του 1997, όπου και δημοσιεύτηκε με αφορμή την επέτειο της ίδρυσης του ΕΑΜ

Ο «κοινός γιορτασμός» της «επετείου της Εθνικής Αντίστασης» γενικά στον Πανιώνιο, και ο «χωριστός» στην Καλλιθέα της επετείου του ΕΑΜ, μας αναγκάζουν να ασχοληθούμε μ’ ένα πολιτικό-ιστορικό πρόβλημα: εκείνο της Αντίστασης, του ρόλου των διαφόρων οργανώσεων που παρουσιάστηκαν ή παρουσιάζονται τώρα σαν τέτοιες, της πολιτικής του ΚΚΕ απέναντί τους και της πολιτικής του ρεβιζιονισμού από το 1956 και δώθε απέναντί τους. Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα σύντομο ιστορικό διάγραμμα πρώτα και σε συνέχεια να δώσουμε την πολιτική μας άποψη.

Οι άγγλοι, φεύγοντας από την Ελλάδα με τη συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου και τη λιποταξία του Γεωργίου Β’ και των συνεργατών του, άφησαν ορισμένα δίχτυα πληροφοριών κλπ, από δικούς τους και από έλληνες. Παρά τις αδυναμίες του ανασυγκροτημένου ΚΚΕ, οι εδώ πολιτικοί τοποτηρητές τους και οι υπηρεσίες τους αντιλήφθηκαν πως μπροστά στο επαίσχυντο θέαμα το δοσιλογισμού της μεγαλοαστικής τάξης και της πολιτικής «ηγεσίας», ο λαός θα ξεσηκωνόταν και η Ελλάδα θα ‘φευγε από τα χέρια τους.
Γι’ αυτό, ύστερα μάλιστα από την ίδρυση του ΕΑΜ προχώρησαν σε πολιτική και στρατιωτική αντεπίθεση που εκδηλώθηκε με την αποστολή του Ζέρβα στην Ήπειρο[1] και την ίδρυση της ΠΕΑΝ, πολιτικής οργάνωσης που εμπνέονταν από τον κ. Π. Κανελλόπουλο, που θεωρούνταν από τους άγγλους τότε σαν ο πιο άφθαρτος και ο πιο νέος πολιτικός, παρά το φιάσκο του 1936 που δε βγήκε ούτε βουλευτής. Στη Μακεδονία ιδρύεται ο ΠΑΟ.
Το ΕΑΜ όμως φούντωνε, ενώ οι δυνάμεις της ΠΕΑΝ παρέμεναν περιορισμένες σε μέλη των αγγλικών διχτύων και σε «νέους καλών οικογενειών». Εκτός από την ανατίναξη του κτιρίου της ΕΣΠΟ (γερμανόφιλης χαφιέδικης οργάνωσης) το 1942, από μέλη διχτύου που είχαν σχέσεις με την ΠΕΑΝ, δεν υπήρξε άλλη αντιστασιακή δράση από την οργάνωση αυτή. Στο μεταξύ δημιουργούνται κι άλλες οργανώσεις, αντιΕΑΜικές στον χαρακτήρα και στη δράση (όταν ανέπτυσσαν τέτοια). Με τον ερχομό του Γ. Τσιγάντε στην Ελλάδα, με «σακούλια με λίρες» όπως έχουν γράψει πολλοί, οι οργανώσεις αυτές πολλαπλασιάζονται, ενώ αποχωρούν από τις ΕΑΜικές οργανώσεις αρκετά στοιχεία κάτω από την έμπνευση του επιτελείου του Γ. Τσιγάντε που ο κυριότερος σκοπός της αποστολής του ήταν η συγκρότηση αντιΕΑΜικού μετώπου. Έτσι, και πριν και μετά τη δολοφονία του από Ιταλούς στο διαμέρισμά του, στις αρχές του 1943 έχουμε, μόνο στην Αθήνα-Πειραιά πάνω από 40 οργανώσεις, από τις οποίες εκείνες που είχαν δύναμη («δύναμη» που ούτε καν συγκρινόταν μ’ εκείνη του ΕΑΜ) ήταν ο ΕΔΕΣ, η Χ-ΡΑΝ, η Ι.Τ. (Ιερή Ταξιαρχία), η Εθνική Δράση («που δεν μπορεί να δράσει» έλεγε κάποιο τραγούδι της εποχής) και η ΠΕΑΝ. Ο κόσμος που ανήκε σ’ αυτές ήταν –χοντρικά- τριών κατηγοριών. Εκείνοι που συνεργάζονταν με τους κατακτητές ανοιχτά στα πλαίσια της αγγλικής πολιτικής και που παίζαν ηγετικό ρόλο. Εκείνοι που αρχικά δεν την ήθελαν αυτή τη συνεργασία αλλά που στην πορεία πείστηκαν πως ήταν κακό πράγμα αλλά αναγκαίο. Και οι «τρίτοι» που νόμιζαν πως κάνανε αντίσταση, αλλά που ένα μέρος τους σιγά-σιγά δέθηκε με δολοφονικές και τραμπούκικες ενέργειες κατά του ΕΑΜ και των οργανώσεών του. Ένα μέρος από τη «βάση» αυτή έφυγε γιατί άλλα πίστευε και άλλα βρήκε. Η δύναμή τους περιορίζονταν, και χωρίς την άμεση ή έμμεση προστασία των ιταλών και των γερμανών δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Η αποτυχία τους οδήγησε, μετά από αγγλογερμανική συμφωνία (Ντοτ Σκοτ της Ιντέλλιτζενς με Εσ-Ντε, Γκεστάπο κλπ) και την πολιτική βοήθεια παραγόντων της Δεξιάς και του Κέντρου (Γονατάς, Πάγκαλος κ.α., ακόμα και ο Σοφούλης είχε δώσει την ευλογία του), στη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας στη Νότια Ελλάδα, των ΕΑΣΑΔ στη Θεσσαλία κλπ, κλπ.
Όλο αυτό το «κύκλωμα» ήταν κάτι σαν «συγκοινωνούντα αγγεία». Ακόμα κι όταν ο Ζέρβας αναγκάστηκε να αποκηρύξει –στα λόγια βέβαια- σαν προδοτικό τον ΕΔΕΣ Αθήνας (δηλαδή την ηγεσία της οργάνωσης), στο κύκλωμα αυτό περιλαμβάνονταν και οι δυνάμεις του. Η δράση κατά του ΕΑΜ από όλες αυτές τις στρατιωτικές ή ημιστρατιωτικές μονάδες, οργανώσεις, δίχτυα κλπ, ανακούφιζε και βοηθούσε τους γερμανούς, μετά μάλιστα από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, ενώ για την Αγγλία αποτελούσε μια «υποδομή» που θα τη διευκόλυνε να κρατήσει την Ελλάδα στα χέρια της.
Θα χρειάζονταν τόμοι ολόκληροι για να καταγραφούν τα πραγματικά περιστατικά της «δράσης» των οργανώσεων αυτών στην Κατοχή. Θα δώσουμε μερικά μόνο, «δειγματοληπτικά». Ο μακαρίτης Δ. Στρατής δεν έμπαινε στο ΕΑΜ γιατί είχε μπει ο αντίζηλο γι’ αυτόν Σοσιαλιστικό Κόμμα του Χωμενίδη (που κρεμάστηκε στην Πάτρα από τους Γερμανούς μαζί με στελέχη του ΚΚΕ το 1944). Ο Τσιγάντε και το επιτελείο του σκάρωναν παρασκηνιακά κάποιο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Κάλεσαν τον Δ. Στρατή να πάρει μέρος. Δέχθηκε. Πηγαίνει «συνωμοτικά» στο σπίτι που του είχαν πει και το βρίσκει περικυκλωμένο από ασφαλίτες. Φεύγει και μένει με την εντύπωση πως η σύσκεψη είχε προδοθεί και είχαν πιαστεί πολλοί. Σε λίγες μέρες μαθαίνει πως οι ασφαλίτες περιφρουρούσαν τη σύσκεψη! (ενάντια σε ποιους;).
Στο φοιτητικό χώρο: Την ημέρα της πρώτης απόβασης των άγγλων στη Σάμο (1943), μέλη όλου του «κυκλώματος» των «εθνικοφρόνων» οργανώσεων επιτέθηκαν στο Πανεπιστήμιο σε ΕΠΟΝίτες φοιτητές, με την κάλυψη της Ειδικής Ασφάλειας και των δυνάμεων κατοχής φυσικά με πιστόλια, μαχαίρια κλπ. Στο Πολυτεχνείο[2] οι Ευέλπιδες μέλη των ΕΔΕΣ, Ι.Τ., Χ-ΡΑΝ κλπ, αποτελούν τη δύναμη κρούσης. Συνέβηκε τούτο το περιστατικό: Μια ομάδα απ’ αυτούς πηγαίνοντας προς τον Ζέρβα πιάστηκε στη Ρούμελη από εφεδροελασίτες. Ήταν την εποχή που ξανά συγκρούονταν ο ΕΛΑΣ με τον Ζέρβα. Παραπέμπονται σε λαϊκό δικαστήριο. Το μαθαίνει μια μορφή ξεχωριστή του νεολαιίστικου κινήματος ο Νείλος Μαστραντώνης (Κλέαρχος), β’ Γραμματέας τότε της ΕΠΟΝ Ρούμελης, που ήταν σπουδαστής του Πολυτεχνείου, τρέχει και καταφέρνει να πείσει το λαϊκό δικαστήριο να τους αθωώσει. Αφήνονται ελεύθεροι και γυρίζουν στην Αθήνα. Πώς συμπεριφέρθηκαν; Κυνήγησαν πρώτα-πρώτα την οικογένεια του Κλέαρχου (που σκοτώθηκε από τους κατακτητές στη Λαμία, το φθινόπωρο του 1943) και στο Πολυτεχνείο πέρασαν σε ανοιχτή τρομοκρατική δράση με τη συνεργασία και κάλυψη των αρχών κατοχής. Έτσι «καθάρισαν» το 1944 το Πολυτεχνείο, την ΑΣΣΟΕ και τους πανεπιστημιακούς χώρους (αυτούς όχι «σταθερά») πιάνοντας, σκοτώνοντας φοιτητές κλπ, μαζί με μέλη αδελφών οργανώσεων. Διώχθηκαν πριν την απελευθέρωση, από τον ΕΛΑΣ σπουδαστών. Τα περιστατικά αυτά σε βιβλία αναμνήσεων των αντιδιχτατορικών του ΕΣΑΣ (Εθνικός Σύνδεσμος Ανωτάτων Σχολών, που προσπαθούσε να συντονίσει τη δράση όλων των «εθνικοφρόνων» στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ενάντια στο ΚΚΕ, την ΕΠΟΝ κλπ) παρουσιάζονται εντελώς αλλιώτικά. Ενώ παραδέχονται πως ήταν μειοψηφία στους φοιτητές, πως οι περισσότεροι ήταν πλουσιόπαιδα χορτάτα και κομψοντυμένα (μετά τη Βάρκιζα ονομάστηκαν «μακρυσακάκηδες» γιατί ακολουθούσαν κατά γραμμή τη «μόδα») και πως ασχολούνταν, ενώ ο κόσμος πέθαινε από την πείνα, με διάφορες «τέρψεις» και επιδόσεις ερωτικές κ.α. σε σημείο που να γίνουν καταγέλαστοι, παριστάνοντας τους παλληκαράδες. «Μόνοι» τους (!!!) έδιωξαν (πώς;) τους «κομμουνιστές» από τους χώρους αυτούς. Σχετικά με την Ι.Τ. – Ιερή Ταξιαρχία – που προβάλλεται περισσότερο στη Διακήρυξη της «Ενιαίας Εθνικής Αντίστασης», η διακωμώδηση του απλού φοιτητή και μαθητή για τα καμώματα των μελών της έφτασε και σε σατιρικά τραγούδια που σκόρπισαν στις γειτονιές της Αθήνας, όπως το παρακάτω:

