26.12.08

Μας πάνε στο μεσαίωνα;


Η Κωνσταντίνα Κούνεβα, γενική γραμματέα της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών, δέχτηκε δολοφονική επίθεση με βιτριόλι στα Πετράλωνα και νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση. Τελευταία δεχόταν απειλές για τη συνδικαλιστική της δράση, μιας και το σωματείο τα είχε βάλει με διάφορους εργολάβους – εκμεταλλευτές που μάλιστα τους θρέφει το δημόσιο (ΗΣΑΠ, ΕΒΟ κλπ). Αυτό το βεβαιώνουν και άλλες γυναίκες από το σωματείο. Είναι και εργάτρια και γυναίκα και μετανάστρια και για αυτό μάλλον κάποιοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν να έχει και φωνή.

Είναι φανερό από όλα όσα ζούμε αυτό το Δεκέμβριο (με τη δολοφονία του παιδιού, τις εκατοντάδες συλλήψεις, τα δακρυγόνα, τους συνεχείς «περίεργους» πυροβολισμούς κτλ) ότι η είναι η κυβέρνηση που οπλίζει τα χέρια των κάθε είδους κρατικών, παρακρατικών, εργοδοτικών, τρομοκρατικών μηχανισμών.

* Ο εργασιακός μεσαίωνας φέρνει μαζί του και τον κανονικό μεσαίωνα. Οι εργαζόμενοι να τους σταματήσουμε.

* Να διαμαρτυρηθούμε όλοι για το φρικτό έγκλημα. Να το διαδώσουμε παντού. Να κινηθούν τα σωματεία. Άμεση διαλεύκανση και σκληρή τιμωρία των φυσικών και ηθικών αυτουργών.

Δημήτρης Γληνός: Μια συνεχής "πορεία προς τα αριστερά"

Από την εφημερίδα "Αριστερά!" (φ.138 24/1/2004)

Ο Δημήτρης Γληνός γεννήθηκε το 1882 στη Σμύρνη, όπου μεγάλωσε με πολλές στερήσεις. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και κερδήθηκε από το ρεύμα του δημοτικισμού, αν και κατά τα «Ευαγγελικά είχε ταχθεί με την πλευρά του Μιστριώτη (κατά της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική). Το 1908 φεύγει για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία όπου συνδέεται με τον Γ. Σκληρό και επηρεάζεται από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα (1910) πρωταγωνιστεί στη δημιουργία του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μαζί με τους Μ. Τρανταφυλλίδη, Αλ. Δελμούζο. Τα επόμενα 15 χρόνια πρωτοστατεί στις προσπάθειες για καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στα σχολεία και για συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Αργότερα θα πει πως αυτή την περίοδο «κυλούσε την πέτρα του Σίσυφου» με την έννοια πως προσπαθούσε για μια λαϊκή παιδεία χωρίς μια λαϊκή εξουσία.

Με το λεγόμενο Εθνικό Διχασμό πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη όπου εισηγείται στην κυβέρνηση Βενιζέλου την υποχρεωτική εισαγωγή της δημοτικής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και την καθιέρωση του εξάχρονου δημοτικού σχολείου, και διορίζεται γ.γ. του υπουργείου παιδείας απ’ όπου παραιτείται με την επάνοδο της βασιλείας το 1920. Συγκεντρώνει τις προσπάθειές του στην επαναδραστηριοποίηση του Εκπαιδευτικού Ομίλου και το 1922 επανέρχεται στο υπουργείο Παιδείας όπου ετοιμάζει μια νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η δικτατορία του Πάγκαλου (1925) σταμάτησε κάθε προσπάθεια και ο Γληνός απολύθηκε από το Υπουργείο.

Ακολουθούν τα χρόνια της «πνευματικής χειρωναξίας», όπως τα αποκαλεί ο ίδιος, όπου δουλεύει εποχιακά σε ιδιωτικά σχολεία και στο Λεξικό και τις Εκδόσεις Ελευθερουδάκη. Είναι μια περίοδος εσωτερικών διεργασιών και ιδεολογικών αναζητήσεων.

Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και η αίγλη της Οχτωβριανής Επανάστασης οδηγούν σε μια ολοένα αυξανόμενη επιρροή των σοσιαλιστικών ιδεών στους κύκλους των διανοούμενων και αυτό έχει ως αποτέλεσμα και τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1927. Η μειοψηφία γύρω από τον Δελμούζο υποστήριζε την άποψη για ένα υπερταξικό, απολίτικο, εθνικό σχολείο, ενώ η πλειοψηφία υποστήριζε τη θέση του Γληνού πως «κάθε σημαντική κοινωνική μεταρρύθμιση, άρα και η εκπαιδευτική, γίνεται με μέσο την πάλη των κοινωνικών τάξεων. Ή ελληνική αστική τάξη, όπως έδειξε η ως τώρα πείρα του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ή καταπολεμεί άμεσα ή δεν επιδιώκει ειλικρινά μιαν ουσιαστική λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση».

Η στράτευση

Κερδίζεται ουσιαστικά από την κομμουνιστική ιδεολογία στις αρχές του ’30 και χωρίς να είναι ακόμα μέλος του κόμματος, έγραφε στο «Ριζοσπάστη» και στους «Νέους Πρωτοπόρους», ενώ πήρε μέρος στις αντιφασιστικές κινήσεις της εποχής. Το 1934 πήγαν με το Βάρναλη στη Σοβιετική Ένωση για το συνέδριο των Σοβιετικών συγγραφέων. Ενθουσιασμένος, δημοσίευσε το χρονικό του ταξιδιού του στην εφημερίδα «Νέος κόσμος» σε 84 συνέχειες. Το Γενάρη του 1936 εκλέχτηκε βουλευτής με το Παλλαϊκό Μέτωπο και λίγο μετά έγινε μέλος του ΚΚΕ. Άρχισε να οργανώνει ένα μαρξιστικό πανεπιστήμιο, το Λαϊκό Πανεπιστήμιο του «Ριζοσπάστη», σχέδιο που ματαιώθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά.

Αμέσως εξορίζεται στην Ανάφη μέχρι το Μάη του ’37, οπότε μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία. Εκεί ο δάσκαλος έγινε η ψυχή της φυλακής. Απλός, καταδεχτικός, αγαπητός σε όλους, πρόσφερε απλόχερα βοήθεια και συμπαράσταση σε ό,τι του ζητιόταν. Παρά την ηλικία του ήταν πρώτος στις αγγαρείες του στρατοπέδου. Από τις πρώτες μέρες έγινε μέλος του Γραφείου της Ομάδας Συμβίωσης και πέτυχε να αποδοθούν στους κρατούμενους τα βιβλία και τετράδια που τους είχαν κρατήσει, να παραχωρηθεί ένα προαύλιο για μελέτη και να δοθεί άδεια για διαλέξεις. Οργάνωσε τάξεις από το δημοτικό ως το γυμνάσιο όπου δίδασκαν κρατούμενοι εκπαιδευτικοί και φοιτητές. Όταν απαγορεύτηκαν οι διαλέξεις, έκανε παράνομα ομιλίες. Οργάνωνε την ψυχαγωγία και την πρωινή γυμναστική των κρατουμένων. Με το ήθος και τη στάση του κέρδισε τις καρδιές και την εμπιστοσύνη των συντρόφων του.

Το Δεκέμβρη του ’37 μεταφέρεται στη Σαντορίνη, όπου είναι ο μοναδικός εξόριστος και αφού του έχει απαγορευτεί η επαφή με τους κατοίκους του νησιού, ο «ερημίτης της Σαντορίνης» αξιοποιεί το χρόνο του για συγγραφική δραστηριότητα με σημαντικότερο έργο την «Τριλογία του Πολέμου». Το Φλεβάρη του ’39 μεταφέρθηκε στην Αθήνα για λόγους υγείας, ζώντας υπό αστυνομική επιτήρηση και σχετική απομόνωση.

Αμέσως μετά τη Γερμανική εισβολή ήρθε σε επαφή με μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ που δραπέτευσαν από τις εξορίες και άρχισαν να δουλεύουν για την ανασυγκρότηση του Κόμματος και τη δημιουργία εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου. Η σύλληψή του (Ιούνης ’41) καθυστέρησε τις προσπάθειες για τη δημιουργία του ΕΑΜ. Αφέθηκε ελεύθερος –για λόγους υγείας πάλι – στις αρχές του ’42. Τον Οχτώβρη του ’42 έγραψε τη διακήρυξη «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ» που έφερε πλατιές μάζες στο πλευρό της Εθνικής Αντίστασης. Το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου εκλέχτηκε στην ΚΕ και στο ΠΓ του κόμματος. Όταν αποφασίστηκε να εισηγηθεί τη συγκρότηση κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα και να πάρει μέρος σ’ αυτήν, θέλησε να χειρουργηθεί ώστε να μην έχει προβλήματα υγείας φεύγοντας για το βουνό. Πέθανε μετά την εγχείρηση στις 26 Δεκέμβρη 1943, σε μια κρίσιμη στιγμή για το λαϊκό κίνημα, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό.

23.12.08

Ελένη Βακαλό: Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

11.12.08

Χανιά: Ανακοίνωση και πρόγραμμα δράσης του Συντονιστικού Αγώνα μαθητών-φοιτητών-εργαζομένων

που πραγματοποίθηκε την Τετάρτη 10/12/2008
μετά τη διαδήλωση της απεργίας στην αγορά


Χαιρετίζουμε τη μαζική απεργιακή διαδήλωση των εργαζομένων της 10 Δεκέμβρη, τον αγώνα μαθητών και φοιτητών που απέδειξαν πως η καλύτερη απάντηση στην δολοφονία της κυβέρνησης είναι ο μαζικός, ανυποχώρητος και συντονισμένος αγώνας.
Αγώνας που πρέπει να είναι στα χέρια των ίδιων των εργατών, των μαθητών και των φοιτητών. Απένταντι και ενάντια στον υπογαγμένο συνδικαλισμο της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ που παραδόθηκαν στις εντολές της κυβέρνησης σήμερα να μη γίνει διαδήλωση!
Η τρομοκρατία της κυβέρνησης δε μας φοβίζει!
Συνεχίζουμε, πιο δυναμικά πιο μαζικά, πιο αποφαστιστικά να κατεβαίνουμε στους δρόμους.

Να πέσει η κυβέρνηση των δολοφόνων, της ανεργίας, της φτώχειας,
των αντεργατικών και αντιεκπαιδευτικών νόμων.


Σύνθημά μας, κάθε πορεία και κάθε διαδήλωση να είναι μεγαλύτερη από την προηγούμενη! Να αφοπλιστεί η αστυνομία Να καταργηθούν τα ΜΑΤ
Κάτω η κυβέρνηση της τρομοκρατίας και μαζί της, όλοι οι αντεργατικοί νόμοι, το ασφαλιστικό και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Πέμπτη 11/12
Πορεία 14:00 – Συγκέντρωση Πλατεία Δημοτικής Αγοράς
Κατάληξη στο Εργατικό Κέντρο για να κηρύξει πάλι απεργία την Τετάρτη 17/12
Συντονιστικό αγώνα στο εργατικό κέντρο ( + οργάνωση συναυλίας)

Παρασκευή 12/12
8:30 – Παράσταση διαμαρτυρίας των φοιτητών στη Σύγκλητο για τα τρέχοντα ζητήματα (συμβασιουχοί, εμβόλιμη εξεταστική)
Τραπέζι ενημέρωσης στην αγορά για την εκδήλωση του απογεύματος και τις κινητοποιήσεις. 1 7:00 – Εκδήλωση – Συζήτηση στο εργατικό κέντρο με θέμα: “Οι σύχρονοι εκπαιδευτικοί και εργατικοί αγώνες και η ανάγκη των κυβερνήσεων για σύχρονη καταστολή και δολοφονίες”

Σάββατο 13/12
Πορεία στο κέντρο της Πόλης με συγκέντρωση στην πλ. Αγοράς στις 17.00
Συντονιστικό Οργάνωσης του Αγώνα στο κτ.Παπαδοπέτρου στις 18.00 μετά την πορεία

Κυριακή 14/12
19:00 – ΣυναυλίαΜαθητικών – Φοιτητικών Συγκροτημάτων στην Αγορά

καθημερινά:
- εξορμήσεις σε χώρους δουλειάς – πόλη
- 93.5 fm – Ραδιοφωνικός Σταθμός Π.Κ. - ενημέρωση για κινητοποιήσεις.
- Λειτουργία του συντονιστικού των φοιτητών της κατάληψης του Πολυτεχνείου Κρήτης κάθε μέρα στις 20.00 στο μπλόκο της κατάληψης (στην πύλη του πολτεχενείου)

8.12.08

Νίκος Εγγονόπουλος-Ποίηση 1948

Τούτη η εποχή
του εμφύλιου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου

γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε- άλλωστε – δεν ήσαν;)
κι είναι
-προ πάντων-
και
τόσο
λίγα

(ΕΛΕΥΣΙΣ 1948)

9.11.08

Μάο Τσε Τουνγκ: Τέχνη και καλλιτέχνες


Από τις εκδόσεις "Μνήμη"

Παρουσιάστηκε αρχικά σαν εισήγηση σε συγκέντρωση διανοούμενων στο Γιενάν το Μάη του 1942


Είναι η τρίτη φορά μέσα σ’ ένα μήνα που συγκεντρωνόμαστε[1]. Μερικές δεκάδες συντρόφων –άλλοι τους μέλη του κόμματος κι άλλοι όχι– μίλησαν σοφά. Μ’ έναν κοινό σκοπό –την αναζήτηση της αλήθειας–, είχαμε συζητήσεις κι καθένας ανάπτυξε την άποψή του έτσι ώστε να μπορέσουμε να πλατύνουμε τον ορίζοντά μας και να συγκεκριμενοποιήσουμε το πρόβλημα του καλλιτεχνικού μας κινήματος.

Η συζήτηση μας πρέπει να έχει για βάση τις πραγματικότητες κι όχι τους έτοιμους απ’ τα πριν ορισμούς. Αν προσπαθούσαμε να καθορίσουμε την κατεύθυνση του λογοτεχνικού κινήματος και το κριτήριο των διαφόρων αντιλήψεων σύμφωνα με τους ορισμούς των εγχειριδίων τότε θα τραβούσαμε λαθεμένο δρόμο. Σαν μαρξιστές, πρέπει να ξεφορτωθούμε τους αφηρημένους ορισμούς, ν’ αναλύσουμε τα αντικειμενικά γεγονότα και να βρούμε τις αρχές και τη μέθοδο που είναι κατάλληλες για τη λύση ενός προβλήματος. Έτσι και μπρος στο πρόβλημα του λογοτεχνικού κινήματος πρέπει με τον ίδιο τρόπο να προχωρήσουμε.

Ας αναρωτηθούμε πριν απ’ όλα ποια είναι τα σημερινά γεγονότα. Νάτα: ο αντιστασιακός πόλεμος από πέντε τώρα χρόνια, της Κίνας εναντίον του γιαπωνέζικου ιμπεριαλισμού. Ο παγκόσμιος αντιφασιστικός πόλεμος. Η αμφίβολη στάση απέναντι στους γιαπωνέζους κι η καταπίεση του λαού απ’ τους Κινέζους μεγαλοχτηματίες και καπιταλιστές. Η ανεχτίμητη συμβολή που πρόσφερε στην υπόθεση της επανάστασης το λογοτεχνικό επαναστατικό κίνημα της «4 του Μάη»[2] και τα λάθη που γίνηκαν μέσα σε 23 χρόνια. Η αντιγιαπωνέζικη δημοκρατική βάση που αποτελείται από την Όγδοη κι από τη Νέα Τέταρτη στρατιά. Ο σημαντικός αριθμός λογοτεχνών και καλλιτεχνών που έρχονται μαζί τους. Η διαφορά ατμόσφαιρας κι αποστολής μεταξύ των διανοούμενων[3] των περιφερειών της βάσης[4] και των διανοούμενων της μεγάλης ενδοχώρας. Τέλος οι διχογνωμίες ανάμεσα στους διανοούμενους. Αυτές είναι οι υπάρχουσες πραγματικότητες και τα αναμφισβήτητα γεγονότα. Πρέπει να τα μελετήσουμε όπως ακριβώς είναι.

Ποιό είναι λοιπόν το κυρίαρχο πρόβλημα; Νομίζω ότι είναι κυρίως να δουλεύουμε για τη μάζα και να βρούμε τα μέσα για να πετύχουμε αυτό το σκοπό. Αν δεν κατορθώσουμε να λύσουμε το πρόβλημα αυτό ή αν δεν μπορέσουμε να του δώσουμε μια ικανοποιητική λύση, υπάρχει ο κίνδυνος να δούμε να δημιουργείται μια δυσαναλογία ανάμεσα στη λογοτεχνική και καλλιτεχνική δουλειά μας απ’ την μια και την αποστολή και τις συνθήκες όπου βρισκόμαστε από την άλλη. Θα προσπαθήσω λοιπόν να δώσω μερικές εξηγήσεις πάνω στο θέμα αυτό και πάνω σε μερικά σχετικά προβλήματα.

-I-

Το πρώτο ρώτημα είναι για ποιόν προορίζουμε τη λογοτεχνία και την τέχνη μας.

Μοιάζει ότι οι σύντροφοι που βρίσκονται στις περιοχές της αντι-γιαπωνέζικης βάσης και που ρίχνονται στην τέχνη ή στη λογοτεχνία έχουν λύσει το πρόβλημα αυτό. Στην πραγματικότητα πολλοί είναι αυτοί που δεν απόχτησαν ακόμα μια ακριβή και καθαρή ιδέα του προβλήματος κι έτσι βρίσκουμε στα έργα τους, στο συναίσθημά τους, στη δράσης τους, στη γνώμη που εκφράζουν για τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική μας κατεύθυνση, μια διαρκή απόσταση από τις ανάγκες της μάζας και μια ουσιαστική άγνοια των αναγκών του αγώνα. Είναι βέβαιο ότι, ανάμεσα στους διανοούμενους που παίρνουν μέρος στο μεγάλο απελευθερωτικό πόλεμο, υπάρχουν στοιχεία οπορτουνιστικά, ακόμα και κατάσκοποι, πράχτορες του εχτρού ή της μυστικής αστυνομίας του Κουομιντάγκ. Αλλά, πέρα από τα στοιχεία αυτά, όλοι δίνονται στην πραγματοποίηση μιας μεγάλης κοινής δουλειάς και χάρη σ’ αυτούς η λογοτεχνική, θεατρική, μουσική και καλλιτεχνική μας προσπάθεια γνώρισε αποτελέσματα σημαντικά. Οι λογοτεχνικοί και καλλιτεχνικοί αυτοί εργάτες –αυτοί που άρχισαν τη δουλειά τους μετά από τον αντιστασιακό πόλεμο κι αυτοί που την είχαν ήδη αρχίσει καιρό πριν– κατόρθωσαν, ξεπερνώντας πολυάριθμες δυσκολίες, ν’ ασκήσουν, με τα έργα τους, μιαν αναμφισβήτητη επίδραση πάνω στις μεγάλες μάζες. Τότε, θα μου πείτε, γιατί να κάνουμε παρατηρήσεις στους συντρόφους αυτούς επειδή δεν έχουν μια ακριβή και ξεκαθαρισμένη στάση απέναντι στο πρόβλημα που μπήκε παραπάνω, δηλαδή για ποιον πρέπει να γίνονται οι τέχνες κι η λογοτεχνία; Κι απαντώ: είναι δυνατό οι σύντροφοι αυτοί να πιστεύουν ακόμα ότι η επαναστατική τέχνη και λογοτεχνία δεν είναι για το λαό και τις πλατειές μάζες αλλά για τους εκμεταλλευτές και τους καταπιεστές.

Γιατί υπάρχει μια τέχνη και μια λογοτεχνία για καταπιεστές κι εκμεταλλευτές. Η τέχνη κι η λογοτεχνία που γίνηκαν για τους μεγαλοχτηματίες είναι φυσικά φεουδαρχικές, όπως φεουδαρχικές ήταν τον παλιό καιρό των φεουδαρχών. Ακόμα και στις μέρες μας αυτή η τέχνη κι αυτή η λογοτεχνία ασκούν στην Κίνα μια μεγάλη επίδραση. Η τέχνη κι η λογοτεχνία που δημιουργήθηκαν για την αστική τάξη δεν είναι άλλο πράγμα από την τέχνη και την λογοτεχνία της αστικής τάξης, όπως το τόνιζε ο Λου-Σίν[5] σαν χτυπούσε μερικούς ανθρώπους που έμοιαζαν του Λιάγκ Σε-Ισιού: «Αν κι ισχυρίζονται ότι η τέχνη κι η λογοτεχνία δεν γνωρίζουν τάξεις, στην πραγματικότητα υπερασπίζονται την τέχνη και τη λογοτεχνία της αστικής τάξης κι αγωνίζονται εναντίον της τέχνης και της λογοτεχνίας του προλεταριάτου».

Πάρχουν ακόμα μία τέχνη και μιά λογοτεχνία για τον ιμπεριαλισμό. Ο Ισχό Ισό-γιέν κι ο Τσάγκ Ζε-πιγκ είναι συγγραφείς το είδους αυτού. Πρόκειται γι’ αυτό που εμείς ονομάζουμε παιδεία της σκλαβιάς, η λογοτεχνία κι η τέχνη της σκλαβιάς. Υπάρχει επίσης ενός άλλου είδους λογοτεχνία προορισμένη για τα όργανα της Ειδικής Υπηρεσίας[6] που είναι αυτό που λέμε η λογοτεχνία της Ειδικής Υπηρεσίας. Η λογοτεχνία αυτή είναι φαινομενικά «πολύ επαναστατική» μα, στην πραγματικότητα, δεν ξεφεύγει από τις τρεις κατηγορίες που κατονομάστηκαν παραπάνω. Για μας, η τέχνη κι η λογοτεχνία δεν δημιουργούνται για τα είδη των ανθρώπων που μόλις είπαμε, μα δημιουργούνται για το λαό. Είπαμε ήδη ότι, στο σημερινό σημείο των πραγμάτων, η νέα κινέζικη κουλτούρα είναι η κουλτούρα του λαού και των μαζών που το προλεταριάτο οδηγεί στον αγώνα εναντίον της ιμπεριαλιστικής και φεουδαρχικής παιδείας. Αυτό που αληθινά ανήκει στο λαό πρέπει υποχρεωτικά να οδηγιέται από το προλεταριάτο. Αυτό που οδηγιέται από την αστική τάξη δεν μπορεί ν’ ανήκει στο λαό. Η νέα λογοτεχνία κι η νέα τέχνη του νέου πολιτισμού έτσι φυσικά είναι, δεν αποκλείουμε τη χρησιμοποίηση των παλιών μορφών της φεουδαρχικής και της αστικής τάξης, μα οι μορφές αυτές θ’ αλλάξουν μες στα χέρια μας χάρη στην εισδοχή νέων στοιχείων προορισμένων να εξυπηρετήσουν το λαό και την επανάσταση.

Μα τί είναι ο λαός κι οι μάζες; Είναι ένα κοινό που περιλαμβάνει τα 90% του πληθυσμού: εργάτες, αγρότες, στρατιώτες και μικροϊδιοχτήτες. Έτσι η λογοτεχνία κι η τέχνη μας προορίζονται πρώτα για τους εργάτες –την τάξη που οδηγεί την επανάσταση–, δεύτερο για τους αγρότες –που είναι ο πιο αποφασισμένος και ο πιο πολυάριθμος σύμμαχος στρατός της επανάστασης –τρίτο για τους ένοπλους εργάτες και αγρότες, δηλαδή για την Όγδοη στρατιά και τ’ άλλα σώματα που είναι βγαλμένα από το λαό –κύριες δυνάμεις του αγώνα μας -, τέταρτο για τους μικροϊδιοχτήτες γιατί είναι κι αυτοί σύμμαχοί μας κι ικανοί να συνεργαστούν μαζί μας για πολύν καιρό. Οι τέσσερις αυτές κατηγορίες αποτελούν την πλειοψηφία του κινέζικου λαού, είναι οι μεγάλες μάζες της Κίνας. Όσο για την τάξη των μεγαλοχτηματιών και των αστών που αγωνίζονται ακόμη στον αντιστασιακό πόλεμο, πρέπει να την φέρουμε κοντά μας[7]. Μα αυτοί καταδικάζουν την δημοκρατία των μεγάλων μαζών. Έχουν την ιδιαίτερη λογοτεχνία όπως και την τέχνη τους. Καθώς οι δικές μας δε γίνηκαν γι’ αυτούς, τις αρνιούνται.

Η τέχνη μας, η λογοτεχνία μας πρέπει λοιπόν να δημιουργούνται για τις τέσσερις κατηγορίες που απαριθμήσαμε και που οι πιο σημαντικές είναι οι εργάτες, οι αγρότες κι οι στρατιώτες. Όσο για τους μικροϊδιοχτήτες, λιγότερο σημαντικοί αριθμητικά, είναι σχετικά λιγότερο αποφασισμένοι και λιγότερο σταθεροί στον αγώνα για την επανάσταση αλλά μαζί πιο μορφωμένοι από τους άλλους. Έτσι οι τέχνες και τα γράμματά μας προορίζονται πρωταρχικά για τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες, κι ύστερα για τους μικροϊδιοχτήτες. Κι όμως ένα μέρος των συντρόφων μας δεν έδειξαν ακόμα καθαρά τις σχετικές προθέσεις τους. θεωρητικά (με τα λόγια), οι διανοούμενοι αυτοί ποτέ δεν θεώρησαν τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες σα λιγότερο σημαντικούς από τους μικροϊδιοχτήτες. Αλλά πραχτικά (στη δράση τους) μήπως δε θεώρησαν τους μικροϊδιοχτήτες σαν πιο σημαντικούς από τους άλλους: πολλοί είναι αυτοί που επέμεναν στη μελέτη των διανοούμενων, στην ανάλυση της ψυχολογίας τους, για να τους περιγράψουν και για να υπερασπιστούν τις αδυναμίες τους μα δε σκέφτηκαν να οδηγήσουν τους διανοούμενους αυτούς –που βγαίνουν από την τάξη των μικροϊδιοχτητών- ώστε να τους φέρουν κοντά μας για να πλησιάσουν τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες, για να συμμετάσχουν στον αληθινό αγώνα και για να είναι οι εκπρόσωποι κι οι εκπαιδευτές των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών. Πολλοί ειν’ αυτοί που επειδή οι ίδιοι έρχονται απ’ την τάξη των μικροαστών (κι είναι διανοούμενοι), αρκούνται στο ν’ αναζητούν τους φίλους τους αποκλειστικά ανάμεσα στους διανοούμενους και δεν κάνουν άλλο τίποτα από το να τους μελετούν και να τους περιγράφουν. Αν η θέση τους ήταν θέση ενός προλετάριου η δουλειά τους θα ήταν δικαιολογημένη. Μα αντίθετα η θέση τους είναι η θέση ενός μικροαστού και τα έργα τους έκφραση ατομική της μικροαστικής τάξης. Εκδηλώσεις παρόμοιες βρίσκουμε σε έργα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά με αρκετά μεγάλη σημασία. Οι συγγραφείς και καλλιτέχνες αυτοί συμπαθούν ζωηρά τους διανοούμενους που έρχονται από τη μικροαστική τάξη και φτάνουν μέχρι στο να ενθαρρύνουν τα ελαττώματα της τάξης αυτής. Όσο για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, επαφή μαζί τους δεν έχουν, ούτε κατανόηση, φιλία και προσοχή γι’ αυτούς. Είναι δηλαδή ανίκανοι να τους περιγράφουν ή, κι όταν ακόμα τους περιγράφουν οι ήρωες τους έχουν ντυθεί σαν ένας εργάτης, ένας αγρότης ή ένας στρατιώτης μα το πρόσωπό τους είναι ενός μικροαστού. Για μερικές τους απόψεις αγαπούν και τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, όπως αγαπούν και την πρωτοπόρα ομάδα των τάξεων αυτών. Μα, σ’ άλλες τους ώρες και για άλλους λόγους, δεν αγαπούν τα συναισθήματα και τις χειρονομίες τους, δεν αγαπούν τη λογοτεχνία και την πρωτόγονη τους τέχνη (όπως τις εφημερίδες του τοίχου, ζωγραφιές, τραγούδια, λαϊκά παραμύθια, γλώσσα κλπ). Καμιά φορά πάλι αγαπούν ακόμα και τα πράγματα αυτά, από απλή περιέργεια, για να στολίσουν τα δικά τους έργα ή και μόνο γιατί τους αρέσει να μαζεύουν πράγματα ξεπερασμένα. Άλλες φορές πάλι δίχως προσχήματα τα αφήνουν για χάρη αντικείμενων της τάξης των διανοούμενων, της μικροαστικής τάξης, ακόμα, καθαρά και ξάστερα, της αστικής τάξης. Στο βάθος της, η ψυχή των σύντροφων αυτών είναι ενός μικροαστού βασιλιά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο καταλαβαίνουμε καλά ότι το ρώτημα για ποιόν γίνονται οι τέχνες και τα γράμματα μας δεν έχει λυθεί ακόμα, τουλάχιστο με σαφήνεια και ξαστεράδα.

Αυτό είναι αληθινό όχι γι’ αυτούς που μόλις έχουν φτάσει στο Γιενάν[8] μα ακόμα και γι’ αυτούς που χρόνια πολλά πήραν μέρος στη δουλειά του μέτωπου, στη βάση της Όγδοης και στη βάση της Νέας Τέταρτης στρατιά. Για να μπορέσει το ρώτημα αυτό να ξεκαθαριστεί ξάστερα κι ουσιαστικά μες στον καθένα θα χρειαστεί μια μακρόχρονη άσκηση, ας πούμε οχτώ και δέκα χρόνων. Αλλά όσο μακριά κι αν είναι η περίοδος αυτή πρέπει το ρώτημα να το λύσουμε με τρόπο σαφή, καθαρό και δίχως διφορούμενα. Όλοι οι καλλιτεχνικοί και λογοτεχνικοί μας εργάτες πρέπει να εκπληρώσουν την αποστολή τους, πρέπει με θάρρος να αλλάξουν τη θέση τους, πρέπει να παν κοντά σους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, να πλησιάσουν το σημερινό στάδιο του αληθινού αγώνα, να μάθουν γερά τη θεωρία του Μαρξ και Λένιν, να γνωρίσουν την εξέλιξη της κοινωνίας και να φέρουν την καρδιά τους ως τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες. Αυτός είναι ο μόνος σωστός δρόμος για τη δημιουργία μιας αληθινής λογοτεχνίας και μιας αληθινής τέχνης για το λαό.