Είμαστε παιδιά της Ι.Τ.
Τραλαλά Τραλαλά
Παίζουμε, χορεύουμε
Τραλαλά Τραλαλά κλπ

Άλλο παράδειγμα: Το Παγκράτι, ο Κολωνός, το Μεταξουργείο και οι γύρω συνοικίες καταδυναστεύονταν από τις «ομάδες» Παπαγεωργίου, Παναγιωτόπουλου, Πανωλιάσκου. Δεν το ‘κρυβαν (πώς να το κρύψουν αφού το πρόβαλαν) πως προστατεύονταν και συνεργάζονταν με τις δυνάμεις κατοχής, αλλά και με τους άγγλους που τους έστελναν λίρες, όπλα κλπ (Τα πράγματα ήταν τόσο απλά ώστε στην οδό Παπαρηγοπούλου δίπλα στα «Ελληνικά Ες-Ες» του Αγήνορα, έδρευε η «Αντβάντς Φορς 133» παρακλάδι της Ιντέλλιτζενς Σέρβις). Η ομάδα Παναγιωτόπουλου λεγόταν και «Ομάς Κίσσαβος», ενώ το άντρο του Παπαγεωργίου, «Αλκαζάρ» (δείγμα του θαυμασμού τους προς τους φρανκικούς) και ήταν και οργανικά τμήματα της Ειδικής Ασφάλειας και της Χ, που στο αρχηγείο της στο Θησείο (Γρίβας) μαζεύτηκαν μετά την εκδίωξη τους από τον ΕΛΑΣ. Όμως τα μέλη των ομάδων αυτών δεν ήταν μονάχα χίτες, προέρχονταν και από άλλες οργανώσεις.
Όσο για την ΠΕΑΝ, κατάντησε να γίνει η οργάνωση που αφού διέπραξε όχι λίγες δολοφονικές απόπειρες κατά ΕΠΟΝιτών, ΕΑΜιτών κλπ, εξελίχθηκε σε οργάνωση-οπερέτα, που προκαλούσε το χλευασμό του λαού.
Στην υπόλοιπη Ελλάδα: οι ΠΑΟτζήδες έχουν παγιδεύσει στη Μακεδονία πολλά τίμια στοιχεία που στην πορεία αποχώρησαν απ’ αυτούς, όπως ο υπέροχος αγωνιστής συν/ρχης Γιάννης Μουστεράκης. Όταν αποχώρησαν οι γερμανοί, οι αρχηγοί της ΠΑΟ και πολλά στελέχη της (όπως ο γνωστός Γιοσμάς της υπόθεσης Λαμπράκη) έφυγαν μαζί με τους γερμανούς.
Τα ΕΑΣΑΔ στη Θεσσαλία, που τμήμα τους έδρασε και στην Αθήνα (γιατί δεν τους σήκωνε το κλίμα στη Θεσσαλία από μια περίοδο και πέρα), στα μπλόκα που έκαναν οι γερμανοί και τσολιάδες στις ανατολικές συνοικίες και που στην απελευθέρωση πυροβόλησαν τις λαϊκές διαδηλώσεις από ξενοδοχεία στην οδό Πανεπιστημίου, στη Θεσσαλία λοιπόν, τα ΕΑΣΑΔ ξεπέρασαν τους γερμανούς στις φρικαλεότητες που διέπραξαν.
Στην Πελοπόννησο: στην Καλαμάτα στα πλαίσια «της γενικής γραμμής» γίνεται το σύμφωνο Ντάριο Ντομένικο (ιταλός συνταγματάρχης, στρατιωτικός διοικητής Μεσσηνίας) και του συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα (ο κατοπινός αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο). Ύστερα απ’ αυτό βγήκανε στο βουνό τα περιβόητα αλλά λιγόζωα «Επαναστατικά Σώματα» που αιχμαλωτίστηκαν αμέσως στο Δυρράχιο από ολιγάριθμες δυνάμεις του ΕΛΑΣ (ανάμεσα σ’ αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν ήταν και ο Λαδάς). Απ’ αυτούς ορισμένοι αξιωματικοί όπως ο Μπασακίδης, ηρωική μορφή και μεγάλο στρατιωτικό ταλέντο, προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ. Όλοι οι άλλοι αφέθηκαν ελεύθεροι αφού δήλωσαν γραφτά πως δεν θα πάρουν ποτέ τα όπλα εναντίον του ΕΛΑΣ. Τήρησαν αυτό που υπόγραψαν; Οι περισσότεροι πήγαν στα Τάγματα Ασφαλείας και ανταπόδωσαν το κατά δύναμη, τη μεγαλοψυχία των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Οι οργανώσεις στις οποίες ανήκαν οι αξιωματικοί αυτοί παρουσιάστηκαν και παρουσιάζονται σαν αυθεντικές αντιστασιακές οργανώσεις.
Ο Π. Σπηλιωτόπουλς, αρχηγός της χωροφυλακής για μια περίοδο στη διάρκεια της Κατοχής, διώχτης των άγγλων στρατιωτών που κρύβονταν, ανήκε στο «κύκλωμα» ΡΑΝ, Ι.Τ. Διορίστηκε από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στρατιωτικός διοικητής της Αττικής. Οι ΕΑΜικοί υπουργοί τον δέχτηκαν, ενώ η Κ.Ο Αθήνας του ΚΚΕ έκανε στην απελευθέρωση καμπάνια εναντίον του, για την κατοχική του δράση. Κι αυτό όχι μόνο γιατί οι κομμουνιστές και οι ΕΑΜίτες της Αθήνας, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία του λαού ξεσηκώθηκε. Δεν καταπίνονταν εύκολα πολλά πράγματα που σκάρωνε η ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά αυτό αποτελεί άλλη ιστορία...
Ποια ήταν η στάση του ΚΚΕ, του ΕΑΜ γενικά, απέναντι στο αντιΕΑΜικό αυτό μέτωπο γενικά και τις οργανώσεις χωριστά; Πριν σκαρωθούν τα Τάγματα Ασφαλείας, η προσπάθεια συνεργασίας. Αυτές επωφελούνταν από την τέτοια στάση για να ψαρεύουν κόσμο, να χώνουν πράκτορές τους στις ΕΑΜικές οργανώσεις και να συνεχίζουν να χτυπάνε το ΕΑΜ κλπ, με την κάλυψη ή και τη συμμετοχή των αρχών Κατοχής. Μα κι όταν δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας –πράγμα που αιφνιδίασε την ηγεσία του ΚΚΕ που περίμενε την αγγλική απόβαση πλέοντας σε πελάγη μακαριότητας-στην Αθήνα-Πειραιά π.χ. έδωσε εντολή να γίνεται «διαφώτιση», μετά οι οργανώσεις από μόνες τους συνδύασαν τη «διαφώτιση» με εξευτελισμό των ταγματασφαλιτών (γδύσιμο σε δημόσιους χώρους) και πολύ αργότερα άρχισε η ένοπλη αντιμετώπισή τους... Υπήρξαν «ασυνέπειες» της ηγεσίας του ΚΚΕ με τις «αριστερές» παρεκκλίσεις της από τη δεξιά οπορτουνιστική τους γραμμή. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα μερικά «μυστήρια». Λόγου χάρη, σε κείμενο που δημοσίευσε η «Αυγή», μαγνητοφωνημένης συζήτησης του Γ. Ιωαννίδη (οργανωτικού γραμματέα του ΚΚΕ στην Κατοχή), με «επίλεκτο» στέλεχος τώρα του «ΚΚΕ εσ.» και κατά το διάστημα της «συνομιλίας» του «ενιαίου» ρεβιζιονισμού, ανάμεσα σε πολλά και διάφορα μιλάει για το ρόλο του «καπετάν» Ορέστη (Μουντρίχα) και δηλώνει πως τον θεωρούσε βρώμικο από την αρχή. Πώς όμως ο πανίσχυρος τότε στο ΚΚΕ Ιωαννίδης άφηνε επικεφαλής της 2ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ (Αττικοβοιωτίας, Εύβοιας) αυτόν τον πραγματικά βρώμικο τύπο που ζητούσε στα χωριά να του βρούνε τους αντιδραστικούς κι όπου του λέγανε πως δεν υπάρχουν ζητούσε να τους «δημιουργήσουν»; Ή, πώς ανέχονταν τον περιβόητο Ζίγκο, γραμματέα του ΚΚΕ Κορινθίας, να φτάσει στο σημείο όχι μόνο να σκοτώνει κόσμο αράδα αλλά και να φυλακίζει τη Νομαρχιακή Επιτροπή της ΕΠΟΝ γιατί ... διαφώνησαν στο πόσα λεφτά από συνδρομές θα πήγαιναν εδώ ή εκεί; Χιλιάδες καταγγελίες, κι όμως αυτός παρέμενε στη θέση του περιτριγυρισμένος από αποδεδειγμένους πράκτορες της Ιντέλλιτζενς. Προστάτης του άμεσος ήτα στέλεχος τώρα του «Κ»ΚΕ. Ή τον τρεις φορές αποκατεστημένο Μήτρο Παπαγιάννη που πελέκησε κόσμο αθώο στη Δ. Στερεά για να αποδείξει πως ήταν «εντάξει». (Τελικά, στη δίκη του Μπελογιάννη δήλωσε πως ανήκε στο κόμμα του Σοφιανόπουλου!!!). Πρέπει να σημειωθεί πως επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί ξανά μετά την «6η Ολομέλεια» κλπ, κλπ.
Οι «αριστερές» ασυνέπειες εκφράζονταν και στην πολιτική αντιμετώπιση των «εθνικοφρόνων» οργανώσεων. Λόγου χάρη, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, στην πρώτη περίοδο της εμφάνισής τους γίνεται κουβέντα, διαπραγμάτευση κλπ. Φτάνουν σε κάθε είδους υποχωρήσεις, αδικαιολόγητες με βάση το συσχετισμό δυνάμεων. Και «ξαφνικά», εδώ κι εκεί σημειώνονται εκρήξεις που σπρώχνουν έναν κόσμο στις οργανώσεις αυτές. Οι εκρήξεις αυτές ήταν ή ταύτιση μάζας-ηγεσίας ή ξεκάρφωτες καταγγελίες –με αμφίβολα στοιχεία- του α’ ή β’ ατόμου, στελέχους ή μέλους των οργανώσεων αυτών ή και άλλες ενέργειες.
Όμως όλα τα λάθη, αυτά και πολλά άλλα, δεν μπορούν να κρύψουν τούτη την αλήθεια: ανεξάρτητα αν στις οργανώσεις αυτές μπήκαν και παράμειναν ακόμα τίμια στοιχεία που ήθελαν να πολεμήσουν τον κατακτητή, το «μονοπώλιο» της αντίστασης από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν ήταν μια πολιτική, αλλά μια πραγματικότητα. Μονάχα ξεκομμένες πράξεις σαμποτάζ έγιναν από δίχτυα που αναφέραμε, αλλά που σταμάτησαν μετά τη συμφωνία Ντ. Σκοτ, Γκεστάπο κλπ.
Ακόμα, πρέπει να πούμε πως χάρη στην πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ, οι άγγλοι και οι αμερικάνοι ανακάτευαν «κουτάλες» και μέσα στο ΕΑΜικό στρατόπεδο.
Χάιδευαν αυτούς, αγρίευαν στους άλλους, ευνοούσαν μια περιοχή, ήταν σκληροί σε άλλη, κοκ. Όπως παρατηρεί διπλωματικότατα ο Π. Κανελλόπουλος, υπήρχε το ενδεχόμενο οι τόσο διαφημισμένες διαφωνίες Φόρεϊν Όφφις και Ιντέλλιτζενς κλπ, σχετικά με το χειρισμό των ελληνικών θεμάτων, να ήταν στημένο παιχνίδι. Δεν το δέχεται ή μάλλον δεν μπορεί να το πιστέψει ... Αλλά ... το αναφέρει. Όταν το δέχεται, έστω διπλωματικά και έμμεσα ο Π. Κανελλόπουλος, να μην το δέχονται «κομμουνιστές ηγέτες» και των δύο πτερύγων του ρεβιζιονισμού, αυτό δείχνει την κατάπτωσή τους ...
Μερικά ακόμα περί «κουτάλας». Οι εγγλέζοι χάιδευαν τον Ορέστη (Μουντρίχα) και τον Δημητρίου (Νικηφόρο), είχαν «εξαιρετικές σχέσεις» στη Θεσσαλία με τον Κ. Καραγιώργη κοκ. Βέβαια οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι ίδιες. Αναφέραμε προηγούμενα ορισμένα πράγματα για τον Ορέστη. Ο Γ. Ιωαννίδης ισχυρίζεται πως πήρε έγκαιρα μέτρα για να τον ελεγχει (το «έγκαιρα» σημαίνει 1944 ...) Ποια ήταν αυτά τα μέτρα. Έβαλε το Χαρίλαο Φλωράκη κομματικό υπεύθυνο της 2ης Μεραρχίας. Αυτό ήταν το μέτρο; Ο Ορέστης εξακολουθούσε να χορεύει και να κάνει ό,τι θέλει. Εδώ δεν πάμε να θίξουμε το Χαρίλαο Φλωράκη της εποχής εκείνης. Στο κάτω-κάτω, κι αν δεν πήρε χαμπάρι πολλά πράγματα ή δεν επέβαλλε με το κύρος του κομματικού υπεύθυνου την εφαρμογή των διαταγών (έγκαιρη μετακίνηση της 2ης Μεραρχίας στο Γουδί για την αντιμετώπιση της Ταξιαρχίας Ρίμινι στις αρχές του Δεκέμβρη 1944), η κύρια ευθύνη ανήκε στο Πολιτικό Γραφείο και στους δύο αρχικαθοδηγητές του ΚΚΕ, Σιάντο – Ιωαννίδη ή μάλλον Ιωαννίδη – Σιάντο, που ανέχονταν αυτή την κατάσταση. Όπως είπαμε πιο πάνω, ο Ορέστης στην Κατοχή, όχι τυχαία, πελέκησε πολύ κόσμο που «υποπτεύονταν» πως ανήκε σε άλλες οργανώσεις. Αυτά τα εγκλήματα τα κάλυπτε ο Σιάντος με την ανοχή του Ιωαννίδη και μάλιστα του έδωσε διαταγή για διάλυση του συντάγματος του Ψαρρού (ΕΚΚΑ), χωρίς να ξέρει τίποτε το Π.Γ., και ύστερα έκανε την πάπια ρίχτοντας την ευθύνη στους διοικητές και καπεταναίους που πήραν την εντολή μέσω Ορέστη (δεν πρόκειται για την τελειωτική διάλυση του συν/τος του Ψαρρού).
Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πλήθος από περιστατικά, αλλά αυτό θα μας οδηγούσε αλλού. Εκείνο που έχουμε να τονίσουμε, είναι πως άλλο πράγμα αποτελεί η ανικανότητα της ηγεσίας του ΚΚΕ και άλλο το γεγονός πως ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν η μοναδική δύναμη που πολέμησε με συνέπεια και συνέχεια όλους τους κατακτητές, ιταλούς, γερμανούς και βούλγαρους φασίστες. Έτσι πήρε το «μονοπώλιο». Τί να γίνει; Γιατί δεν το έπαιρναν οι άλλοι που διέθεταν πόρους, λεφτά, ειδικούς, πείρα, γνωριμίες, και τόσα άλλα;
Αλλά πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο κύριο θέμα μας.
Στη διάρκεια της εφτάχρονης δικτατορίας, ορισμένοι νέοι της Κατοχής που ανήκαν τότε (δηλαδή στην Κατοχή) σε διάφορες αντιΕΑΜικές οργανώσεις, δεν συνεργάστηκαν αλλά αντιστάθηκαν στη διχτατορία με διάφορους τρόπους. Η αντίστασή τους αυτή δεν ήταν συνεπής και ως το τέλος. Αυτό, έξω από τα άλλα, αποδείχνεται από το ότι ακριβώς τότε βρήκαν τη στιγμή για να διαδώσουν διάφορους μύθος για την Κατοχή. Σ’ αυτό τους διευκόλυνε η γραμμή του ρεβιζιονισμού που από το 1956 έσβησε τα πάντα και ανακήρυξε σαν πραγματικές αντιστασιακές οργανώσεις όλες, και πρώτη απ’ όλες τον ΕΔΕΣ. Ορισμένος κόσμος από τις οργανώσεις αυτές είχε σκυλομετανιώσει για κατοχική και μετακατοχική του δράση. Η στάση του ρεβιζιονισμού δεν τον διευκόλυνε να διαφοροποιηθεί παραπέρα, αφού εξωράιζε τις οργανώσεις όπου ανήκε. Η δίωξη που άσκησε η διχτατορία σε ορισμένους από τους νέους των αντιΕΑΜικών οργανώσεων της Κατοχής, τους έκανε να αναθεωρήσουν ή να «αναθεωρήσουν» ορισμένα πράγματα για την Κατοχή, όχι όμως σε βασικά θέματα. Πχ ο Σάκης Πεπονής εκδίδει στη διχτατορία βιβλίο για την Κατοχή, όπου εξωραίζει τη στάση των εθνικοφρόνων οργανώσεων. Μιλάει και ονομαστικά ακόμα για στελέχη της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ στο σπουδαστικό χώρο, διαστρεβλώνει ή παρασιωπά γεγονότα και αφήνει το «κόμπλεξ» του να φανεί: Πιάστηκε, γράφει, από γερμανούς γιατί μοίραζε προκηρύξεις. Στην Γκεστάπο ο αξιωματικός όταν είδε ποιας οργάνωσης προκηρύξεις μοίραζε, ύστερα από φιλική συζήτηση τον άφησε ελεύθερο.
Ο Ρόδης Ρούφος (πεθαμένος τώρα) δίνει στα βιβλία του μια εικόνα 100% ψεύτικη και, στην επανέκδοσή τους κάπως το ομολογεί ...
Και άλλοι, ο Φραγγόπουλος, ο Κάσδαγλης κλπ. Καμιά απάντηση από τους ρεβιζιονιστές. Και μάλιστα από εκείνους που αναφέρονται ονομαστικά. Φτάσανε στη θέση και πριν και κατά τη διχτατορία και μετά, και ενωμένοι και χωρισμένοι, οι ρεβιζιονιστές να παραδεχθούν πως στο παρελθόν το ΚΚΕ, το ΕΑΜ μονοπωλούσε την αντίσταση και αυτό ήταν λάθος. Λάθος; Ορίστε τώρα που οι διώκτες του ΕΑΜ «αποκαλύπτουν» και άλλη συμφωνία, εκτός από εκείνη του Σκοτ-Γκεστάπο-αγγλογερμανών, και ξαναδημοσιεύουν περιληπτικά τα αρχεία της Βέρμαχτ που μιλάνε για συνεργασία Ζέρβα-Γερμανών. (Γι ‘αυτό, είχε κάνει λόγο με πιο μαλακούς όρους ο στρατηγός Καμάρας του ΕΔΕΣ, στην αντιδικία του με τη χήρα του Ν. Ζέρβα).
Ένα από τα λάθη της Κατοχικής καθοδήγησης του ΚΚΕ ήταν η υπερτίμηση της επιρροής χρεοκοπημένων παραγόντων και η συμφιλιωτική στάση για μεγάλο διάστημα –με τις αντιφάσεις που αναφέραμε- απέναντι στις οργανώσεις αυτές και στα Τάγματα Ασφαλείας. Μα «αριστερά» λάθη δεν υπήρξαν; Βέβαια. Η «ιδιομορφία» τους ήταν πως συχνά κατά «μυστηριώδικο και ιδιότυπο» τρόπο εξυπηρετούσαν την οπορτουνιστική γραμμή. Όμως αυτό είναι άλλο ζήτημα.
Το ουσιαστικό είναι πως η πραγματική ιστορία δε σβήνεται από τις πολιτικές στάσεις και σκοπιμότητες. Όπως και πριν, έτσι και τώρα. Το να «μετανοούν» οι ηγέτες και των δύο πτερύγων του ρεβιζιονισμού, στο όνομα των μόνιμων επιδιώξεών τους για απόσπαση της εύνοιας της ιθύνουσας τάξης, δείχνει το κατρακύλισμά τους. Στο κάτω-κάτω είναι «δικό τους ζήτημα». Όμως στον απλό λαό είναι βαθιά ριζωμένη η πεποίθηση –σε διάφορους βαθμούς περισσότερο ή λιγότερο «καθαρή»- πως η μοναδική εγγύηση πως «κάποτε» θα λευτερωθεί πραγματικά είναι η διατήρηση και συνέχιση της ΕΑΜικής παράδοσης. Κάτι περισσότερο: Με τη στάση αυτή, όπως στο παρελθόν έτσι και τώρα, δεν βοηθιούνται να ξεκόψουν με το παρελθόν τους εκείνοι που πήραν μέρος στο αντιΕΑΜικό μέτωπο. Το ότι μια σειρά στελέχη των οργανώσεων αυτών (Ι.Τ κλπ) πάνε με το «ΚΚΕ εσ.» και όχι με το «Κ»ΚΕ, αυτό δε σημαίνει πως υπάρχει διαφορετική πολιτική στο ζήτημα αυτό οφείλεται σε άλλους λόγους και στο ποιος «πρόλαβε». Ας θυμηθούμε τη συμφωνία Μπριλλάκη-Παπανδρέου στη διχτατορία και το ρίξιμο του Κ. Κολιγιάννη από τον δεύτερο, ενώ αργότερα αντιστράφηκαν οι όροι με το Χ. Φλωράκη κλπ.
Ο Λένιν όταν χτυπούσε τους εσέρους και τους πρότεινε συνεργασία ταυτόχρονα, πριν και μετά το 1905, μήπως εφάρμοζε «ζαχαριάδικη πολιτική»;[3] Μπορεί να υπάρχουν πολλοί που το «πιστεύουν» ή το πιστεύουν, άσχετα αν το λένε ανοιχτά. Όμως ο Λένιν θεωρούσε, και η ιστορία τον δικαίωσε, πως σε κάθε συνεργασία, προσέγγιση κλπ με άλλες δυνάμεις, χρειάζεται να γίνεται πριν απ’ όλα «ο πιο αυστηρός προσδιορισμός των ορίων». Ποιοι είναι οι άλλοι, τί έχουνε κάνει στο παρελθόν ή κάνουν τώρα, και πού μπορούμε να φτάσουμε προχωρώντας μαζί κλπ. Κι αυτό ισχύει πολλές φορές περισσότερο για οργανώσεις, όχι όπως οι εσέροι που χτυπούσαν τον τσαρισμό με λαθεμένο τρόπο αλλά τον χτυπούσαν, αλλά για οργανώσεις που ανοιχτά ή «καλυμμένα» συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και υπηρέτησαν ταυτόχρονα τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Δεν μπορούν να τραβηχτούν παραπέρα στοιχεία τέτοια, όπως της Ι.Τ. ή του ΕΔΕΣ, με τη μετάνοια και τη συγγνώμη των ρεβιζιονιστών ηγετών, αλλά με ένα εντελώς αντίθετο τρόπο. Με το να οδηγηθούν βαθμιαία να αναγνωρίσουν ποιους υπηρέτησαν και πώς. Και θα οδηγηθούν –όσο μπορεί να οδηγηθούν- όταν υπερασπιζόμαστε την ιστορική αλήθεια και το αίμα των νεκρών μας: του Έκτορα Οικονομίδη, του Μικέ Κουρουνιώτη κ.α. –για ν’ αναφερθούμε μονάχα στο φοιτητικό χώρο- που δολοφονήθηκαν από τους «εθνικόφρονες αντιστασιακούς».
Πολιτικά, αν αυτοί σήμερα έχουν μια πολιτική έκφραση και συμφωνούσε κανείς στο α’, β’ ή γ’ σημείο, δεν θα ζητούσε απ’ αυτούς σαν όρο για κοινή δράση την αποκήρυξη του παρελθόντος, αλλά την εφαρμογή όσων συμφωνήθηκαν. Αλλά όταν θα αναφέρονταν στις «μονοπωλήσεις» κλπ, θα παίρναν άμεσα την απάντηση. Αυτή θα ήταν η σωστή γραμμή. Τί κάνουν όμως οι ρεβιζιονιστές; Τους δίνουν όχι μόνο συγχωροχάρτι για το παρελθόν, αλλά εκλιπαρούν και τη συγγνώμη τους γιατί ο λαός απομόνωσε όλες αυτές τις οργανώσεις στην Κατοχή. Δεν αναφερόμαστε εδώ στην πολιτική πλατφόρμα για το σήμερα που πάει να στηριχτεί αυτός ο γιορτσμός, γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί κανείς (ή ασχολούμαστε αλλού).
Η ΕΑΜική γενιά φεύγει σιγά-σιγά από τη ζωή. Αν ο ρεβιζιονισμός κατάφερνε να σβήσει ή να διαστρεβλώσει την πραγματική ιστορία του ’41-’49, θα πρόσφερνε μια μεγάλη υπηρεσία στη μεγαλοαστική τάξη και τους ξένους πάτρωνές της. Αυτό δεν θα γίνει. Δεν θα περάσουν οι ψευτιές και οι μετάνοιές τους στο λαό μας, και προπαντός στη νεολαία μας.
Οι μαρξιστές-λενινιστές, οι οπαδοί της πραγματικής Αριστεράς, θα υπερασπίσουν τη μεγάλη κληρονομιά του ΕΑΜικού κινήματος και των κατοπινών αγώνων. Ίσως κάνουμε σήμερα λίγα. Αύριο θα κάνουμε περισσότερα σ’ αυτό, παρά τις δυσκολίες που συναντούμε. Θα γραφτεί ακόμα πιο καθαρά η ιστορία. Και θα μπει πιο αποφασιστικά ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Σημειώσεις