Το ρώτημα που βάλαμε είναι ρώτημα βασικό και μαζί ρώτημα αρχής. Αλλά οι αντιθέσεις κι οι διχογνωμίες μεταξύ των συντρόφων δεν ήταν σχετικές με το σημείο αυτό, μα μ’ άλλα δευτερεύουσας τάξης. Έτσι, ενώ σ’ αυτό το ρώτημα αρχής, όλος ο κόσμος φαίνεται να είναι σύμφωνος, σύγκαιρα όλος ο κόσμος φαίνεται να δείχνει μια ορισμένη περιφρόνηση για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, ένα είδος τάσης για διαχώριση από τις μάζες. Φυσικά, υπάρχει εδώ μια διαφορά από τη στάση του Κουομιντάγκ, μα αυτό δε σημαίνει ότι η τάση αυτή δεν υπάρχει. Κι όσο το βασικό αυτό ρώτημα δε θα έχει λυθεί είναι δυνατό κι άλλα ακόμα να μη μπορέσουν να λυθούν. Ας πάρουμε για παράδειγμα, το σεχταρισμό στα γράμματα και στην τέχνη. Είναι και αυτό ένα ρώτημα πρώτης γραμμής. Αλλά δεν μπορεί να εξαλειφθεί ο σεχταρισμός αν δεν έχει προσδιοριστεί ότι ο σκοπός της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής προσπάθειας είναι ο λαός κι υπονοεί ακόμα επιτεύγματα ουσιαστικά στο δρόμο αυτό. Ο Λου Σιν είπε: «Η αιτία της έλλειψης λυότητας στο επαναστατικό λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό μέτωπο βρίσκεται στην έλλειψη κοινού σκοπού. Ο κοινός αυτός σκοπός είναι οι εργάτες κι οι αγρότες». Το ρώτημα αυτό έμπαινε στη Σαγκάη τον καιρό που ζούσε ο συγγραφέας Λου Σιν και μπαίνει σήμερα στο Τσουγκίκ. Στις πόλεις αυτές, όταν μπαίνει το ρώτημα, είναι δύσκολο να βρεθεί καθαρή λύση γιατί εκεί οι επαναστάτες λογοτέχνες και καλλιτέχνες καταπιέζονται και δεν είναι λεύτεροι να περάσουν κοντά στις μάζες των εργατών, αγροτών και στρατιωτών. Κι αντίθετα, εδώ, κοντά μας, ενθαρρύνουμε τους επαναστάτες συγγραφείς και καλλιτέχνες να έρχονται σε στενή επαφή με το λαό, κι είναι απόλυτα λεύτεροι να δημιουργήσουν αληθινά επαναστατικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα, έτσι ώστε το ρώτημα αυτό να είναι κοντά μας σχεδόν λυμένο. Αλλά σχεδόν λυμένο δεν θα πει λυμένο πέρα για πέρα. Το μάθημα του μαρξισμού και του λενινισμού κι η συγκεκριμένη γνώση της κοινωνίας έχουν για σκοπό την ολοκληρωτική λύση του προβλήματος. Κι αυτό που λέμε μαρξισμό και λενινισμό είναι ο ζωντανός μαρξισμός κι ο ζωντανός λενινισμός που εφαρμόζονται αληθινά στη ζωή κι όχι, αντίθετα, ο μαρξισμός κι ο λενινισμός του απλού εγχειρίδιου.

Η εφαρμογή των αρχών του Μαρξ και Λένιν στις μάζες γεννά τον ζωντανό μαρξισμό και λενινισμό που αποκλείουν κάθε σεχταρισμό. Με τον τρόπο αυτό λύνεται όχι μόνο το πρόβλημα του σεχταρισμού αλλά κι άλλα προβλήματα ακόμα.

-II-

Μια και βρήκαμε την απάντηση στο ρώτημα για ποιον γίνονται τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα –μ’ άλλα λόγια το σκοπό των έργων αυτών–, το δεύτερο ρώτημα που μπαίνει είναι πως θα το εχτελέσουμε. Με την ανύψωση του επιπέδου της κουλτούρας ή με τη γενική διάδοσή της;

Υπάρχουν σύντροφοι που, στο παρελθόν, παραμέλησαν ή υποτίμησαν, σχετικά ή σοβαρά, τη λαϊκή διάδοση της κουλτούρας. Αντίθετα, εκθείασαν υπέρμετρα την ανύψωση του επιπέδου της. Βέβαια, πρέπει να εγκρίνουμε την ανύψωση, αλλά είναι λάθος να το κάνουμε χάνοντας κάθε μέτρο σχετικό με την πραγματικότητα. Το άλυτο πρόβλημα που γι’ αυτό μιλούσα νωρίτερα ξαναπαρουσιάζεται εδώ. Γιατί, απ’ τη στιγμή που δεν έχουμε μια σωστή κι ακριβή ιδέα του σκοπού και του αντικειμένου των καλλιτεχνικών και λογοτεχνικών έργων –και για ποιον δημιουργούνται – μας λείπει το σωστό κριτήριο για την εχτίμηση της διάδοσης ή της ανύψωσης και της πρέπουσας ανάμεσά τους σχέσης. Αφού οι τέχνες και τα γράμματα γίνονται για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, τότε ο σκοπός της διάδοσης όπως και της ανύψωσης είναι οι εργάτες, αγρότες και στρατιώτες. Θ’ αναρωτηθούμε μετά: Τί πρόκειται να διαδώσουμε κοντά τους; Μήπως πρόκειται για τα προϊόντα της φεουδαρχικής κοινωνίας; Μήπως πρόκειται για τα δημιουργήματα της αστικής τάξης; Μήπως πρόκειται για τα έργα των μικροαστών; Βέβαια όχι. Μόνο ότι αφορά τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες είναι παραδεχτό. Και για να εκπληρώσεις την αποστολή του μορφωτή των μαζών πρέπει, πρώτα απ’ αυτές τις ίδιες, να μορφωθείς εσύ. Απ’ εδώ έρχεται η λύση του προβλήματος της διανοητικής ανύψωσης. Κάθε ανύψωση πρέπει να έχει μια βάση, μια αφετηρία. Τότε από ποια βάση πρέπει να εξετάσουμε το ρώτημα της ανύψωσης του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού επιπέδου των μαζών; Από την φεουδαρχική βάση, από την αστική βάση ή μήπως από την βάση των μικροαστών; Από καμιά απ’ αυτές, μα από τη βάση των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών, που βρίσκεται ακόμα σε εμβρυωτική κατάσταση. Δεν πρόκειται ακόμα να ανυψώσουμε τις μάζες στο επίπεδο ή με τον τρόπο των αστών φεουδαρχών[9] ή των μικροαστών, αλλά σύμφωνα με τον ιδιαίτερο προσανατολισμό των εργατών, καλλιεργητών και στρατιωτών. Γι’ αυτό και το πρώτο μας έργο είναι να μαθητέψουμε κοντά στους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την αληθινή σημασία της μορφωτικής δουλειάς μας, που αποτελείται σύγκαιρα από τη γενική διάδοση της κουλτούρας και από την ανύψωσή της, όπως και τη σωστή ανάμεσά τους σχέση. Είτε έχουμε για προσανατολισμό μας την ανύψωση είτε έχουμε τη διάδοση ποια είναι η πηγή που δίνει το υλικό της δουλειάς μας; Κάθε καλλιτεχνικό έργο, σ’ όποια τάξη κι αν ανήκει, είναι πάντα η αντανάκλαση ή η μορφοποίηση της ζωής των ανθρώπων. Η επαναστατική τέχνη είναι το αποτέλεσμα της διανοητικής εργασίας του επαναστάτη καλλιτέχνη στην προσπάθειά του να αντικαθρεφτίσει τη ζωή του λαού. Γιατί η ζωή του λαού είναι το ορυχείο που τροφοδοτεί την καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία. Είναι σαν την φύση, είναι ακατέργαστη, αλλά, σύγκαιρα, είναι έκτακτα ζωντανή, πλούσια και βασική. Στην ομορφιά είναι πάντα ανώτερη απ’ οτιδήποτε έχει δημιουργηθεί κι αποτελεί την αστείρευτη πηγή κάθε έργου καλλιτεχνικής μορφοποίησης. Είναι μάλιστα η μοναδική του πηγή. Λένε ότι τα παλιά και τα ξένα έργα είναι κι αυτά πηγές. Ναι, μπορούμε έτσι να τα χαρακτηρίσουμε μα σαν πηγές δευτερεύουσας σημασίας. Στην πραγματικότητα τα έργα που έχουν ήδη δημοσιευτεί δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν πηγές μα σαν βοηθήματα –είναι τα έργα που δημιουργήθηκαν απ’ τους παλιούς κι από τους ξένους με βάση τη ζωή του λαού του τόπου και των καιρών του συγγραφέα. Πρέπει λοιπόν να κρατήσουμε πνεύμα κριτικό μπρος σε κάθε παλιό έργο. Ένα καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό έργο παρουσιάζει τη ζωή του λαού μιας δοσμένης εποχής κι ενός δοσμένου τόπου, όπως και μια τεχνική κι ένα ύφος γεννημένα από τις περιστάσεις. Άλλωστε, υπάρχει και μια τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στα διάφορα έργα. Έχουμε πάντα το καθήκον να μελετούμε έργα, ακόμα και σαν είναι προϊόντα της φεουδαρχικής ή της αστικής τάξης. Μα δεν μπορούμε να αρκεστούμε στη γνώση τους γιατί ποτέ δεν αντικαταστούν τις ζωντανές πραγματικότητες που μας περιστοιχίζουν. Στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική εργασία αν δεν κάνουμε άλλο από το να μεταφέρουμε, να μιμούμαστε έργα παλιά και ξένα, δίχως να τα υποβάλλουμε σε αυστηρή κριτική, δεν θα έχουμε παρά τον πιο άναντρο και βλαβερό καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό δογματισμό, ουσιαστικά παρόμοιο με το δογματισμό στη στρατιωτική τέχνη, στην πολιτική επιστήμη, στην πολιτική οικονομία. Οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες της επαναστατικής Κίνας πρέπει να έχουν το θάρρος να περάσουν μες στο λαό και μες στις μάζες. Πρέπει να δώσουν, για μια πολύ μακριά περίοδο, και δίχως όρους, το σώμα τους και την καρδιά τους στο λαό, στον άγριο αγώνα, στη μοναδική κι αστέρευτη πηγή του έργου τους: Να παρατηρούν, να αισθάνονται, να μελετούν, να αναλύουν κάθε είδους άτομα, όλες τις τάξεις, όλες τις μάζες, όλες τις ζωντανές μορφές ζωής και πάλης, κάθε λογοτεχνία και κάθε τέχνη στην ακατέργαστή τους μορφή. Μόνο μετά από μια τέτοια δουλειά ο άνθρωπος μπορεί να περάσει στη φάση της αληθινής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο κατορθώνουμε να συνταυτίσουμε τη σπορά με το θέρο και τη σπουδή με τη δημιουργία. Αλλιώς, η δουλειά μας δε θα είχε σκοπό, γιατί δίχως σπόρο, ούτε ελπίδα θέρους, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να δημιουργήσουμε τίποτα το ολοκληρωμένο, δε θα είμαστε παρά συγγραφείς και καλλιτέχνες «δίχως βάθος» καθώς λέει ο Λου Σιν στη διαθήκη τους για να προειδοποιήσει το γιο του να μη γίνει ποτέ.

Η λογοτεχνία και η τέχνη στην ακατέργαστή τους μορφή, παρ’ όλο ότι είναι οι μοναδικές πηγές της συνειδητά μορφοποιημένης λογοτεχνίας και τέχνης και παρ’ όλο ότι κλείνουν ασύγκριτα πλούτη, δεν κατορθώνουν να ικανοποιήσουν το λαό. Ο λόγος είναι ότι στο έργο που δημιουργεί ο καλλιτέχνης βρίσκονται, περισσότερο απ’ όσο υπάρχουν στο φυσικό, μια σύνθεση, μια συγκέντρωση, μια ενότητα, ένα ιδανικό: Γι’ αυτό είναι πιο προσιτό στο ανθρώπινο πνεύμα κι έτσι είναι και πιο λαϊκό. Ο πραγματικός Λένιν είναι πιο πλούσιος κι ενδιαφέρων από το Λένιν του μυθιστορήματος, του θεάτρου ή του κινηματογράφου. Μα ο πραγματικός Λένιν είναι απ’ το πρωί ως το βράδυ βουτηγμένος σε δουλειές κι είναι αναγκασμένος να ζει και να κινείται σαν όλο τον κόσμο. Κι άλλωστε λίγοι άνθρωποι μπόρεσαν να τον δουν, και μετά α’ το θάνατό του κανένας πια δε θα τον δει. Απ’ τις πλευρές αυτές και φέρνοντας στο προσκήνιο τις κυριότερες όψεις του ανθρώπου, το μυθιστόρημα, το θέατρο και ο κινηματογράφος παρουσιάζουν καλύτερα το Λένιν απ’ ότι θα τον παρουσίαζε ο Λένιν ζωντανός. Το επαναστατικό μυθιστόρημα, θέατρο, κινηματογράφος μπορούν να δημιουργήσουν, με βάση την πραγματική ζωή, κάθε είδους πρόσωπα και να βοηθήσουν τις μάζες να επιταχύνουν τη ροή της ιστορίας. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τους πεινασμένους και καταπιεσμένους απ’ τη μια, τους καταπιεστές κι εκμεταλλευτές απ’ την άλλη. Πρόκειται για πράγματα που παντού υπάρχουν κι οι άνθρωποι συνηθίζουν τόσο να τα βλέπουν ώστε τελικά τα θεωρούν πράγματα φυσικά. Μα η λογοτεχνία κι η τέχνη οργανώνουν τα καθημερινά αυτά φαινόμενα, τα συγκεντρώνουν σε μια ενότητα, τα μορφοποιούν σ’ ένα πρότυπο-υπόδειγμα, τα αποκρυσταλλώνουν σ’ ένα καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό έργο που χτυπά και ξυπνά το κοινό, ξεσηκώνει τη συνείδηση και την ευαισθησία των μαζών και τις σπρώχνει να ενωθούν και ν’ αγωνιστούν για την πραγματοποίηση μιας καινούργιας κοινωνίας και μιας καλύτερης ζωής. Δίχως τη μορφοποίηση απ’ το λογοτέχνη και τον καλλιτέχνη, κι αν δεν υπήρχαν τέχνη ή λογοτεχνία παρά στην φυσική, ακατέργαστη μορφή τους, η σημαντική αυτή δουλειά δε θα γίνονταν ίσως ποτέ ή τουλάχιστο δε θα γίνονταν παρά σιγά-σιγά.

Μια και στη λογοτεχνία και στην τέχνη, είτε θέλουμε να φέρουμε τα αποτελέσματά τους κοντά σ’ όλο το λαό είτε θέλουμε να ανυψώσουμε το επίπεδό τους, έχουμε πάντα εργασία μορφοπλαστική, τί διαφορά υπάρχει ανάμεσα στα δύο αυτά είδη δουλειάς με διαφορετικούς προσανατολισμούς; Υπάρχει μια διαφορά βαθμού. Η λαϊκή λογοτεχνία ή τέχνη χρειάζονται λιγότερη μορφοπλαστική δουλειά κι εκλέπτυνση κι είναι πιο εύκολα προσιτές για τις σημερινές πλατιές μάζες, ενώ η λογοτεχνία κι η τέχνη που έχουν για σκοπό την ανύψωση του διανοητικού επιπέδου χρειάζονται περισσότερη μορφοποίηση και λεπτότητα κι είναι, φυσικά, πιο δύσκολα προσιτές για το πλατύ κοινό. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εργάτες, αγρότες και στρατιώτες είναι η υπεράνθρωπή τους πάλη εναντίον του εχτρού. Και χάρη στο γεγονός ότι για πολλά χρόνια βρίσκονταν κάτω από το ζυγό των φεουδαρχών και των καπιταλιστών, είναι αγράμματοι, αμαθείς κι αμόρφωτοι. Αυτό που ζητούν αμέσως είναι μια πλατιά διανοητική κίνηση που θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν τα πρώτα στοιχεία κάθε κουλτούρας όπως και τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα που τους είναι πιο εύκολα προσιτά, για να τονωθεί η αγωνιστική διάθεσή τους, για να στηριχτεί η πίστη τους στη νίκη, για να στεριωθεί η ενότητά τους μπρος στον εχθρό. Γι’ αυτούς το πρόβλημα δεν είναι να «προστεθούν λουλούδια σ’ ένα πολύτιμο κεντητό χαλί» μα «να σταλεί κάρβουνο σ’ ανθρώπους παγωμένους μες τα χιόνια». Γι’ αυτό και για το λαό, έχει την πρώτη σημασία κι αποτελεί καθήκον μας βασικό, η διανοητική εξάπλωση κι όχι η ανύψωση. Να παραμελήσουμε ή να υποτιμήσουμε το έργο της εξάπλωσης θα ήταν λάθος σοβαρό.

Όμως η δουλειά της εξάπλωσης δεν μπορεί απόλυτα να χωριστεί απ’ την ανύψωση. Αν αυτός που αναλαμβάνει το έργο της εξάπλωσης, δηλαδή ο εκπαιδευτής, δεν είναι ανώτερος απ’ εκείνους που διδάσκονται τότε η δουλειά αυτή δε θα είχε πια σημασία. Αν το έργο της εξάπλωσης έμενε στο ίδιο πάντα επίπεδο για ένα, δυό, τρεις μήνες, ένα δυό, τρία χρόνια, πάντα με τα ίδια εμπορεύματα, πάντα το ίδιο τραγούδι κι ο ίδιος σκοπός, πάντα τα ίδια αλφαβητικά στοιχεία, τότε ο εκπαιδευτής κι οι μαθητές του θα ήταν ίσοι και το όλο έργο δε θα είχε κανένα νόημα. Ο λαός έχει ανάγκη να μορφώνεται και σύγκαιρα, με το χρόνο, ν’ ανυψώνεται. Η διανοητική πρόοδος, στην έννοια τόσο της διάδοσης όσο και της ανύψωσης, ανήκει στο λαό. Γιατί η ανύψωση που γι’ αυτή μιλούμε δεν ξεκινά από το τίποτα: δεν είναι μια ανύψωση κλειστή, ερμητική, μα στηρίζεται, προσδιορίζεται κι οδηγείται από τη λαϊκή διάδοση. Στην Κίνα, η επανάσταση κι η επαναστατική κουλτούρα δεν προχώρησαν ομοιόμορφα, μ’ απλώνονται με τον καιρό. Αλλού, η διάδοση έχει ήδη πραγματοποιηθεί, ακόμα συνοδεμένη από μια πολύ προχωρημένη ανύψωση του επίπεδου, ενώ αλλού το έργο της διάδοσης δεν έχει ακόμα αρχίσει. Μπορούμε έτσι να εκμεταλλευτούμε το πείραμα που πέτυχε σ’ ένα μέρος, σαν οδηγό για να ευκολύνουμε το έργο μας σε λιγότερο προχωρημένα μέρη. Στο παγκόσμιο πεδίο μπορούμε ακόμα να εκμεταλλευτούμε την πείρα που αποχτήθηκε στα ξένα κι ιδίως στη Σοβιετική Ένωση, αν είναι βέβαια σε θέση να ευκολύνει το έργο της διάδοσης και της ανύψωσής μας. Με δυό λόγια, η εργασία μας με κατεύθυνση τη διάδοση έχει για σκοπό την ανύψωση. Μα σε καμιά οδηγία για την ανύψωση δεν μπορεί να μιλάμε για μίμηση ή αντιγραφή άλλου γιατί τότε δε θα είχαμε παρά βλαβερά και καταστροφικά αποτελέσματα.

Εχτός από την ανύψωση που άμεσα αφορά το λαό, υπάρχει ένα άλλο είδος ανύψωσης που συμπληρώνει κι αυτό, έμμεσα μα όχι λιγότερο αναγκαία, μια ανάγκη του λαού: η ανύψωση των πρωτοπόρων οδηγών τους. Οι οδηγοί αυτοί είναι τα προχωρημένα στοιχεία των μαζών, έχουν όχι μόνο τη μόρφωση που απόχτησαν οι μάζες, μα, καθώς οι δυνατότητές τους είναι μεγαλύτερες από των μαζών, λογοτεχνία και τέχνη ακόμα ανώτερες που είναι απαραίτητες.

Πρόκειται για ένα γεγονός που δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τη σημασία του. Μα η ανάγκη αυτή μας αφορά, τώρα, τώρα, την πρωτοπορία κι όχι τη μεγάλη μάζα. Πρέπει να έχουμε ένα πρόγραμμα κι οδηγίες για να ανταποκριθούμε στην ανάγκη αυτή, αλλά δεν πρόκειται για το μοναδικό ή το κυρίαρχο σημερινό πρόγραμμα. Πρέπει ακόμα να αντιληφθούμε ότι αυτό που είναι χρήσιμο στη πρωτοπορία είναι αναγκαίο και για το λαό, για τις μάζες, γιατί ο προορισμός της πρωτοπορίας είναι ουσιαστικά να μορφώνει και να οδηγεί τις μάζες. Αν πηγαίναμε εναντίον του σκοπού αυτού, αν δίναμε στην πρωτοπορία μια κατάρτιση που δε θα μπορούσε να τη βοηθήσει στο να μορφώνει και να οδηγεί τον λαό, τις μάζες, τότε η εργασία μας με κατεύθυνση την ανύψωση δε θα είχε σκοπό, θα είχε απομακρυνθεί από τη βασική αρχή ότι η κουλτούρα γίνεται για το λαό και τις μάζες.

Τελικά, ο σκοπός της λογοτεχνίας και της τέχνης, που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μες τη ζωή του λαού, είναι, μέσα από μια εργασία μορφοποίησης και μεταβίβασης, να χυθούν σε τεχνικές μορφές η λογοτεχνία ι η τέχνη του λαού και των μαζών. Στη λογοτεχνία και στην τέχνη αυτή υπάρχουν απ’ τη μια τα έργα ενός ανώτερου επιπέδου που δημιουργήθηκαν ξεκινώντας απ’ τη λαϊκή λογοτεχνία και τέχνη και με το σκοπό να ανταποκριθούν στην ανάγκη ανύψωσης των μαζών ή στην ανάγκη της πρωτοπορίας, κι από την άλλη έργα πιο λαϊκά που γίνηκαν κάτω από την καθοδήγηση του προχωρημένου λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού κοινού και προορισμένα για τις πλατύτερες μάζες που το επίπεδό τους είναι, για την ώρα, κατώτερο (πράγμα που δε θα πει ότι είναι και χοντροειδές).

Η λογοτεχνία κι οι τέχνες μας, είτε είναι ψηλότερου είτε κατώτερου επιπέδου, γίνονται λοιπόν για το λαό και τις μάζες, για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες. Γι’ αυτούς και για το συμφέρο τους δημιουργούνται.

Μια και το ρώτημα της σωστής σχέσης μεταξύ διάδοσης και ανύψωσης έχει λυθεί, το ρώτημα της σχέσης μεταξύ ειδικών και εκλαϊκευτών βρίσκει κι αυτό τη λύση του. Οι ειδικοί μας εργάζονται όχι μόνο για την πρωτοπορία μα ιδίως και κύρια για τις μάζες. Ο Γκόρκυ ο ίδιος, που του είχε ανατεθεί η σύνταξη της ιστορίας των εργοστασίων, μήπως δεν κατεύθυνε την αλληλογραφία των χωρικών και μήπως δεν οδηγούσε δεκάδες παιδιά; Κι απ’ τη μεριά του ο Λου Σιν αφιέρωσε πολύ καιρό στο να συζητεί με μαθητές και σπουδαστές. Οι ειδικοί μας του λογοτεχνικού τομέα πρέπει να ενδιαφερθούν για τις εφημερίδες του τοίχου, για την αλληλογραφία των στρατιωτών και των χωρικών. Οι ειδικοί μας της δραματικής τέχνης πρέπει να ενδιαφερθούν για τις θεατρικές ομάδες των στρατιωτών και των χωριατών. Οι ειδικοί μας της μουσικής πρέπει να ενδιαφερθούν για τα τραγούδια που βγήκαν από το λαό. Οι ειδικοί μας των καλών τεχνών πρέπει να ενδιαφερθούν για τις λαϊκές τέχνες. Όλοι οι σύντροφοι αυτοί πρέπει να δεθούν στενά με τους εκπαιδευτές των μαζών που βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Κι ενώ τις βοηθούν και τις οδηγούν πρέπει οι ειδικοί να μαθητεύσουν κοντά τους, να τροφοδοτούνται από τις μάζες, να πλουτίζονται, να δυναμώνουν ώστε ποτέ να μην αποχωριστούν απ’ αυτές και, συνακόλουθα, από την πραγματικότητα. Πρέπει να σεβόμαστε τους ειδικούς και να μην παραγνωρίσουμε της αξία της συμβολής τους στην υπόθεσή μας. Μα πρέπει να τους προειδοποιήσουμε ότι η σημασία του έργου τους είναι να εκφράζουν και να αντιπροσωπεύουν το λαό. Δεν μπορείς να μορφώσεις το λαό δίχως να είσαι ο εκπρόσωπός του, δεν μπορείς να είσαι ο εκπαιδευτής της μάζας δίχως να έχεις τη φροντίδα ακατάπαυστα να εκπαιδεύεσαι κοντά της. Σαν φέρεται σαν κύριος, σαν αφέντης «κατώτερων», ο εκπαιδευτής όσο ικανός κι αν είναι, θα απομονωθεί από τη μάζα και το έργο του θα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία.

Η στάση μας θα είναι λοιπόν η στάση του ωφελιμιστή; Ένας υλιστής δεν είναι αντίθετος σε κάθε ωφελιμισμό, μα στον ωφελιμισμό της τάξης των φεουδαρχών, των αστών και των μικροαστών, στο δήθεν αντι-ωφελιμισμό στα λόγια που είναι στην πραγματικότητα ο πιο εγωιστικός, ο πιο κοντόφθαλμος όλων των υποκριτικών ωφελιμισμών. Στον πραγματικό κόσμο τίποτα δεν είναι ανώτερο από τον ωφελιμισμό. Σε μια κοινωνία όπου οι τάξεις βρίσκονται αντιμέτωπες υπάρχει πάντα ο ωφελιμισμός είτε μιας τάξης είτε κάποιας άλλης. Είμαστε λοιπόν ωφελιμιστές, οι ωφελιμιστές της προλεταριακής επανάστασης κι αντιπροσωπεύουμε το σημερινό και μελλοντικό συφμέρο των 90% του πληθυσμού. Είναι ο ωφελιμισμός του απώτερου και πλατύτερου σκοπού. Μερικά έργα γίνονται για την ευχαρίστηση του εαυτού ή ενός περιορισμένου κοινού και, όταν δεν είναι βλαβερά, δεν έχουν ενδιαφέρο για το λαό. Να προσπαθήσεις να τα πουλήσεις και να τα μεταχειριστείς σαν προπαγάνδα με το σκοπό να πραγματοποιήσεις έναν ωφελιμιστικό ατομικό σκοπό ή για κέρδος ενός στενού κύκλου, θα ήταν μια προσβολή για το πλατύ κοινό. Μια ερμητική πνευματικότητα δε θα είχε την έγκριση του λαού.

Από τη στιγμή που θα κατορθώσουμε να λύσουμε τα βασικά προβλήματα κι αρχές (δηλαδή να εργαζόμαστε για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες) και τα μέσα για να πετύχουμε το σκοπό αυτό, τα άλλα ρωτήματα, όπως θέση, στάση, αντικείμενο, ύφος, περιεχόμενο, να γράφουμε για το φως ή για τα σκοτάδια, να ενωθούμε ή όχι, ωφελιμισμός στενός, ωφελιμισμός που αποβλέπει σ’ έναν πλατύτερο κι απώτερο σκοπό –όλα τα ρωτήματα αυτά– λύνονται μόνα τους. αν είμαστε σύμφωνοι πάνω στη βασική αυτή αρχή, τότε οι λογοτεχνικοί και καλλιτεχνικοί μας εργάτες, οι σχολές μας της λογοτεχνίας και των καλών τεχνών, τα περιοδικά, σώματα, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά μας κινήματα, πρέπει να εργάζονται για την πραγματοποίηση της αρχής που προσδιορίσαμε. Να αποχωριστούμε την αρχή αυτή θα ήταν λάθος κι ότι φεύγει μακριά της θα πρέπει, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο συμβεί, να διορθώνεται.

-III-

Αφού η λογοτεχνία και οι τέχνες μας γίνονται για το λαό, βάζουμε εδώ δυο άλλα προβλήματα, απ’ τη μια τη σχέση μεταξύ του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού έργου του κόμματος και του συνόλου του έργου του, απ’ την άλλη τη σχέση μεταξύ του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού έργου του κόμματος και του έργου των άλλων, κι αυτό είναι το πρόβλημα του ενωμένου μέτωπου των συγγραφέων και καλλιτεχνών.