[1] Σχετικά με το πως βγήκε ο Ζέρβας στο βουνό, πριν από λίγο καιρό στον Τύπο δημοσιεύθηκαν επιστολές στενού συνεργάτη του (βγήκε με το ζόρι κλπ), καθώς και απάντηση της χήρας του Ζέρβα που κατηγορούσε τον επιστολογράφο για πολλά και διάφορα, διαψεύδοντάς τον ταυτόχρονα.

[2] Για όσους δεν ξέρουν ή δεν θυμούνται: Οι κατοχικές κυβερνήσεις είχαν τοποθετήσει τους αξιωματικούς στα επισιτιστικά γραφεία (έκδοση δελτίων τροφίμων κλπ) και σαν καθηγητές της «Εθνικής και Ηθικής Αγωγής» στα Γυμνάσια, και τους Ευέλπιδες στο Πολυτεχνείο σα σπουδαστές. Ο σκοπός θα ήταν να χρησιμοποιηθούν για το χτύπημα του ΕΑΜικού φοιτητικού κινήματος. (Φυσικά, υπήρξαν Ευέλπιδες που δεν έπαιζαν τέτοιο ρόλο).

[3] Πριν τη διχτατορία μετά τα περίφημα «5 σημεία» του ρεβιζιονισμού, γελοιογραφήθηκε η θέση αυτή του Λένιν –που ας σημειωθεί παρουσιάστηκε σα «δική τους» ανακάλυψη με το περιβόητο «προχωρούμε χωριστά και χτυπάμε από κοινού» με τη Δεξιά.

1.5.07

Γιάννη Χοντζέα: Το "αντέρεισμα"

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αριστερά! Το Νοέμβρη του 1998, με τη διπλή ευκαιρία της συμπλήρωσης 80 χρόνων από την ίδρυση του ΣΕΚΕ και 4 χρόνων από το θάνατο του σ. Γιάννη Χοντζέα.

«Βρέθηκα κάμποσο καιρό πολύ στεναχωρημένος στο σπίτι. Είχαμε στριμωχτεί άσχημα τότε με τις συλλήψεις του Τίτο. Τέλος πάντων. Ένας σύντροφος μου ‘πε πως κάτι μπορεί να κάνει αλλά στο σπίτι που ‘χε υπόψη του μέναν δυό αδέρφια. Ο ένας καλός, δικός μας, αλλά ο άλλος είχε κάνει λοκατζής. Ζήτησα να δω τον «καλό». Κι έπεσα πάνω σε παλιό γνωστό και φίλο και σύντροφο, ε, λίγο στραπατσαρισμένο από κάτι περιπέτειες και γνωστά πράγματα. Έκλαψε από συγκίνηση. Με ‘παιρνε μ’ όλη του τη καρδιά. Θα με παρουσίαζε στον αδερφό του σαν φίλο, έμπορο από επαρχία που ‘ρθε να κάνει στην Αθήνα του κόσμου τις εξετάσεις. Συμφωνήσαμε και επειδή εδώ που τα λέμε δεν ήμουνα και τόσο καλά κουβαλήθηκα την ίδια μέρα σπίτι του. Ο αδερφός του, ένας ψηλόκορμος τριαντάρης, με δέχτηκε εγκάρδια. Ήταν σοβαρό, μετρημένο παλικάρι, μ’ έναν αέρα στρατιωτικό. Δεν του ‘χε φύγει. Φεύγει; Περάσαμε ήσυχα την πρώτη, τη δεύτερη μέρα. Ήταν ο λοκατζής μετρημένος, με την πρωινή του γυμναστική, ακριβής σε όλα. Του άρεσε η παρέα μου. Την τρίτη μέρα, θα ‘ταν θαρρώ μεσημέρι, λείπανε τ’ αδέρφια και γω χάζευα σε μια βιβλιοθήκη που ‘χανε. Εκεί δίπλα ήταν ένα πράγμα σαν παραπέτασμα. Το σήκωσα και αμέσως κατάλαβα πως είχε τα λάφυρά του ο λοκατζής. Διάφορα. Τα περιεργαζόμουνα όταν το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία. Την πήρα και την περιεργάστηκα. Έδειχνε μια κοπέλα με παραμορφωμένο πρόσωπο, μάλλον από τραύμα.

Όπως καταλαβαίνεται, πολλά μου ‘ρθαν στο νου και στην ψυχή και όπως ήμουν απορροφημένος δεν κατάλαβα πως μπήκαν τα δυό αδέρφια και στεκόντουσαν πίσω μου. – Αυτά είναι τα τρόπαιά μας, άκουσα να λέει ο «δικός» μας. Ξαφνιασμένος ζήτησα συγγνώμη γιατί χωρίς άδεια χώθηκα σ’ αυτά τα πράγματα αλλά το ύφος του λοκατζή ήταν περίεργο. Έδειχνε όχι θυμό, αλλά μια ταραχή μάλλον. Ζήτησε συγγνώμη που είχε κάποια βιαστική δουλειά και έφυγε αμέσως.

- Θύμωσε με μένα; ρώτησα εγώ τον αδερφό του.
-
Όχι, όχι, τον πιάνει κάθε τόσο κάτι τέτοιο. Ίσως σου εξηγήσω άλλοτε. Αλλά πρέπει να φύγω.
-
Δηλαδή;
-
Άσε, θα σου εξηγήσω. Δεν συμβαίνει τίποτα σοβαρό.

Μέχρι αργά το βράδυ ήμουνα μονάχος στο σπίτι. Δεν φάνηκαν τ’ αδέρφια. Ξάπλωσα και πήρα να διαβάσω την εφημερίδα. Πέρασε λίγη ώρα έτσι και να ξάφνου ο λοκατζής. Μπήκε στο δωμάτιό μου κατευθείαν. Ήταν κατακόκκινος και σε έξαψη. Ούτε καλησπέρα δεν είπε.

- Τι γίνεται, του έκανα εύθυμα. Σαν κόκκινος μου φαίνεσαι.
-
Κόκκινος; Εμ με τη γρίπη που μου κόλλησες...
-
Εγώ γρίπη; Όχι. Από άλλα πράγματα υποφέρω...
-
Μωρέ γρίπη και γρίπη φοβερή.

Να σου και ο αδερφός, ανήσυχος.

- Εντάξει, του ‘πε ο λοκατζής, θα ξαπλώσω.