Ας συζητήσουμε αρχικά το πρώτο πρόβλημα. Στο σύγχρονο κόσμο, κάθε κουλτούρα, κάθε τέχνη και λογοτεχνία ανήκουν σε μια τάξη, σ’ ένα ορισμένο κόμμα, δηλαδή ακολουθούν γραμμή πολιτική. «Η τέχνη για την τέχνη», η τέχνη που μένει πάνω από τάξεις και κόμματα, η τέχνη που προχωρεί παράλληλα με την πολιτική ή ανεξάρτητα από την πολιτική, δεν υπάρχουν. Σε μια κοινωνία όπου οι τάξεις χωρίζονται κι έρχονται σε αντίθεση, η τέχνη είναι αναγκασμένη να υπακούει στις απαιτήσεις της ταξικής κομματικής πολιτικής, να υπακούει στο επαναστατικό καθήκον μιας επαναστατικής εποχής. Το να απομακρυνθούμε από τη γραμμή αυτή θα σήμαινε να πηγαίναμε ενάντια στη βασική ανάγκη της μάζας. Η προλεταριακή λογοτεχνία και τέχνη αποτελούν μέρος ολόκληρου του επαναστατικού έργου, αποτελούν όπως είπε ο Λένιν, «τις βίδες μιας μηχανής», κι έτσι ορίζεται με ακρίβεια το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό έργο του κόμματος. Αντίθετος, σ’ αυτό το αντίκρισμα των πραγμάτων είναι ο δυϊσμός ή η πολλαπλότητα όπως ορίστηκε από τον Τρότσκι: «Μαρξισμός στην πολιτική, καπιταλισμός στην τέχνη». Δεν υπερτιμούμε αλλά ούτε κι υποτιμούμε τη σημασία των γραμμάτων και της τέχνης. Οι τέχνες και τα γράμματα υπακούουν στην πολιτική και, αντίστροφα, ασκούν μια τεράστια επίδραση πάνω στην πολιτική. Τα επαναστατικά γράμματα και τέχνες αποτελούν μέρος του συνολικού έργου της επανάστασης. Είναι οι βίδες που, σε σχέση με τα άλλα μέρη της μηχανής, έχουν μια διαφορά βαθμού όσο αφορά τη σημασία, μα σα βίδες είναι μέρος αναπόσπαστο της μηχανής, δηλαδή του επαναστατικού έργου.....................

Ο πόλεμος της σκέψης κι ο πόλεμος της τέχνης πρέπει αν υπακούουν στην κατεύθυνση του πολιτικού πολέμου γιατί είναι το μόνο μέσο από την πολιτική που οι ανάγκες των τάξεων και των μαζών μπορούν ξεκάθαρα να εκδηλωθούν ............

Ας έρθουμε τώρα στο πρόβλημα του ενωμένου μέτωπου των λογοτεχνών και καλλιτεχνών. Τα γράμματα κι οι τέχνες υπακούουν στην πολιτική και καθώς το βασικό πρόβλημα της σημερινής κινέζικης πολιτικής είναι ο αντι-γιαπωνέζικος αντιστασιακός πόλεμος, οι λογοτεχνικοί και καλλιτεχνικοί εργάτες του κόμματος πρέπει πρώτα να ενωθούν μ’ όλους όσους βρίσκονται έξω από το κόμμα, για να πολεμήσουν τον κοινό εχτρό. Δεύτερο, πρέπει να ενωθούν μ’ όλους όσους έχουν δράση με σκοπιά δημοκρατική. Καθώς ένα μέρος των συγγραφέων και καλλιτεχνών δεν συμφωνούν με την ιδέα αυτή, η έχταση του ενωμένου μέτωπου θα πρέπει να περιοριστεί. Τρίτο, οι συγγραφείς και καλλιτέχνες πρέπει να ενωθούν γύρω από ένα συγκεκριμένο σημείο –για παράδειγμα, ένα κοινό καλλιτεχνικό ύφος. Εμείς είμαστε για το ρεαλισμό της προλεταριακής τάξης με ένα μέρος τον αποδοκιμάζει. Αυτό θα πρέπει ακόμα να περιορίσει την έχταση της ένωσης. Ενώνονται γύρω από ορισμένα προβλήματα και τσακώνονται, χωρίζονται γύρω από άλλα. Στην πραγματικότητα γύρω απ’ όλα τα προβλήματα χωριζόμαστε κι ενωνόμαστε, ακόμα και γύρω από το πρόβλημα της αντίστασης. Μα όσο αφορά το πρόβλημα του ενωμένου μετώπου, θα έχουμε ένωση ή πόλεμο και δεν μπορούν να υπάρχουν σχετικά διφορούμενα. Η πολιτική μερικών συντρόφων, όπως των δεξιών «συνθηκολόγων» ή των ξενόφοβων, των αριστερών σεχταριστών που ο Λένιν χαρακτήρισε σαν «πολιτικούς κουτσούς», είναι άλλα τόσα λάθη. Αυτό που είναι αληθινό στην πολιτική είναι κι αληθινό στην τέχνη.

-IV-

Ένα από τα κυριότερα όπλα που έχουν στη διάθεσή τους οι συγγραφείς και καλλιτέχνες είναι η λογοτεχνική και καλλιτεχνική κριτική. Μερικοί σύντροφοι έκαναν πολύ σωστά παρατηρήσεις για την ανεπάρκεια της σχετικής δουλειάς. Η λογοτεχνική και καλλιτεχνική κριτική δεν είναι καθόλου ζήτημα απλό. Απαιτεί έρευνες ειδικές. Θα μιλήσω εδώ μόνο για ένα βασικό κριτήριο της κριτικής και θα έρθω ύστερα σε μερικές λεπτομέρειες και σε μερικές λαθεμένες απόψεις που παρουσιάστηκαν από τους συντρόφους.

Απ’ τη σκοπιά της πολιτικής υπάρχουν δυό κριτήρια της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής κριτικής: Ότι ευνοεί τον αντιστασιακό πόλεμο, την ένωση, ότι μπορεί να δώσει θάρρος στον λαό, να ξεσηκώσει τον ενθουσιασμό του, να στηρίξει το ηθικό του, ότι μπορεί να εμποδίσει την υποχώρηση μπρος στον εχτρό ή μπρος στην πρόοδο πρέπει να επιδοκιμαστεί, ενώ, αντίστροφα, ότι δεν ευνοεί τον αντιστασιακό πόλεμο, την ένωση, ότι δεν αποθαρρύνει το λαό και εμποδίζει την πρόοδο, πρέπει να καταδικαστεί. Το κριτήριό μας αυτό έχει για βάση το ελατήριο (την υποκειμενική πρόσθεση) ή μήπως το αποτέλεσμα (την επίδραση που ασκήθηκε κοινωνικά); Οι ιδεαλιστές υπερασπίζονται το ελατήριο κι αρνούνται το αποτέλεσμα, ενώ ο μηχανιστής υλιστής υπερασπίζεται το αποτέλεσμα κι αρνιέται το ελατήριο. Δε συμφωνούμε ούτε με τους πρώτους ούτε και με το δεύτερο. Πιστεύουμε ότι το ελατήριο ενός συγγραφέα είναι να γράφει για το λαό και το ελατήριο αυτό όπως και το αποτέλεσμά του που είναι να γίνει δεχτός ευνοϊκά από το λαό, είναι δύο πράγματα αχώριστα. Πρέπει λοιπόν να ενώνουμε και τα δύο. Την υποκειμενική πρόθεση ενός συγγραφέα, δηλαδή το ελατήριο του, δεν την εξετάζουμε με βάση την ανάγνωση των προκηρύξεων του αλλά με βάση την εντύπωση που προκάλεσε στο κοινό και μες στην κοινωνία. Το κοινωνικό αποτέλεσμα θα έπρεπε να υπηρετεί το ελατήριό του. Η λογοτεχνική και καλλιτεχνική μας κριτική δεν έχει τίποτα να κάνει με τη σεχταριστική. Κάτω από την αρχή της ένωσης και της κοινής αντίστασης, πρέπει να συμπεριλάβουμε έργα κάθε πολιτικής τάσης, μα η κριτική μας δεν ξεφεύγει από τις καθορισμένες αρχές. Πρέπει να κρίνουμε αυστηρά κάθε έργο που εκδηλώνει γνώμη αντίθετη στην ένωση του λαού, που είναι αντίθετο στις μάζες, αντι-επιστημονικό, αντι-κομμουνιστικό. Γιατί τα παρόμοια έργα έχουν για ελατήριο, όπως και για αποτέλεσμα, την καταστροφή της αναγκαίας ενότητας και του αντιστασιακού μας ιδανικού. Ακόμα και για το αισθητικό κριτήριο δεν μπορούμε να παραμελήσουμε το κοινωνικό αποτέλεσμα. Ένας συγγραφέας ή ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να εμπιστευτεί την ατομική του κρίση. Η κριτική μας θα επιτρέψει το λεύτερο συναγωνισμό έργων τέχνης όλων των ειδών και, στηριγμένη σε επιστημονικές και αισθητικές αρχές, θα επιτρέψει κι ένα ανέβασμα του επιπέδου των δημιουργημάτων και την προσαρμογή τους στις απαιτήσεις του μεγάλου κοινού.

Υπάρχει το πολιτικό κριτήριο από τη μια και το αισθητικό κριτήριο από την άλλη. μα ποια είναι η ανάμεσά τους σχέση; Η πολιτική δεν είναι τέχνη. Κι ούτε οι κοσμοθεωρίες αποτελούν το «Λόγό περί της μεθόδου»[10] της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αρνιόμαστε μόνο την ύπαρξη των απόλυτα αμετάβλητων πολιτικών κριτήριων, αλλά αρνιόμαστε ακόμα και τα αμετάβλητα καλλιτεχνικά κριτήρια. Υπάρχουν διαφορετικά πολιτικά κριτήρια και διαφορετικά καλλιτεχνικά κριτήρια ανάλογα με τις διαφορετικές κοινωνίες και τις διαφορετικές τάξεις. Μα σ’ οποιασδήποτε κοινωνία, οποιασδήποτε τάξης, το πολιτικό κριτήριο κατέχει πάντα τη πρώτη θέση και το καλλιτεχνικό κριτήριο τη δεύτερη. Η αστική τάξη αποκρούει πάντα, δίχως να ενδιαφέρεται για την καθαρά καλλιτεχνική αξία, τα έργα των προλετάριων και το ίδιο οι προλετάριοι αποκρούουν τα έργα των αστών. Μα αν αποκρούουν το αντιδραστικό πολιτικό τους περιεχόμενο, αφομοιώνουν, με πνεύμα κριτικό, την καλλιτεχνική άποψή τους. ένα έργο που, παρά την καλλιτεχνική του αξία, έχει περιεχόμενο αντιδραστικό βλάφτει το λαό και πρέπει λοιπόν να απορριφτεί. Το κοινό χαρακτηριστικό των γραμμάτων και τεχνών, που στην περίοδο της παρακμής, γίνονται απ’ τους εκμεταλλευτές, είναι η αντίφαση μεταξύ της καλλιτεχνικής μορφής τους και του αντιδραστικού πολιτικού τους περιεχομένου. Εκείνο που ζητάμε είναι η ενότητα μεταξύ πολιτικής και τέχνης, η ενότητα μεταξύ τους επαναστατικού περιεχομένου και της ανώτατης καλλιτεχνικής μορφής. Ένα έργο τέχνης που δεν είναι ένα καλό έργο τέχνης δεν κλείνει εκφραστική δύναμη, παρά την πολιτική πρόοδο που σημειώνεται στη σκέψη του καλλιτέχνη και στην ατμόσφαιρα που το περιβρέχει. Και γι’ αυτό δεν παραδεχόμαστε τα έργα τέχνης με περιεχόμενο βλαβερό αλλά ούτε και την τάση για «σύνθημα ή τοιχοκόλλημα» και πρέπει να επιμείνουμε στη σημασία των δύο όψεων για το καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό μέτωπο.

Οι δύο αυτές τάσεις βρίσκονται σε πολλούς σύντροφους. Πολλοί είναι αυτοί που παραμελούν την καλλιτεχνική πλευρά και γι’ αυτό πρέπει να επιμείνουμε στην ανύψωση της τέχνης. Μα σήμερα ένα ρώτημα ακόμα πιο σοβαρό είναι η πολιτική πλευρά. Υπάρχουν σύντροφοι που δεν έχουν γνώσεις πολιτικές, κι έχουν, συνακόλουθα, αντιλήψεις αμφίβολες και λαθεμένες. Ας αναφέρουμε τώρα μερικά παραδείγματα απ’ το Γιενάν:

Α) Η «Θεωρία της ανθρώπινης φύσης»

Υπάρχει κάτι τέτοιο σαν την «ανθρώπινη φύση»; Βέβαια ναι. Μα δεν υπάρχει παρά μια συγκεκριμένη ανθρώπινη φύση που, στην κοινωνία που είναι χωρισμένη σε τάξεις, γίνεται η ανθρώπινη φύση που αντιπροσωπεύει την ταξική συνείδηση. Υπερασπιζόμαστε την ανθρώπινη φύση των προλετάριων ενώ οι καπιταλιστές και μικροαστοί υπερασπίζονται την ανθρώπινη φύση των τάξεων των καπιταλιστών και των μικροαστών, ενώ σύγκαιρα ισχυρίζονται ότι η ανθρώπινη φύση είναι «μοναδική» - γιατί στα μάτια τους, η ανθρώπινη φύση των προλετάριων είναι απάνθρωπη. Υπάρχουν άνθρωποι στο Γιενάν που παν να πάρουν για θεωρητική βάση της τέχνης και της λογοτεχνίας τη δήθεν θεωρία της ανθρώπινης φύσης – και πρόκειται για θέση τελείως λαθεμένη.

Β) «Η αγάπη, η αγάπη της ανθρωπότητας είναι η βασική αφετηρία κάθε καλλιτεχνικής και λογοτεχνικής δημιουργίας»

Η αγάπη θα μπορούσε να είναι η αφετηρία, μα υπάρχει άλλη που είναι η βασική. Η αγάπη είναι νόημα, προϊόν μιας αντικειμενικής δράσης. Δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια αντίληψη ή από μιά δράση καθαρά αντικειμενική/ Ο λόγος που οι λογοτεχνικοί και καλλιτεχνικοί εργάτες –που από την προέλευσή τους είναι στοιχεία διανοητικά- αγαπούν τους προλετάριους, είναι ότι η κοινωνία τους αναγκάζει να υποφέρουν την ίδια τύχη με κείνους: Είναι το αποτέλεσμα της ενότητας στη ζωή και στον αγώνα. Απ’ την άλλη, το μίσος μας ενάντια στο γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό είναι το αποτέλεσμα της καταπίεσής του. Δεν υπάρχει στον κόσμο αγάπη ή μίσος δίχως αιτία. Από τότε που η ανθρωπότητα χωρίστηκε σε τάξεις, η υποτιθέμενη «αγάπη της ανθρωπότητας», μια αγάπη μοναδική και αδιάκριτη, δεν υπήρξε ποτέ. Είναι κάτι που επαναλαμβάνονταν στα λόγια από τους αρχηγούς, από τον Κομφούκιο[11], από τον Τολστόι[12], μα ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις. Η πραγματική αγάπη της ανθρωπότητας είναι δυνατή μα μόνο όταν η διάκριση σε τάξεις θα έχει ολότελα εξαφανιστεί απ’ τον κόσμο. Η κοινωνία είναι χωρισμένη επειδή υπάρχουν τάξεις. Η κοινωνία δεν θα ενωθεί προτού εξαφανιστούν οι τάξεις. Μόνο τότε θ’ ανατείλει η αγάπη της ανθρωπότητας = που σήμερα ακόμα δεν μπορεί να υπάρχει. Δεν αγαπούμε τον φασισμό, δεν αγαπούμε τον εχθρό μας, δεν αγαπούμε το απαίσιο φαινόμενο της σημερινής κοινωνίας. Ο σκοπός μας είναι να το αφανίσουμε. Δεν αμφιβάλουμε ότι οι λογοτεχνικοί και καλλιτεχνικοί μας εργάτες δεν αγνοούν την απλή αυτή ανθρώπινη λογική.

Γ) «Παντοτινά τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα περιγράφουν τόσο το φως όσο και τα σκοτάδια μισά-μισά»

Η φράση αυτή προϋποθέτει ιδέες λαθεμένες και αμφίβολες. Τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα δεν ήταν πάντα έτσι. Πολλοί είναι οι μικροαστοί συγγραφείς που δε βρήκαν ποτέ το φως – τα έργα τους μόνο τα σκοτάδια φανερώνουν κι είναι αυτό που λέγεται «επιδειχτική λογοτεχνία», ενώ άλλα την απαισιοδοξία μόνο διαδίδουν. Απ’ την άλλη μεριά, η λογοτεχνία, στην οικοδομητική περίοδο του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση, φανερώνει πρωταρχικά το φως. Βέβαια οι σοβιετικοί συγγραφείς περιγράφουν και τα ελαττώματα της δουλειάς, μα τα ελαττώματα αυτά δεν είναι παρά δευτερεύοντα στοιχεία μπρος στο μεγάλο φως. Τα δήθεν «μισά-μισά» ποτέ δεν υπήρξαν. Στην αντιδραστική περίοδο, οι αστοί συγγραφείς περιγράφουν τις επαναστατικές μάζες σαν ληστές και τους εαυτούς τους (την αστική τάξη) σα θεούς και άγιους, αναποδογυρίζοντας αυτό που είναι φως κι αυτό που είναι σκοτάδια. Μόνο οι αληθινοί επαναστάτες συγγραφείς έχουν την ιδιότητα που τους επιτρέπει να λύσουν το πρόβλημα του εγκώμιου η των αποκαλυπτικών κριτικών. Όλες οι σκοτεινές δυνάμεις που βλάφτουν το λαό πρέπει αναγκαστικά να ξεσκεπαστούν, ενώ όλοι οι επαναστατικοί αγώνες του λαού και των μαζών πρέπει να εγκωμιαστούν – να το βασικό καθήκον του καλλιτέχνη και του συγγραφέα.

Δ) «Το έργο της λογοτεχνίας και της τέχνης είναι πάντα να κάνει αποκαλυπτική κριτική»

Η παρουσίαση αυτή, όπως κι η προηγούμενη, προδίνει την έλλειψη ιστορικής επιστήμης κι εξελικτικής υλιστικής αντίληψης. Η λογοτεχνία κι η τέχνη δεν αρκούνται, όμως, ήδη το είπαμε, στο να αποκαλύπτουν. Για τους επαναστάτες, συγγραφείς και καλλιτέχνες το αντικείμενο που πρέπει να ξεσκεπαστεί δεν μπορεί παρά να είναι ο εισβολέας, ο εκμεταλλευτής κι ο καταπιεστής και δεν μπορεί να είναι ο λαός, η μάζα. Ναι, ο λαός κι η μάζα έχουν τα ελαττώματά τους, μα του λαού τα ελαττώματα είναι το αποτέλεσμα της κυριαρχίας των εισβολέων, εκμεταλλευτών και καταπιεστών. Οι επαναστάτες συγγραφείς και λογοτέχνες μας πρέπει να αρκούνται στο να ξεσκεπάζουν τα ελαττώματα σαν αποτέλεσμα των εγκλημάτων των εισβολέων, εκμεταλλευτών και καταπιεστών, μα δεν πρέπει να «ξεσκεπάζουν τις διαφθορές του λαού». Όσο για το λαό, ένα μόνο πρόβλημα υπάρχει κι είναι το να τον μορφώνουμε και να τον ανυψώνουμε. Μόνο οι αντιεπαναστάτες συγγραφείς και καλλιτέχνες ρίχνουν κουβέντες σαν «η ανοησία του λαού είναι πράγμα έμφυτο», και περιγράφουν τις επαναστατικές μάζες σαν τρελούς τύραννους κλπ.

Ε) «Πάντα η περίοδος των δοκιμίων! Πάντα το ύφος του Λου-Σιν!»

Το να αντικρίζουμε τα δοκίμια, το ύφος του Λου-Σιν αποκλειστικά σαν έργα σάτιρας, είναι γνώμη των εχτρών του λαού. Ο Λου-Σιν έζησε κάτω από τη σκοτεινή κυριαρχία του αντιδραστικού καθεστώτος. Δίχως ελευθερία λόγου, ήταν αναγκασμένος να μεταχειρίζεται τα σατυρικά του δοκίμια σαν όπλα. Κι είχε δίκιο. Έχουμε ανάγκη να περιγελούμε με τρόπο τσουχτερό και σατυρικό το φασισμό και τους κινέζους αντιδραστικούς. Μα στη συνοριακή περιοχή του Σενσί, Κανσού και Νινγκχίσα[13] και στις βάσεις του πίσω αντι-γιαπωνέζικου μετώπου, η λογοτεχνική μορφή δεν μπορεί να είναι η ίδια με του Λου-Σιν: Μπορούμε να φωνάζουμε δυνατά, δεν έχουμε πια ανάγκη των υπαινιγμών, δεν υπάρχει λόγος ν’ αποφεύγουμε τα σταράτα κι ίσια λόγια (κι άλλωστε τις πανουργίες δεν τις καταλαβαίνει εύκολα ο λαός κι οι μάζες). Αν δεν βρίσκονταν αντιμέτωπος των εχθρών του λαού, μα του ίδιου του λαού, τότε ο Λου-Σιν της «περίοδος των δοκιμών» δεν θα είχε ειρωνευτεί το λαό, δε θα είχε χτυπήσει τα επαναστατικά πολιτικά κόμματα και το ύφος των γραφτών του στην περίπτωση αυτή δε θα ήταν το ίδιο με κείνο που απευθυνόταν στον εχθρό. Όπως υποδείξαμε και παραπάνω, έχουμε το καθήκον να κάνουμε κριτική των ελαττωμάτων του λαού, μα πρέπει να μιλάμε από τη σκοπιά του λαού και μ’ όλο το ζεστό συναίσθημα του προστάτη του εκπαιδευτή. Αν, αντίθετα, διαλέγαμε το ίδιο επιθετικό ύφος που μεταχειριζόμαστε εναντίον του εχθρού, για να χτυπήσουμε τους συντρόφους μας, θα πέφταμε στο στρατόπεδο του εχτρού. Πρέπει να καταργήσουμε τη σάτιρα: υπάρχουν πολλών ειδών σάτιρες. Η σάτιρα για να χτυπούμε τον εχτρό, αυτή που απευθύνεται στους φίλους, μετά αυτή που αφορά τα ίδια τα στρατεύματά μας. Είναι διαφορετικές. Δεν μπορούμε γενικά να απαγορέψουμε τη σάτιρα, μα πρέπει να εμποδίσουμε τις καταχρήσεις της εξάσκησής της.

ΣΤ) «Δεν πλέκουμε εγκώμια, γιατί τα έργα που αποτελούνται από επαίνους δεν είναι αναγκαστικά μεγάλα, ενώ τα έργα όπου χαράζονται στα σκοτάδια δεν είναι αναγκαστικά μέτρια»

Αν ήσασταν αστός συγγραφέας ή καλλιτέχνης δεν θα επαινούσατε το προλεταριάτο μα την αστική τάξη. Αν είσαστε προλετάριος συγγραφέας δεν θα φλυαρούσατε για την δόξα της αστικής τάξης, μα θα εγκωμιάζατε τον εργαζόμενο λαό και τους προλετάριους. Ή το ένα ή το άλλο. Το έργο που εγκωμιάζει το φως της αστικής τάξης δεν είναι αναγκαστικά μεγάλο και το έργο όπου χαράζονται τα σκοτάδια της δεν είναι αναγκαστικά μικρό. Το έργο που εγκωμιάζει το φως του προλεταριάτου δεν είναι αναγκαστικά μέτριο και το έργο όπου χαράζονται τα υποτιθέμενα «σκοτάδια» του είναι αναγκαστικά μέτριο. Μήπως δεν πρόκειται για γεγονός αποδεδειγμένο από την ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης; Ο λαός, δημιουργός, του κόσμου αυτού και της ιστορίας, γιατί να μην αξίζει σαν αντικείμενο εγκωμίων; Κι ακόμα, γιατί δεν θα το άξιζαν το προλεταριάτο, ο κομμουνισμός, η νέα δημοκρατία, ο σοσιαλισμός; Υπάρχει όμως μια κατηγορία ανθρώπων που δε δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις του λαού, που κρατά παγωμένα τη στάση του θεατή μπρος στο λαό, στον αγώνα, στις νίκες που κερδίζει η πρωτοπορία του λαού. Τα μόνα πράγματα που ενδιαφέρουν τους ανθρώπους αυτούς, και που δεν κουράζονται ποτέ να επαινούν, είναι πριν απ’ όλα οι εαυτοί τους και, από πάνω, πιθανότατα αυτό που αγαπούν κι ακόμα τα λίγα πρόσωπα της μικρής ομάδας που διαχειρίζονται τις υποθέσεις της. Η κατηγορία αυτή των ατομικιστών μικροαστών φυσικά δεν πρόκειται να εγκωμιάσει την αξία του επαναστατικού λαού, ούτε θα ενθαρρύνει τον αγώνα του ούτε και θα δυναμώσει την πίστη του στη νίκη. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι διεφθαρμένοι της στρατιάς μας κι ο επαναστάτης λαός καθόλου δεν χρειάζεται παρόμοιου είδους «τραγουδιστές».

Ζ) «Δεν είναι πρόβλημα θέσης, γιατί η θέση του είναι σωστή, η πρόθεσή τους είναι καλή κι έχει καταλάβει τη θεωρία, μόνο που εκφράζεται άσκημα, πράγμα που έχει κακές συνέπειες»

Για ότι αφορά το διαλεκτικό υλισμό πάνω στο θέμα, στο ελατήριο και στη συνέπεια, μίλησα ήδη. Και ρωτώ τώρα: το ρώτημα του ελατηρίου είναι το ίδιο το ρώτημα της θέσης; Ο άνθρωπος που κάνει κάτι και δεν ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα της πράξης του είναι όμοιος με το γιατρό που αρκείται στο να κάνει τη συνταγή αδιαφορώντας για το αν το φάρμακό του θα μπορούσε να προκαλέσει το θάνατο του αρρώστου. Και το ίδιο είναι αν ένα κόμμα δεν κάνει άλλο από προκηρύξεις δίχως να σκέφτεται για την πραχτική εφαρμογή του προγράμματος του. Μια τέτοια θέση είναι δικαιολογημένη; Μια τέτοια πρόθεση είναι καλή; Βέβαια μπορούν να γίνουν λάθη σαν προσπαθούμε να κρίνουμε τις συνέπειες. Μα αν τα ίδια τα γεγονότα αποδείχνουν την κακή συνέπεια κι εσείς συνεχίσετε με τον ίδιο τρόπο, τότε υπάρχει πάντα καλή πρόθεση; Αν κρίνουμε ένα κόμμα, ένα γιατρό σύμφωνα με την πραγματοποίηση και το αποτέλεσμα, είναι και με τον ίδιο τρόπο που κρίνουμε έναν συγγραφέα, έναν καλλιτέχνη. Μια πραγματικά καλή πρόθεση πρέπει να είναι εκείνη όπου ο συγγραφέας φέρνει μαζί του το θάρρος, την αποφασιστικότητα και την απόλυτη ειλικρίνεια για να επικρίνει τον εαυτό του, για να εξετάσει και να διορθώσει τα ελαττώματα και τα λάθη της δουλειάς του. Αυτή είναι η μέθοδος της κομμουνιστικής αυτοκριτικής. Μα κι η σωστή θέση! Κι είναι μόνον αν ξεκινήσουμε από μια τέτοια θέση – θέση σοβαρότητας κι ευθύνης μπροστά στο έργο μας – που θα μπορέσουμε να καταλάβουμε, βήμα με βήμα, τί είναι μια θέση δίκαιη και σωστή, να τη βρίσκουμε και να την κρατούμε. Αν δεν προσανατολιζόμαστε έτσι μα, με πίστη τυφλή στον εαυτό μας, πετούσαμε στα ελαφριά τη λέξη «καταλάβαμε», θα μέναμε στην αμάθεια και θα απομακρυνόμαστε από την αλήθεια.

Η) «Το να μαθαίνουμε το μαρξισμό και το λενινισμό είναι να επαναλαμβάνουμε τα λάθη στη μέθοδο της δημιουργίας του διαλεχτικού υλισμού»

Η μάθηση του μαρξισμού και του λενινισμού έχει για μόνο σκοπό να μας διδάξει την αντίληψη του διαλεχτικού και του ιστορικού υλισμού για την παρατήρηση του κόσμου, της κοινωνίας, της λογοτεχνίας, της τέχνης κι όχι να μας κάνει να συνθέτουμε ένα μάθημα φιλοσοφίας μες στα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα. Ο μαρξισμός κι ο λενινισμός δεν μπορούν παρά να συμπεριλάβουν το ρεαλισμό μες στην λογοτεχνική και καλλιτεχνική δημιουργία μα δεν μπορούν να τον αντικαταστήσουν. Οι δογματικές, σύγκαιρα άδειες και ξερές, εκφράσεις καταστρέφουν τη δημιουργική έμπνευση κι ακόμα καταστρέφουν το μαρξισμό και το λενινισμό. Ο δογματικός μαρξισμός κι ο δογματικός λενινισμός δεν είναι μαρξισμός και λενινισμός, μα αντι-μαρξισμός και αντι-λενινισμός. Μήπως τότε ο μαρξισμός και ο λενινισμός καταστρέφουν τη δημιουργική έμπνευση; Ναι την καταστρέφουν. Καταστρέφουν κάθε δημιουργική έμπνευση φεουδαρχική, αστική, μικροαστική, φιλελεύθερη, ατομικιστική, νιχιλιστική, την παρακμασμένη κι απαισιόδοξη «τέχνη για την τέχνη» των πατρίκιων, ότι είναι αντιλαϊκό, αντιμαζικό, αντιπρολεταριακό. Όσο για τους προλετάριους συγγραφείς και καλλιτέχνες, τα αισθήματα κι οι εμπνεύσεις τους που ανήκουν σ’ αυτές τις κατηγορίες, πρέπει μήπως να καταστραφούν; Νομίζω ότι ναι, πρέπει να καταστραφούν. Μα, καθώς τα καταστρέφουμε, μπορούμε να χτίσουμε άλλα.