Και πραγματικά βγήκε. Μαζί του και ο αδερφός. Δεν τους είδα ξανά. Κοιμήθηκα κάπως ανήσυχος. Το πρωί βγήκα. Και δουλειές είχα αλλά και με την τροπή που παίρνανε τα πράγματα με το λοκατζή ανησυχούσα. Εκείνα για τη «γρίπη» δε μ’ άρεσαν. Κάτι άλλο έπρεπε να βρήκε. Γύρισα το απόγευμα πολύ κουρασμένος. Λείπαν πάλι τ’ αδέρφια. Διάβασα κάτι δικά μου και μετά έπιασα την εφημερίδα.

Αργά το βράδυ πάλι στο δωμάτιό μου ο φιλαράκος. Ίδια κατάσταση.

- Ε! είπα για να αστειευτώ, χρειάζεται η γρίπη κανένα ποτηράκι.
-
Η γρίπη που με κόλλησες εσύ θέλει βαρέλια για να φύγει, έκανε αυτός.
-
Μα σοβαρά λες πως σε κόλλησα εγώ γρίπη;
-
Πού να καταλάβεις ...

Πήρε ένα κάθισμα και κάθησε κοντά μου.

- Γρίπη με κόλλησες φίλε μου, γιατί χωρίς να το καταλαβαίνεις με χτύπησες κάπου που με πονάει φοβερά. Μη στεναχωριέσαι. Δεν είσαι ο πρώτος ούτε πρώτη φορά μου συμβαίνει ...
-
Δεν καταλαβαίνω τίποτα.
-
Θα καταλάβεις. Προχθές σκάλιζες εκεί στα κειμήλια που έχω.
-
Μα δεν ήξερα. Ζητώ συγγνώμη.
-
Ποιός σου ‘πε πως έκανες κακό. Αλλά να, μπαίνω και σε βλέπω να κρατάς τη φωτογραφία της κοπέλας.
-
Με συγχωρείς.
-
Τι να σε συγχωρέσω. Λοιπόν για να μην κακοβάλεις στο νου σου θα σου πω μια ιστορία. Τον Αύγουστο του ’49 ήμουνα στα ΛΟΚ. Περάσαμε μέσα από τη Γιουγκοσλαβία από μια χαράδρα του διαβόλου. Όλη η δύναμη των ΛΟΚ και ο στρατηγός μαζί. Εκεί αν υπήρχαν δεξιά και αριστερά δυό πολυβολεία δεν ξέρω πως θα γλιτώναμε. Αλλά ο στρατηγός μας είπε να μην ανησυχούμε γιατί τα δυό επιτελεία, το δικό μας και το γιουγκοσλάβικο τα είχαν κανονίσει. Ε, πέσαμε στην πλάτη τους. Δεν μας περίμεναν όπως ήταν φυσικό και έγινε σφαγή. Θα ‘χε τελειώσει σχεδόν η υπόθεση για μας όταν ένα πολυβολείο κράταγε και μας έριχνε στο ψαχνό. Ήταν τόσο καλά καλυμμένο που δεν μπορούσαμε να το εντοπίσουμε. Από τον άλλο τομέα ζητάγανε ενισχύσεις. Μείναμε εκεί δύο μοίρες. Ειδοποιούμε ένα αεροπλάνο κάνει αναγνώριση κάτι βρίσκει. Ρίχνει τα κουφετάκια του. Γίνεται ησυχία. Κάνουμε να προχωρήσουμε και μας παίρνει ο διάβολος. Θερίζανε οι διαβόλοι. Τί να κάνουμε; Νύχτωνε. Τότε έρχεται ο στρατηγός και δίνει διαταγή να βγουν ειδικοί κομάντος να πάνε να το τινάξουν. Ξεκινάν οι κομάντος. Πέφτουν οι μισοί, οι άλλοι μισοί γυρίζουν. Φωνάζουμε με τηλεβόες: Παραδοθείτε βρε, παντού πήρε ο διάολος τους δικούς σας. Μας απαντάει μια βραχνιασμένη φωνή, αντρική ήταν, γυναικεία, δεν καταλάβαμε και μας περνάει γενιές δεκατέσσερις. Φέρνουμε κι άλλους και κάνουμε σχέδιο να το κυκλώσουμε από παντού. Έρχεται το αεροπλάνο ξαναρίχνει γερά κουφέτα. Ησυχία. Προχωράμε, μας ξαναβάζουν. Αλλά τα πυρομαχικά τους ήταν λίγα, σα να μετρούσανε τις σφαίρες τους.

- Ασ’ τους, λέει ο ταγματάρχης μου. Αλλά πως διάβολο ζούνε. Εδώ το αεροπλάνο πρέπει να τους έχει κάνει ψητούς. Σε καμιά μισή ώρα σταματάνε τα πυρά. Πάμε να προχωρήσουμε και πέφτει μια, δυό, τρεις μάϊλς συνέχεια.

- Φέρτε φλογοβόλα, διατάζουν. Πάμε με τα φλογοβόλα προσεχτικά και μας ρίχνουν ψιλοπράματα. Αναθάρρεσαν οι δικοί μας αλλά κάτι σαν έκρηξη, μικρή εδώ που τα λέμε, μας σταματάει. Μετά ησυχία. Τότε ο ταγματάρχης μου λέει. Βγάλε το πιστόλι σου. Θα μείνουμε μέσα ότι κι αν γίνει. Η ησυχία όμως δεν έσπαγε. Μπαίνουμε προσεχτικά, δηλαδή τι μπήκαμε, συρθήκαμε, το «αντέρεισμα» γης μαδιάμ. Μπαίνουμε και τι να δούμε. Μια κοπέλα και δυό πιτσιρίκια όχι πάνω από δεκάξι χρονών να ‘ναι κομματιασμένοι. Τίποτ’ άλλο. ψάχνουμε τα χαρτιά τους. Όπως στα λέω. Το κορίτσι δεκαοχτώ χρονών, τ’ αγόρια δεκάξι. Γυρίζει ο ταγματάρχης μου λέει.

- Υπολοχαγέ, ότι είδαμε να το ξεχάσουμε. Και να ανατιναχτεί τελείως τούτος ο διάολος, τούτο το «αντέρεισμα» του σατανά. Έχε το νου σου να πάω να φροντίσω για την ανατίναξη. Έμεινα μονάχος. Έψαξα τα πράγματα των παιδιών. Είχαν κάτι σακκίδια και βρήκα μονάχα αυτή την φωτογραφία που είδες που την έχωσα στο χιτώνιό μου στα γρήγορα. Αυτή είχε τραυματισθεί κι άλλη φορά και με τα μυαλά που ‘χουνε θέλησε να φωτογραφηθεί όπως ήταν παραμορφωμένη. Το κάνει μια γυναίκα αυτό; Σε ρωτώ.

- Σωστά, είπα εγώ.
-
Ε!, σε λίγο δεν αφήσαμε τίποτα που να θυμίζει το «αντέρεισμα». Ο ταγματάρχης με πήγε μπροστά στο στρατηγό να δώσω το λόγο της τιμής μου πως δε θα πω ό,τι

- Τον έδωσες; Ρώτησα
-
Τον έδωσα ... Σου κάνει εντύπωση. Τί ξέρετε εσείς απ’ αυτά τα πράγματα;
-
Σωστά, έκανα εγώ ...

Εκεί ξαφνικά τον έπιασε μια τρεμούλα και απότομα έβαλε τα κλάματα. Τα ‘χασα.

Ήρθε ο αδερφός του και τον σηκώσαμε. Καθώς τον ξαπλώναμε στο κρεβάτι, κοιταχθήκαμε. Έκανα να φύγω αλλά ο άρρωστος με τράβηξε.

- Μη νομίσεις ότι δεν κράτησα το λόγο της τιμής μου;
-
Βέβαια, πετάχθηκε ο αδερφός του.

Ξανά τον έπιασε τρεμούλα. Γύρισε ο αδερφός του σε μένα. Είχε αγριέψει.

- Νικητής! Έκανε, να σου πετύχει.

Ο άλλος έκλαιγε τώρα. Τον αφήσαμε και βγήκαμε. Ο αδερφός έβριζε συνέχεια.

Την άλλη μέρα συνήλθε και μου ‘κανε επίσκεψη πρωί- πρωί. Θα ‘φευγα εκείνη την ημέρα.

- Σου ‘καναν εντύπωση όλ’ αυτά, ... μου είπε στεχαχωρημένα.
-
Ανθρώπινα είναι, είπα εγώ για να πω κάτι.
-
Εσείς που δεν έχετε ζήσει αυτόν τον πόλεμο δεν ξέρετε τίποτα.
-
Πού να ξέρουμε, έκανα εγώ παίρνοντας την πιο χαζή έκφραση.
-
Είμαστε μια παρέα που πότε πότε μαζευόμαστε και τα λέμε. Στην αρχή λέμε μπούρδες μετά πίνουμε κανένα, τι κανένα, τον αγκλέουρα, γιατί δεν γίνεται. Αν ξαναρθείς μια και είσαι φίλος μπιστικός του αδερφού μου να σε πάρω. Θ’ ακούσεις πράγματα που αυτά που άκουσες από μένα δεν είναι τίποτα.
-
Ευχαρίστως. Αλλά πού θα πάει αυτό το βιολί με σένα και τους άλλους άμα πίνετε, πίνετε, πίνετε στο παραμικρό.
-
Παραμικρό το λες; Είμαστε οι νικημένοι νικητές. Άσε τους άλλους να βγάζουνε λόγους. Εμείς όλοι φάγαμε αυτό τον πόλεμο με το κουτάλι. Μ’ ένιωσες;
-
Πιστεύω, πάντως να προσέξεις.
-
Τί να προσέξω; Αυτό άρχισε δυό μέρες εκεί πάνω με το περιστατικό. Με βγάλανε άρρωστο, πήρα ένα γαλόνι και με διώξανε. Όχι μονάχα εμένα, κι άλλους.

Ήταν η ώρα να φύγω. Τους χαιρέτησα. Πρώτα φίλησα αυτόν και ύστερα τον αδερφό του.
Όταν με πιάσανε και έγινε η δίκη μου, μου φάνηκε πως τον πήρε το μάτι μου σε μια γωνιά ...
Αλλά δεν είμαι βέβαιος.

1.4.07

Κείμενα Γιάννη Χοντζέα

"Τέρατα και δαιμόνια" μιας δεκαετίας (Για την Πολιτιστική Επανάσταση): Από την ιστοσελίδα της ΚΟΕ

Για την "Ενωμένη Εθνική Αντίσταση": Γράφτηκε το 1975. Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αριστερά, Σεπτέμβρης 1997

Για το Κυπριακό: Γράφτηκε το 1983. Αναδημοσιευση από το Δελτίο Α/συνέχεια Νο2 Ιούνιος-Σεπτέμβιος 1996.

Θα διαλυθεί η καταχνιά: Για το ΕΑΜ. Από το Λαϊκό Δρόμο Σεπτέμβρης 1974.

Για την ιστορία των Βαλκανίων: Από αναζήτηση στο Google. Γράφτηκε στα 1992 και έχει δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Αριστερά! και στο Δελτίο Α/συνέχεια Νο 3 με τον τίτλο "Για το σύνθημα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας"

Το "αντέρεισμα": Ο Γιάννης Χοντζέας μαζί με το πλούσιο πολιτικό και ιδεολογικό του έργο, άφησε και μια σειρά από μικρά λογοτεχνικά κείμενα, βγαλεμένα από τα σπλάχνα του κινήματος

Για τα 15 χρόνια από το θάνατο του Στάλιν: Κείμενο της ΟΜΛΕ (1968)

Μερικά κρίσιμα ζητήματα για την ιστορία του ΚΚΕ: Γράφτηκε το 1978, με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ

Σημείωμα του μεταφραστή στην "Εκλογή από τις Grundrisse" Καρλ Μαρξ, εκδόσεις Α/συνέχεια, Απρίλης 1983

Σημείωμα του μεταφραστή στην "Εισαγωγή από τις Grundrisse" Καρλ Μαρξ, εκδόσεις
Α/συνέχεια, Δεκέμβρης 1982

15 χρόνια μετά το Μάη του 1968: Οι κερασιές δεν ανθίζουν μόνο στη Γαλλία - Οι κερασιές δεν ανθίζουν μονάχα μια φορά

Η δεκαετία της Πολιτιστικής Επανάστασης: Κείμενο που δημοσιετύτηκε στο εσωτερικό δελτίο Α/συνέχεια το καλοκαίρι του 1986. ηκε

Η από τον Γιάννη Χοντζέα το 1983

Γιάννη Χοντζέα: Για το Κυπριακό

Από το Δελτίο Α/συνέχεια Νο2 Ιούνιος-Σεπτέμβιος 1996

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Γιάννη Χοντζέα το 1983, όταν ο Ρ. Ντενκτάς ανακήρυξε το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος. Και τότε τα «ελληνοτουρκικά» είχαν απασχολήσει. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τότε υπήρχε μια φιλολογία στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο που μονοπωλούνταν από δύο απόψεις, μια «υπερπατριωτική – σοσιαλσοβινιστική» και μια «αντιπολεμική – πασιφιστική». Σ’ αυτές αναφέρεται και το κείμενο. Σήμερα νομίζουμε πως το περιεχόμενο του κειμένου είναι ένα βασικό εφόδιο προσανατολισμού στις περίπλοκες συνθήκες που βρισκόμαστε.

Οι γενικές θέσεις δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα σαν σώματα ακαθόριστα ή αμετάβλητα ή άσχετα με πεζές και περιπλεγμένες πραγματικότητες. Έτσι το πρόβλημα «εθνικά προβλήματα» ή προβλήματα ανεξαρτησίας κλπ, συνδέεται με συγκεκριμένη πορεία γέννησης και ανάπτυξής τους.

Επειδή υπάρχει μια ορισμένη ιστορία στο ζήτημα αυτό, όποιος διαθέτει «αρχείο», μπορεί αν έχει την διάθεση και τον χρόνο να δει αντίστοιχες τοποθετήσεις αυτού που κάποτε ήθελε να είναι μ-λ κίνημα και στα προδικτατορικά έντυπα και στα δικτατορικά όσο και στα μεταδικτατορικά, όπου δεν γινόταν αφηρημένες τοποθετήσεις αλλά τοποθέτηση σε συγκεκριμένες εξελίξεις.

Τελικά πριν εκτεθούν ορισμένες απόψεις, είναι χρήσιμη η παράθεση μερικών ιστορικών ανεπαρκών – γιατί πρόκειται για την ιστορία της χώρας – στοιχείων του προβλήματος.