-V-

Στους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους του Γιενάν τα παραπάνω προβλήματα υπάρχουν πράγμα που αποδείχνει ότι στους κύκλους αυτούς «τα τρία λάθη»[14] συνεχίζουν να γίνονται. Ανάμεσά τους υπάρχει πλήθος ιδεαλιστών, δογματικών, ουτοπιστών, φλύαρων που παραμελούν την πραχτική δημιουργία, απομακρύνονται από το λαό κλπ –πράγμα που κάνει αναγκαία μια σοβαρή κι αποτελεσματική διόρθωση των λαθεμένων αυτών τρόπων.

Υπάρχουν ακόμα πολλοί που δεν διακρίνουν καθαρά το προλεταριάτο από τους μικροαστούς ... Οι άνθρωποι αυτοί θαρρούν πως η σκέψη του προλεταριάτου είναι ένα σύστημα όπως τα άλλα και δεν ξέρουν ότι πρόκειται για σύστημα που δύσκολα μπορεί να αποκτηθεί. Σχετικά, γα να καλυτερέψουμε και την οργάνωσή μας, πρέπει ν’ αρχίσουμε με τη διόρθωση των αντιλήψεων και με τη διάδοση και ανάπτυξη του ιδεολογικού πολέμου μεταξύ προλετάριων και μη-προλετάριων. Ο ιδεολογικός πόλεμος που ήδη επικρατεί στους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους του Γιενάν είναι κάτι παραπάνω από δικαιολογημένος. Οι άνθρωποι που έρχονται από τους μικροαστούς αγωνίζονται για να μεταχειριστούν όλα τα μέσα, κι ανάμεσά τους είναι τα γράμματα κι οι τέχνες, για να εκδηλωθούν πεισματάρικα, για να διαδώσουν τη γνώμη τους και για να ζητήσουν από τους άλλους να μεταμορφώσουν τον κόσμο σύμφωνα με τα πρότυπα των μικροαστών και των στοιχείων της διανόησης. Κάτω από τέτοιες συνθήκες η δουλειά μας είναι να τους πούμε ανοιχτά: «Το σύστημά σας δεν θα πιάσει, το προλεταριάτο, όπως ο λαός κι οι μάζες, δε θα σας ακολουθήσουν. Ουσιαστικά, να σας ακολουθήσουν σημαίνει να ακολουθήσουν τους μεγαλοιδιοχτήτες και τους αστούς, κι αυτό θα σήμαινε κίνδυνο καταστροφής για όλούς και για τον εαυτό σας». Ποιόν πρέπει λοιπόν ν’ ακολουθήσουμε; Δεν πρέπει ν’ αλλάξουμε τον κόσμο παρά σύμφωνα με τα πρότυπα του προλεταριάτου και της πρωτοπορίας του. Ελπίζουμε ότι οι συγγραφείς και καλλιτέχνες μας ξέρουν τη σοβαρότητα του ιδεολογικού αυτού πολέμου, προσπαθούν να πάρουν μέρος, δυναμώνουν σε σκέψη και σε έργα μπρος στον εχτρό, στους φίλόυς και στον ίδιο τον εαυτό τους, για να φτάσουν σε μια αληθινή κοινωνία δυνάμεων μες στο τάγμα μας.

Επειδή δεν σκέφτονται αρκετά καθαρά άλλοι πολλοί δεν κάνουν καλά τη διάκριση μεταξύ της περιφέρειας βάσης μας και των άλλων περιοχών κι έτσι κάνουν διάφορα σχετικά λάθη. Πολλοί είναι αυτοί που έρχονται απ’ τις σοφίτες της Σαγκάης κι ανάμεσα σε κείνες και στην περιφέρεια βάσης υπάρχει μια διαφορά όχι μόνο γεωγραφική μα κι ιστορικής εποχής: στη μία έχουμε μια μισο-φεουδαρχική και μισο-αποικιακή κοινωνίακάτω από το ζυγό της αστικής τάξης και των μεγαλοϊδιοχτητών, ενώ στην άλλη έχουμε την επαναστατική κοινωνία της νέας δημοκρατίας που οδηγεί το προλεταριάτο. Φτάνοντας στην περιφέρεια βάσης βλέπουμε το καθεστώς αυτό, που στις χιλιετηρίδες της κινέζικης κοινωνίας δεν έχει προηγούμενο, ένα καθεστώς που διευθύνουν οι εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, ο λαός κι οι μάζες και πράγματα τέλεια διάφορα και πρόσωπα άλλα και τους σκοπούς της προπαγάνδας. Η εποχή του παρελθόντος πέθανε για πάντα και γι’ αυτό, δίχως δισταγμό πρέπει να πάμε με τις καινούργιες μάζες. Αν αυτοί που βρίσκονται ανάμεσα στις καινούργιες αυτές μάζες σκέφτονται ακόμα «δεν μπορούμε να συνηθίσουμε, δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε, δεν υπάρχει χώρος για να εκδηλωθεί το ταλέντο μας», τότε θα βρουν εμπόδια όχι μόνο στην ύπαιθρο αλλά και στο ίδιο το Γιενάν. Υπάρχουν άλλοι που σκέφτονται: «Πρέπει να μείνω πίσω από το μέτωπο και να γράφω για τους διανοούμενους. Έτσι συνήθισα κι άλλωστε μια παρόμοια δουλειά έχει εθνική σημασία». Η αντίληψη αυτή είναι ολότελα λαθεμένη: καθώς η όψη της ενδοχώρας έχει αλλάξει, η ζήτηση των αναγνωστών έχει κι αυτή αλλάξει. Δεν θέλουν να ακούσουν τις ίδιες παλιές ιστορίες μα περιμένουν οι συγγραφείς να τους μιλήσουν για νέα πρόσωπα και για τον καινούργιο κόσμο. Έτσι είναι: Όσο περισσότερο ένα έργο γίνεται για τις μάζες της περιφέρειας βάσης, τόσο περισσότερο έχει χαραχτήρα εθνικό, τόσο καλύτερα γίνεται δεχτό από το κοινό ολόκληρου του έθνους. «Η καταστροφή» του Φαντέεφ[15] δεν είναι παρά η ιστορία μιας μικρής ομάδας ελεύθερων σκοπευτών. Ο συγγραφέας ποτέ του δεν είχε για σκοπό να προσαρμοστεί στις προτιμήσεις των αναγνωστών του παλιού κόσμου κι όμως το έργο αυτό είχε παγκόσμια απήχηση. Η Κίνα προς τα μπρος προχωρεί. Δεν υποχωρεί. Εκείνο που οδηγεί την προέλαση της Κίνας είναι η επαναστατική περιφέρεια βάσης κι όχι οι καθυστερημένες περιοχές. Αυτοί που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της καλυτέρεψης και της ξεκαθάρισης πρέπει πρώτα να γνωρίσουν το βασικό αυτό πρόβλημα.

Μια και πρέπει να ολοκληρωθούμε μες στις καινούργιες μάζες πρέπει να λύσουμε ξεκάθαρα το ρώτημα του ατόμου και της μάζας. Ένα δίστιχο του Λου-Σιν θα έπρεπε να είναι η αρχή μας:

«Μα έχεις τα φρύδια σουρωτά, αυστηρά και κρύα μπρος στις χιλιάδες των εχτρών.

Μα να σκύβεις το κεφάλι, να είσαι πρόθυμα το βόδι του παιδιού».

Στις «χιλιάδες» που είναι οι εχτροί όσο κακοί και σκληροί και αν είναι, δε θα υποκύψουμε. Το «παιδί» είναι το προλεταριάτο, ο λαός, οι μάζες. Κάθε λογοτεχνικός και καλλιτεχνικός εργάτης πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Λου-Σιν και να είναι το «βόδι» του προλεταριάτου, του λαού και των μαζών – να τους χαρίσει τον ίδιο τον εαυτό του και να τους υπηρετεί όσο ζει. Οι διανοούμενοι με τις μάζες πρέπει να πάνε και τις μάζες να υπηρετήσουν. Φυσικά, για να φτάσουμε ως εκεί ο δρόμος είναι δύσκολος. Μα πρέπει να υπάρξει το θάρρος κι η αποφασιστικότητα για να γίνει.

Όλα όσα εκθέσαμε σήμερα δεν είναι παρά ένα πρόβλημα του βασικού προσανατολισμού. Υπάρχουν κι άλλα πολλά συγκεκριμένα προβλήματα που από δω και μπρος θα χρειαστούν συνεχείς μελέτες για να λυθούν. Θαρρώ πως όλοι θα έχουν το θάρρος να προχωρήσουν στο δρόμο αυτό. Θαρρώ πως με το ξεκαθάρισμα χάρη στις έρευνες και τη δουλειά που από καιρό έχουν αρχίσει, θα μπορέσουν σίγουρα να διορθωθούν, να μεταμορφωθούν οι ίδιοι όπως και τα ίδια τους τα έργα. Δίχως αμφιβολία θα μπορέσουν να δημιουργήσουν έργα εξαιρετικά που θα γίνουν με ενθουσιασμό δεχτά από τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, από το λαό και τις μάζες και θα κατορθώσουν να φέρουν ακόμα πιο μπρος το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα για να μπούμε σε μια καινούργια δοξασμένη εποχή.



[1] Η μελέτη αυτή παρουσιάστηκε αρχικά σαν εισήγηση σε συγκέντρωση διανοούμενων στο Γιενάν το Μάη του 1942.

[2] Στις 4 του Μάη 1919 ο κινέζικος λαός ξεσηκώθηκε εναντίον των προσπαθειών των Γιαπωνέζων ιμπεριαλιστών να καταχτήσουν την Κίνα, χτυπώντας παράλληλα και τους πράχτορές τους στην κυβέρνηση. Το κίνημα είχε μεγάλη σημασία στον τομέα της παιδείας όπου κατόρθωσε να επιβάλει τη μιλούμενη λαϊκή γλώσσα σα γλώσσα του κράτους και σημείωσε την απαρχή ενός μεγάλου διανοητικού απελευθερωτικού κινήματος.

[3] Ο συγγραφέας λέει «εργάτες της διανόησης» ή «εργάτες της λογοτεχνίας» κι όχι «διανοούμενοι».

[4] Εννοεί τις περιοχές που κατείχε ο λαϊκός στρατός σε αντίθεση με την υπόλοιπη Κίνα που κατείχε ο Τσαγκ Κάϊ-Σεκ ή οι Γιαπωνέζοι.

[5] Ο μεγαλύτερος συγγραφέας της περιόδου που αρχίζει με το κίνημα του 1919 και τελειώνει με το θάνατο του στα 1936, στάθηκε ο πρωτοπόρος Κινέζος στοχαστής που σήμερα ακόμα εξασκεί επίδραση κυρίαρχη πάνω στις νεώτερες γενιές του τόπου.

[6] Τοστική αστυνομία του Κουομιντάγκ.

[7] Το κείμενο γράφεται το 1942, τον καιρό ενός αγώνα που αγκάλιαζε πλατιά στρώματα και κάτω από συνθήκες ιδιότυπες της κινεζικής κατάστασης.

[8] Το Γιενάν, από την εγκαθίδρυση του καθεστώτος του Τσαγκ Κάϊ-Σεκ, ήταν η βάση των λαϊκών δυνάμεων και η πρωτεύουσά τους.

[9] Αναφέρεται σε κοινωνική ιδιομορφία που χαρακτηρίζεται από το συμβιβασμό της αστικής τάξης με τα παλιά φεουδαρχικά στοιχεία.

[10] Αναφέρεται στο περίφημο έργο του Γάλλου φιλόσοφου Ντεκάρτ που έδωσε τους κανόνες της ορθής σκέψης

[11] Κινέζος φιλόσοφος που δίδαξε το μέτρο, την αρμονική ζωή, την αγάπη.

[12] Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας που στάθηκε ο θεωρητικός ενός ουτοπικού «χριστιανικού σοσιαλισμού».

[13] Επαρχίες στη βορειοδυτική Κίνα

[14] Πρόκειται σύμφωνα με το λόγο που έβγαλε ο συγγραφέας το Φλεβάρη της ίδιας χρονιά για τον υποκειμενισμό στην παιδεία, το σεχταρισμό και τη λογο-φορμαλιστική πεζολογία των συγγραφέων.

[15] Γνωστός σοβιετικός μυθιστοριογράφος.

9.10.08

Τσε Γκεβάρα: Γράμμα στους γονείς του (1965)

Από το http://flashfiles.flash.gr/flash/Rid30/1569.asp

Αγαπημένα μου γερόντια,

Νιώθω και πάλι κάτω από τις φτέρνες μου το ανεβοκατέβασμα των πλευρών του Ροσινάντε (1). Ρίχνομαι πάλι στους δρόμους με την ασπίδα μου στα χέρια.
Σας έγραψα κι ένα άλλο αποχαιρετιστήριο γράμμα, πάνε τώρα δέκα χρόνια από τότε. Καθώς θυμάμαι, λυπόμουν που δεν ήμουν καλύτερος στρατιώτης και καλύτερος γιατρός. Το τελευταίο δεν με ενδιαφέρει πια, μα στρατιώτης δεν είμαι τόσο κακός.
Ουσιαστικά, τίποτε δεν έχει αλλάξει, εκτός από το ότι είμαι πολύ περισσότερο συνειδητοποιημένος. Ο μαρξισμός μου έχει βαθιές ρίζες και έχει εξαγνισθεί. Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδκή λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου. Πολλοί θα με πουν τυχοδιώκτη και είμαι, μόνο που είμαι άλλου είδους τυχοδιώκτης, ένας από εκείνους που προβάλλουν τα στήθη τους για να αποδείξουν τις αλήθειες τους.
Ίσως αυτό το γράμμα να είναι και το τελευταίο. Δεν το αναζητώ. Βρίσκεται, όμως, μέσα στον λογικό υπολογισμό των πιθανοτήτων. Αν γίνει έτσι, σας στέλνω τον τελευταίο μου χαιρετισμό.
Σας αγάπησα πολύ, μόνο που δεν ήξερα να εκφράζω την τρυφεράδα μου. Είμαι υπερβολικά αυστηρός στις πράξεις μου και πιστεύω ότι μερικές φορές δεν με καταλάβατε. Δεν ήταν εύκολο να με καταλάβετε, παρ΄ όλα αυτά πιστέψτε με. Μόνο σήμερα.
Τώρα, μια θέληση που σφυρηλάτησα με χαρά καλλιτέχνη θα στηρίξει κάποια αδύναμα πόδια και κάποια κατάκοπα πνευμόνια, θα το κάνω.
Να θυμάστε πού και πού αυτόν το μικρό κοντοτιέρο (2) του εικοστού αιώνα. Φιλιά στη Σέλια, τον Ρομπέρτο, τους Χουάν Μαρτίν και Πατοτίν, την Μπεατρίς, σε όλους.
Ένα μεγάλο αγκάλιασμα για σας, από τον άσωτο και πεισματάρη γιο σας,

Ερνέστο

1. Ροσινάντε: Το άλογο του Δον Κιχώτη
2. condotiero: Επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας που εκστράτευε σε διάφορες περιοχές και χώρες στον μεσαίωνα

7.5.08

Εκδήλωση: Η δεύτερη γενιά μεταναστών, παιδιά χωρίς διακαιώματα ή παιδιά με ίσα δικαιώματα

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Κοινωνικό Στέκι-Στέκι Μεταναστών Χανίων σας προσκαλεί στην εκδήλωση που διοργανώνει το Σάββατο 10 Μαΐου 2008 στις 8μμ στον χώρο λειτουργίας του (Χατζημιχάλη Νταλιάνη 5) με θέμα «Η δεύτερη γενιά μεταναστών, παιδιά χωρίς δικαιώματα ή παιδιά με ίσα δικαιώματα;». Στην εκδήλωση κύριοι ομιλητές θα είναι η Σόνια Μητραλιά, συντονίστρια της καμπάνιας «ΟΧΙ στο ΡΑΤΣΙΣΜΟ από την ΚΟΥΝΙΑ» (http://www.kounia.org),η Μαριάνα Χαϊντάρι παιδί μεταναστών από την Αλβανία, μέλος της πρωτοβουλίας και ο Νίκος Οdubitan παιδί μεταναστών από την Νιγηρία, μέλος της ομάδας «Second Generation 07».

Η εκδήλωση πραγματοποιείται στα πλαίσια της προσπάθειας που κάνει το «Κοινωνικό Στέκι-Στέκι Μεταναστών Χανίων» για να ευαισθητοποιήσει την κοινωνία των Χανίων καθώς και τους μαζικούς φορείς του νομού μας (δήμους, οργανώσεις κλπ.) για ένα πρόβλημα που αρχίζει και παίρνει διαστάσεις και θα γίνει ιδιαίτερα έντονο τα επόμενα χρόνια. Το πρόβλημα αφορά στα παιδιά και νέους (εκτιμώνται στις 200.000) που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα από μετανάστες γονείς ή έχουν έρθει σε νεαρή ηλικία στην Ελλάδα και συμμετέχουν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο). Αυτά τα παιδιά όταν φτάνουν στην ηλικία των 18 ετών μεταβάλλονται ξαφνικά σε «ξένους» που πρέπει να παρουσιάσουν ένσημα από τον εργοδότη τους για να αποκτήσουν άδεια παραμονής. Την ώρα λοιπόν που οι φίλοι και συμμαθητές τους κάνουν όνειρα για το μέλλον τους, για την δουλειά ή τις σπουδές τους αυτά τα παιδιά μετατρέπονται σε «οικονομικούς μετανάστες» με συνέπεια να βιώνουν ένα δυσβάστακτο υπαρξιακό άγχος σε μια ευαίσθητη ηλικία και να αντιμετωπίζουν τεράστια πρακτικά και οικονομικά προβλήματα.

Η Ελλάδα συνεχίζει να είναι η τελευταία χώρα από τις 15 "παλιές" χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην παροχή δικαιωμάτων στους μετανάστες. Τα παιδιά των μεταναστών δεν εγγράφονται στα δημοτολόγια και κατά συνέπεια δεν τους χορηγείται πιστοποιητικό γέννησης και πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Ουσιαστικά, «εγγράφονται» ως μετανάστες, καταδικασμένα σε ελλιπή πολιτικά, εκπαιδευτικά, εργασιακά δικαιώματα! Ανήκουν σε μια «γκρίζα» αδιευκρίνιστη ζώνη ημιπαρανομίας, που τα αφήνει μετέωρα, χωρίς βασικά στοιχειώδη δικαιώματα και καταδικασμένα στο περιθώριο, στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η καμπάνια «ΟΧΙ στο ΡΑΤΣΙΣΜΟ από την ΚΟΥΝΙΑ», που ξεκίνησε το 2005 από τις γυναικείες μεταναστευτικές οργανώσεις, κάνει έναν αγώνα για τα δικαιώματα αυτών των παιδιών και νέων ανθρώπων με βασικό σύνθημα «ΙΣΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ για όλα τα παιδιά που γεννιόνται και ζουν στην Ελλάδα». Στο φυλλάδιο που συνοδεύει την πρόσκλησή μας μπορείτε να διαβάσετε για τις δραστηριότητες και τα αιτήματα της καμπάνιας (περισσότερες πληροφορίες στο site της οργάνωσης http://www.kounia.org).

Στο site του στεκιού (http://www.stekichania.gr) μπορείτε να πληροφορηθείτε για την ταυτότητα και τις δραστηριότητές μας, καθώς και να διαβάσετε το 1ο φύλλο της εφημερίδας μας που εκδόθηκε αυτό τον μήνα (Απρίλης 2008).

Ελπίζουμε στην συμμετοχή σας στην εκδήλωση μας καθώς και την συνεργασία μαζί μας σε θέματα που αφορούν τα δικαιώματα των μεταναστών και την ομαλότερη ενσωμάτωσή τους στην Χανιώτικη και ευρύτερα στην Ελληνική κοινωνία.

Χανιά 15/04/2008

Κοινωνικό Στέκι-Στέκι Μεταναστών Χανίων

e-mail: info@stekichania.gr /τηλ.28210-59772

www.stekichania.gr

25.4.08

Μάο Τσε Τουνγκ: Η Νέα Δημοκρατία

1. Πού πάει η Κίνα;

Όταν άρχισε ο πόλεμος της Αντίστασης τα πρόσωπα των ανθρώπων σ’ ολόκληρη τη χώρα φωτίστηκαν με ένα ελπιδοφόρο βλέμμα και ένα γενικό αίσθημα ανακούφισης ξαπλώθηκε παντού. Τα συννεφιασμένα πρόσωπα εξαφανίστηκαν. Όμως τώρα τελευταία η ατμόσφαιρα του συμβιβασμού άρχισε να γίνεται πυκνή και ο αντικομμουνιστικός θόρυβος πλημμύρισε και πάλι τον αέρα, και για μια φορά ακόμα ολόκληρη η χώρα έπεσε σε αμηχανία. Οι επιπτώσεις ήταν πιο αισθητές κυρίως στους πνευματικούς κύκλους και στη σπουδάζουσα νεολαία, που αντιδρούν πιο έντονα στα γεγονότα. Και τίθεται και πάλι το ερώτημα: Τί να κάνουμε; Πού πάει η Κίνα; Γι’ αυτό λοιπόν θα ήταν καλό να επωφεληθούμε από την έκδοση της «Κινέζικης Κουλτούρας»[1] για να φωτίσουμε τις τάσεις της κινέζικης πολιτικής και της κινέζικης κουλτούρας. Δεν είμαι ειδικός στα ζητήματα της κουλτούρας, ελπίζω να τα μελετήσω αλλά μόλις τώρα αρχίζω. Ευτυχώς πολλοί από τους συντρόφους μας στο Γενάν έχουν δημοσιεύσει άρθρα, περιεκτικά και εξαντλητικά σχετικά με το θέμα αυτό, κι έτσι οι σημειώσεις μου αυτές ας χρησιμεύσουν σαν μια εισαγωγή στη μελέτη του ζητήματος. Ας είναι για την πρωτοπορία των πολιτιστικών παραγόντων ολόκληρης της χώρας μας το πετραδάκι μόνον που ρίχνεται για να τους παρακινήσει να αναζητήσουν πολύτιμες πέτρες, αν οι σωροί των προτάσεών μας μπορούν να περιέχουν κάποιον κόκκο αλήθειας. Ελπίζουμε ότι θα θελήσουν να συζητήσουν μαζί μας ώστε να φθάσουμε σε σωστά συμπεράσματα που να ανταποκρίνονται στις εθνικές μας ανάγκες. Ο επιστημονικός δρόμος συνίσταται στην «αναζήτηση της αλήθειας, από τα γεγονότα», και η παράλογη άποψη το να «νομίζει κανείς τον εαυτό του αλάθητο» και να «κάνει το δάσκαλο στους άλλους» δεν μπορεί να βοηθήσει στη λύση των προβλημάτων. Η δυστυχία του λαού μας είναι πολύ μεγάλη, και μόνο μια επιστημονική ανάλυση και ένα αίσθημα ευθύνης μπορεί να οδηγήσει το έθνος μας στο δρόμο της απελευθέρωσης. Δεν υπάρχει παρά μια αλήθεια, και το κριτήριο που μας επιτρέπει να καθορίσουμε σε ποια μεριά βρίσκεται η αλήθεια είναι στο κάτω-κάτω όχι η υποκειμενική κομπορρημοσύνη, αλλά η αντικειμενική πραγματικότητα. Μόνο η επαναστατική πραχτική του λαού των εκατομμυρίων ανθρώπων αποτελεί το μέτρο της αλήθειας. Αυτή νομίζω θα πρέπει να είναι και η θέση της «Κινέζικης Κουλτούρας».

2. Θέλουμε να χτίσουμε μια νέα Κίνα

Εμείς οι κομμουνιστές παλεύουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια, όχι μόνο για την πολιτική και οικονομική επανάσταση στην Κίνα, αλλά επίσης για την πολιτιστική επανάσταση. Όλα αυτά αποσκοπούν στην οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας και ενός νέου κράτους του κινέζικου έθνους. Σ’ αυτή τη νέα κοινωνία και σ’ αυτό το νέο κράτος, θα υπάρχει όχι μόνο ένα νέο καθεστώς και μια νέα οικονομία, αλλά επίσης και μια νέα κουλτούρα. Κι αυτό σημαίνει ότι εμείς δε ζητάμε μόνο να μεταμορφώσουμε την Κίνα από χώρα που καταπιέζεται πολιτικά και που την εκμεταλλεύονται οικονομικά σε μια Κίνα πολιτικά ελεύθερη και οικονομικά ευτυχισμένη, αλλά επίσης ότι θέλόυμε να μεταμορφώσουμε την Κίνα που έχει μείνει αμόρφωτη και καθυστερημένη κάτω από την κυριαρχία της παλιάς κουλτούρας σε μια Κίνα που θα είναι φωτισμένη και προοδευτική κάτω από την κυριαρχία της νέας κουλτούρας. Με μια λέξη, θέλουμε να οικοδομήσουμε μια νέα Κίνα. Να δημιουργήσουμε μια νέα κουλτούρα του κινέζικου λαού, αυτός είναι ο σκοπός μας στον πολιτιστικό τομέα.

3. Η ιστορική ιδιομορφία της Κίνας

Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια νέα κουλτούρα του κινέζικου λαού, αλλά τί είδους κουλτούρα θα είναι αυτή η νέα κουλτούρα;

Μια δοσμένη κουλτούρα (η κουλτούρα σαν ιδεολογική μορφή) είναι το αντικαθρέφτισμα της πολιτικής και της οικονομίας μια δοσμένης κοινωνίας ενώ κι αυτή με τη σειρά της ασκεί μια τρομερή επίδραση και επενεργεί στην πολιτική και την οικονομία της δοσμένης κοινωνίας. Η οικονομία είναι η βάση, η πολιτική είναι η συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας.[2] Αυτή είναι η βασική μας άποψη για τη σχέση της κουλτούρας με την πολιτική και την οικονομία, και για τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομία. Έτσι η πολιτικο-οικονομική μορφή ενός δοσμένου κοινωνικού συστήματος καθορίζουν πρώτα απ’ όλα την μορφή της κουλτούρας του και μόνον έπειτα, η κουλτούρα αυτή, με την σειρά της, επιδρά και επενεργεί πάνω στις δοσμένες μορφές της πολιτικής και της οικονομίας. Ο Μαρξ λέει: «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αντίθετα το κοινωνικό τους Είναι καθορίζει τη συνείδησή τους»[3]. Και πάρα κάτω λέει: «Οι φιλόσοφοι έχουν απλώς ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε»[4]. Αυτός είναι ο επιστημονικός ορισμός που για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας έλυσε σωστά το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στη συνείδηση και στο είναι και έγινε η βάση της ενεργητικής επαναστατικής θεωρίας της αντανάκλασης, που κατόπιν ανέπτυξε σε βάθος ο Λένιν. Στις συζητήσεις μας για τα προβλήματα της κινέζικης κουλτούρα δεν πρέπει να ξεχνάμε τη βασική αυτή θέση. Το ζήτημα λοιπόν είναι πολύ καθαρό: τα αντιδραστικά στοιχεία της παλιάς κουλτούρας του κινέζικου έθνους, που επιθυμούμε να εξαλείψουμε είναι αναπόσπαστα δεμένα, με την παλιά πολιτική και την παλιά οικονομία, ενώ η νέα κουλτούρα που θέλουμε να οικοδομήσουνε είναι αναπόσπαστα δεμένη με την νέα πολιτική και τη νέα οικονομία. Η παλιά πολιτική και η παλιά οικονομία αποτελούν τη βάση της παλιάς κουλτούρας του κινέζικου έθνους και η νέα πολιτική και η νέα οικονομία θα αποτελέσουν τη βάση της νέας κουλτούρας.

Ποια είναι λοιπόν η παλιά πολιτική και η παλιά οικονομία; Και τί εκπροσωπεί η παλιά κουλτούρα του κινέζικου λαού;

Από την εποχή των δυναστειών[5] του Τσίου και Τσίν, «η Κίνα ήταν μια φεουδαρχική κοινωνία», η πολιτική της ήταν φεουδαρχική, και η οικονομία ήταν μια φεουδαρχική οικονομία. Η κουλτούρα που ήταν το αντικαθρέφτισμα της πολιτικής και της οικονομίας αυτής και κατείχε την κυρίαρχη θέση ήταν φεουδαρχική κουλτούρα.

Από τότε που εισέβαλε ο ξένος καπιταλισμός και τα καπιταλιστικά στοιχεία άρχισαν να αναπτύσσονται βαθμιαία στην κινέζικη κοινωνία, η Κίνα μεταβλήθηκε προοδευτικά, σε μια αποικιακή, μισοαποικιακή και μισοφεουδαρική χώρα. Στη σημερινή Κίνα στις κατεχόμενες από τους Ιάπωνες περιοχές η κοινωνία είναι αποικιακή, στις περιοχές που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του Κουομιντανγκ, μισοαποικιακή αλλά και στις δύο, στις κατεχόμενες από τους Ιάπωνες και σ’ αυτές που είναι κάτω από την κυριαρχία του Κουόμιντανγκ η κοινωνία είναι κατ’ εξοχήν φεουδαρχική και μισοφεουδαρχική. Αυτός λοιπόν είναι ο χαρακτήρας της σημερινής κινέζικης κοινωνίας, αυτή είναι επίσης η κατάσταση πραγμάτων στη σημερινή κοινωνία. Το πολιτικό καθεστώς μιας τέτοιας κοινωνίας είναι κατεξοχήν αποικιακό, μισοαποικιακό και μισοφεουδαρχικό. Η οικονομία της είναι κατεξοχήν αποικιακή, μισοαποικιακή και μισοφεουδαρχική και η κουλτούρα που αντικαθρεφτίζει μια τέτοια πολιτική και μια τέτοια οικονομία, και που δεσπόζει, είναι αποικιακή, μισοαποικιακή και μισοφεουδαρχική κουλτούρα.

Η επανάστασή μας κατευθύνεται ακριβώς εναντίον αυτών των μορφών πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής κυριαρχίας. Αυτό που θέλουμε ακριβώς, είναι να εξαλείψουμε αυτή την παλιά αποικιακή, μισοαποικιακή, μισοφεουδαρχική πολιτική και οικονομία, και την παλιά κουλτούρα, που βρίσκεται στην υπηρεσία τους. Αυτό που θέλουμε να χτίσουμε είναι ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή το νέο πολιτικό καθεστώς, τη νέα οικονομία, και τη νέα κουλτούρα του κινέζικου λαού.

Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση ποιο είναι το νέο πολιτικό καθεστώς και η νέα οικονομία του κινέζικου λαού; Και ποια είναι η νέα κουλτούρα του κινέζικου λαού;

Στην ιστορική πορεία της κινέζικης επανάστασης πρέπει να ξεχωρίσουμε δυό φάσεις. Η πρώτη είναι η δημοκρατική επανάσταση και η δεύτερη η σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτά τα δύο επαναστατικά προτσές είναι διαφορετικού χαρακτήρα. Αλλά αυτό που λέμε δημοκρατία δεν είναι πια δημοκρατία παλιού τύπου – δεν είναι πια η παλιά δημοκρατία αλλά δημοκρατία ενός νέου τύπου – είναι η Νέα Δημοκρατία.

Από δω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το νέο πολιτικό καθεστώς του κινέζικου λαού είναι το πολιτικό καθεστώς της Νέας Δημοκρατίας, η νέα οικονομία του κινέζικου λαού είναι η οικονομία της Νέας Δημοκρατίας και η καινούργια κουλτούρα του κινέζικου λαού, η κουλτούρα της Νέας Δημοκρατίας.

Αυτή είναι η ιστορική ιδιομορφία της σημερινής κινέζικης επανάστασης. Οποιοδήποτε κόμμα ή άτομο που αγωνίζονται για την κινέζικη επανάσταση χωρίς να κατανοήσουν την ιστορική αυτή ιδιομορφία, δεν θα μπορέσουν να καθοδηγήσουν την επανάσταση και να την οδηγήσουν στη νίκη, ο λαός θα τους εγκαταλείψει και θα γνωρίσουν την αξιοθρήνητη τύχη των παραγκωνισμένων.

4. Η κινέζικη επανάσταση αποτελεί τμήμα της παγκόσμιας επανάστασης

Η ιστορική ιδιομορφία της κινέζικης επανάστασης βρίσκεται στο ότι διαιρείται σε δύο φάσεις. Τη δημοκρατική και τη σοσιαλιστική, και η πρώτη φάση δεν είναι μια δημοκρατία γενικά αλλά δημοκρατία κινέζικου τύπου, μια ιδιότυπη δημοκρατία – η Νέα Δημοκρατία. Πως όμως γεννήθηκε αυτή η ιστορική ιδιομορφία; Υπάρχει εδώ και εκατό χρόνια ή γεννήθηκε τώρα τελευταία;

Είναι αρκετό να εξετάσουμε την πορεία της κινέζικης και της παγκόσμιας ιστορίας για να δούμε ότι αυτή η ιστορική ιδιομορφία δεν ξεπήδησε σαν συνέπεια του Πόλεμου του Οπίου, αλλά άρχισε να εμφανίζεται αργότερα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο και την Ρώσικη Οκτωβριανή Επανάσταση. Ας μελετήσουμε τώρα το προτσές της διαμόρφωσής της.

Είναι φανερό, ότι ο αποικιακός, μισοαποικιακός και μισοφεουδαρχικός χαρακτήρας της σημερινής κινεζικής κοινωνίας καθορίζει ότι η κινέζικη επανάσταση πρέπει να χωριστεί σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση είναι η αλλαγή της αποικιακής, μισοαποικιακής και μισοφεουδαρχικής κοινωνίας σε μια κοινωνία ανεξάρτητη, και δημοκρατική. Η δεύτερη φάση είναι η πιο πέρα ανάπτυξη της επανάστασης και η οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Σήμερα βρισκόμαστε στην πρώτη φάση της κινέζικης επανάστασης.

Η προπαρασκευαστική περίοδος της πρώτης φάσης άρχισε από τον Πόλεμο του Οπίου το 1840, δηλαδή από την εποχή που η κινέζικη κοινωνία άρχισε να μετασχηματίζεται από φεουδαρχική σε μισοαποικιακή και μισοφεουδαρχική κοινωνία. Το κίνημα του Ουράνιου Νασιλείου των Ταϊπίνγκ[6] ο Κινεζογαλλικός πόλεμος[7], ο Κινεζο-ιαπωνικός Πόλεμος[8], το Ρεφορμιστικό Κίνημα του 1898[9], το κίνημα της 4ης Μ¨αη, η Εκστρατεία του Βορρά, ο αγροτικός επαναστατικός πόλεμος και ο σημερινός αντι-ιαπωνικός πόλεμος, όλα αυτά τα στάδια καλύπτουν έναν ολόκληρο αιώνα, και από μια ορισμένη άποψη αντιπροσωπεύουν την πρώτη αυτή φάση που πραγματοποιήθηκε από τον κινέζικο λαό σε διαφορετικές περιστάσεις και σε διάφορους βαθμούς, παλεύοντας εναντίον του ιμπεριαλισμού και των φεουδαρχικών δυνάμεων παλεύοντας σκληρά για την οικοδόμηση μιας ανεξάρτητης δημοκρατικής κοινωνίας και για την ολοκλήρωση της πρώτης επανάστασης . Η επανάσταση του 1911είναι η αρχή αυτής της επανάστασης με μια πλήρη έννοια. Ως προς τον κοινωνικό της χαρακτήρα, αυτή η επανάσταση είναι αστικοδημοκρατική μάλλον, παρά μια επανάσταση προλεταριακή – σοσιαλιστική. Αυτή η επανάσταση δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί και θα χρειαστούν μεγάλες προσπάθειες γιατί οι εχθροί της επανάστασης είναι ακόμα πολύ ισχυροί. Όταν ο Δρ Σουν Γιάτ-σεν έλεγε: «Η επανάσταση δεν ολοκληρώθηκε ακόμα και όλοι οι σύντροφοί μου οφείλουν να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους» σ’ αυτήν ακριβώς την αστικοδημοκρατική επανάσταση αναφέρονταν.

Όμως μια αλλαγή έγινε στην κινέζικη αστικοδημοκρατική επανάσταση μετά το ξέσπασμα του πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου το 1914 και τη δημιουργία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στο ένα έκτο της γης με την Ρώσικη Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917.

Πριν από αυτά τα γεγονότα η κινέζικη αστικοδημοκρατική επανάσταση ανήκε, στον τύπο της παλιάς παγκόσμιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης και αποτελούσε ένα τμήμα της.

Μετά από τα γεγονότα αυτά άλλαξε ο χαρακτήρας της και η κινέζικη αστικοδημοκρατική επανάσταση ανήκει πια στη κατηγορία ενός νέου τύπου αστικοδημοκρατικής επανάστασης και όσον αφορά το επαναστατικό μέτωπο αποτελεί τμήμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Γιατί; Ο Πρώτος Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η πρώτη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση, άλλαξαν την ιστορική πορεία ολόκληρου του κόσμου και άνοιξαν μια νέα ιστορική εποχή σ’ εποχή σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Σε μια εποχή που το παγκόσμιο καπιταλιστικό μέτωπο έσπασε σε μια γωνιά του κόσμου (μια γωνιά που αποτελεί το ένα έκτο του κόσμου) ενώ σε άλλα μέρη έχει πλήρως εκδηλωθεί η αποσύνθεσή του και όταν το τμήμα του καπιταλισμού που απόμενε δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς να στηριχτεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά στις αποικίες και μισοαποικίες, στην εποχή του το σοσιαλιστικό κράτος ιδρύθηκε και διακήρυξε τη θέλησή του να παλέψει για να υποστηρίξει όλα τα απελευθερωτικά κινήματα, στις αποικίες και τις μισοαποικίες. Όταν το προλεταριάτο των καπιταλιστικών χωρών απελευθερώνεται όλο και πιο πολύ κάθε μέρα από τη σοσιαλιμπεριαλιστική επιρροή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, και εκδηλώνεται αλληλέγγυο, προς τα απελευθερωτικά κινήματα στις αποικίες και τις μισοαποικίες –σ’ αυτή την εποχή, οποιαδήποτε επανάσταση που ξεσπάει σε μια αποικία ή μισοαποικία, στρέφεται εναντίον του ιμπεριαλισμού δηλαδή εναντίον της διεθνούς αστικής τάξης και του διεθνούς καπιταλισμού, και δεν ανήκει πια στον παλιό τύπο της παγκόσμιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης αλλά σε ένα νέο τύπο και δεν αποτελεί πια τμήμα της παλιάς παγκόσμιας αστικής ή καπιταλιστικής επανάστασης, αλλά τμήμα της νέας παγκόσμιας επανάστασης, της παγκόσμιας προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτές οι επαναστατικές αποικίες και μισοαποικίες δεν μπορούν πια να θεωρηθούν σύμμαχοι του αντεπαναστατικού μετώπου του παγκόσμιου καπιταλισμού, έχουν γίνει σύμμαχοι του επαναστατικού μετώπου του παγκόσμιου σοσιαλισμού.

Αν και στο πρώτο της στάδιο ή στην πρώτη της φάση η επανάσταση αυτή σε μια αποικιακή ή μισοαποικιακή χώρα είναι ακόμα βασικά αστικοδημοκρατική, αν και η αντικειμενική της απαίτηση είναι να ανοίξει το δρόμο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού δεν ανήκει πια σ΄το παλιό τύπο της επανάστασης που καθοδηγείται από την αστική τάξη με σκοπό την εγκαθίδρυση μιας καπιταλιστικής κοινωνίας και ενός κράτους της δικτατορίας της αστικής τάξης αλλά ανήκει στην επανάσταση νέου τύπου που καθοδηγείται από το προλεταριάτο και που έχει σαν πρώτο σκοπό, τη δημιουργία μιας νέας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους κάτω από την κοινή δικτατορία όλων των επαναστατικών τάξεων. Έτσι αυτή η επανάσταση υπηρετεί το άνοιγμα του δρόμου, ενός δρόμου ακόμα πλατύτερου, για την ανάπτυξη του σοσιαλισμού. Σύμφωνα με τις αλλαγές που δημιουργούνται στο στρατόπεδο του εχθρού και στις γραμμές των συμμάχων τους, μια τέτοια επανάσταση στην πορεία της ανάπτυξής της περνάει από πολλά στάδια, αλλά ο βασικός της χαρακτήρας παραμένει αμετάβλητος.

Μια τέτοια επανάσταση καταφέρει αδυσώπητα πλήγματα στον ιμπεριαλισμό γι’ αυτό αποδοκιμάζεται και καταπολεμείται από τον ιμπεριαλισμό. Αλλά συναντά την επιδοκιμασία του σοσιαλισμού και υποστηρίζεται από τα σοσιαλιστικά κράτη και το διεθνές σοσιαλιστικό προλεταριάτο.

Γι’ αυτό μια τέτοια επανάσταση δεν μπορεί παρά να αποτελέσει τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η σωστή θέση ότι «Η κινέζικη επανάσταση είναι τμήμα της παγκόσμιας επανάστασης» διακηρύχτηκε πολύ νωρίς στη διάρκεια της περιόδου της Πρώτης Μεγάλης Κινέζικης Επανάστασης του 1924-27. Διακηρύχτηκε από τους κινέζους κομμουνιστές και επιδοκιμάστηκε από όλους εκείνους που μετείχαν στην αντιιμπεριαλιστική και αντιφεουδαρχική πάλη της εποχής αυτής. Αλλά την εποχή εκείνη το περιεχόμενο της θεωρητικής αυτής πρότασης δεν είχε πολύ καθαρά ερμηνευτεί και κατά συνέπεια απλώς υπήρχε μια αόριστη αντίληψη για το ζήτημα αυτό.

Αυτή «η Παγκόσμια Επανάσταση» δεν έχει σχέση πια με την παλιά παγκόσμια επανάσταση – γιατί η παλιά αστική παγκόσμια επανάσταση έχει ξεπερασθεί προ πολλού – αλλά με τη νέα παγκόσμια επανάσταση, τη παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Επίσης το να αποτελεί «τμήμα» της παγκόσμιας επανάστασης το ότι δεν αποτελεί πια τμήμα της παλιάς αστικής επανάστασης αλλά της νέας σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτό αποτελεί μια πολύ μεγάλη αλλαγή χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της Κίνας και του κόσμου ολόκληρου.

Αυτή η σωστή θέση που διακηρύχτηκε από τους Κινέζους κομμουνιστές βασίζεται στη θεωρία του Στάλιν.

Από πολύ νωρίς, από το 1918, ο Στάλιν έγραφε σε ένα άρθρο αφιερωμένο στην πρώτη επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης:

«Η μεγάλη, παγκόσμια, σημασία της Οκτωβριανής επανάστασης συνίσταται κυρίως στο γεγονός ότι:

1) Πλάτυνε τα πλαίσια του εθνικού ζητήματος και το μετέτρεψε από ένα ιδιαίτερο ζήτημα πάλης εναντίον της εθνικής καταπίεσης στην Ευρώπη σε ένα ζήτημα γενικό, σχετικό με την απελευθέρωση των καταπιεζόμενων λαών στις αποικίες και μισοαποικίες από τον ιμπεριαλισμό.

2) Δημιούργησε μεγάλες δυνατότητες για την απελευθέρωσή τους και άνοιξε το σωστό δρόμο γι’ αυτήν, διευκολύνοντας έτσι σημαντικά την υπόθεση της απελευθέρωσης των καταπιεζόμενων λαών της Ανατολής και της Δύσης οδηγώντας τους στο κοινό χείμαρρο της νικηφόρας πάλης εναντίον του ιμπεριαλισμού.

3) Έριξε επίσης μια γέφυρα μεταξύ της σοσιαλιστικής Δύσης και της υπόδουλης Ανατολής ανοίγοντας ένα νέο επαναστατικό μέτωπο εναντίον του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, που απλώνεται από τους προλετάριους της Δύσης και φτάνει στους καταπιεζόμενους λαούς της Ανατολής περνώντας μέσα από τη ρώσικη επανάσταση[10].

Από τότε που έγραψε το άρθρο αυτό, ο Στάλιν, επανήλθε πολλές φορές στη θεωρητική αρχή, ότι οι επαναστάσεις στις αποικίες και μισοαποικίες έχουν ξεφύγει ήδη από τον παλιό τύπο επαναστάσεων κι έχουν γίνει τμήμα της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Το άρθρο που δίνει την πιο σαφή και ακριβή ερμηνεία δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου του 1925 στο οποίο ο Στάλιν αντικρούει τους Γιουγκοσλάβος εθνικιστές της εποχής. Το άρθρο αυτό έχει τον τίτλο «Ακόμα μια φορά για το εθνικό ζήτημα» και περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο μεταφρασμένο από τον Τσανγκ Τσουνγκ-ΣΙχ, που εκδόθηκε με τον τίτλο «Ο Στάλιν για το εθνικό ζήτημα». Περιέχει την πιο κάτω παράγραφο:

«Ο Σέμιτς αναφέρεται σε ένα απόσπασμα της μπροσούρας του Στάλιν «Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα», γραμμένο στο τέλος του 1912. Αναφέρει ότι «η εθνική πάλη στις συνθήκες του ανερχόμενου καπιταλισμού είναι η πάλη ανάμεσα στις ίδιες τις αστικές τάξεις». Μ’ αυτό θέλει προφανώς να κάνει υπαινιγμό για την ορθότητα της θέσης του που καθορίζει την κοινωνική σημασία του εθνικού κινήματος στις σημερινές ιστορικές συνθήκες. Αλλά η μπροσούρα του Στάλιν γράφτηκε πριν από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε μια εποχή που το εθνικό ζήτημα δεν το έβλεπαν οι μαρξιστές σαν ένα ζήτημα παγκόσμιας σημασίας και όταν η βασική διεκδίκηση των μαρξιστών, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, δεν το θεωρούσαν ότι αποτελεί τμήμα της προλεταριακής επανάστασης αλλά τμήμα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Θα ήταν παράλογο να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η διεθνής κατάσταση άλλαξε ριζικά από τότε, ότι ο πόλεμος από τη μια πλευρά και η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία από την άλλη μετέτρεψαν το εθνικό ζήτημα από τμήμα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε τμήμα της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Από τον Οκτώβριο του 1919 ο Λένιν στο άρθρο του «Ο απολογισμός της συζήτησης για την αυτοδιάθεση» έλεγε ότι το βασικό σημείο του εθνικού ζητήματος, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, έπαψε να είναι τμήμα του γενικού δημοκρατικού κινήματος και ότι μετατράπηκε σε αναπόσπαστο τμήμα της γενικής προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Δεν αναφέρομαι επίσης σε ότι έγραψε αργότερα ο Λένιν και άλλοι εκπρόσωποι του Ρώσικου κομμουνισμού. Ποια είναι η σημασία που μπορεί να έχει η αναφορά του συντρόφου Σέμιτς σ’ αυτό το απόσπασμα της μπροσούρας του Στάλιν, που είναι γραμμένο στην περίοδο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην Ρωσία, όταν τώρα με βάση τη νέα ιστορική κατάσταση έχουμε μπει σε μια καινούργια εποχή, την εποχή της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης; Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι ο σύντροφος Σέμιτς παραθέτει παραγράφους χωρίς να αναφέρεται σε τόπο και σε χρόνο και στις πραγματικές ιστορικές συνθήκες, παραβιάζοντας έτσι τους πιο στοιχειώδεις νόμους της διαλεκτικής και χωρίς να υπολογίζει το γεγονός ότι ένα σωστό πράγμα σε μια δοσμένη ιστορική κατάσταση μπορεί να αποδειχτεί εσφαλμένο σε μια άλλη ιστορική κατάσταση»[11].

Το συμπέρασμα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε είναι ότι υπάρχουν δυό τύποι παγκόσμιων επαναστάσεων, η πρώτη ανήκει στην κατηγορία της αστικής και καπιταλιστικής. Η εποχή της παγκόσμιας επανάστασης του τύπου αυτού ανήκει στο παρελθόν, έκλεισε ήδη το 1914 όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και ιδιαίτερα με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία το 1917. Από τότε άρχισε η εποχή του δεύτερου τύπου, δηλαδή της παγκόσμιας προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Η κύρια δύναμη της επανάστασης είναι το προλεταριάτο των καπιταλιστικών χωρών και σύμμαχοί της οι καταπιεζόμενοι λαοί των αποικιών και μισοαποικιών. Δεν έχει σημασία ποιες τάξεις και ποια κόμματα ή άτομα στα καταπιεζόμενα έθνη συμμετέχουν στην επανάσταση και δεν έχει σημασία αν έχουν συνειδητοποιήσει τη θέση αυτή που αναφέραμε πιο πάνω, ή αν την κατανοούν υποκειμενικά, εφ’ όσον ορθώνονται εναντίον του ιμπεριαλισμού, η επανάστασή τους γίνεται τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης της οποίας σύμμαχοι γίνονται οι ίδιοι.

Σήμερα, η σημασία της κινέζικης επανάστασης είναι πολύ μεγαλύτερη. Ζούμε σε μια εποχή που ο κόσμος οδηγείται ολοένα και περισσότερο προς το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εξαιτίας της πολιτικής και οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού. Σε μια εποχή που η Σοβιετική Ένωση πέρασε στη μεταβατική περίοδο από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, και που είναι ήδη σε θέση να καθοδηγήσει και να βοηθήσει το προλεταριάτο και τους καταπιεζόμενους λαούς όλου του κόσμου στην πάλη τους εναντίον του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της καπιταλιστικής αντίδρασης. Στην εποχή όπου το προλεταριάτο των καπιταλιστικών χωρών προετοιμάζεται να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό. Και στην εποχή όπου το προλεταριάτο της Κίνας, η αγροτιά, οι διανοούμενοι και τα άλλα στρώματα της μικροαστικής τάξης έχουν γίνει μια ισχυρή ανεξάρτητη πολιτική δύναμη κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Σε μια τέτοια κρίσιμη εποχή, δεν θα έπρεπε να θεωρήσουμε ότι η παγκόσμια σημασία της κινέζικης επανάστασης έγινε μεγαλύτερη; Νομίζω ότι θα πρέπει. Η κινέζικη επανάσταση έγινε ένα σπουδαίο τμήμα της παγκόσμιας επανάστασης.

Το πρώτο στάδιο της κινέζικης επανάστασης (που υποδιαιρείται και αυτό σε πολλά μικρότερα στάδια) ανήκει, από πολύ καιρό σε ότι αφορά τον κοινωνικό της χαρακτήρα, σε μια νέου τύπου αστικοδημοκρατική επανάσταση και δεν είναι ακόμα μια προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά έχει γίνει από πολύ καιρό τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής – σοσιαλιστικής επανάστασης και ήδη αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα αυτής της παγκόσμιας επανάστασης, είναι ο μεγάλος της σύμμαχος. Το πρώτο στάδιο ή η πρώτη φάση αυτής της επανάστασης δεν είναι βέβαια και δεν μπορεί να είναι η εγκαθίδρυση της καπιταλιστικής κοινωνίας κάτω από την δικτατορία της κινέζικης αστικής τάξης, αλλά αντίθετα, το πρώτο στάδιο είναι η ολοκλήρωση της εγκαθίδρυσης της νέας δημοκρατικής κοινωνίας κάτω από τη δικτατορία της συμμαχίας όλων των κινέζικων επαναστατικών τάξεων με επικεφαλής το κινέζικο προλεταριάτο και ύστερα η επανάσταση θα προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο, έτσι ώστε η σοσιαλιστική κοινωνία να μπορέσει να οικοδομηθεί στην Κίνα.

Αυτό αποτελεί την πιο βασική ιδιομορφία της σύγχρονης κινέζικης επανάστασης, το νέο επαναστατικό προτσές των τελευταίων είκοσι χρόνων (από το κίνημα της 4ης Μ¨αη 1919) και το συγκεκριμένο ζωντανό περιεχόμενο της σύγχρονης κινέζικης επανάστασης.

5. Η νεοδημοκρατική πολιτική εξουσία

Το νέο ιστορικό χαρακτηριστικό της κινέζικης επανάστασης είναι η διαίρεσή της σε δύο ιστορικά στάδια, το πρώτο στάδιο είναι η νεοδημοκρατική επανάσταση. Αλλά πώς το νέο αυτό χαρακτηριστικό εκδηλώνεται συγκεκριμένα στις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις στην Κίνα; Θα το συζητήσουμε πιο κάτω.

Πριν από το κίνημα της 4ης Μάη 1919 (που ξέσπασε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914 και την Ρώσικη Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917), οι πολιτικοί ηγέτες της κινέζικης αστικοδημοκρατικής επανάστασης προέρχονταν από την μικροαστική και την αστική τάξη (που αντιπροσωπεύονταν από τους διανοούμενούς τους). Την εποχή αυτή το κινέζικο προλεταριάτο δεν είχε ακόμα εμφανιστεί στον πολιτικό στίβο, σαν μια συνειδητή και ανεξάρτητη ταξική δύναμη, έπαιρνε μέρος στην επανάσταση υποστηρίζοντας μόνο τη μικροαστική και την αστική τάξη. Σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονταν π.χ. το προλεταριάτο στην εποχή της Επανάστασης του 1911.

Μετά το κίνημα της 4ης Μάη, αν και η κινέζικη εθνική αστική τάξη συνέχισε να παίρνει μέρος στην επανάσταση, οι πολιτικοί ηγέτες της αστικοδημοκρατικής επανάστασης της Κίνας δεν ανήκαν πια στην κινέζικη αστική τάξη, αλλά στο κινέζικο προλεταριάτο, χάρη στη δική του ωριμότητα και στην επίδραση της ρώσικης επανάστασης έγινε γρήγορα μια συνειδητή και ανεξάρτητη πολιτική δύναμη. Το σύνθημα «κάτω ο ιμπεριαλισμός» μαζί με το πλήρες πρόγραμμα ολόκληρης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης της Κίνας, προτάθηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, και η αγροτική επανάσταση πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας.

Η κινέζικη εθνική αστική τάξη αν και είναι μια αστική τάξη σε μια αποικιακή και μισοαποικιακή χώρα, που υφίσταται την ιμπεριαλιστική καταπίεση, μπορεί να διατηρήσει ακόμα και στην εποχή του ιμπεριαλισμού σε ορισμένες περιόδους και ως ένα ορισμένο βαθμό ένα επαναστατικό πνεύμα που την κάνει ικανή να παλέψει εναντίον του ξένου ιμπεριαλισμού και των ντόπιων κυβερνήσεων των γραφειοκρατών και μιλιταριστών (τέτοια παραδείγματα βρίσκουμε στις περιόδους της επανάστασης του 1911, και της Εκστρατείας του Βορρά), και μπορεί να συμμαχήσει, με το προλεταριάτο και τη μικροαστική τάξη αντιμετωπίζοντας τους εχθρούς της επανάστασης. Σ’ αυτό ξεχωρίζει η κινέζικη αστική τάξη από την αστική τάξη της παλιάς τσαρικής Ρωσίας. Εφ’ όσον η τσαρική Ρωσία ήταν η ίδια, χώρα ιμπεριαλιστική, φεουδαρχική και μιλιταριστική που είχε προσαρτήσει άλλες χώρες, δεν μπορούμε να μιλάμε για ύπαρξη επαναστατικού πνεύματος στην αστική τάξη της Ρωσίας. Το καθήκον του προλεταριάτου εκεί ήταν να παλέψει εναντίον της αστικής τάξης, όχι να ενωθεί μαζί της. Εφόσον η Κίνα είναι μια αποικία όπως επίσης και μια μισοαποικία προσαρτημένη σε άλλες, η εθνική της αστική τάξη αποχτάει σε ορισμένες περιόδους και ως έναν ορισμένο βαθμό ένα επαναστατικό πνεύμα. Το καθήκον του προλεταριάτου εδώ είναι να υπολογίσει την σπουδαιότητα αυτής της επαναστατικής ιδιότητας της εθνικής αστικής τάξης και να συγκροτήσει μαζί της ένα ενιαίο μέτωπο εναντίον του ιμπεριαλισμού και των κυβερνήσεων των γραφειοκρατών και μιλιταριστών.

Αλλά ακριβώς επειδή η κινέζικη εθνική αστική τάξη είναι ταυτόχρονα μια αστική τάξη σε μια αποικιακή και μισοαποικιακή χώρα, είναι εξαιρετικά αδύνατη πολιτικά και οικονομικά και επίσης κατέχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό δηλαδή μια τάση συμβιβασμού με τους εχθρούς της επανάστασης. Ακόμα κι όταν παίρνει μέρος στην επανάσταση δεν επιθυμεί να ξεκόψει ολοκληρωτικά με τον ιμπεριαλισμό, άλλωστε είναι στενά δεμένη με την εκμετάλλευση που γίνεται στην ύπαιθρο με το νοίκιασμα της γης. Έτσι ούτε επιθυμεί, κι ούτε μπορεί να ανατρέψει ολοκληρωτικά τον ιμπεριαλισμό, κι ακόμα λιγότερο της φεουδαρχικές δυνάμεις. Έτσι η κινέζικη εθνική αστική τάξη δεν είναι σε θέση να λύσει κανένα από τα δύο βασικά προβλήματα ή βασικά καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης της Κίνας. Όσο για την κινέζικη μεγαλοαστική τάξη που εκπροσωπείται από το Κουομιντάνγκ, αυτή ρίχτηκε στην αγκαλιά του ιμπεριαλισμού και συγκρότησε μπλοκ με τις φεουδαρχικές δυνάμεις για να αγωνιστεί εναντίον του επαναστατικού λαού, σ’ όλη τη μακριά περίοδο, από το 1927-1937. Η κινέζικη εθνική αστική τάξη επίσης, κάποτε ενώθηκε κι αυτή με την αντεπανάσταση του 1927 για ένα ορισμένο διάστημα. Στη διάρκεια του σημερινού αντι-ιαπωνικού πολέμου, ένα μέρος της μεγαλοαστικής τάξης με τον Ουάνγκ Τσινγκ-Ουέι σαν εκπρόσωπο της συνθηκολόγησε και πάλι μπροστά στον εχθρό, παρέχοντας ένα καινούργιο δείγμα προδοσίας της μεγαλοαστικής τάξης. Αυτή είναι μια ακόμα διαφορά μεταξύ της κινέζικης αστικής τάξης και της αστικής τάξης των χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής, ιδιαίτερα της Γαλλίας όπως αποδείχνεται από την ιστορία. Όταν ακόμα ζούσαν σε μια επαναστατική εποχή, οι αστικές τάξεις σ’ αυτές τις χώρες, ιδιαίτερα στη Γαλλία, ήταν συγκριτικά συνεπείς στην πραγματοποίηση της επανάστασης. Στην Κίνα η αστική τάξη δεν έχει τη συνέπεια αυτή στον ίδιο βαθμό.

Από τη μια μεριά η δυνατότητα συμμετοχής της στην επανάσταση και από την άλλη, η τάση της για συνθηκολόγηση με τους εχθρούς της επανάστασης –αυτά συνιστούν το διπλό χαρακτήρα- «το ίδιο άτομο να ποντάρει σε δυό χαρτιά» της κινέζικης αστικής τάξης. Ο διπλός αυτός χαρακτήρας εμφανίζεται και στις αστικές τάξεις της Ευρώπης και της Αμερικής. Όταν αντιμετωπίζουν έναν ισχυρό εχθρό, συμμαχούν με τους εργάτες και τους αγρότες για να αποκρούσουν τον εχθρό, αλλά όταν οι εργάτες και οι αγρότες αφυπνίζονται, ενώνονται με τον εχθρό εναντίον των εργατών και των αγροτών. Αυτός είναι ο νόμος που κυβερνά την αστική τάξη σε όλες τις χώρες του κόσμου, αλλά αυτό το χαρακτηριστικό είναι περισσότερο υπογραμμισμένο στην κινέζικη αστική τάξη.

Είναι ολότελα φανερό, ότι οποιοσδήποτε στην Κίνα μπορέσει να οδηγήσει το λαό στην ανατροπή του ιμπεριαλισμού και των φεουδαρχικών δυνάμεων, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού, γιατί οι θανάσιμοι εχθροί του λαού είναι ο ιμπεριαλισμός και οι φεουδαρχικές δυνάμεις, προ παντός ο ιμπεριαλισμός. Οποιοσδήποτε μπορέσει σήμερα να οδηγήσει το λαό στην πάλη για το διώξιμο του γιαπωνέζικου ιμπεριαλισμού, και να εγκαθιδρύσει μια δημοκρατική κυβέρνηση θα είναι ο σωτήρας του έθνους. Η ιστορία απέδειξε ότι η κινέζικη αστική τάξη είναι ανίκανη να εκπληρώσει το καθήκον αυτό, που δεν μπορεί παρά να πέσει στους ώμους του προλεταριάτου.

Στις συνθήκες αυτές, το προλεταριάτο, οι αγροτιά, οι διανοούμενοι και τα άλλα στρώματα της μικροαστικής τάξης στην Κίνα, είναι οι βασικές δυνάμεις που θα καθορίσουν την τύχη της. Οι τάξεις αυτές, που μερικές έχουν αφυπνισθεί και άλλες μόλις αφυπνίζονται, θα αποτελέσουν απαραίτητα τη ραχοκοκαλιά της κρατικής οργάνωσης της λαοκρατικής δημοκρατίας της Κίνας, με καθοδηγητική δύναμη το προλεταριάτο. Η λαοκρατική δημοκρατία της Κίνας που εμείς θέλουμε τώρα να χτίσουμε δεν μπορεί παρά να είναι μια λαοκρατική δημοκρατία κάτω από την δικτατορία της συμμαχίας όλων των αντιιμπεριαλιστικών και αντιφεουδαρχικών δυνάμεων που καθοδηγούνται από το προλεταριάτο. Αυτή είναι μια νέου τύπου λαοκρατική δημοκρατία, ή μια δημοκρατία των γνήσιων επαναστατικών νέων Τριών Αρχών του Λαού, που βασίζονται στις τρεις θεμελιακές πολιτικές θέσεις.

Αυτή η Νέα λαοκρατική δημοκρατία διαφέρει από τη μια μεριά, από τις καπιταλιστικές δημοκρατίες του παλιού Αμερικανοευρωπαϊκού τύπου της δικτατορίας της αστικής τάξης, γιατί η τέτοια παλιά λαοκρατική δημοκρατία έχει ήδη ξεπερασθεί. Από την άλλη μεριά διαφέρει επίσης από τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες του τύπου της ΕΣΣΔ, δημοκρατίες της δικτατορίας του προλεταριάτου. Τέτοιες σοσιαλιστικές δημοκρατίες αναπτύσσονται στην Σοβιετική Ένωση και επί πλέον θα ιδρυθούν σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και θα γίνουν αναμφισβήτητα η δεσπόζουσα μορφή οργάνωσης του κράτους και της εξουσίας σε όλες τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, αλλά για την ώρα για μια δοσμένη ιστορική περίοδο δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στις επαναστάσεις των αποικιακών και μισοαποικιακών χωρών. Γι’ αυτό η μορφή κράτους που μπορεί να υιοθετηθεί από την επανάσταση στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες στη διάρκεια μιας δοσμένης ιστορικής περιόδου δεν μπορεί παρά να είναι μια τρίτη μορφή δηλαδή η νέα λαοκρατική δημοκρατία. Αυτή είναι η μορφή για τη δοσμένη ιστορική περίοδο και επομένως αποτελεί μια μεταβατική μορφή αλλά και μια αναπόφευκτη και αναγκαία μορφή.

Έτσι οι ποικίλες μορφές πολιτικής εξουσία που υπάρχουν στον κόσμο εξεταζόμενες από την άποψη του ταξικού χαρακτήρα του κράτους των, είναι βασικά τριών ειδών: 1) Δημοκρατίες της δικτατορίας της αστικής τάξης 2) Δημοκρατίες της δικτατορίας του προλεταριάτου και 3) Δημοκρατίες της δικτατορίας της συμμαχίας ορισμένων επαναστατικών τάξεων.

Ο πρώτος τύπος περιλαμβάνει τα παλιά δημοκρατικά κράτη. Σήμερα μετά το ξέσπασμα του δεύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν υπάρχει ούτε ίχνος δημοκρατίας σε πολλές καπιταλιστικές χώρες, οι οποίες βρίσκονται ή πρόκειται να βρεθούν κάτω από την κυριαρχία της αιματοβαμμένης μιλιταριστικής δικτατορίας της αστικής τάξης. Ορισμένες χώρες που βρίσκονται κάτω από την κοινή δικτατορία των γαιοκτημόνων και της αστικής τάξης μπορούν να μπουν στην ίδια κατηγορία.

Ο δεύτερος τύπος υπάρχει στη Σοβιετική Ένωση, και συνθήκες για τη γέννησή της ωριμάζουν σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες στο μέλλον θα είναι η κυρίαρχη μορφή σε ολόκληρο το κόσμο για μια καθορισμένη περίοδο.

Ο τρίτος τύπος είναι: η μεταβατική μορφή του κράτους που υιοθετήθηκε από τις επαναστάσεις στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες. Είναι βέβαιο ότι οι επαναστάσεις στις διάφορες αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες αναγκαστικά παρουσιάζουν ορισμένες ιδιομορφίες αλλά αυτές δεν αποτελούν παρά μικρές διαφορές μέσα στο γενικό πλαίσιο της ομοιομορφίας. Εφόσον πρόκειται για επανάσταση στις αποικίες και μισοαποικίες, το κράτος και η εξουσία θα είναι αναγκαστικά, βασικά η ίδια σε ότι αφορά την οργάνωση, δηλαδή ένα νεοδημοκρατικό κράτος κάτω από τη δικτατορία της συμμαχίας ορισμένων αντιιμπεριαλιστικών τάξεων. Στη σημερινή Κίνα, η νεοδημοκρατική αυτή μορφή κράτους απαιτεί ακριβώς τη μορφή του ενιαίου αντιιαπωνικού αυτού μετώπου, που είναι αντι-ιαπωνικό και αντιιμπεριαλιστικό. Είναι επίσης λόγω της συμμαχίας των διαφόρων επαναστατικών τάξεων, ένα ενιαίο μέτωπο. Αλλά δυστυχώς, αν και η Αντίσταση κατά των Ιαπώνων διαρκεί μια τόσο μεγάλη περίοδο, το έργο του ουσιαστικού εκδημοκρατισμού δεν επιχειρήθηκε ακόμα, στις πιο πολλές περιοχές που βρίσκονται έξω από τα αντιιαπωνικά δημοκρατικά κέντρα αντίστασης που καθοδηγούνται από το Κομμουνιστικό Κόμμα και ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός επωφελήθηκε από την βασική αυτή αδυναμία για να εισχωρήσει σε μεγάλη κλίμακα, εισβάλλοντας έτσι στη χώρα μας. Αν την κατάσταση αυτή δεν την μεταβάλλουμε θα ριψοκινδυνεύσουμε το μέλλον του έθνους μας.

Εκείνο που χρειάζεται να συζητήσουμε εδώ είναι το πρόβλημα για το «σύστημα του κράτους». Αν και το θέμα αυτό του κρατικού συστήματος συζητείται εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια, από τότε που κατέρρευσε η δυναστεία των Μαντσού, δεν φωτίστηκε ακόμα. Στην πραγματικότητα ανάγεται στο ζήτημα της θέσης των διάφορων κοινωνικών τάξεων μέσα στο κράτος. Η αστική τάξη κατά κανόνα καλύπτει τη θέση των τάξεων και χρησιμοποιεί τον όρο «ισότητα δικαιωμάτων» για να καλύπτει την επιβολή της δικτατορίας μιας μόνο τάξης. Το καμουφλάρισμα αυτό δεν ωφελεί καθόλου τα συμφέροντα του επαναστατικού λαού και το θέμα είναι ότι πρέπει να τους το ξεκαθαρίσουμε. Μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο «ισότητα δικαιωμάτων» αλλά δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτή την έννοια οι αντεπαναστάτες και οι συνεργάτες τους. Η μορφή του κράτους που χρειαζόμαστε σήμερα είναι μια δικτατορία όλων των επαναστατικών τάξεων που να στρέφεται εναντίον των αντεπαναστατών και των συνεργατών τους.

«Αυτό που ονομάζουμε δημοκρατικό σύστημα (Λαοκρατικό σύστημα) συχνά μονοπωλείται σήμερα στις διάφορες χώρες από την αστική τάξη και γίνεται όργανο καταπίεσης των απλών ανθρώπων. Ενώ η αρχή της δημοκρατίας του Κουόμιντανγκ, σημαίνει πως η δημοκρατία πρέπει να είναι το κοινό αγαθό όλων των ανθρώπων και όχι να μονοπωλείται από μερικούς».

Αυτή η επίσημη διακήρυξη περιέχεται στο Μανιφέστο του Πρώτου Εθνικού Συνεδρίου του Κουόμιντανγκ που έγινε το 1924 κατά τη διάρκεια της περιόδου της συνεργασίαας του Κουόμιντανγκ με τους κομμουνιστές. Εδώ και δεκάξι χρόνια το Κουόμιντανγκ παραβιάζει αυτή τη διακήρυξη, και αυτό είχε σα συνέπεια την δημιουργία της σημερινής σοβαρής εθνικής κρίσης. Αυτό είναι το μεγάλο λάθος του Κουόμιντανγκ, κι ελπίζουμε ότι θα αναγκαστεί να το διορθώσει μέσα στη φωτιά του αντιιαπωνικού πολέμου.

Όσο για το ζήτημα της «πολιτικής διάρθρωσης» αφορά τη μορφή διάρθρωσης της πολιτικής εξουσίας, τη μορφή που υιοθετήθηκε από ορισμένες κοινωνικές τάξεις δημιούργησαν τα όργανα της πολιτικής τους εξουσίας για να αγωνισθούν εναντίον των εχθρών τους και να εξασφαλίσουν την ίδια τους την άμυνα. Χωρίς όργανα εξουσίας μιας ολοκληρωμένης μορφής, δεν υπάρχει τίποτε, που να αντιπροσωπεύει το κράτος. Η σημερινή Κίνα μπορεί να υιοθετήσει ένα σύστημα λαϊκών συνελεύσεων –την εθνική συνέλευση των αντιπροσώπων του λαού, τις επαρχιακές συνελεύσεις του λαού, τις λαϊκές συνελεύσεις των περιοχών, τις λαϊκές συνελεύσεις των περιφερειών μέχρι και τις συνελεύσεις πόλεων και χωριών- κι αυτές οι συνελεύσεις να εκλέγουν στα διάφορα επίπεδα τα κυβερνητικά τους όργανα. Είναι όμως απαραίτητο να εφαρμοστεί ένα εκλογικό σύστημα πραγματικά καθολικό και ίσης ψηφοφορίας, ανεξάρτητα από φύλο, θρησκεία, οικονομική υπόσταση ή μόρφωση, έτσι που τα εκλεγμένα κυβερνητικά όργανα, να αντιπροσωπεύουν τη θέση των επαναστατικών τάξεων μέσα στο κράτος, να εκφράζουν τη θέληση του λαού, να κατευθύνουν τους επαναστατικούς αγώνες και να ενσαρκώνουν το πνεύμα της Νέας Δημοκρατίας. Ένα τέτοιο σύστημα είναι το σύστημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Μόνο μια κυβέρνηση βασισμένη στην αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού μπορεί να εκφράσει απόλυτα την θέληση όλου του επαναστατικού λαού και να καταφέρει καταστροφικά πλήγματα στους εχθρούς της επανάστασης. Το πνεύμα της «μη μονοπώλησης από λίγους» πρέπει να εκφραστεί στην οργάνωση της κρατικής εξουσίας και του στρατού. Χωρίς ένα γνήσιο δημοκρατικό σύστημα ένας τέτοιος σκοπός δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί, και αυτό θα σήμαινε διάσταση μεταξύ της πολιτικής οργάνωσης της εξουσίας και του κρατικού συστήματος.

Το κρατικό σύστημα – η δικτατορία της συμμαχίας όλων των επαναστατικών τάξεων – Η πολιτική διάρθρωση – ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Αυτή είναι η νέα δημοκρατική κυβέρνηση. Αυτό είναι το δημοκρατικό καθεστώς της Νέας Δημοκρατίας, η δημοκρατία του ενιαίου αντιιαπωνικού μετώπου, η δημοκρατία των νέων Τριών Αρχών του Λαού με τις τρεις βασικές πολιτικές θέσεις, και η αξία του ονόματος της Δημοκρατίας της Κίνας. Γιατί σήμερα αν και έχουμε κατ’ όνομα «Δημοκρατία της Κίνας» δεν έχουμε ακόμα στην πραγματικότητα δημοκρατία. Το σημερινό μας καθήκον είναι να ενεργήσουμε έτσι ώστε η πραγματικότητα να ανταποκρίνεται στο όνομα.

Τέτοιες είναι οι εσωτερικές πολιτικές σχέσεις που πρέπει να δημιουργήσουμε στην επαναστατημένη Κίνα, την αντι-ιαπωνική Κίνα, και δεν πρέπει να αποτύχουμε, γιατί αυτό αποτελεί τη μόνη σωστή κατεύθυνση για τη σημερινή μας δουλειά της «Εθνικής ανασυγκρότησης».

6. Η νεοδημοκρατική οικονομία

Η δημοκρατία που θα οικοδομήσουμε στη Κίνα πρέπει να είναι μια νέα δημοκρατία τόσο από πολιτική, όσο και από οικονομική άποψη.

Οι μεγάλες τράπεζες, οι μεγάλες βιομηχανίες και εμπορικές επιχειρήσεις πρέπει να γίνουν κρατική ιδιοκτησία αυτής της δημοκρατίας.

«Επιχειρήσεις που είτε ανήκουν σε Κινέζους, είτε σε ξένους και έχουν μονοπωλιακό χαρακτήρα ή είναι πολύ μεγάλες για να διευθύνονται από ιδιώτες, τέτοιες όπως οι τράπεζες, οι σιδηρόδρομοι, οι εναέριες μεταφορές, θα διευθύνονται από το κράτος ώστε να μη μπορεί το ιδιωτικό κεφάλαιο να κρατάει στα χέρια του τη ζωή του λαού. Αυτή είναι η βασική αρχή του ελέγχου του κεφαλαίου».

Κι αυτή είναι επίσης μια επίσημη διακήρυξη που περιέχεται στο Μανιφέστο του Πρώτου Εθνικού Συνεδρίου του Κουόμιντανγκ, που έγινε στη διάρκεια της περιόδου της συνεργασίας του Κουόμιντανγκ με τους κομμουνιστές. Αυτό είναι η σωστή αντίληψη της οργάνωσης της οικονομίας στη νέα δημοκρατία. Οι διευθυνόμενες από το κράτος επιχειρήσεις της νέας δημοκρατίας που καθοδηγούνται από το προλεταριάτο είναι σοσιαλιστικού χαρακτήρα και αποτελούν την καθοδηγητική δύναμη όλης της εθνικής οικονομίας. Αλά αυτή η δημοκρατία δεν θα εμποδίζει άλλες μορφές καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, ούτε θα απαγορεύσει την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής που «δεν μπορεί να κυριαρχεί στη ζωή του λαού», γιατί η οικονομία της Κίνας είναι ακόμα που καθυστερημένη.

Η δημοκρατία αυτή θα υιοθετήσει μερικά απαραίτητα μέτρα για να δεσμεύσει τη γη των γαιοκτημόνων και να τη μοιράσει στους αγρότες που είτε δεν έχουν καθόλου γη ή έχουν πολύ λίγη, πραγματοποιώντας έτσι το σύνθημα του Δρ. Σουν Γιάτ-Σεν «Η Γη σε όλους τους καλλιεργητές», να καταργήσει τις φεουδαρχικές σχέσεις στην ύπαιθρο, και να επαναφέρει τη γη στην ατομική ιδιοκτησία των αγροτών. Θα ανεχθούμε επίσης στην ύπαιθρο την ύπαρξη πλούσιων αγροτικών οικονομικών επιχειρήσεων. Αυτή είναι η πολιτική γραμμή της «εξίσωσης του δικαιώματος ιδιοκτησίας της γης». Το σωστό σύνθημα για τη θέση αυτή είναι «Η Γη στους καλλιεργητές». Στο στάδιο αυτό, γενικά, δεν μπορεί ακόμα να υπάρξει σοσιαλιστική αγροτική καλλιέργεια, αν και οι διάφοροι τύποι συνεταιριστικών επιχειρήσεων που αναπτύσσονται στη βάση του συνθήματος «Γη στους καλλιεργητές» θα περιέχουν σοσιαλιστικά στοιχεία.

Η οικονομία της Κίνας θα πρέπει να αναπτυχθεί ακολουθώντας το δρόμο του «ελέγχου του κεφαλαίου» και της «εξίσωσης του δικαιώματος ιδιοκτησίας στη γη», και δεν πρέπει ποτέ να «μονοπωλείται από λίγους». Δεν πρέπει ποτέ να αφήσουμε μια χούφτα καπιταλιστών και γαιοκτημόνων «να κρατάνε στα χέρια τους τη ζωή του λαού». Δεν πρέπει ποτέ να οικοδομήσουμε μια καπιταλιστική οικονομία αμερικανο-ευρωπαϊκού τύπου ούτε να επιτρέψουμε τη διατήρηση της παλιάς μισοφεουδαρχικής κοινωνίας. Οποιοσδήποτε τολμήσει να αντιταχθεί σ’ αυτή τη γραμμή δεν θα πετύχει το σκοπό του και θα σπάσει σίγουρα τα μούτρα του.

Αυτές είναι οι εσωτερικές οικονομικές σχέσεις που πρέπει και θα δημιουργηθούν απαραίτητα στην επαναστατική Κίνα, στην αντιιαπωνική Κίνα.

Τέτοια οικονομία είναι η νεοδημοκρατική οικονομία της νέας δημοκρατίας.

Και η νεοδημοκρατική πολιτική είναι η συμπυκνωμένη έκφραση αυτής της νεοδημοκρατικής οικονομίας.

7. Εναντίον της δικτατορίας της αστικής τάξης

Μια τέτοια δημοκρατία με τη δικιά της νεοδημοκρατική πολιτική και τη νέα δημοκρατική οικονομία, επιδοκιμάζεται από το 90% και πάνω του λαού σ’ ολόκληρη τη χώρα, και δεν υπάρχει άλλος δρόμος να ακολουθήσουμε.

Να ακολουθήσουμε το δρόμο της οικοδόμησης μια καπιταλιστικής κοινωνίας κάτω από τη δικτατορία της αστικής τάξης; Προφανώς αυτός είναι ο παλιός δρόμος που χάραξε η αστική τάξη της Ευρώπης και της Αμερικής, αλλά δυστυχώς ούτε οι διεθνείς, ούτε οι εσωτερικές συνθήκες επιτρέπουν στην Κίνα να τον ακολουθήσει.

Σύμφωνα με τη διεθνή κατάσταση ο δρόμος αυτός οδηγεί σε αδιέξοδο. Η σημερινή διεθνής κατάσταση χαρακτηρίζεται βασικά από την πάλη μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Μια κατάσταση παρακμής και σήψης του καπιταλισμού και ανοδικής ανάπτυξης του σοσιαλισμού. Η δημιουργία στη Κίνα μια καπιταλιστικής κοινωνίας, της δικτατορίας της αστικής τάξης, δεν θα ήταν ανεκτή πρώτ’ απ’ όλα από τον διεθνή καπιταλισμό, δηλαδή τον ιμπεριαλισμό. Η σύγχρονη ιστορία της Κίνας είναι η ιστορία της ιμπεριαλιστικής επίθεσης στη Κίνα, και της ιμπεριαλιστικής επιδρομής εναντίον της ανεξαρτησίας της Κίνας και της ανάπτυξης του καπιταλισμού σ’ αυτήν. Οι επαναστάσεις στη Κίνα απέτυχαν η μία μετά την άλλη γιατί τις έπνιξε ο ιμπεριαλισμός. Γι’ αυτό οι αναρίθμητοι μάρτυρες της επανάστασης πέθαναν τρέφοντας ένα αίσθημα αιώνια αγανάκτησης. Τώρα, στη Κίνα έχει εισβάλει βίαια ο πανίσχυρος ιαπωνικός ιμπεριαλισμός με το σκοπό να κάμει τη Κίνα αποικία του. Είναι ο ιαπωνικός καπιταλισμός που αναπτύσσεται στη Κίνα, και όχι ο κινέζικος, είναι η δικτατορία της ιαπωνικής αστικής τάξης που επιβάλει τη δικτατορία της στη Κίνα, και όχι η κινέζικη αστική τάξη την δικιά της. Είναι βέβαιο ότι αυτή είναι μια περίοδος των τελευταίων σπασμών του καπιταλισμού που σε λίγο θα πεθάνει. «Ο ιμπεριαλισμός είναι ο ετοιμοθάνατος καπιταλισμός»[12]. Αλλά ακριβώς επειδή είναι ετοιμοθάνατος ζει όσο πάει και περισσότερο σε βάρος των αποικιών και μισοαποικιών, και δεν θα επιτρέψει, σε καμιά περίπτωση, την εγκαθίδρυση μιας καπιταλιστικής κοινωνίας, της δικτατορίας της αστικής τάξης, σ’ οποιαδήποτε αποικία ή μισοαποικία. Ακριβώς γιατί ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός έχει βουλιάξει στο τέλμα μιας σοβαρής οικονομικής και πολιτικής κρίσης, επειδή είναι ετοιμοθάνατος, είναι αναγκασμένος να εισβάλει στη Κίνα και να την κάνει αποικία του, γι’ αυτό έβγαλε τη Κίνα από το δρόμο που οδηγεί στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας της αστικής τάξης, στην ανάπτυξη του εθνικού καπιταλισμού.

Από μια άλλη πλευρά, ο σοσιαλισμός δεν θα επιτρέψει την εγκαθίδρυση μιας καπιταλιστικής κοινωνίας της δικτατορίας της αστικής τάξης. Όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον κόσμο είναι εχθρικές. Αν η Κίνα θέλει να γίνει ανεξάρτητη, δεν θα μπορέσει ποτέ να το πετύχει χωρίς τη βοήθεια του σοσιαλιστικού κράτους και του διεθνούς προλεταριάτου. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να το πετύχει χωρίς τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης και χωρίς τη βοήθεια που δίνεται με την αντικαπιταλιστική πάλη που διεξάγει το προλεταριάτο στην Ιαπωνία, στην Αγγλία, στις ΗΠΑ, στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Ιταλία. Όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι η νίκη της κινέζικης επανάστασης θα πραγματοποιηθεί με τη νίκη της επανάστασης στην Ιαπωνία, Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία, ή τη νίκη σε μία ή δυό απ’ αυτές, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι μπορούμε να κερδίσουμε μόνο τη νίκη προσθέτοντας στις δικές μας προσπάθειες κι εκείνες του προλεταριάτου, των χωρών αυτών. Ιδιαίτερα αυτό αφορά τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης που είναι μια απόλυτα απαραίτητη προϋπόθεση, για την τελική νίκη της Κίνας στον πόλεμο της Αντίστασης. Το να αρνηθούμε τη Σοβιετική βοήθεια σημαίνει την αποτυχία της επανάστασης. Αυτό δεν αποδείχνουν ολοφάνερα τα μαθήματα που πήραμε από την αντισοβιετική εκστρατεία του 1927;[13] Ο σημερινός κόσμος ζει σε μια νέα εποχή πολέμων και επαναστάσεων. Στη νέα εποχή του αναπόφευκτου τέλους του καπιταλισμού και της οριστικής ανόδου του σοσιαλισμού. Δεν θα ήταν απόλυτα παράλογο κάτω από τις συνθήκες αυτές να επιθυμούμε την οικοδόμηση μιας καπιταλιστικής κοινωνίας της δικτατορίας της αστικής τάξης ύστερα από τη νίκη της Κίνας πάνω στον ιμπεριαλισμό και τη φεουδαρχία;

Αν, από το γεγονός ότι κάτω από ιδιόμορφες συνθήκες (τη νίκη της τουρκικής αστικής τάξης στην πάλη εναντίον της ελληνικής επίθεσης, εξαιρετική αδυναμία του τούρκικου προλεταριάτου), είδαμε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση να ξεπηδά η Τουρκία κάτω από τη μικρή κεμαλική δικτατορία της αστικής τάξης, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να ξαναεμφανιστεί μια άλλη Τουρκία μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την ολοκλήρωση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση. Ακόμα πολύ λιγότερο μια «Τουρκία» με έναν πληθυσμό 450.000.000. Εξαιτίας των ιδιόμορφων συνθηκών, όπου βρίσκεται η Κίνα (η αδυναμία της αστικής τάξης και η τάση της για συμβιβασμό, η δύναμη του προλεταριάτου και το συνεπές επαναστατικό του πνεύμα) εδώ δεν υπήρξαν ποτέ «εύκολες επιτυχίες» όπως στην Τουρκία. Οι Κινέζοι αστοί δεν φώναζαν για Κεμαλισμό μετά την ήττα της Μεγάλης Κινέζικης Επανάστασης το 1927;[14] Αλλά που είναι ο Κεμάλ της Κίνας; Που είναι η δικτατορία της κινέζικης αστικής τάξης και η καπιταλιστική κοινωνία; Επιπλέον η λεγόμενη κεμαλική Τουρκία υποχρεώθηκε τελικά να πέσει στα χέρια των Αγγλογάλλων ιμπεριαλιστών και γίνεται κάθε μέρα και περισσότερο μια μισοαποικία και ένα τμήμα της ιμπεριαλιστικής αντίδρασης στον κόσμο. Η διεθνής κατάσταση είναι σήμερα τέτοια ώστε οι «ήρωες» στις αποικίες και μισοαποικίες πρέπει να σταθούν στο πλευρό του ιμπεριαλιστικού μετώπου και να αποτελέσουν τμήμα των δυνάμεων της παγκόσμιας αντεπανάστασης ή να σταθούν στο πλευρό του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου και να αποτελέσουν τμήμα των δυνάμεων της παγκόσμιας επανάστασης. Πρέπει να ταχθούν είτε με τη μια πλευρά είτε με την άλλη, γιατί δεν υπάρχει τρίτη εκλογή.

Όσο για την εσωτερική κατάσταση, η κινέζικη αστική τάξη θα πρέπει να έχει πάρει ένα καλό μάθημα. Το 1927 όταν ακριβώς η επανάσταση επρόκειτο να θριαμβεύσει, χάρη στις συνδυασμένες προσπάθειες του προλεταριάτου, της αγροτιάς και της μικροαστικής τάξης, η κινέζικη αστική τάξη με επικεφαλής τη μεγαλοαστική τάξη χτύπησε αλύπητα τις λαϊκές μάζες. Ιδιοποιήθηκε τους καρπούς της επανάστασης κι έκλεισε μια αντεπαναστατική συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό και τις φεουδαρχικές δυνάμεις επιπλέον χρησιμοποίησε όλες τις δυνάμεις για την διεξαγωγή επί δέκα χρόνια μιας εκστρατείας για την «Κομμουνιστική Εκμηδένιση». Αλλά ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Σήμερα όταν ένας ισχυρός εχθρός έχει εισχωρήσει στην καρδιά της χώρας και όταν ο πόλεμος εναντίον των Ιαπώνων διαρκεί δύο χρόνια, είναι δυνατόν να υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που επιθυμούν να μιμηθούν τις παλιές στερεότυπες μεθόδους της αστικής τάξης της Ευρώπης και της Αμερικής; Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που επιθυμούν να δοκιμάσουν άλλη μια φορά όταν η δεκάχρονη «εκστρατεία κομμουνιστικής εκμηδένισης» του παρελθόντος, δεν προώθησε την καπιταλιστική κοινωνία και τη δικτατορία της αστικής τάξης; Είναι αλήθεια πως η δεκάχρονη «εκστρατεία κομμουνιστικής εκμηδένισης» προώθησε τη «δικτατορία ενός μόνο κόμματος» αλλά αυτή η δικτατορία παραμένει μισοαποικιακή και μισοφεουδαρχική. Το αποτέλεσμα των τεσσάρων πρώτων χρόνων «κομμουνιστικής εκμηδένισης» (από το 1927 μέχρι τα γεγονότα της 18ης Σεπτέμβρη 1931), ήταν η δημιουργία του «Μαντσουκόο» και μετά έξι χρόνια, οι Ιάπωνες ιμπεριαλιστές εισέβαλαν στην κυρίως Κίνα. Αν τώρα κάποιος θα ήθελε να επιχειρήσει μια εκστρατεία «εκμηδένισης» για άλλα δέκα χρόνια, αυτή θα ήταν ενός νέου τύπου «αντικομμουνιστική» που θα διέφερε ελαφρά από την προηγούμενη. Αλλά δεν βρέθηκε ήδη κάποιος που ξεπερνάει όλους τους άλλους και ανέλαβε θαρραλέα αυτή τη νέα επιχείρηση της «κομμουνιστικής εκμηδένισης»; Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Ουάνγκ Τσινγκ-Ουέι, η «διάσημη» νέου τύπου αντικομμουνιστική φυσιογνωμία. Αν κάποιος θέλει να πάρει το μέρος του, πολύ καλά, αλλά τότε δεν θα χρειασθεί να εγκωμιάζει ακόμα περισσότερο μια κάποια δικτατορία της αστικής τάξης, την καπιταλιστική κοινωνία, τον κεμαλισμό, το σύγχρονο κράτος, της δικτατορίας ενός μόνο κόμματος, το «μοναδικό δόγμα» κλπ; Το να θέλει κανείς, χωρίς να ταχθεί με το μέρος του Ουάνγκ Τσινγ-Ουέι να περάσει στο αντιιαπωνικό στρατόπεδο και ταυτόχρονα έχει σκοπό, μετά τη στρατιωτική νίκη να χτυπήσει άγρια και πάλι το λαό που πολέμησε εναντίον των Ιαπώνων, να ιδιοποιηθεί τους καρπούς της νίκης, και να εγκαθιδρύσει μια διαρκή δικτατορία ενός μόνο κόμματος –αυτό δεν θα είναι παραλήρημα; «Ας πολεμήσουμε τους επιδρομείς», «ας πολεμήσουμε τους Ιάπωνες». Αλλά με ποιες δυνάμεις; Χωρίς τους εργάτες, τους αγρότες και τα άλλα στρώματα της μικροαστικής τάξης δεν μπορείτε να κάνετε ούτε ένα βήμα. Όποιος τολμήσει να τους απωθήσει θα συντριβεί ο ίδιος. Αυτό το βλέπει και ένα κοινό μυαλό.