Μερικά ιστορικά στοιχεία

Μέχρι το 1950 υπήρξε στην Κύπρο μια σειρά εξεγέρσεων (τελευταία του 1931) που αφορούσαν το ελληνικό στοιχείο (85%του πληθυσμού τότε) με αίτημα την Ένωση. Η αντιπροσωπεία που ήρθε στην Ελλάδα το 1931 κατσαδιάστηκε από τον Ελ. Βενιζέλο, πρωθυπουργό τότε, ενώ ο Παλαμάς με ποίημά του χαιρέτιζε τον ερχομό της. Αυτή η διπλή στάση από τότε μέχρ4ι σήμερα εξακολουθεί να είναι το χαρακτηριστικό της πολιτικής της «μητέρας» Ελλάδας.

Στη δεκαετία του πολέμου το μεγαλύτερο μέρος της ελληνοκυπριακής νεολαίας υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό.

Στη διάρκεια του 1945-50 στην Ελλάδα, οποιαδήποτε αναφορά στην Κύπρο θεωρούνταν κομμουνιστικής έμπνευσης και διώκοταν.

Στη διάρκεια του δεύτερου αντάρτικου, αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ πηγαίνει στο Γράμμο και συναντιέται με το Ζαχαριάδη κλπ. γίνεται συζήτηση για οργάνωση και ανάπτυξη ένοπλου αγώνα στη Κύπρο.

Το δημοψήφισμα για την Ένωση του 1950 πυροδοτεί το «Κυπριακό» σαν πρόβλημα ενδοϊμπεριαλιστικό (αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας) και σαν θέμα της πολιτικής κ.α. πάλης στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Η αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας εκφράζεται με την αρχική υποταγή της πολιτικής ηγεσίας στις αγγλικές υπαγορεύσεις, και με την επικράτηση του «Συναγερμού» (Παπάγος) το 1952-56 τη μεταστροφή του μεγαλύτερου μέρους της πολιτικής ηγεσίας στις αμερικάνικες υπαγορεύσεις. Πραχτικά: ΕΟΚΑ, όπλα, αλληλοκατασκοπεύσεις κλπ.

Μέχρι το 1955-56 η θέση του ΚΚΕ ήταν «Ελεύθερη Κύπρος σε ελεύθερη Ελλάδα». Από τη θέση αυτή διαφοροποιείται το ΑΚΕΛ το 1955, που εγκαταλείπει την αντίθεσή του προς το Μακάριο και δέχεται την υπαγωγή του στην πολιτική του. Εσωτερικά στην Ελλάδα, το Κυπριακό γίνεται ένα από τα κεντρικά σημεία αντιπαράθεσης που εκφράζεται με τις πρώτες μεγάλες ανοιχτές διαδηλώσεις και συγκρούσεις που διαπαιδαγωγούν πολιτικά την τότε νεολαία και δημιουργούν ανησυχίες στους ιθύνοντες πως η έκτασή τους και η ορμητικότητά τους κρύβει τη συμπύκνωση όλης της αντίθεσης λαού – κυβερνήσεων – ξενοκρατίας.

Ενώ μέχρι το 1950 το πρόβλημα ήταν πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και αγγλικής αυτοκρατορίας, με την υιοθέτηση –με τον τρόπο που υιοθετήθηκε- των «εθνικών προσδοκιών» του ελληνικού κυπριακού στοιχείου από «σύμπασα» την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας μετατρέπεται σε πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και τούρκικου στοιχείου, επομένως πρόβλημα τριών μερών κι ενός υποτίθεται «απόντος» (ΗΠΑ).

Αυτό έγινε και από δύο αφετηρίες. Η αγγλική διοίκηση «ενδιαφέρθηκε» για τη μοίρα του τουρκοκυπριακού ενισχύοντάς το, ενώ από την άλλη η παρέμβαση της «μητρός» Ελλάδας έγινε με την έντονα εχθρική στάση των φερέφωνων της απέναντι στο τουρκοκυπριακό στοιχείο. Αρχικά η όλη υπόθεση δεν είχε επιτυχία. Αλλά όταν επιδιώχτηκε και επιτεύχθηκε η ανάπτυξη «ελίτ» και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, που όπως και να έχουν τα πράγματα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, τα πράγματα αλλάζουν.

Αποκορύφωμα της έντασης ήταν τα γεγονότα της Σμύρνης και της Πόλης το 1955, το πρώτο μεγάλο πλήγμα του ΝΑΤΟ. Και τότε «κροτάλισε» το μαστίγιο του Τζων Φόστερ Ντάλες που εξανάγκασε την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας να δεχτεί ταπεινά μια τυπική έκφραση συγγνώμης και να κλείσει η υπόθεση.

Στην ίδια περίοδο (1950-56) η σοβιετική στάση ήταν στα πλαίσια της τοτινής εναλλαγής γραμμής της, αρχικά πιεστικής προς τη Τουρκία (λχ σταθερά παρέμενε στη διεκδίκηση για την απόδοση στη Σοβιετική Αρμενία δύο ανατολικών επαρχιών της Τουρκίας, του Καρς και του Αρνταχάν). Το ΑΚΕΛ που διαμορφωνόταν σ’ αυτό που είναι περίπου σήμερα, ήταν ο πιστότερος καθρέφτης των μεταβολών της σοβιετικής πολιτικής. Λχ το 1955 ευθυγραμμίστηκε με τον Μακάριο, ενώ ακόμη η ηγεσία Ζαχαριάδη εδώ έκανε πολεμική με τον Μακάριο κλπ. μετά το 1956 (άνοδος Καραμανλή στην εξουσία, αποκήρυξη και απ’ το ΚΚΕ του συνθήματος «Αυτοδιάθεση – Ένωση», εξορία Μακάριου από εγγλέζους και κρεμάλες στην Κύπρο κλπ) προωθείται με εποπτεία των αμερικάνων η επιδίωξη μιας «ισορροπημένης» λύσης. Η «λύση» δόθηκε ύστερα από τρία χρόνια. Είναι οι γνωστές συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. «Γεννήθηκε ένα κράτος», αλλά ένα κράτος που γεννήθηκε με μια «εξισορρόπηση» συμφερόντων. Η κύρια επιδίωξη ήταν να αποκατασταθεί η ενότητα του ΝΑΤΟ, να αυξηθεί επομένως ο ρόλος του ισχυρότερου εταίρου (Τουρκία) για να ικανοποιηθεί η ιθύνουσα ελληνοκυπριακή τάξη με νέους ρόλους και δυνατότητες και να εξασφαλιστεί η ανοχή της σοβιετικής πλευράς (αδέσμευτο κράτος).

Κι εδώ έχουμε το παρακάτω «παράδοξο»:η τότε Αριστερά στην Ελλάδα για να ευθυγραμμιστεί προς την τότε αντιπολίτευση (Σ. Βενιζέλο)καταγγέλλει τις συμφωνίες και επιμένει στην Αυτοδιάθεση – Ένωση. Το ΑΚΕΛ χαιρετίζει τις συμφωνίες, κριτικάροντας τα αρνητικά τους. Ορισμένοι στρατοκρατικοί κύκλοι με έκφραση τον επανελθόντα Γρίβα, ύστερα από λίγο καιρό, μιλούν για «προδοσία» και επιμένουν στην Ένωση. Θα περάσουν τρία χρόνια για να καταγγείλει ο Μακάριος τις συμφωνίες. Η ισχυροποιημένη τουρκοκυπριακή πλευρά παραλύει τη λειτουργία του κράτους όπου μπορεί, και μπαίνουμε τότε στη νέα φάση όξυνσης που θα κορυφωθεί με τα γεγονότα του 1964. οι αμερικανοί ευνοούν λύση ΝΑΤΟ ποίησης του νησιού με «διπλή ένωση». Η προσφορά είναι δελεαστική και για την τουρκική ιθύνουσα τάξη και την ελληνική αντίστοιχη. Αρχικά ο Γ. Παπανδρέου θα την αποδεχτεί. Αλλά θα αναγκαστεί να αναπροσαρμοστεί γιατί την απορρίπτει η ίδια η ελληνοκυπριακή ιθύνουσα τάξη με τον εκπρόσωπό της, Μακάριο. Έτσι θα συρθεί η κυβέρνηση Κέντρου σε παζάρια αλλά και θα συνδυάσει τη στάση της με μια επίδειξη «αλληλεγγύης» προς την κυπριακή πλευρά (αποστολή μεραρχίας με «εθελοντές», στελέχωση της Εθνικής Φρουράς, υπολογίζοντας να θέσει υπό τον έλεγχό της την κατάσταση). Έχουμε τα γεγονότα του Κοφινού με επίδειξη τουρκοφαγίας από τους Γρίβα, Σαμψών κλπ, για να φτάσουμε σε μια κατάσταση που παραλίγο να οδηγούσε σ’ αυτό που θα γίνει 10 χρόνια αργότερα.

Έχουμε τότε τη θέση Γκρομίκο για «ομοσπονδία» στην Κύπρο, που εκφράζει τη νέα πολιτική προσεταιρισμού της ιθύνουσας τάξης της Τουρκίας. Επειδή καλό θα είναι να θυμηθούμε και κάποια άλλη πλευρά, αναφέρουμε τη δήλωση του Μάο σε αντιπροσωπεία του «ελληνοκινέζικου συνδέσμου» τότε, που παρομοίαζε το πρόβλημα της Κύπρου με το πρόβλημα της Φορμόζας. Θέση που δε θα επαναληφθεί από το κινέζικο υπουργείο εξωτερικών που μιλούσε για «λύση του προβλήματος με συνομιλίες ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη». Θέση που «εξισορροπούσε» και «νομιμοποιούσε»τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, αλλά οπωσδήποτε καλύτερη από εκείνη της «ομοσπονδίας». Η θέση αυτή δεν υποστηρίχτηκε σε καμιά στιγμή από το τότε μ-λ κίνημα εδώ.

Η προσωρινή ανάπαυλα έθρεψε καταστάσεις που οδηγούσαν σε ευθυγράμμιση Γ. Παπανδρέου – Μακάριου, σε μηχανορραφίες κλπ, που συνδέονται άμεσα με τη νέα κρίση τότε στη Μ. Ανατολή (πόλεμος 6 ημερών Ισραήλ – Αιγύπτου) και τη διχτατορία της 21ης Απρίλη.

Η «υποτροπή» της κρίσης αμέσως μετά τη διχτατορία έδωσε τη «λύση». Ο Παπαδόπουλος στα τέλη του 1967 ανακαλεί το Γρίβα από την Κύπρο και αποσύρει τη μεραρχία, υποχωρώντας σε όλη τη γραμμή. Οι όροι για την εισβολή του 1974 είχαν συγκεντρωθεί. Αργοπόρησε, γιατί προωθήθηκαν τα γνωστά σχέδια για την κάμψη της ανεξάρτητης μακαριακής ελληνοκυπριακής ιθύνουσας τάξης μέσα σ’ ένα αδιάκοπο κύμα συνομωσιών, Εθνικών Μετώπων, ΕΟΚΑ Β’, αποπειρών δολοφονίας κλπ.

Για να κλείσουμε αυτή την πολύ σύντομη ιστορική επισκόπηση, καλό είναι να αναφερθούμε σε μια «τριτοκοσμική» στην πρώτη εμφάνισή της θέση, που προβλήθηκε από ορισμένο κύκλο και που με ορισμένη τροποποίηση υπάρχει και σήμερα. Είναι η θέση πως η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με οποιονδήποτε τρόπο κι αν πραγματοποιούνταν θα επέφερε επαναστατικοποίηση της εσωτερικής κατάστασης στην Ελλάδα και θα την συμπαρέσυρε στο κύμα των επαναστάσεων που «μαίνονταν» τότε στον «τρίτο κόσμο». Η θέση αυτή συνδεόταν και με την άλλη κεντρική θέση για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης. Η κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις υπερνικούνταν με μία «διαπίστωσ绨που θεωρούνταν το κλειδί της υπόθεσης. Δηλαδή ενώ στην Ελλάδα είχαμε πνεύμα μεταρρυθμιστικό, στην Κύπρο είχαμε επαναστατική κατάσταση. Η θέση αυτή σαρώθηκε τότε από τα ίδια τε γεγονότα αλλά και από την αποκάλυψη της σαν «θέσης» που εξυπηρετούσε άλλες εσωτερικές διαμάχες και σκοπιμότητες της τότε «ανερχόμενης» ριζοσπαστικής τριτοκοσμικής παραλλαγής στην Κύπρο (τάση Λυσσαρίδη κλπ).

Πραγματικό ή (και) τεχνητό πρόβλημα

Εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο αντιλήψεις που κυριαρχούν στην «πιάτσα»: Τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «ιμπεριαλισμό» σαν τεχνητό, και αντίστροφα τον «καθαρό ιμπεριαλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν τεχνητό πρόβλημα. Η αντίθεση «Τουρκίας – Ελλάδας» πρόβλημα των αντίστοιχων «αστισμών». Ή η υπόθεση της αντίθεσης αυτής πρόβλημα των ιμπεριαλισμών. Το «κόλπο» των ιθυνουσών τάξεων αναπτύσσεται σε στεγανά έξω από αναμίξεις, σχέδια, υπαγορεύσεις κλπ, ή αντίστροφα οι ιμπεριαλισμοί ενεργούν στη σκακιέρα ανεμπόδιστα και ελεύθερα και αυτό που αποφασίζουν γίνεται χωρίς κανένα πρόσκομμα, εμπόδιο, εμπλοκή ή ακόμα «αντιστροφή» κλπ. οι «αστισμοί» Ελλάδας και Τουρκίας είναι από τη φύση τους ή όχι επιθετικοί. Πόσα ποσοστά επεκτατισμού έχει ο ένας και πόσα ο άλλος κοκ.

Για τους λαούς, ή ακριβέστερα για τους εργαζόμενους, είναι τεχνητό πρόβλημα οι σωβινισμοί, οι αντιπαραθέσεις κλπ. αλλά να που μ’ αυτό το «τεχνητό» πρόβλημα ασχολούνται και θα ασχοληθούν όλοι όσοι παλεύουν πραγματικά για τη χειραφέτησή τους. Ποιο είναι το κριτήριο του «τεχνητού» και του «πραγματικού»; Δεν πρόκειται για γενικές αφαιρέσεις, αλλά για συγκεκριμένη δράση κοινωνικών πολιτικών δυνάμεων και για τα αποτελέσματα αυτής της δράσης που «τεχνητά» προβλήματα τα μετατρέπουν σε «πραγματικά».