Αλλά οι υπεραντιδραστικοί της κινέζικης αστικής τάξης (αναφέρομαι μόνο στους υπεραντιδρασικούς) φαίνεται να μην έχουν πάρει κανένα μάθημα στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων. Δεν τους ακούμε και τώρα ακόμα να ξεφωνίζουν «περιορίστε τον κομμουνισμό», «εξαφανίστε τον κομμουνισμό» και «αντιταχθείτε στον κομμουνισμό»; Δεν βλέπουμε ότι τα «Μέτρα για τον περιορισμό της δραστηριότητας των ξένων κομμάτων» ακολουθήθηκαν από τα «Μέτρα για το διακανονισμό του προβλήματος των ξένων κομμάτων»;[15] Τι φιλοδοξία!, αλλά, αν αυτοί οι «περιορισμοί» και οι «διακανονισμοί» συνεχιστούν, απορεί κανείς τί είδους μέλλον ετοιμάζουν για το λαό μας και για τους ίδιους τους εαυτούς τους. Τους συμβουλεύουμε με όλη μας την καρδιά, και ειλικρινά αυτούς τους κυρίους ότι πρέπει να ανοίξουν τα μάτια τους, να κοιτάξουν καλά τη Κίνα και τον κόσμο ολόκληρο, να δουν πως έχουν τα πράγματα μέσα και έξω από τη χώρα, και να δουν ποια είναι η σημερινή κατάσταση, εάν θέλουν να μην επαναλάβουν τα λάθη τους. Εάν συνεχίσουν να κάνουν λάθη, είναι βέβαιο ότι το μέλλον του λαού μας θα είναι δύσκολο αλλά, πιστεύω, θα είναι και γι’ αυτούς μοιραίο. Οπωσδήποτε είναι καθορισμένο και σίγουρο ότι αν οι υπεραντιδραστικοί της κινέζικης αστικής τάξης δεν ξυπνήσουν, τα πράγματα δεν θα πάνε και τόσο καλά, με αυτούς και η προσδοκία τους θα είναι η αυτοκαταστροφή τους. να γιατί ελπίζουμε ότι το ενιαίο αντιιαπωνικό μέτωπο της Κίνας θα διατηρηθεί, και ότι με την συνεργασία όλου του λαού αντί της μονοπωλιακής κλίκας, η αντι-ιαπωνική υπόθεση θα κερδίσει τη νίκη. Αυτή είναι η μόνη σωστή πολιτική, και οποιαδήποτε άλλη πολιτική είναι εσφαλμένη. Αυτή είναι η ειλικρινής συμβουλή που δίνουμε εμείς οι κομμουνιστές, κι ας μη μας κατηγορήσουν ότι δεν τους προειδοποιήσαμε.

Μια παλιά κινέζικη παροιμία, λέει «Αν έχετε τροφή ας την μοιράζονται όλοι». Είναι πολύ αληθινή. Αφού όλοι πρέπει να πολεμήσουν αν υπάρχει εχθρός, τότε όλοι θα πρέπει να φάνε αν υπάρχει τροφή, όλοι θα πρέπει να δουλέψουν αν υπάρχει δουλειά να κάνουν, και όλοι θα πρέπει να σπουδάσουν αν υπάρχουν βιβλία. Η στάση που εκφράζεται με το «Εγώ μόνος πρέπει να φάω όλη την πίτα» και «κανείς δεν μπορεί να με βλάψει» δεν είναι παρά φεουδαρχικά υπολείμματα και σε τελευταία ανάλυση δεν είναι κατάλληλα για την εποχή αυτής της 4ης δεκαετηρίδας του εικοστού αιώνα.

Εμείς οι κομμουνιστές δεν αποκλείουμε κανένα που να κατέχεται από επαναστατικό πνεύμα. Θα δυναμώσουμε το ενιαίο μέτωπο και θα επιμείνουμε σε μια μακρόχρονη συνεργασία με όλες τις τάξεις, στρώματα, πολιτικά κόμματα και ομάδες και πρόσωπα που επιθυμούν να πολεμήσουν της Ιαπωνία μέχρι τέλος. Αλλά αν κανείς άλλος θελήσει να αποκλείσει το κομμουνιστικό κόμμα, αυτό δεν θα γίνει. Εάν θελήσουν να διασπάσουν το ενιαίο μέτωπο, επίσης δεν θα το πετύχουν. Η Κίνα πρέπει να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας, να ενωθεί και να προχωρήσει μπροστά. Δεν θα ανεχτούμε κανένα που θα επιδιώξει τη συνθηκολόγηση, την πρόκληση διάσπασης ή της οπισθοδρόμηση.

8. Εναντίον της φλυαρίας του «αριστερισμού»

Αφού δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τον δρόμο της δικτατορίας της αστικής τάξης, θα μπορέσουμε ίσως να ακολουθήσουμε το σοσιαλιστικό δρόμο της δικτατορίας του προλεταριάτου;

Όχι, κι αυτό επίσης είναι το ίδιο αδύνατο.

Αναμφισβήτητα, η επανάσταση περνάει τώρα την πρώτης της φάση και στο μέλλον, θα μπει στη δεύτερη φάση, τη φάση του σοσιαλισμού μόνο η εποχή του σοσιαλισμού θα είναι η αληθινή εποχή ευτυχίας για τον λαό της Κίνας. Αλλά σήμερα δεν είναι ακόμα καιρός για να περάσουμε στο σοσιαλισμό. Το σημερινό καθήκον της επανάστασης είναι η πάλη εναντίον του ιμπεριαλισμού και της φεουδαρχίας. Πριν εκπληρωθεί αυτό το καθήκον δεν μπορεί να γίνεται λόγος για σοσιαλισμό. Δύο φάσεις πρέπει να περάσει η κινέζικη επανάσταση: η πρώτη είναι η Νέα Δημοκρατία και η δεύτερη ο σοσιαλισμός. Επιπλέον, η πρώτη φάση θα είναι αρκετά μακρόχρονη και οπωσδήποτε δεν μπορεί να εκπληρωθεί μέσα σε μια νύχτα. Δεν είμαστε ονειροπόλοι και δεν μπορούμε να αποσπαστούμε από τη συγκεκριμένη πραγματικότητα.

Μερικοί μοχθηροί δημαγωγοί συγχέουν επίτηδες αυτά τα δύο διαφορετικά στάδια της επανάστασης, συνηγορώντας υπέρ της λεγόμενης «Θεωρίας της μοναδικής επανάστασης», προσπαθώντας να αποδείξουν ότι οι Τρεις Αρχές του Λαού εφαρμόζονται σε όλα τα στάδια της επανάστασης και ότι ο κομμουνισμός δεν έχει λόγο ύπαρξης. Με τη «θεωρία» αυτή παλεύουν μανιασμένα εναντίον του κομμουνισμού και του κομμουνιστικού κόμματος, εναντίον της Όγδοης Στρατιάς και της Τέταρτης Νέας Στρατιάς και εναντίον της Μεθοριακής περιοχής Σενσί – κανγκσού – Νιγκσιά. Ο κρυφός σκοπός τους είναι να εξασφαλίσουν τελείως οποιαδήποτε επανάσταση, να παλέψουν εναντίον της ολοκλήρωσης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, της ολοκλήρωσης της αντίστασης κατά της Ιαπωνίας και να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη για τη συνθηκολόγηση με τους Ιάπωνες επιδρομείς. Η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε εσκεμμένα από τους Ιάπωνες ιμπεριαλιστές. Μετά την κατάληψη του Ουχάν, όταν ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός αντιλήφθηκε ότι με τη δύναμη των όπλων και μόνο δεν θα μπορούσε να υποδουλώσει τη Κίνα, άρχισε να καταφεύγει στη διαβρωτική πολιτική και στους οικονομικούς δελεασμούς. Η διαβρωτική πολιτική συνίσταται στην προσπάθεια συγκέντρωσης των διστακτικών στοιχείων του αντι-ιαπωνικού στρατοπέδου, για τη διάσπαση του ενιαίου μετώπου, και για το σαμποτάρισμα της συνεργασίας Κουόμιντανγκ και κομμουνιστών. Οι οικονομικοί δελεασμοί συνίστανται στην ίδρυση των «μικτών βιομηχανικών επιχειρήσεων». Στην κεντρική και μεσημβρινή Κίνα, οι Ιάπωνες επιδρομείς επιτρέπουν στους κινέζους καπιταλιστές να επενδύουν τα κεφάλαιά τους μέχρι το 51% του συνολικού ποσού το δε 49% να είναι κεφάλαια ιαπώνων. Στη Βόρεια Κίνα επιτρέπουν τα 49% του κεφαλαίου να ανήκουν σε Κινέζους καπιταλιστές και το 51% να είναι ιαπωνικά κεφάλαια. Οι Ιάπωνες επιδρομείς υπόσχονται επίσης να επιστρέψουν στους Κινέζους καπιταλιστές τις παλιές τους περιουσίες, να υπολογίσουν την αξία τους σαν κεφάλαιο μετρητοίς. Και μπροστά σ’ αυτό το κέρδος, μερικοί καπιταλιστές, στερημένοι από κάθε ίχνος συνείδησης απαρνήθηκαν τις ηθικές αρχές, κυριεύτηκαν από την αδηφάγο επιθυμία της δοκιμής. Ένα μέρος απ’ αυτούς τους καπιταλιστές, που τους εκπροσωπεί ο Ουάνγκ Τσινγκ-Ουέι, συνθηκολόγησε πια. Ένα άλλο μέρος, που κρύβεται στο αντι-ιαπωνικό στρατόπεδο επιθυμεί να περάσει στον εχθρό. Αλλά έχοντας ένοχη τη συνείδησή τους όπως οι κλέφτες, φοβούνται ότι οι κομμουνιστές θα τους φράξουν το δρόμο και ο λαός θα τους στιγματίσει σαν προδότες. Γι’ αυτό συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί σε μια σύσκεψη και αποφάσισαν πρώτ’ απ’ όλα να προετοιμάσουν τους πνευματικούς κύκλους και την κοινή γνώμη. Αφού συμφώνησαν στην πολιτική γραμμή, θεώρησαν απαράδεκτη κάθε καθυστέρηση και έσπευσαν σε μερικούς έμπορους της μεταφυσικής[16] και σε ορισμένους τροτσκιστές, οι οποίοι ξιφούλκησαν ανεμίζοντας τις πένες τους, ξεσηκώνοντας ξέφρενο θόρυβο και χτυπώντας στην τύχη. Έτσι εμφανίστηκε η «θεωρία της μοναδικής επανάστασης», οι συζητήσεις ότι ο κομμουνισμός δεν ανταποκρίνεται στις εθνικές ιδιομορφίες της Κίνας και ότι δεν υπάρχει ανάγκη ύπαρξης του κομμουνιστικού κόμματος στην Κίνα, οι ισχυρισμοί ότι η Όγδοη Στρατιά και η Νέα Τέταρτη Στρατιά σαμποτάρουν τον αντι-ιαπωνικό πόλεμο, ότι οι αντάρτες τους σουλατσάρουν χωρίς να πολεμούν τον εχθρό, ότι η Μεθοριακή περιοχή Σενσί-Κανσού-Νιγκσιά είναι ένα φεουδαρχικό ανεξάρτητο βασίλειο, και ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν υπακούει στις διαταγές, διαφωνεί, σχεδιάζει ραδιουργίες, υποθάλπει ταραχές. Με τέτοια τεχνάσματα φουσκώνουν τα κεφάλια των απλών ανθρώπων που δεν αντιλαμβάνονται την κατάσταση έτσι ώστε όταν θα φθάσει η κατάλληλη στιγμή, οι καπιταλιστές θα βρουν την ευκαιρία να αρπάξουν τα 49% ή τα 51% και να πουλήσουν στον εχθρό όλα τα εθνικά συμφέροντα. Είναι αυτό που λένε «Κλέβεις τους δοκούς και τους στύλους και βάζεις στη θέση τους σάπια σανίδια», είναι η προετοιμασία του λαού και της κοινής γνώμης για τη συνθηκολόγηση που σκοπεύουν να κάνουν.

Πόσο σκληρά θα πρέπει να βασάνισαν το μυαλό τους οι κύριοι αυτοί που υποστηρίζουν με την πιο μεγάλη σοβαρότητα τη «θεωρία της μοναδικής επανάστασης» και καταφέρονται εναντίον του κομμουνισμού και του κομμουνιστικού κόμματος με μοναδικό σκοπό να πάρουν τα 49% ή τα 51%. Η «θεωρία της μοναδικής επανάστασης» δεν είναι παρά απλώς μια θεωρία της άρνησης της επανάστασης, αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης.

Αλλά υπάρχει ακόμα μια άλλη ομάδα ανθρώπων που δεν φαίνεται να έχουν κακές προθέσεις αλλά που έχουν μόνο παραπλανηθεί από τη «θεωρία της μοναδικής επανάστασης», ξεκινώντας από μια καθαρά υποκειμενική αντίληψη ότι «η πολιτική επανάσταση και η κοινωνική επανάσταση θα πραγματοποιηθούν μ’ ένα χτύπημα». Δεν καταλαβαίνουν ότι η επανάστασή μας χωρίζεται σε δυό στάδια, ότι μπορούμε να περάσουμε μόνο από τη μία επανάσταση στην άλλη, και ότι είναι αδύνατο «να τις πραγματοποιήσουμε και τις δυό μ’ ένα χτύπημα». Τέτοιες αντιλήψεις που συγχέουν και περιορίζουν τις προσπάθειες για την πραγματοποίηση του σημερινού καθήκοντος, είναι επίσης πολύ επιζήμιες. Σωστή και σύμφωνη με τη μαρξιστική θεωρία της ανάπτυξης της επανάστασης είναι η θέση που υποστηρίζει ότι το πρώτο από τα δύο στάδια της επανάστασης προετοιμάζει τις προϋποθέσεις για το δεύτερο και ότι το δεύτερο οφείλει να διαδεχθεί το πρώτο χωρίς να επιτραπεί η παρεμβολή του σταδίου της δικτατορίας της αστικής τάξης. Ενώ η άποψη της «πραγματοποίησης και των δύο με ένα χτύπημα», είναι μια ουτοπιστική άποψη, απαράδεκτη για τους αληθινούς επαναστάτες, όταν ισχυρίζεται ότι η δημοκρατική επανάσταση δεν έχει καθορισμένα αποκλειστικά δικά της καθήκοντα και δεν είναι αναγκαίο να περιμένει την κατάλληλη στιγμή, αλλά τα καθήκοντά της μπορούν να πραγματοποιηθούν μαζί με τα άλλα –δηλαδή ότι το σοσιαλιστικό καθήκον μπορεί να πραγματοποιηθεί σε κάποια άλλη στιγμή – και ότι και τα δύο μπορούν να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα.

9. Εναντίον των υπεραντιδραστικών

Και να που εμφανίζονται οι αστοί υπεραντιδραστικοί, και λένε «Ωραία, αφού εσείς οι κομμουνιστές αναβάλλετε το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα για το επόμενο στάδιο διακηρύσσοντας κιόλας ότι οι «Τρεις Αρχές του Λαού είναι εκείνο που χρειάζεται σήμερα η Κίνα, το κόμμα μας είναι έτοιμο να πολεμήσει για την πλήρη πραγματοποίησή του»[17], βάλτε λοιπόν για τώρα τον κομμουνισμό στη γωνία. Αυτού του είδους η συζήτηση ενισχύεται με το λεγόμενο θέμα του «μοναδικού δόγματος» και έχει πάρει τελευταία υστερικό χαρακτήρα. Αυτές οι υστερικές κραυγές ουσιαστικά εκφράζουν το δεσποτισμό των υπεραντιδραστικών της αστικής τάξης. Όμως για να μιλήσουμε καθαρά χωρίς ευγένεια και τύπους αυτά δείχνουν πως είναι εντελώς ανόητοι.

Ο κομμουνισμός είναι το ολοκληρωμένο ιδεολογικό σύστημα του προλεταριάτου και ένα νέο κοινωνικό σύστημα. Διαφορετικό από κάθε άλλο ιδεολογικό ή κοινωνικό σύστημα, είναι το πιο τέλειο, το πιο προοδευτικό, το πιο επαναστατικό και το πιο ορθολογιστικό σύστημα που εμφανίστηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. Η ιδεολογία, και το κοινωνικό σύστημα της φεουδαρχίας είναι πράγματα που έχουν θέση στο μουσείο της ιστορίας. Η ιδεολογία και το κοινωνικό σύστημα του καπιταλισμού έχουν κι αυτά επίσης μπει στο μουσείο της ιστορίας, σ’ ένα μέρος του κόσμου (στη Σοβιετική Ένωση), ενώ στις άλλες χώρες μοιάζουν με «έναν ετοιμοθάνατο που βυθίζεται γρήγορα σαν τον ήλιο που βασιλεύει πίσω από τους δυτικούς λόφους» και που σύντομα θα σταλούν κι αυτά στο μουσείο. Από την άλλη πλευρά η κομμουνιστική ιδεολογία και το κομμουνιστικό κοινωνικό σύστημα εξαπλώνονται στον κόσμο με την ακατανίκητη ορμή τους και την κεραυνοβόλα τους δύναμη, απολαμβάνοντας τη διαρκή άνοιξη. Από τότε που ο επιστημονικός κομμουνισμός παρουσιάστηκε στη Κίνα, οι άνθρωποι είδαν να πλαταίνει ο ορίζοντάς τους και η κινέζικη επανάσταση άλλαξε όψη. Χωρίς την καθοδήγηση του κομμουνισμού δεν μπορεί να νικήσει ολοκληρωτικά η κινέζικη επανάσταση και μάλιστα το τελευταίο στάδιο της επανάστασης θα εγκαταλειφθεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι υπεραντιδραστικοί αστοί θορυβούν απαιτώντας να «τεθεί στη γωνία» ο κομμουνισμός. Αλλά στην πραγματικότητα δεν θα πρέπει να «τεθεί στη γωνία». Εάν ο κομμουνισμός «τεθεί στη γωνία» η Κίνα θα κινδυνέψει να χαθεί. Ολόκληρος ο κόσμος σήμερα εξαρτάται από τον κομμουνισμό, τη σωτηρία του, και η Κίνα δεν αποτελεί εξαίρεση.

Όπως είναι γνωστό για το ζήτημα του κοινωνικού καθεστώτος, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει ένα πρόγραμμα για σήμερα και ένα πρόγραμμα για το μέλλον, ή αλλιώτικα το μίνιμουμ πρόγραμμα και το μάξιμουμ πρόγραμμα. Για σήμερα η Νέα Δημοκρατία, για το μέλλον, ο σοσιαλισμός –αυτά είναι δύο μέρη ενός οργανικού συνόλου, και κατευθύνονται από μια και μόνη ιδεολογία, την κομμουνιστική. Δεν είναι λοιπόν παράλογο να ωρύονται ότι ο κομμουνισμός πρέπει να «τεθεί στη γωνία» μόνο και μόνο επειδή το μίνιμουμ πρόγραμμα του κομμουνιστικού κόμματος και οι πολιτικές του επιδιώξεις συμφωνούν βασικά με τις πολιτικές επιδιώξεις των Τριών Αρχών του Λαού; Ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η βασική συμφωνία μεταξύ του μίνιμουμ προγράμματος και των πολιτικών επιδιώξεων των Τριών Αρχών του Λαού είναι δυνατόν για μας τους κομμουνιστές να αναγνωρίζουμε τις «Τρεις Αρχές του Λαού σαν την πολιτική πλατφόρμα του ενιαίου αντι-ιαπωνικού μετώπου» και το ότι αναγνωρίζουμε πως οι Τρεις Αρχές του Λαού είναι ότι χρειάζεται σήμερα η Κίνα, αποτελεί εγγύηση πως το Κόμμα μας θα παλέψει για την ολοκληρωτική πραγματοποίησή τους. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατο. Εδώ βρίσκεται το ενιαίο μέτωπο μεταξύ του Κομμουνισμού και των Τριών Αρχών του Λαού στο στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης, ακριβώς ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο εννοούσε ο Δρ. Σουν Γιατ-Σεν όταν έλεγε: «Ο κομμουνισμός είναι ένας καλός φίλος των Τριών Αρχών του Λαού»[18]. Το να αρνηθείς τον κομμουνισμό, σημαίνει στην πραγματικότητα να αρνηθείς το ενιαίο μέτωπο. Επειδή ακριβώς οι υπεραντιδραστικοί θέλουν να πραγματοποιήσουν το μονοκομματικό τους δόγμα και αρνούνται το ενιαίο μέτωπο επινόησαν τη σκευωρία όλων αυτών των ανόητων συζητήσεων, για να αρνηθούν τον κομμουνισμό.

Η θεωρία του «μοναδικού δόγματος» είναι επίσης ανεφάρμοστη. Εφόσον υπάρχουν τάξεις θα υπάρχουν τόσα δόγματα όσες είναι οι τάξεις κι ακόμα ορισμένες ομάδες της ίδιας τάξης έχουν το αντίστοιχο δικό τους δόγμα. Σήμερα η φεουδαρχική τάξη έχει το φεουδαρχικό δόγμα, η αστική τάξη ένα καπιταλιστικό δόγμα, οι Βουδιστές το Βουδισμό, οι Χριστιανοί το Χριστιανισμό, οι αγρότες τον πολυθεϊσμό και τώρα τελευταία μερικοί εμφανίζουν σαν οπαδοί του κεμαλισμού, φασισμού, βιταλισμού[19], «το δόγμα της διανομής ανάλογα με την εργασία»[20], και γιατί λοιπόν όχι, δεν θα μπορούσε το προλεταριάτο, να έχει τον κομμουνισμό; Εφόσον υπάρχουν αναρίθμητα «δόγματα» γιατί θα πρέπει ο κόσμος μόνο στη θέα του κομμουνισμού, να φωνάξει ότι θα πρέπει να «τεθεί στη γωνία». Πρέπει να το πούμε καθαρά δεν θα «τεθεί στη γωνία». Δεν θα τους γίνει η χάρη. Ας οργανώσουμε καλύτερα μια άμιλλα. Αν σ’ αυτή νικηθεί ο κομμουνισμός, εμείς οι κομμουνιστές θα δεχτούμε την αποτυχία μας αυτή. Αλλά αν όχι τότε πάρτε όλες τις ανοησίες του «μοναδικού δόγματος» που αντικρούουν την αρχή της δημοκρατίας και τις «θέσετε στη γωνία» όσο μπορείτε γρηγορότερα.

Για να αποφύγουμε κάθε παρανόηση και για να βοηθήσουμε τους υπεραντιδραστικούς να ανοίξουν τα μάτια τους είναι απαραίτητο να δείξουμε καθαρά αν οι Τρεις Αρχές του Λαού και ο κομμουνισμός είναι ίδια ή διαφορετικά πράγματα.

Αν συγκρίνουμε τις δύο θεωρίες, τις Τρεις Αρχές του Λαού και τον κομμουνισμό βρίσκουμε ότι και οι δύο έχουν κάποια ομοιότητα μεταξύ τους αλλά και ορισμένες διαφορές.

Πρώτον, η ομοιότητα αυτή αναφέρεται στο βασικό πολιτικό πρόγραμμα των δύο θεωριών για το στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη Κίνα. Οι τρεις επαναστατικές πολιτικές θέσεις του Εθνικισμού, της Δημοκρατίας και της Ευημερίας του Λαού ενσαρκώνονται στις Τρεις Αρχές του Λαού, με την καινούργια ερμηνεία που έδωσε ο Δο. Σουν Γιάτ-Σεν το 1924, συμφωνούν βασικά με το κομμουνιστικό πολιτικό πρόγραμμα για το στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης στη Κίνα. Επειδή ακριβώς υπάρχει αυτή η ομοιότητα και επειδή οι Τρεις Αρχές του Λαού μπήκαν σε εφαρμογή, δημιουργήθηκε το ενιαίο μέτωπο των δύο θεωριών και των δύο κομμάτων. Είναι λάθος να αγνοήσουμε την πλευρά αυτού του ζητήματος.

Δεύτερον: Ποιες είναι οι διαφορές: 1) Η διαφορά σε ένα σημείο για την πλήρη πραγματοποίηση της εξουσίας του λαού, για την επανάσταση. Το κομμουνιστικό πρόγραμμα για ολόκληρη την πορεία της δημοκρατικής επανάστασης περιλαμβάνει μερικά σημεία για την πλήρη πραγματοποίηση της εξουσία του λαού, για το οχτάωρο και για την πλήρη αγροτική επανάσταση, ενώ δε το περιλαμβάνουν οι Τρεις Αρχές του Λαού. Εάν αυτά δεν προστεθούν στις Τρεις Αρχές του Λαού και δεν γίνουν οι προετοιμασίες για την εφαρμογή τους, τότε τα δύο δημοκρατικά προγράμματα θα είναι ίδια μόνο στις βασικές αρχές και όχι απόλυτα. 2) Η διαφορά βρίσκεται μεταξύ του αν θα έχουμε ή όχι στάδιο σοσιαλιστικής επανάστασης. Εκτός από το στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης, ο κομμουνισμός προβλέπει και το στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Δηλαδή εκτός από το μίνιμουμ πρόγραμμα έχει και το μάξιμουμ πρόγραμμά του, με άλλα λόγια το πρόγραμμα για την πραγματοποίηση του κοινωνικού καθεστώτος του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Οι Τρεις Αρχές του Λαού περιλαμβάνουν μόνο το στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης, αλλά όχι και το στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Γι’ αυτό έχουν μόνον μίνιμουμ πρόγραμμα και όχι μάξιμουμ πρόγραμμα, δηλαδή δεν έχουν πρόγραμμα για την οικοδόμηση του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού συστήματος. 3)Η διαφορά κοσμοαντίληψης. Η αντίληψη του κομμουνισμού για τον κόσμο είναι ο διαλεχτικός υλισμός και ο ιστορικός υλισμός, ενώ η κοσμοαντίληψη των Τριών Αρχών του Λαού έχει σχέση με την ερμηνεία της ιστορίας με βάση τις ανάγκες της ευημερίας του λαού, αντίληψη που είναι ουσιαστικά δυαρχία ή ιδεαλισμός. Αυτές οι δύο αντιλήψεις είναι αντίθετες. 4)Η διαφορά για την ολοκλήρωση της επανάστασης. Στους κομμουνιστές υπάρχει ενότητα θεωρίας και πράξης, δηλαδή οι κομμουνιστές είναι συνεπείς επαναστάτες. Οι οπαδοί των Τριών Αρχών του Λαού, με εξαίρεση αυτούς που είναι αφοσιωμένοι στην επανάσταση και στην αλήθεια δεν χαρακτηρίζονται από την ενότητα θεωρίας και πράξης, τα λόγια τους και τα έργα τους αντιφάσκουν με άλλα λόγια, δεν χαρακτηρίζονται από αποφασιστική συνέπεια. Αυτές οι διαφορές ξεχωρίζουν τους κομμουνιστές από τους οπαδούς των Τριών Αρχών του Λαού. Αναμφισβήτητα, θα ήταν, εντελώς εσφαλμένο, να παραβλέπαμε το γεγονός αυτό, να βλέπαμε μόνο την πλευρά της ενότητας και να παραγνωρίζαμε την πλευρά της αντίθεσης.

Αφού καταλάβουμε όλα αυτά μπορούμε να δούμε τί σημαίνει η απαίτηση των υπεραντιδραστικών αστών ότι ο κομμουνισμός πρέπει να «τεθεί στη γωνία». Αποβλέπει είτε στην ηγεμονία της αστικής τάξης ή είναι αποτέλεσμα της έλλειψης κοινού μυαλού.

10. Οι παλιές και οι νέες Τρεις Αρχές του Λαού

Οι υπεραντιδραστικοί αστοί δεν έχουν καθόλου αντιληφθεί τις ιστορικές αλλαγές, γι’ αυτό οι γνώσεις τους είναι τόσο ασήμαντες, σχεδόν μηδαμινές. Δεν καταλαβαίνουν ούτε τη διαφορά ανάμεσα στην κομμουνιστική θεωρία και στις τρεις αρχές του λαού, ούτε τη διαφορά ανάμεσα στις Τρεις Νέες Αρχές του Λαού και στις τρεις παλιές.

Εμείς οι κομμουνιστές, αναγνωρίζουμε «Τις Τρεις Αρχές του Λαού σαν τη πολιτική βάση του Ενιαίου αντι-ιαπωνικού Εθνικού Μετώπου». Αναγνωρίζουμε ότι «οι Τρεις Αρχές του Λαού είναι ότι χρειάζεται σήμερα η Κίνα. Το κόμμα μας είναι έτοιμο να αγωνισθε΄8ι για την πλήρη πραγματοποίησή τους», και αναγνωρίζουμε ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα του κομμουνισμού συμφωνεί βασικά με τις Τρεις Αρχές του Λαού. Αλλά για ποιες Τρεις Αρχές του Λαού πρόκειται; Οι Τρεις Αρχές του Λαού για τις οποίες συζητάμε δεν είναι άλλες παρά οι Τρεις Αρχές του Λαού με τη νέα ερμηνεία που έδωσε ο Σουν Γιάτ-Σεν στο Μανιφέστο του Πρώτου Εθνικού Συνεδρίου του Κουόμιντανγκ. Θα ήθελα να συστήσω, στους κύριους αυτούς της κλίκας των υπεραντιδραστικών σε μια από κείνες τις στιγμές της γαλήνιας ικανοποίησης μετά την δουλειά τους για το «Τί είναι κομμουνισμός» «Διαλύστε τον κομμουνισμό» και «πολεμείστε τον κομμουνισμό» να ρίξουν μια ματιά στο Μανιφέστο αυτό. Στην πραγματικότητα ο Δρ. Σουν Γιάτ-Σεν στο Μανιφέστο αυτό διακηρύσσει: «Αυτή είναι η αυθεντική ερμηνεία των Τριών Αρχών του Λαού του Κουόμιντανγκ». Απ’ αυτό βγαίνει ότι μόνο αυτές οι Τρεις Αρχές του Λαού είναι γνήσιες και όλες οι άλλες είναι πλαστογραφημένες. Μόνο η ερμηνεία των Τριών Αρχών του Λαού που δόθηκε στο Μανιφέστο του Πρώτου Εθνικού Συνεδρίου του Κουόμιντανγκ είναι «αληθινή ερμηνεία» και όλες οι άλλες είναι εσφαλμένες. Αυτό αναμφισβήτητα, δεν είναι κομμουνιστικό «κατασκεύασμα» γιατί πολλά μέλη του Κουόμιντανγκ και εγώ ο ίδιος προσωπικά εγκρίνουμε την υιοθέτηση αυτού του Μανιφέστου.

Το Μανιφέστο αυτό αποτελεί ορόσημο ανάμεσα σε δύο εποχές στην ιστορία των Τριών Αρχών του λαού, οι Τρεις Αρχές του Λαού της νέας αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε μια μισοαποικία, οι Τρεις Αρχές του Λαού της Νέας Δημοκρατίας, οι Τρεις Νέες Αρχές του Λαού. Μόνο οι τρεις αυτές αρχές του λαού είναι οι Τρεις επαναστατικές Αρχές του Λαού της νέας περιόδου.

Οι Τρεις επαναστατικές Αρχές του Λαού της νέας περιόδου, οι νέες ή γνήσιες Τρεις Αρχές του Λαού, περιλαμβάνουν τρεις βασικές πολιτικές θέσεις, τη συμμαχία με τη Ρωσία, την συνεργασία με τους κομμουνιστές και την υποστήριξη των αγροτών και εργατών. Χωρίς αυτές τις τρεις βασικές πολιτικές θέσεις ή με την έλλειψη μιας, θα είναι για τη νέα περίοδο, οι εσφαλμένες Τρεις Αρχές του Λαού ή δεν θα είναι οι ολοκληρωμένες Τρεις Αρχές του Λαού.

Πρώτο, οι Τρεις επαναστατικές, νέες και γνήσιες Αρχές του Λαού πρέπει να είναι αρχές συμμαχίας με τη Ρωσία. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στη σημερινή κατάσταση. Αν η πολιτική μας δεν είναι πολιτική συμμαχίας με τη Ρωσία που σημαίνει συμμαχία με το σοσιαλιστικό κράτος, τότε θα είναι αναγκαστικά πολιτική συμμαχίας με τον ιμπεριαλισμό, που σημαίνει να συμμαχήσουμε με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Δεν βλέπετε ότι αυτή ήταν ακριβώς η κατάσταση μετά το 1927; Από τη στιγμή που η σύγκρουση μεταξύ της σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων θα ενταθεί ακόμα περισσότερο, η Κίνα πρέπει να πάει με τη μια ή την άλλη πλευρά, αυτό είναι αναπόφευκτο. Είναι δυνατό να μην ταχθεί με καμιά πλευρά; Όχι, αυτό είναι μια αυταπάτη. Όλες οι χώρες του κόσμου θα ταχθούν με τη μία ή με την άλλη πλευρά αυτών των δύο στρατοπέδων, στο σημερινό κόσμο η «ουδετερότητα» έχει γίνει όρος για εξαπάτηση. Αυτό ισχύει ειδικά στη Κίνα που παλεύει εναντίον μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης που έχει εισδύσει βαθιά μέσα στο έδαφός της. Είναι αδύνατον να πετύχει τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης. Εάν αντικαταστήσουμε τη συμμαχία με τη Ρωσία με τη συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό, τότε η λέξη «επαναστατικές» πρέπει να σβηστεί και οι Τρεις Αρχές του Λαού θα γίνουν αντιδραστικές. Σε τελευταία ανάλυση, δεν μπορούν να υπάρξουν «ουδέτερες» Τρεις Αρχές του Λαού, πρέπει να είναι ή επαναστατικές ή αντεπαναστατικές. Θα μπορούσαμε ακόμα σύμφωνα με την παλιά άποψη του Ουάνγκ Τσινγκ Ουέι να επιχειρήσουμε μια επιθετική δράση εναντίον των δύο πλευρών[21] να έχουμε ένα είδος Τριών Αρχών του Λαού και για τις δύο πλευρές, δεν θα ήταν μεγάλος ηρωισμός; Αλλά είναι κρίμα που κι αυτός ακόμα ο ίδιος ο εφευρέτης, ο Ουάνγκ Τσινγκ-Ουέι απαρνήθηκε κιόλας (ή «έθεσε στη γωνία») αυτό το είδος των Τριών Αρχών του Λαού για τις Τρεις Αρχές του Λαού τις βασισμένες στη συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό. Αλλά υποθέτουμε ότι οι Ανατολικοί ιμπεριαλιστές είναι διαφορετικοί από τους Δυτικού και αφού αυτός ο Ουάνγκ Τσινγκ-Ουέι συμμαχεί με τους ανατολικούς ιμπεριαλιστές εμείς θα συμμαχήσουμε με τους δυτικούς και τότε εμπρός για την ανατολή! Δεν είναι αυτό αρκετά επαναστατικό; Δυστυχώς όμως αφού οι δυτικοί ιμπεριαλιστές θέλουν να αγωνισθούν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και του κομμουνισμού, εφόσον κάνουμε αυτή τη συμμαχία θα μας υποχρεώσουν να βαδίσουμε προς Βορρά και να επιτεθούμε και η επανάστασή μας θα εκμηδενιστεί. Έτσι όλες αυτές οι συνθήκες καθορίζουν ότι οι Τρεις επαναστατικές νέες ή γνήσιες Αρχές του Λαού πρέπει να είναι αρχές συμμαχίας με τη Ρωσία και ποτέ αρχές συμμαχίας με τον ιμπεριαλισμό εναντίον της Ρωσίας.

Δεύτερο, οι Τρεις επαναστατικές νέες ή γνήσιες Αρχές του Λαού πρέπει να είναι αρχές συμμαχίας με τους κομμουνιστές. Εφόσον δεν είσαστε συνεργάτες του κομμουνισμού, πρέπει να τους πολεμάτε. Η πάλη εναντίον του κομμουνισμού, είναι η πολιτική του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού και του Ουάνγκ Τσίνγκ-Ουέι αλλά εάν θέλετε ν’ αγωνιστείτε εναντίον του κομμουνισμού, καλά και άγια, θα σας καλέσουν να πάρετε μέρος στην «αντικομμουνιστική τους επιχείρηση». Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι περνάτε στη γραμμή των προδοτών; Τότε μπορεί να πείτε «δεν πάω με την Ιαπωνία αλλά με μια άλλη δύναμη». Αυτό είναι γελοίο. Ανεξάρτητα ποιόν ακολουθείτε, από τη στιγμή που παλεύετε εναντίον του κομμουνισμού γίνεστε προδότες, γιατί δεν μπορείτε πια να πολεμήσετε εναντίον των Ιαπώνων. «Θα πολεμήσω τους κομμουνιστές ανεξάρτητα». Αλλά αυτό είναι παραλήρημα. Πώς λοιπόν θα μπορέσουν οι «ήρωες» σε μια αποικία ή μισοαποικία να επιχειρήσουν ένα τόσο μεγάλο επαναστατικό έργο χωρίς την βοήθεια του ιμπεριαλισμού; Δέκα χρόνια σχεδόν οι ιμπεριαλιστές όλου του κόσμου εξαπέλυσαν όλες τους τις δυνάμεις εναντίον του κομμουνισμού χωρίς επιτυχία. Πως θα μπορέσετε εσείς ξαφνικά σήμερα να το πετύχετε πολεμώντας εναντίον τους σαν «ανεξάρτητοι»; Λέγεται ότι ορισμένοι άλλοι άνθρωποι σε μερικά άλλα μέρη λένε: «Η πάλη εναντίον του κομμουνισμού είναι καλό πράγμα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να πετύχει». Αν αυτό που λέγεται δεν είναι απλώς διάδοση, είναι μόνο κατά το ήμισυ εσφαλμένο, γιατί τί «καλό» υπάρχει στην πάλη εναντίον του κομμουνισμού; Αλλά το άλλο μισό είναι σωστό: Οπωσδήποτε δεν θα μπορέσετε «ποτέ να πετύχετε» στην πάλη εναντίον του κομμουνισμού. Η αιτία γι’ αυτό βρίσκεται βασικά όχι στους κομμουνιστές αλλά στους απλούς ανθρώπους, που αγαπούν τον κομμουνισμό και δεν θέλουν να στραφούν «εναντίον του». Ο λαός δεν είναι επιεικής, και αν παλέψετε εναντίον του κομμουνισμού τώρα αυτή τη στιγμή που ο εχθρός του έθνους μας εισέδυσε βαθιά στα εδάφη μας, αυτό θα το πληρώσετε με τη ζωή σας. Αυτό είναι πάρα πολύ σίγουρο: Οποιοσδήποτε θελήσει να πολεμήσει εναντίον του κομμουνισμού πρέπει να περιμένει ότι θα γίνει χίλια κομμάτια. Εάν δεν είσαστε αποφασισμένοι να εξαφανιστείτε σίγουρα θα ήταν καλύτερα να σταματήσετε τον πόλεμο αυτού του είδους. Αυτή είναι μια ειλικρινής μας συμβουλή σε όλους τους αντικομμουνιστές «ήρωες». Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι οι Τρεις Αρχές του Λαού σήμερα, πρέπει να είναι οι Τρεις Αρχές του Λαού της συνεργασίας με τους κομμουνιστές, διαφορετικά αυτές οι αρχές θα χαθούν. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για τις Τρεις Αρχές του Λαού. Η συνεργασία με τους κομμουνιστές είναι η ζωή τους και η πάλη εναντίον του κομμουνισμού ο θάνατός τους. Μπορεί κανείς ν’ αποδείξει το αντίθετο;

Τρίτο, οι Τρεις επαναστατικές, νέες ή γνήσιες Αρχές του Λαού πρέπει να αποτελούν τις Τρεις Αρχές του Λαού στην πολιτική της υποστήριξης των αγροτών και εργατών. Το να απορρίψουμε αυτή την πολιτική, το να παραλείψουμε να βοηθήσουμε τους αγρότες και τους εργάτες ειλικρινά και με όλη μας την καρδιά ή να παραλείψουμε να εφαρμόσουμε την εντολή «αφυπνίστε το λαό» που περιέχεται στη διαθήκη του Δρ. Σουν Γιάτ-Σεν είναι σαν να προετοιμάζει κανείς την ήττα της επανάστασης και την ίδια του την καταστροφή. Ο Στάλιν έλεγε: «Το εθνικό ζήτημα, είναι ουσιαστικά ζήτημα αγροτικό»[22], κι αυτό σημαίνει ότι η κινέζικη επανάσταση είναι ουσιαστικά μια αγροτική επανάσταση και η σημερινή πάλη εναντίον της Ιαπωνίας είναι ουσιαστικά πάλη των αγροτών εναντίον της Ιαπωνίας. Η νεοδημοκρατική πολιτική σημαίνει ουσιαστικά παραχώρηση της εξουσίας στους αγρότες. Οι Τρεις νέες ή γνήσιες Αρχές του Λαού αποτελούν ουσιαστικά τις αρχές της αγροτικής επανάστασης. Το πρόβλημα της κουλτούρας των μαζών αποτελεί ουσιαστικά πρόβλημα ανάπτυξης της αγροτικής κουλτούρας. Ο αντι-ιαπωνικός πόλεμος είναι ουσιαστικά ένας αγροτικός πόλεμος. Τώρα είναι καιρός να ακολουθήσουμε την αρχή «να πιάσουμε τα βουνά»[23]. Εκεί οργανώνουμε Συνελεύσεις, πραγματοποιούμε τα καθήκοντά μας, παίρνουμε μαθήματα, εκδίδουμε εφημερίδες, γράφουμε βιβλία και ανεβάζουμε θεατρικές παραστάσεις. Όλα γίνονται στις βουνοκορφές και ουσιαστικά γίνονται για τους αγρότες. Όλα όσα χρειάζονται στην πάλη εναντίον της Ιαπωνίας και για τη συντήρησή μας μας το προμηθεύουν οι αγρότες. Με το «ουσιαστικά» εννοούμε βασικά, χωρίς να αγνοούμε τους άλλους παράγοντες, όπως και ο ίδιος ο Στάλιν το είχε ήδη εξηγήσει. Κάθε μαθητής ξέρει ότι το 80% του πληθυσμού της Κίνας είναι αγρότες. Έτσι το αγροτικό πρόβλημα έχει γίνει το κύριο πρόβλημα της κινέζικης επανάστασης και η αγροτική δύναμη αποτελεί την κύρια δύναμη της κινέζικης επανάστασης. Οι εργάτες έρχονται δεύτεροι μετά τους αγρότες στον κινέζικο πληθυσμό. Υπάρχουν στη Κίνα πολλά εκατομμύρια βιομηχανικοί εργάτες και μερικές δεκάδες εκατομμύρια χειροτέχνες και εργάτες γης. Η Κίνα δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τους εργάτες των διαφόρων κλάδων της βιομηχανίας γιατί είναι οι παραγωγοί στο βιομηχανικό τομέα της οικονομίας. Η επανάσταση δεν θα μπορέσει να νικήσει χωρίς την εργατική τάξη της σύγχρονης βιομηχανίας, γιατί αυτή είναι η πιο συνειδητοποιημένη επαναστατική τάξη που καθοδηγεί την κινέζικη επανάσταση. Σ’ αυτές τις συνθήκες οι Τρεις επαναστατικές νέες ή γνήσιες Αρχές του Λαού πρέπει να γίνουν οι Τρεις Αρχές του Λαού που να περιέχουν την πολιτική της υποστήριξης των αγροτών και των εργατών. Οποιεσδήποτε άλλες Τρεις Αρχές του Λαού που δεν περιλαμβάνουν την πολιτική αυτή, δεν θα βοηθήσουν ειλικρινά και με όλη τους τη καρδιά τους αγρότες και τους εργάτες και η πραγματοποίηση της έκκλησης να «αφυπνίσουμε το λαό» είναι προορισμένη να πέσει στο κενό.

Από αυτό μπορεί κανείς να δει ότι αν ξεχωρίσουμε τις Τρεις Αρχές του Λαού από τις τρεις βασικές πολιτικές θέσεις που είναι η συμμαχία με τη Ρωσία, η συνεργασία με τους κομμουνιστές και η υποστήριξη των αγροτών και εργατών, δεν υπάρχει μέλλον γι’ αυτές. Όλοι οι συνειδητοί οπαδοί των Τριών Αρχών του Λαού πρέπει να σκεφτούν σοβαρά αυτό το σημείο.

Αυτές οι Τρεις Αρχές του Λαού με τις τρεις βασικές πολιτικές θέσεις, αυτές οι Τρεις νέες και γνήσιες Αρχές του Λαού είναι οι Τρεις Αρχές του Λαού της Νέας Δημοκρατίας, η ανάπτυξη των πολιτικών Τριών Αρχών του Λαού, η μεγάλη συνεισφορά του Δρ. Σουν Γιάτ-Σεν, είναι προϊόν της εποχής όπου η κινέζικη επανάσταση έγινε τμήμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Μόνο αυτές οι Τρεις Αρχές του Λαού λέει το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας «είναι αυτό που χρειάζεται η Κίνα σήμερα» και υπόσχεται «ότι θα κάνει το παν για την πλήρη πραγματοποίησή τους». Μόνον αυτές οι Τρεις Αρχές του Λαού συμφωνούν βασικά με το πολιτικό πρόγραμμα του κομμουνιστικού κόμματος για το στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης δηλαδή με το μίνιμουμ πρόγραμμά του.

Όσο για τις παλιές Τρεις Αρχές του Λαού αποτελούσαν προϊόν της παλιάς περιόδου της κινέζικης επανάστασης. Η Ρωσία ήταν τότε ένα ιμπεριαλιστικό κράτος, και δεν μπορούσε βέβαια να υπάρξει μια οποιαδήποτε πολιτική συμμαχίας με αυτήν. Δεν υπήρχε τότε Κομμουνιστικό Κόμμα στη χώρα μας και επομένως δεν μπορούσε να υπάρξει πολιτική συνεργασίας με τους κομμουνιστές. Δεν είχε τότε ακόμα διαπιστωθεί όλη η πολιτική σημασία του εργατικού και αγροτικού κινήματος, και δεν είχε ακόμα τραβήξει την προσοχή του λαού, και προφανώς δεν μπορούσε να υπάρξει συμμαχίας με τους εργάτες και τους αγρότες. Γι’ αυτό οι τρεις Αρχές του Λαού όπως ερμηνεύτηκαν πριν από την αναδιοργάνωση του Κουόμιντανγκ στο 1924, ανήκουν στον παλιό τύπο και είναι οι ξεπερασμένες Τρεις Αρχές του Λαού. Θα ήταν αδύνατο για το Κουόμιντανγκ να προχωρήσει χωρίς την ανάπτυξη τους στις Τρεις νέες Αρχές του Λαού. Ο διορατικός Δρ. Σουν Γιάτ-Σεν πρόσεξε αυτό το σημείο και με τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης και του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, έδωσε μια καινούργια ερμηνεία των Τριών Αρχών του Λαού, προικίζοντάς τις με τις νέες ιστορικές ιδιομορφίες, κι έτσι εγκαθιδρύθηκε το ενιαίο μέτωπο των Τριών Αρχών του Λαού και του κομμουνισμού, και πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεργασία Κουόμιντανγκ – κομμουνιστών, που κέρδισε τη συμπάθεια του λαού σε ολόκληρη τη χώρα και που πραγματοποίησε την επανάσταση του 1924-1927.

Οι Τρεις Αρχές του Λαού ήταν επαναστατικές στην παλιά περίοδο και αντικαθρέφτιζαν τις παλιές ιστορικές ιδιομορφίες. Αλλά αν κανένας στη νέα περίοδο θέλει να παραμένει προσκολλημένος ακόμα στις παλιές Αρχές όταν έχουν διαμορφωθεί ο Τρεις νέες Αρχές του Λαού, ή θέλει να αντιτίθεται στη συμμαχία με τη Ρωσία όταν έχει διαμορφωθεί το σοσιαλιστικό κράτος στη χώρα αυτή, ή θέλει να αντιτίθεται στη συνεργασία με τους κομμουνιστές όταν έχει δημιουργηθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα ή θέλει να αντιτίθεται στην πολιτική της υποστήριξης των αγροτών και εργατών όταν οι εργάτες και οι αγρότες έχουν αφυπνισθεί και διαδηλώνουν την πολιτική τους δύναμη, τότε αυτός είναι ένας αντιδραστικός που έχει πλήρη άγνοια της εποχής. Η αντίδραση μετά το 1927 υπήρξε το αποτέλεσμα αυτής της άγνοιας. Μια παροιμία λέγε: «Ανώτεροι άνθρωποι είναι αυτοί που κατανοούν την εποχή τους». Θα ευχόμουνα οι οπαδοί των Τριών Αρχών του Λαού να θυμηθούν σήμερα αυτή τη παροιμία.

Δεν υπάρχει βασική συμφωνία μεταξύ των Τριών Αρχών του Λαού παλιού τύπου και του μίνιμουμ προγράμματος του κομμουνιστικού κόμματος, γιατί οι παλιές ταίριαζαν στην παλιά περίοδο και έχουν σήμερα ξεπεραστεί. Αλλά αν κάποιο είδος Τριών αντιδραστικών Αρχών του Λαού κατευθύνεται εναντίον της Ρωσίας, εναντίον του κομμουνισμού και εναντίον των εργατών και αγροτών, τότε αναμφισβήτητα αυτές πια είναι οι Τρεις αντιδραστικές Αρχές του Λαού που δεν έχουν απολύτως κανένα κοινό σημείο με το μίνιμουμ πρόγραμμα του κομμουνιστικού κόμματος, απεναντίας θα είναι εχθροί του, και δεν υπάρχει έδαφος για πιο πέρα συζήτηση. Αυτό θα έπρεπε επίσης να το σκεφτούν πολύ καλά οι οπαδοί των Τριών Αρχών του Λαού.

Αλλά οπωσδήποτε εφ’ όσον το καθήκον εναντίον του ιμπεριαλισμού και της φεουδαρχίας δεν έχει βασικά εκπληρωθεί, κανένας έντιμος άνθρωπος δεν μπορεί να απορρίψει τις Τρεις νέες Αρχές του Λαού. Μόνο ο Ουάνγκ Τσινγκ Ουέι και οι όμοιοί του είναι οι μόνοι που τις απορρίπτουν. Δεν έχει σημασία ο ζήλος με τον οποίο υποστηρίζουν τις Τρεις κίβδηλες Αρχές του Λαού, που στρέφονται εναντίον της Ρωσίας, εναντίον του κομμουνισμού, και εναντίον των αγροτών και εργατών, θα βρίσκονται οπωσδήποτε άνθρωποι συνειδητοί και δίκαιοι που θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν τις Τρεις γνήσιες Αρχές του Λαού του δόκτορα Σουν Γιατ-Σεν. Αν μάλιστα στην περίοδο της αντίδρασης στο 1927, βρέθηκαν πολλοί οπαδοί των Τριών γνήσιων Αρχών του Λαού που εξακολούθησαν να παλεύουν για την κινέζικη επανάσταση, σήμερα που ο εχθρός έχει εισδύσει βαθιά μέσα στη χώρα μας, ο αριθμός αυτών των οπαδών όχι μόνο θα διπλασιαστεί, αλλά θα μεγαλώσει κατά χιλιάδες και χιλιάδες. Εμείς οι κομμουνιστές από την αρχή μέχρι το τέλος θα επιμένουμε στη μακρόχρονη συνεργασία με όλους αυτούς τους ειλικρινείς οπαδούς των Τριών Αρχών του Λαού απορρίπτοντας μόνο τους προδότες και τους ορκισμένους εχθρούς του κομμουνισμού και ποτέ δεν θα εγκαταλείψουμε κανέναν από τους φίλους μας.

11. Η νεοδημοκρατική κουλτούρα

Εξηγήσαμε παραπάνω της ιστορικές ιδιομορφίες της κινέζικης πολιτικής στη νέα περίοδο καθώς και το ζήτημα της νέας δημοκρατίας. Τώρα μπορούμε να προχωρήσουμε στο ζήτημα της κουλτούρας.

Μια δοσμένη κουλτούρα αποτελεί την ιδεολογική αντανάκλαση της πολιτικής και της οικονομίας μιας δοσμένης κοινωνίας. Στην Κίνα υπάρχει μια ιμπεριαλιστική κουλτούρα που αντανακλά τον ολικό ή μερικό πολιτικο-οικονομικό έλεγχο του ιμπεριαλισμού στην Κίνα. Αυτή η κουλτούρα διαδόθηκε όχι μόνο από τους εκπολιτιστικούς οργανισμούς που ίδρυσε μόνος του ο ιμπεριαλισμός στην Κίνα, αλλά επίσης και από μερικούς ασυνείδητους Κινέζους. Όλες οι εκδηλώσεις της κουλτούρας που περιέχουν μια δουλόφρονη ιδεολογία ανήκουν σ’ αυτή τη κατηγορία. Υπάρχει επίσης στη Κίνα μια μισοφεουδαρχική κουλτούρα που είναι αντανάκλαση της μισοφεουδαρχικής πολιτικής και οικονομίας, και εκπροσωπείται από όλους αυτούς, που ενώ αντιτίθενται στη νέα κουλτούρα και τη νέα ιδεολογία, κηρύσσονται υπέρ της λατρείας του Κομφούκιου, και εκθειάζουν τη μελέτη των κομφουκιανικών κανόνων, του παλιού, ηθικού κώδικα, και της παλιάς ιδεολογίας. Η ιμπεριαλιστική κουλτούρα και η μισοφεουδαρχική κουλτούρα είναι δυό πολύ αγαπημένες αδερφές, που έχουν σχηματίσει ένα ενιαίο αντιδραστικό μπλοκ εναντίον της νέας κουλτούρας της Κίνας. Αυτή η αντιδραστική κουλτούρα είναι στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστών και της φεουδαρχίας και πρέπει να σαρωθεί. Χωρίς να εξασφαλισθεί αυτή είναι αδύνατο να οικοδομήσουμε μια νέα κουλτούρα. Η νέα κουλτούρα και η αντιδραστική κουλτούρα έχουν μπλεχτεί σε έναν αγώνα μέχρι θανάτου. Η μία πρέπει να πεθάνει για να ζήσει η άλλη. Δεν υπάρχει οικοδόμηση χωρίς καταστροφή, δεν υπάρχουν ρεύματα χωρίς φραγμούς και δεν υπάρχει κίνηση χωρίς στασιμότητα.

Όσο για τη νέα κουλτούρα, αυτή αντανακλά ιδεολογικά τη νέα πολιτική και τη νέα οικονομία και βρίσκεται στην υπηρεσία της νέας πολιτικής και της νέας οικονομίας.

Όπως αναφέρουμε στο κεφάλαιο 3 από τότε που έκανε την εμφάνισή της στην Κίνα η καπιταλιστική οικονομία, ο χαρακτήρας της κινέζικης κοινωνίας άλλαξε βαθμιαία και δεν είναι πια μια κοινωνία ολοκληρωτικά φεουδαρχική αλλά μισοφεουδαρχική, αν και η φεουδαρχική οικονομία εξακολουθεί να κυριαρχεί. Σε σχέση με τη φεουδαρχική οικονομία, η τέτοια καπιταλιστική οικονομία είναι νέα οικονομία. Μαζί με αυτήν τη νέα καπιταλιστική οικονομία εμφανίζονται και αναπτύσσονται νέες πολιτικές δυνάμεις, είναι οι πολιτικές δυνάμεις της αστικής τάξης, της μικροαστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αυτές οι νέες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις αντανακλώνται ιδεολογικά στην νέα κουλτούρα που είναι στην υπηρεσία τους. χωρίς την καπιταλιστική οικονομία, χωρίς την αστική τάξη, την μικροαστική τάξη και το προλεταριάτο και χωρίς τις πολιτικές δυνάμεις αυτών των τάξεων, δεν θα είχε εμφανιστεί ούτε η νέα ιδεολογία ούτε η νέα κουλτούρα.

Όλες οι νέες πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές δυνάμεις είναι οι επαναστατικές δυνάμεις στην Κίνα που αντιτίθενται στη παλιά πολιτική, στη παλιά οικονομία και στην παλιά κουλτούρα, που σχηματίστηκαν από δύο μέρη: το ένα είναι η μισοφεουδαρχική πολιτική της ίδιας της Κίνας, η οικονομία και η κουλτούρα και το άλλο, η ιμπεριαλιστική πολιτική οικονομία και κουλτούρα, η οποία κυριαρχεί. Όλα αυτά είναι σάπια και πρέπει να καταστραφούν ολοκληρωτικά. Η πάλη ανάμεσα στο καινούργιο και το παλιό, στην κινέζικη κοινωνία είναι η πάλη ανάμεσα στις νέες δυνάμεις των πλατιών λαϊκών μαζών (τις διάφορες επαναστατικές τάξεις) και στις παλιές δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και της τάξης των φεουδαρχών. Μια τέτοια πάλη ανάμεσα στο καινούργιο και στο παλιό είναι μια πάλη ανάμεσα στην επανάσταση και στην αντεπανάσταση. Αυτή η πάλη διαρκεί εκατό ολόκληρα χρόνια αν την υπολογίσουμε από την εποχή του Πολέμου του Οπίου, και σχεδόν τριάντα χρόνια αν την υπολογίσουμε από την επανάσταση του 1911.

Αλλά όπως είπαμε προηγούμενα, η επανάσταση μπορεί επίσης να χωριστεί στην παλιά και στη νέα, και ότι ήταν νέο στη μια ιστορική περίοδο να γίνει παλιό στην άλλη. Ο αιώνας της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην Κίνα μπορεί να διαιρεθεί σε δυό κύρια στάδια –ένα πρώτο διάρκειας ογδόντα χρόνων και ένα δεύτερο διάρκειας είκοσι χρόνων. Στο κάθε ένα αντιστοιχεί μια βασική ιστορική ιδιομορφία. Η αστικοδημοκρατική επανάσταση της Κίνας στα ογδόντα πρώτα χρόνια ανήκει στο παλιό τύπο επανάστασης, ενώ αυτή στα επόμενα είκοσι χρόνια χάρη στις αλλαγές που επήλθαν στη διεθνή και εσωτερική κατάσταση, ανήκει στις επαναστάσεις νέου τύπου. Η ιδιομορφία των ογδόντα πρώτων χρόνων είναι η παλιά δημοκρατία, η ιδιομορφία των είκοσι τελευταίων χρόνων είναι η Νέα Δημοκρατία. Αυτή η διάκριση ισχύει στην κουλτούρα όπως επίσης και στην πολιτική.

Πως εκδηλώνεται η διάκριση αυτή στη κουλτούρα; Αυτό το πρόβλημα θα αναπτύξουμε παρακάτω.

12. Οι ιστορικές ιδιομορφίες της πολιτιστικής επανάστασης στη Κίνα

Στο πολιτιστικό και ιδεολογικό μέτωπο της Κίνας διακρίνουμε δύο ξεχωριστές ιστορικές περιόδους, την περίοδο πριν το κίνημα της 4ης Μάη και την κατοπινή περίοδο μετά το κίνημα αυτό.

Πριν από το κίνημα της 4ης Μάη η πάλη στο πολιτιστικό μέτωπο της Κίνας ήταν η πάλη ανάμεσα στη νέα κουλτούρα της αστικής τάξης και στη παλιά κουλτούρα της φεουδαρχικής τάξης. Πριν από το κίνημα της 4