Όταν 31 χρόνια από την ίδρυση του ΝΑΤΟ τα «ελληνοτουρκικά» αποτελούν τη μεγάλη ανοιχτή πληγή του, δεν μπορούμε να «κάνουμε το κορόιδο», να μη μας ενδιαφέρει, ή να λέμε «κόλπο». Όταν το «Κυπριακό» 33 χρόνια είναι στη καρδιά των εξελίξεων στη χώρα μας, δε μπορούμε να ξοφλάμε με το γνωστό «πραγματικό κόλπο» της ιθύνουσας τάξης, που εμφανίζεται σαν άποψη του «μέσου» Έλληνα: «να βούλιαζε το νησί να ησυχάζαμε».

Κατά τη φτωχή μου άποψη, έχουμε στο ζήτημα της ελληνοτουρκικής αντίθεσης γενικά, μια ενιαία στάση από τον «τούρκικο αστισμό»και μία όχι ενιαία στάση απ’ αυτό που λέγεται «ελληνικός αστισμός». Κι αυτό όχι στο ότι ο ένας είναι από διάθεση περισσότερο ή λιγότερο επεκτατικός, αλλά γιατί η συγκεκριμένη εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων τοποθετούν τον ένα (τούρκικο) σε πλεονεκτικότερη θέση και τον άλλο σε μειονεκτικότερη θέση. Ο «ελληνικός αστισμός» έσπασε τα μούτρα του το 1922, ενώ ο «τουρκικός αστισμός» βγήκε νικητής το 1922. Επί 60 χρόνια επωφελήθηκε από τις διεθνείς συγκυρίες (δηλαδή όχι από την «καλή μοίρα» αλλά από τη συγκεκριμένη πορεία της διεθνούς εξέλιξης) και παρά τις διαρροές και τα αλληλοφαγώματά του, αναβίωσε την παλιά (ωθήθηκε και ωθείται σ’ αυτό) ιδεολογία του παντουρανισμού ή παντουρκισμού. Ο αντίστοιχος «ελληνικός αστισμός» με το στίγμα και την ιδεολογία του δοσιλογισμού του 1941-44, έφαγε καρπαζιές και είπε «ευχαριστώ» και το 1955 στη Σμύρνη, και στην Πόλη το 1955 και 1964, και το 1967, και το 1974. αλλά σ’ αυτό που λέμε «ελληνικό αστισμό» υπήρξαν και υπάρχουν «ανανεωτικά ρεύματα», όπως άλλωστε όχι μονάχα σ’ αυτόν. Εκεί που χρειάζεται να δούμε το πράγμα, αμολάμε τη φράση και ξεμπερδεύουμε. Εμείς θέλουμε να βλέπουμε το πράγμα, για να επαληθευτεί η φράση. Απλά πράγματα, όχι τόσο περίπλοκα, αλλά που πρέπει να διακρίνουν έναν λογοκόπο –έστω και «επιστήμονα»- από τον πραγματικό επαναστάτη.

Είναι «κόλπο» πως και το ΝΑΤΟ – αμερικάνοι και οι Σοβιετικοί (για να μιλήσουμε για τις μουσουλμανικές λεγόμενες χώρες) ποντάρουν στην «Τουρκία» για τους δικούς τους λόγους; Αυτό από τη μία μεριά. Είναι γεγονός ή «κόλπο»πως ο τούρκικος αστισμός το ’74 με τον σοσιαλιστή Ετζεβίτ επικεφαλής, προώθησε αυτό που απειλούν να «ολοκληρώσουν» οι σημερινοί στρατοκράτες με μια συγκινητική ομοφωνία;

Από την άλλη πλευρά, ο πονοκέφαλος του «μέσου Έλληνα», η Κύπρος: ποιος κυριαρχεί εκεί από το 1960 και ποιες οι σχέσεις της ιθύνουσας τάξης της με την ελλαδική ιθύνουσα τάξη;

Όπως σε όλες τις αποικίες του ο αγγλικός ιμπεριαλισμός δημιούργησε στην Κύπρο «ελίτ» ντόπια, σε διαστάσεις όχι ευκαταφρόνητες για το μέγεθος του νησιού. Οι ΗΠΑ στη διεισδυτική τους προσπάθεια αγκάλιασαν , υποστήριξαν την «ελίτ» αυτή, και την απόσπασαν από την αγγλική επιρροή κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι δεν είναι παράξενο πως άνθρωποι που συνδέονταν με τις πιο φεουδαρχικές δομές του νησιού (Εκκλησία) όπως ο Μακάριος, ήταν πραγματικά στην πρώτη φάση άνθρωποι που αναδείχτηκαν από τους αμερικάνους. Αργότερα, και πριν την ανακήρυξη της δημοκρατίας αλλά και μετά, οι όροι αυτοί μεταβλήθηκαν. Με τη σκέπη αυτών των δομών αναπτύχθηκε μια κοσμοπολίτικη, ευκίνητη, πολυπράγμονη και πολύστροφη μεταπρατική ελληνοκυπριακή αστική τάξη, που χαρακτηριστικός της «πάτρωνας» και εκπρόσωπος στάθηκε ο Μακάριος, με το εκσυγχρονισμένο, λαϊκίστικο, βυζαντινό καθεστώς του. «Εξισορροπιστής» αλλά και πατερναλιστής, επιτρέπει στις ξένες επιρροές να αναπτύσσονται μέσα στη Κύπρο, αρκεί να τις γνωρίζει, και να τις ελέγχει. Στηρίχτηκε στους νέους διεθνείς συσχετισμούς παίζοντας με διπλωματική μαεστρία ταυτόχρονα σε δύο και τρία ταμπλό, και γι’ αυτό δίκαια θεωρήθηκε από τους ικανότερους παίχτες στη διεθνή σκακιέρα.

Αυτή η αναπτυσσόμενη αστική τάξη της Κύπρου όσο κι αν είχε και έχει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, χρειαζόταν και χρειάζεται μία «εθνική εστία», γιατί η τέτοια εστία της έδινε και της δίνει πλεονεκτήματα. Μια «τουρκοποίηση» ή «ΝΑΤΟποίηση» της Κύπρου θα την έκανε να χάσει πολλά πλεονεκτήματα από την άλλη, όσο αναπτυσσόταν τα πιο δυναμικά της στοιχεία, έπαιρνα μια θέση υπεροχής απέναντι στην ελλαδική αστική τάξη. Έτσι η διαρκής αντίθεση Μακάριου – Ελληνικών κυβερνήσεων, ήταν και αντίθεση των δύο αστικών τάξεων. Αλλά μέσα σ’ αυτή τη νέα αστική τάξη, διαμορφώθηκαν τόσες εστίες επιρροών ξένων και αντιμακαριακών κέντρων που το σημείο «εκκίνησής» τους ήταν ακριβώς τα πλεονεκτήματα που προσφέρονταν από την ίδια την ιδιομορφία της θέσης του νησιού. Δεν είναι «παράδοξο» που οι αμερικάνοι, με δυό λόγια οι ΝΑΤΟϊκοί, στηρίχτηκαν σε παλιά στοιχεία και λιγότερο σε νέα. Πχ από πολιτική άποψη Κληρίδης.

Η μετατροπή του ΑΚΕΛ από κόμμα «πρωτοπορίας» σε κόμμα – οικονομικό οργανισμό, κόμμα του «μέσου ανθρώπου», υποβοήθησε την επέκταση της επιρροής της ιδεολογίας αυτού του συνασπισμού βυζαντινών – φεουδαρχικών στοιχείων και νέας αστικής τάξης, κι έτσι έχουμε αυτό το ενοχλητικό για τους ελλαδίτες «μέσους ανθρώπους» «ανθελληνικό» κυπριακό πνεύμα: «Θέλουμε τα καλά της Ελλάδας, αλλά όχι την Ελλάδα». Από την άλλη μεριά, η Κύπρος για ορισμένα αστικά, γραφειοκρατικά και στρατοκρατικά στοιχεία, έγινε –από το 1960 κύρια- μια παχιά αγελάδα αποκόμισης κερδών από διαφόρων ειδών δραστηριότητες, αλλά και πηγή πονοκεφάλων, μπελάδων, κινδύνων κλπ –απ’ όπου και η γνωστή ιδεολογία του «μέσου» ελλαδίτη «ανθρώπου».

Σήμερα στην Ελλάδα έχει «ενσωματωθεί» ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων κεφαλαιούχων, από τους ισχυρότερους ίσως που αναδείχτηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Δεν έχει συμβεί στην ίδια κλίμακα το αντίστροφο. Να κι ένας ακόμα λόγος για την πηγή της ψυχολογίας του «μέσου ανθρώπου».

Όπως έχει γραφτεί άλλοτε, δηλαδή στον καιρό τον μετά τη μεταπολίτευση, η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε επίμονα να αποκόψει το κυπριακό πρόβλημα από τα άλλα προβλήματα της αντίθεσης με την Τουρκία. Κι αυτό γιατί θα τη διευκόλυνε να πετύχει τη βαθμιαία απαγκίστρωσή της από υποχρεώσεις απέναντι στην Κύπρο. Κι από τότε διαμορφώνει την «κοινή γνώμη» του «μέσου ανθρώπου». Τούτο θα επέφερε έστω από «σκόλιους δρόμους» την εξομάλυνση ή τουλάχιστον την άμβλυνση των διαφορών με την Τουρκία βαθμιαία, και με άλλοθι στην κοινή γνώμη την «καταβόθρα» ή την «παγίδα» της Κύπρου. Αν δεν το πέτυχε, δεν φταίει αυτή. Είναι πως δεν έχει πια την ίδια σημασία που είχε για τις ΗΠΑ το 1947-49 μαζί με την τότε αδερφή Τουρκία.

Ακόμα, το 1947-49 δεν ήθελε τη σοβιετική παρέμβαση. Τώρα τη θέλει, αλλά η άλλη πλευρά θέλει τώρα ότι ήθελαν οι ΗΠΑ το 1947. αντιστροφή ρόλων, αν το θέλαμε σαν απλοποιημένο σχήμα, αλλά που η πραγματικότητα του είναι πιο περίπλοκη.

Και ερχόμαστε σ’ έναν άλλο παράγοντα. Το 1981 και 1982 ήταν της μόδας να λες καλά λόγια για το ΠΑΣΟΚ. Τώρα είναι της μόδας να παριστάνεις τον ΠΑΣΟΚοφάγο. Έτσι τις κοτσάνες του 1981-82 τις διαδέχονται αντίθετες φαινομενικά κοτσάνες που το χαρακτηριστικό τους είναι η απόλυτη βεβαιότητα. Θα ξαναπούμε μερικά λόγια που έχουν ειπωθεί πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, έστω κι αν ποτέ δεν πάρθηκαν στην πράξη στα σοβαρά, γιατί οι εκάστοτε μόδες το απαγόρευαν.

Από το 1960 περίπου αναπτύσσεται, στην αρχή κάτω από την προστασία των τότε πατρώνων της Ελλάδας, ένα αναγεννητικό ρεύμα στην αστική τάξη. Σ’ αυτό συνυπήρχαν στοιχεία κοινωνικά και πολιτικά που ανήκαν στις πατροπαράδοτες οικογένειες – τζάκια, και που ήθελαν να εκφράσουν τις νέες αστικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν τα χρόνια αυτά. Οι νέες αυτές αστικές δυνάμεις ήταν αυτό που στην κλασική μαρξιστική ορολογία αποδιδόταν με την έκφραση «μεσαία αστική τάξη». Αυτή η μεσαία αστική τάξη που για να αναπτυχθεί και να γίνει μεγάλη προσπαθούσε να αντιληφθεί και να επωφεληθεί από τις νέες διεθνείς πραγματικότητες, ενισχύθηκε σημαντικά και από το κύμα μεταπρατικών και άλλων δραστηριοτήτων της εποχής της χούντας, αλλά και μεταδικτατορικά με τη σοσιαλμανία του Καραμανλή. Η μεσαία αστική τάξη θέλει να είναι και τεχνοκρατική και λαϊκίστικη, επομένως ριζοσπαστική, και στο εθνικό και στο κοινωνικό πεδίο. Έτσι «συναντιέται» με τα παμπάλαια αλλά συντριμμένα «όνειρα» του παμπάλαιου ελληνικού εθνικισμού του Π. Γιαννόπουλου, του Ι. Δραγούμη, κι επομένως μ’ αυτόν τον πάντοτε έτοιμο για πατριδοκαπηλικές εξορμήσεις «μικροαστικό ριζοσπαστικό εθνικισμό», που κάποτε πίσω από πληβεία χαρακτηριστικά (Πλαστήρας, Κονδύλης) εκστασιάστηκε και μπροστά σε φιλελευθερισμούς, βασιλοκτονίες αλλά και φασισμούς.

Επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι καθορισμένοι, πιστεύει, ή φαίνεται να πιστεύει, πως η σημερινή γεωγραφική θέση της Ελλάδας από μειονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα. Υποθέτοντας πως θα είχαμε να κάνουμε με ένα πραγματικά λαϊκό κίνημα, τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει μια αξιόπιστη «εναλλακτική λύση».

Μια τέτοια «αναγέννηση» βρίσκεται σε πορεία. Και οι απόπειρες να υποκαταστήσει το παλιό κατεστημένο με νέο «κατεστημένο», για την ώρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε επίπεδο ποσοτικό και όχι ποιοτικό. Γιατί ενεργεί ακόμα σαν «δοτός» και «υπό προθεσμία» διαχειριστής κι όχι σαν «κυρίαρχος» και αποκλειστικός διαχειριστής. Υπάρχουν με την ωρίμανση των όρων της διεθνούς κρίσης και μιας «τοπικής κρίσης», πολλοί λόγοι για να πιστεύουμε πως οι «εξετάσεις» που θα κληθεί να δώσει σε όλα τα επίπεδα θα είναι πολύ σκληρές.

Η ωρίμανση των όρων μιας τοπικής κρίσης συστατικού αλλά και ιδιόμορφου στοιχείου της γενικής κρίσης

Όλος ο κόσμος ξέρει πως η διεθνής οικονομική κρίση με τις εναλλαγές της, ελπίδες ανάκαμψης, απογοητεύσεις κλπ, συμπληρώνεται με μια όλο και βαρύτερη επιδείνωση της παγκόσμιας κατάστασης. Πλήθη «τοπικών» πολέμων, «παράλογων» σαν την αλληλοσφαγή των παλαιστινίων, Ιράν – Ιράκ κλπ, πιο πριν Φόκλαντ κλπ, σαν πύραυλοι τέτοιοι κι αλλιώτικοι, και όλα τα γνωστά καθημερινά, που μονάχα ο αιώνιος στρουθοκαμηλισμός του «μέσου έλληνα» -είτε είναι νεοδημοκράτης, είτε επαναστάτης – επιστήμονας, είτε οτιδήποτε άλλο- επιμένει να τα αγνοεί ή να τα κατατάσσει στα «μη ενδιαφέροντα».

Σειρά από συγκυρίες του εξασφάλισαν μια 10χρονη ήσυχη πορεία και του έδωσαν την ευκαιρία να φιλοσοφεί μετά ή άνευ μαλακίας ή ευτέλειας. Επιστήμονας ή μέσος που τάπιασε, ή θα τάπιανε, θεωρεί τεχνητά όλα όσα συμβαίνουν, αρκεί να γίνονται στη διπλανή αυλή ή στο διπλανό διαμέρισμα.

Η πράξη του Ντενκτάς ή των Ντενκτάς δεν είναι μια ξεκομμένη ενέργεια. Προαναγγέλλει και άλλες που ο αριθμός τους θα προσδιοριστεί όχι από τη δική μας «λογική», αλλά από τη λογική της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης που επεκτείνεται ιδιαίτερα στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Επομένως ο κόσμος –ο απλός άνθρωπος κι όχι το πλάσμα του «μέσου» δήθεν ανθρώπου- έχει κάθε λόγο να ανησυχεί. Αλλά χάρη στην αστική επιρροή με τη διπλή της έκφραση, ανησυχεί «καμπανιακά» όπως έλεγαν οι πάλαι ποτέ κομμουνιστές, δηλαδή μπορεί για την ώρα να ανησυχεί Δεύτερα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, και το Σαββατοκύριακο να μην ανησυχεί. Για όσους το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο να «βρούμε» μια φόρμουλα για να «τη βρούμε» με τον εαυτό μας και τους «άλλους» γύρω μας, αλλά στο τι πρέπει να κάνουμε μπροστά σε μια πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο απειλητική για ήσυχους και ανησυχούντες, ο «κόμπος» βρίσκεται στο να εκλέξουν τα μέσα και τους τρόπους για να τοποθετηθούν απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα. Πρώτα απ’ όλα:

Έχουμε μια αναμφισβήτητη κλιμάκωση της επιθετικότητας του τουρκικού σοβινισμού με απροκάλυπτα φασιστικά χαρακτηριστικά, που υποστηρίζεται ενεργά από τη «δύση» -πέρα από φραστικές καταδίκες της στιγμής- και που υποθάλπεται από την πολιτική εξευμενισμού της «ανατολής» και υποστηρίζεται από ένα μέρος των «αδεσμεύτων». Η επεκτατικότητα δεν αφορά μονάχα την Κύπρο αλλά ολόκληρη κλίμακα αξιώσεων, που στη βάση της στέκεται η αναθεώρηση συνόρων που καθιερώθηκαν μετά τη συντριβή του 1922 (υφαλοκρηπίδα, νησιά κλπ). η επεκτατικότητα, η επιθετικότητα χρησιμοποιείται έντεχνα σαν εκβιασμός όπως χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται η πυρηνική απειλή σαν εκβιασμός. Το ότι ασκήθηκε μονάχα μια φορά (εισβολή στην Κύπρο) στα 10 τελευταία χρόνια, δεν σημαίνει πως αυτός ο ίδιος εκβιασμός δεν έχει «υλικότητα» και πως δεν μπορεί να μετατραπεί σε έκφραση άμεσης «χειροπιαστής» επιθετικότητας. Από την άλλη πλευρά, για τον «ελληνικό αστισμό» η απειλή από την Τουρκία χρησιμοποιείται για εσωτερικούς λόγους κατά κόρον και επί ΝΔ και τώρα. Αλλά το ότι χρησιμοποιείται σαν άσκηση εκβιασμού για τέτοια ή άλλα μέτρα δεν σημαίνει πως αυτή δεν υπάρχει. Το πρόβλημα μια και λέγονται και γράφονται πολλά είναι αλλού: Πως ο «ελληνικός αστισμός» γενικά έχει τη διάθεση και τη θέληση να συμβιβαστεί με την Τουρκία, αλλά πως η άλλη πλευρά «δεν διευκολύνει». Ας μην ξεχνάμε πως ο ελληνικός αστισμός μετά τις «δάφνες» του «αντισυμμοριακού αγώνα» δεν «διευκολύνθηκε» αλλά ταπεινώθηκε ακόμα και με τους ομαδικούς βιασμούς αξιωματικών στη Σμύρνη το 1955, δηλαδή 6 χρόνια μονάχα μετά τη «νίκη» του. Και τούτο για τον εκ γενετής φιλοτουρκισμό ή «ανθελληνισμό»; Για δύο λόγους: γιατί η Τουρκία «βαραίνει» περισσότερο στους συσχετισμούς, αλλά και γιατί μια αστική τάξη που σώθηκε τρεις φορές με ξένες δυνάμεις από του χάρου τα δόντια υπολογίζεται πολύ λιγότερο.

Τούτο δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν καταστάσεις που μπορεί να ωθήσουν σε επιδείξεις τουρκοφαγίας α λα Γρίβα – Σαμψών όπως το 1964-67 και τώρα. Υπάρχουν γιατί ακριβώς αυτές χρησίμευσαν σαν άλλοθι για υποχώρηση σε όλη τη γραμμή, αλλά ειδικά για τώρα μια σε μεγαλύτερη σε έκταση επανέκδοση του «χορού του Ζαλόγγου» είναι πιθανή. Επομένως τα «κάτω η χούντα του Εβρέν», «κάτω τα ανδρείκελα της χούντας του Εβρέν στην Κύπρο», «λευτεριά στην Κύπρο», «ανεξάρτητη και λεύτερη Κύπρος», «λευτεριά στους Τούρκους αγωνιστές», «λευτεριά στο λαό της Τουρκίας», «μυρίζουν» ελληνικό αστισμό. Αν συνυπολογίσουμε τη σοβιετική στάση, αυτοί που πιθανό να φωνάζουν τέτοια συνθήματα γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, μπορούν να ακούσουν τα σχετικά τους.

Η «στιγμή» της ενέργειας του Ντενκτάς είναι η στιγμή της επίθεσης των ΗΠΑ – Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, με την ένταση της κλιμάκωσης των αντιθέσεων στους κόλπους των αραβικών χωρών. Είναι πραγματικό ή τεχνητό πρόβλημα η αλληλοσφαγή των παλαιστινίων; Ο ηγεμονισμός της Συρίας που προσφέρεται σαν εναλλακτική λύση για τους παλαιστίνιους διαφωνούντες, είναι τεχνητή ή πραγματική κατάσταση; Μέσα στο κλίμα αυτό, η κλιμάκωση ενεργειών από την κλίκα της Άγκυρας έχει πιθανότητες να περάσει και να επιτύχει παρά τις φραστικές καταδίκες αφού, έξω από τις ΗΠΑ, οι κυριότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις καλοπιάνουν το καθεστώς Εβρέν, και οι ανατολικοί θεωρούν πως η λύση είναι η αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης […]

Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την έλλειψη μιας συνεπούς επαναστατικής κατεύθυνσης στην Κύπρο –κάτι τέτοιο δεν υπάρχει με την ίδια έννοια δυστυχώς ούτε εδώ- για να λέμε «δεν μας νοιάζει». Η τέτοια κατεύθυνση μπορεί να δημιουργηθεί όχι με το να νοιαζόμαστε κατά τον τρόπο του «μέσου έλληνα». Η στάση «φρικιό» είναι βολική στάση, αλλά δεν απομακρύνει κρίσιμες καταστάσεις, ούτε διαλύει πραγματικές απειλές. Το γνωστό «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια» είναι σοφό, αλλά δεν πρόκειται να αφυπνίσει τα ψάρια ώστε να καταλάβουν το Αιγαίο και να γλιτώσουν κι αυτά κι εμείς.

Οι εξελίξεις αυτές ξαναβάζουν το ζήτημα μιας γενικής αντίληψης, και δράσης στη βάση της αντίληψης αυτής. Είναι δύσκολο να ξανακερδηθεί ο χαμένος χρόνος. Αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αν σήμερα υπάρχει σύγχυση κι αποπροσανατολισμός, αύριο θα γίνει μεγαλύτερος.[…]

Η αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική πάλη είναι για ένα κίνημα, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, αδιαίρετη και ενιαία. Ο αντιιμπεριαλισμός αυτός έχει ένα περιεχόμενο που συνδέεται άμεσα με τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα και την ιδιαίτερη θέση της χώρας μας. Επομένως δεν μπορούμε να αντικαθιστούμε κάποιο «παλιό» αντιιμπεριαλιστικό παρελθόν με ένα «καλό» σημερινό «αντικαπιταλιστικό» παρόν του «χώρου».

Αν η Ελλάδα έχει μια θέση στους «Δέκα» ή διαθέτει κουλτούρα που διαφέρει που διαφέρει από τις λεγόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, κι αν κάποιοι την κατέτασσαν σ’ αυτόν, δεν σημαίνει πως η ιδιαίτερη θέση της την «ανέβασε» στην ίδια θέση με την Αγγλία, Γαλλία, Δ. Γερμανία κλπ.

Ακόμα, το εθνικό πρόβλημα –αν εννοούμε μ’ αυτό, το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας- είναι πρόβλημα που το αντιμετωπίζουν όχι μονάχα οι χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου, αλλά και χώρες που ανήκουν ακόμα και στη σειρά των 10-15 πιο ανεπτυγμένων.

Το πρόβλημα της Κύπρου συνδέεται, όπως είδαμε, με τα 30 και πάνω χρόνια της πρόσφατης ιστορίας μας και σημάδεψε στροφές στην ιστορική εξέλιξη. Η τέτοια διαμόρφωση και εξέλιξη καθορίστηκε και με καταστάσεις του απώτερου παρελθόντος που υπαγορεύτηκαν από ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και εξαρτήσεις, αλλά και από τη συγκεκριμένη κυριαρχία και αντιπαράθεση συγκεκριμένων ιμπεριαλισμών.

Η ύπαρξη του «εθνικού προβλήματος», της ταυτόχρονης διεξαγωγής αντιιμπεριαλιστικού και αντικαπιταλιστικού αγώνα, είναι ζήτημα ουσίας και όχι «στόχων και μεθόδων χειρισμού» για την απόχτηση ή διατήρηση επιρροής. Το διπλό καθήκον δεν εκφράζει διπλή στάση. Υπαγορεύει διπλό μέτωπο. Υπαγορεύει αντίστοιχες μεθόδους στο ιδεολογικό – πολιτικό – μαζικό πεδίο. Έτσι, ο επιζητούμενος διαχωρισμός στις λέξεις, στους όρους, είναι μάταιος αν δεν εκφράζει διαφορετικά περιεχόμενα ή αν δεν εκφράζει κανένα περιεχόμενο, όπως συμβαίνει συχνά.

Είναι άλλο το ζήτημα του καθορισμού του στρατηγικού στόχου, κι επομένως ο συσχετισμός ανάμεσα στα αντιιμπεριαλιστικά και αντικαπιταλιστικά καθήκοντα για την επίτευξη του στόχου, και άλλο πράγμα η ύψωση σινικών τειχών ανάμεσα στον αντιιμπεριαλιστικό και τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, γενικά, παντού, και σε κάθε στιγμή. Έτσι, και οι δύο αντιτιθέμενες φαινομενικά αντιλήψεις, αποκαπιταλιστικοποιούν –για να μιλήσουμε κάπως μοντέρνα- τον ιμπεριαλισμό, και αποϊμπεριαλιστικοποιούν τον καπιταλισμό.

Στις σημερινές συνθήκες, η εικόνα του κόσμου παρουσιάζει 150 και πάνω ανεξάρτητα κράτη. Είναι δύσκολο σήμερα να μπορεί κανείς να θυμηθεί ή να συγκρατήσει όλα τα ονόματα των κρατών και το που βρίσκονται. Όπως και άλλοτε έχει ειπωθεί, ο κόσμος συνολικά δίνει την εικόνα της «καπιταλιστικής ολοκλήρωσης». Αυτό που άλλοι λένε «διεθνής καταμερισμός εργασίας». Όπως είναι επόμενο οι ιμπεριαλισμοί και οι εθνικισμοί είναι δυό αναπόσπαστα στοιχεία και καθόλου αντιφατικά σαν έννοιες και πραγματικότητες. Υπάρχει η κρίση, οι ερμηνείες της, ή μάλλον η άφθονη φιλολογία για τις ερμηνείες της, αλλά υπάρχουν και ορισμένα αναμφισβήτητα γεγονότα. Έτσι, λένε πως οι χώρες του «τρίτου κόσμου» χρωστάνε στις τράπεζες των πλουσιότερων χωρών 700 δις. Δολάρια. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, της χώρας που είναι ο υπ’ αριθμόν ένα δανειστής, έχει ένα εσωτερικό χρέος που έχει φτάσει τα 500δις δολάρια. Πέρα από τις πολλές άλλες πλευρές που κρύβουν αυτά τα νούμερα, πως γίνεται μια χώρα να κυριαρχεί οικονομικά με ένα τέτοιο τεράστιο εσωτερικό χρέος, που με «κανονικές συνθήκες» θα την είχε τινάξει στον αέρα; Έχουμε να κάνουμε εδώ με «καθαρό καπιταλισμό», μ’ έναν κανονικό βορειοαμερικάνικο αστισμό; Πέρα απ’ αυτό, και τι δεν κρύβει αυτή η σχέσης Όχι αυτή την υποκατάσταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλιστικό στάδιο κλπ, με την περιβόητη «άνιση ανταλλαγή» (το ότι οι άνισες ανταλλαγές αποτελούν φαινόμενο της σχέσης εξαρτώμενου από κυρίαρχο, δεν έχει σχέση με τη θεωρία που γι’ αυτήν κάνουμε λόγο) αλλά την επέκταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλισμός κλπ. Ο ιμπεριαλισμός του 1920, το μονοπώλιο του 1920 δεν «μοιάζει» με τον ιμπεριαλισμό, το μονοπώλιο του 1980, αλλά και τα δύο ήταν και είναι ιμπεριαλισμός και μονοπώλιο. Το ότι χρησιμεύουν σαν λέξεις – κλειδιά για να λύνονται όλα, αυτό συμβαίνει, όπως συμβαίνει να λύνουν τα πάντα οι λέξεις «επιστήμη», «αδήριτοι νόμοι της αγοράς», και άλλα γνωστά δύο αντιτιθέμενων φαινομενικά αντιλήψεων. Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη αποτελούν «επιστήμη» της επανάστασης, αποτελούν χειριστική φρασεολογία.[…]

Η έποψη που υποστηρίχτηκε προδιχτατορικά και υποστηρίζεται και σήμερα με παραλλαγές, αντι-σοσιαλιμπεριαλιστικές τσόντες, Αυτοδιάθεση – Ένωση ή «εξαφάνιση» της Κύπρου, πρόβαλλε σαν πυρήνα της και οικονομικά επιχειρήματα: το αδύνατο της οικονομικής επιβίωσης μιας Κύπρου ανεξάρτητης. Η ζωή φυσικά έχει αποδείξει το αντίθετο. Και μάλιστα και για τη δεκάχρονη περίοδο της διχοτομημένης Κύπρου. Παρατίθενται τώρα «γεωπολιτικά» και στρατηγικά επιχειρήματα που στην ουσία θέτουν σαν προτιμότερη την επιλογή της ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου από τη μετατροπή της σε «σοβιετικό προγεφύρωμα που είναι η αναπόφευκτη μοίρα της έτσι κι αλλιώς»…Η επανάσταση και ο αντι-σοσιαλιμπεριαλισμός χρησιμεύουν για να προβληθεί η έπαρση, η αλαζονεία και το πραχτικό πνεύμα του μπακάλη ελλαδίτη προστάτη. Ίσως αυτό που έλεγε ο Λένιν (ξύστε λίγο το πρόσωπο του ρώσου και θα βρείτε τον ασιάτη» θα μπορούσε εδώ να μεταφραστεί «ξύστε λίγο το πρόσωπο του ριζοσπάστη λογοκόπου και θα βρείτε τον χοντροκομμένο σοβινιστή».[…]

Ποια είναι η «θέση»;

Αν δεν βγαίνει από τα παραπάνω, ας την συνοψίσουμε

Στον σημερινό κόσμο τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης εμφανίζονται όσο ποτέ άλλοτε συνδεδεμένα με το ίδιο κεντρικό πρόβλημα της μορφής των κοινωνικών σχέσεων που επικρατούν σ’ αυτόν. Από δω απορρέει ο «παράλογος» χαρακτήρας των πολέμων, των συγκρούσεων και γενικά των ένοπλων αντιπαραθέσεων σε πολλές περιοχές του κόσμου. Αυτή είναι μια πρώτη άποψη του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, πιο αυθεντικά –από την άποψη των αιτημάτων τους- απελευθερωτικά κινήματα συνδυάζονται, «συνυπάρχουν» με τα πιο εθνικιστικά παραληρήματα και συχνά τα δεύτερα, στο όνομα βέβαια κάποιων «ευγενικών ιδεών», διαστρέφουν και μεταστρέφουν τα πρώτα.

Η υπερέξαρση εθνικισμών μεγάλης, «μεσαίας» και μικρής δύναμης αν αποσπαστεί από τις αιτίες που τη δημιουργούν, προκαλεί την εντύπωση πως αυτό που κυριαρχεί στο σημερινό κόσμο είναι η θέληση (η «βούληση» αν θέλετε) των «μικρών» εθνικισμών» που υπαγορεύουν την πορεία των πραγμάτων στους «μεγάλους» εθνικισμούς. Για να θυμηθούμε ξεχασμένα πράγματα («τα κράτη θέλουν ανεξαρτησία, τα έθνη ελευθερία και οι λαοί την επανάσταση») στη βάση αυτών των «πραγμάτων» υπάρχει η πραγματική αντίθεση των «μικρών» νέων ή παλιών εθνικισμών απέναντι στους μεγάλους, των εθνικών κινημάτων στους εθνικισμούς, των εθνικισμών στις λαϊκές επαναστάσεις κλπ. Αν στεγανοποιηθούν οι αντιθέσεις αυτές καταλήγουμε τότε είτε σε σχήματα Τενγκ Χσιαο Πινγκ, είτε σε σχήματα υιοθέτησης της αντίθεσης «Βορρά – Νότου»σαν κύριας αντίθεσης της εποχής μας.

Επομένως, αυτή η υπερέξαρση όσο «παράλογη» κι αν φαίνεται, υπακούει στη λογική του «γενικού παραλογισμού» της επιβίωσης ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων στον κόσμο. Αλλά αυτό που ιστορικά είναι ξεπερασμένο δεν είναι και πραχτικά.

Στην περίπτωση του Κυπριακού και της γενικότερης αντίθεσης που ονομάζεται «ελληνοτουρκική αντίθεση», εμφανίζεται ο «παραλογισμός» αυτός με ιδιαίτερη οξύτητα. Ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για την διανομή των εδαφών της παλαιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, μέρος της ιμπεριαλιστικής εξόρμησης των αρχών του αιώνα μας σαν αποτέλεσμα της πρώτης μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, έριξε τις μεγάλες ρίζες του προβλήματος. Για τρεις περίπου δεκαετίες η αντίθεση αυτή φαινόταν να έχει εξαλειφθεί. Στο επίπεδο των ιθυνουσών τάξεων είχε αποκατασταθεί η μεγαλύτερη εγκαρδιότητα και σε συνέχεια οι δύο ιθύνουσες τάξεις προσχωρούν σε μία και την ίδια συμμαχία την ίδια στιγμή που η παλιά αντίθεση αναζωπυρώνεται. Αυτή είναι η εξωτερική όψη του πράγματος. Η εσωτερική είναι διπλή: από τη μία η αφύπνιση των εθνικών απελευθερωτικών προσδοκιών που αποτέλεσε ένα μεγάλο γεγονός στα μεταπολεμικά χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα, και από την άλλη η «από τα πάνω», από δοσμένους ιμπεριαλισμούς, αναζωπύρωση εθνικισμών για την επικράτηση του ενός σε βάρος του άλλου. Αν αυτό στην περίπτωσή μας είναι ορατό, σε άλλες «μακρινότερες» περιπτώσεις δεν γίνεται εύκολα ορατό.

Σ’ έναν κόσμο «γραμμικών» εθνικισμών (που δεν υπήρξε ποτέ) η απλή λογική του «αγοραίου» πασιφισμού ή αντιμιλιταρισμού οπωσδήποτε θα ήταν εύκολα αποδεκτή. Αφού δεν υπάρχει τέτοιος κόσμος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η λογική του.

Έτσι το κράτος – τέρας των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου δεν είναι «μοναδική» περίπτωση. Γιατί η λογική που επικρατεί όταν δίνεται μια «λύση» σε ένα εθνικό πρόβλημα είναι ο «παραλογισμός» του συσχετισμού δυνάμεων σ’ έναν κόσμο που η κοινωνική του οργάνωση αποτελεί η ίδια έναν «παραλογισμό».

Η δεύτερη άποψη του ζητήματος αφορά τη «συγκυρία» τη διεθνή και την «τοπική». Και το όρο «συγκυρία» τον παίρνουμε σε μια ευρύτερη έννοια. Το «καυτό» μέτωπο της Μέσης Ανατολής πέρασε από διαδοχικές φάσεις επιθέσεων και αναδιπλώσεων των αριστερών κι όχι των μεγαλύτερων δυνάμεων του σημερινού κόσμου, επιθέσεων και αναδιπλώσεων που διεξάγονταν και μέσω τοπικών εθνικισμών που υπαγόρευαν, διέτρεφαν, επιδρούσαν σε τοπικά εθνικά κινήματα. Μια προηγούμενη φάση ήταν εκείνη που συνδεόταν με τον δεύτερο αιγυπτιακό – ισραηλινό πόλεμο, την πρώτη πετρελαϊκή κρίση και την «ισορροπιστική» επιχείρηση των αμερικάνων που συνδέθηκε με το όνομα του Κίσιγκερ.

Τώρα διεξάγεται μια συνδυασμένη επιχείρηση προώθησης των θέσεων αμερικάνων και δυτικών, που συνδυάζεται βέβαια με μια ακόμα φάση εκκαθάρισης και ανατροπής των «ισορροπιών» στο παλαιστινιακό κίνημα. Η άλλη πλευρά επιχειρεί να αναδιατάξει τα στηρίγματά της, και ταυτόχρονα έχοντας «δικά της» προβλήματα έχει κάθε λόγο να ελίσσεται, χωρίς να εγκαταλείπει την πάγια στις τελευταίες δεκαετίες πολιτική της, της εκμετάλλευσης των «ανοιγμάτων» που αφήνουν οι αντιθέσεις και οι αποτυχίες των αντιπάλων της. Αυτά μέσα στο γενικό διεθνές πλαίσιο του παροξυσμού του ανταγωνιστικού πυρηνικού εξοπλισμού, υποδείχνουν τη ζωτική ανάγκη ανοίγματος και άλλων «μετώπων» ή ρηγμάτων και για τις δυό πλευρές.

Είναι δεδομένη η «διπλή στάση» της Ελλάδας σε σχέση με το ΝΑΤΟ κλπ και η «σταθερότητα» της Τουρκίας. Υποθέτοντας μια οποιαδήποτε προώθηση τετελεσμένων λύσεων στην Κύπρο, είναι αυτονόητο πως θα πυροδοτηθεί μια ανάφλεξη με ανατροπή της σύγχρονης «εξισορρόπησης». Σε μια τέτοια περίπτωση ισχύει ότι ειπώθηκε αρχικά για «συγκέντρωση όρων» κλπ. κι από δω η σκληρή δοκιμασία για το ΠΑΣΟΚ και φυσικά όχι μονάχα γι’ αυτό.

Ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις και την πραγματική πολιτική όλων των ενδιαφερόμενων μερών και την αποστροφή του «μέσου έλληνα» για τις σκοτούρες αυτές, η υποστήριξη οποιουδήποτε ελλαδικού ρεβανσισμού (ριζοσπαστικού ή μη χαρακτήρα), η «αντιπολεμική» αδιαφορία για τις παραπέρα εξελίξεις (κλιμάκωση της τουρκικής φασιστικής επέκτασης κλπ), αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όσο κι αν φαίνεται «θεωρητική» και «ουτοπική», η υποστήριξη του κυπριακού λαού να εναντιωθεί σε οποιαδήποτε νέα επιχείρηση γενοκτονίας – εποικισμού από τον τουρκοφασιστικό παντουρκισμό και να μη γίνει όργανο πραγμάτωσης ρεβανσιστικών, πολεμικών τυχοδιωκτισμών, αυτή είναι η θέση. Που σημαίνει συγκεκριμένα: Ενιαία Κύπρος, χωρίς στρατούς και βάσεις, με ίσα δικαιώματα για ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους.

Τη λύση αυτή θα τη δώσει ο ίδιος ο κυπριακός λαός γενικά, με τη συμπαράσταση του λαού της Ελλάδας και της Τουρκίας. Δε θα την δώσουν ούτε ο ΟΗΕ, ούτε οι μηχανισμοί της Ζυρίχης, ούτε οι διεθνείς διασκέψεις.

Στα ζητήματα αυτά, όπως έλεγε ο Λένιν, δεν υπάρχουν «ρεαλισμοί». Γιατί αν υπάρξουν, σημαίνει ολοκληρωτική προσχώρηση στη γραμμή του ενός ή του άλλου σοβινισμού. Και η ίδια «ουτοπική» και «θεωρητική» άποψη υπάρχει και για την περίπτωση ανάφλεξης στα μέτωπα της γενικότερης αντίθεσης: Αντιπαράθεση σε κάθε ρεβανσιστικό ελλαδικό «αποικισμό» όπως και σε κάθε τουρκικό επεκτατισμό. Ο οποιοσδήποτε πόλεμος επιβληθεί μέσα στο έδαφος της Ελλάδας ή της Κύπρου να μετατραπεί σε λαϊκό επαναστατικό πόλεμο για ανεξάρτητη ελεύθερη Ελλάδα και ανεξάρτητη ελεύθερη Κύπρο, για μια ελεύθερη ανεξάρτητη Τουρκία χωρίς καταπιεσμένες άλλες εθνότητες (πχ Κούρδους, Αρμένιους).

Επειδή παρά τα όσα ειπώθηκαν, μπορεί να υπάρξει ο «φόβος» πως λίγο – πολύ «διευκολύνονται» οι σοβιετικοί με τη μη καταφυγή στη μία ή την άλλη από τις απόψεις που αναφέρθηκαν, προσθέτουμε και τα παρακάτω:

Οι σοβιετικοί και οι εδώ υποστηριχτές τους διευκολύνονται και θα διευκολυνθούν απ’ όλους όσους, που για να μην τους διευκολύνουν, ταυτίζονται με θέσεις άλλων ενδιαφερόμενων μερών άμεσα ή έμμεσα.

Σε συνέχεια, τα όσα ειπώθηκαν δεν «ταυτίζονται» με τη θέση των σοβιετικών. Γιατί στο σημερινό μπλα – μπλα των διπλωματικών κειμένων όχι μόνο των σοβιετικών αλλά και των δυτικών, μπαίνει σαν σάλτσα τα περί «ενιαίας» Κύπρου, αποχώρησης ξένων στρατευμάτων, κι αυτό συνέβηκε μονάχα μετά το ’74. αυτή είναι η ορατή και όχι η πραγματική πολιτική τους. Πέρα απ’ αυτό εμείς –αυτό που ήταν κάποτε μ-λ κίνημα- υποστηρίζαμε αυτή την θέση τον καιρό που δεν την υποστήριζε κανείς, δηλαδή την περίοδο 1964-67 (τα κείμενα το δείχνουν αυτό). Δεν την εγκαταλείπουμε γιατί και στο μπλα – μπλα υπάρχουν ουσιαστικές αρνήσεις της θέσης αυτής. Έτσι, οι σοβιετικοί μετά τα «ενιαία» βάζουν δύο όρους: διακοινοτικές και διεθνή διάσκεψη. Οι δύο αυτοί όροι ανατρέπουν το μπλα – μπλα. Εντάσσουν την υπόθεση στην τροχιά και του παζαριού «σου δίνω, μου δίνεις», αλλά μπάζουν χωρίς να το λένε τη θέση του Γκρομίκο του ’64 για «ομοσπονδία» που εκφράζει μια ελληνοτουρκική «εξισορρόπηση» αρεστή και εξυπηρετική γι’ αυτούς.

Η ιστορία έχει δείξει πως οι «ουτοπισμοί» και οι «θεωρητισμοί» αυτοί αποδείχτηκαν – όπου υπήρξε σταθερότητα και επιμονή σ’ αυτούς – πολύ πιο ρεαλιστικοί απ’ όλα τα» ρεαλιστικά προγράμματα ή συνθήματα. Στις σημερινές συνθήκες με βάση τις αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν μονάχα οι τέτοιοι «ουτοπισμοί» μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μεγάλων κινημάτων μετασχηματισμού αυτού που ονομάζεται δοσμένος πολιτικός χάρτης ή δοσμένος συσχετισμός δυνάμεων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την περίπτωση δυνάμεων που ενεργούν στα όρια μικρών κρατών που σ’ αυτά εκφράζονται με περιπλεγμένη μορφή οι περισσότερες από τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου.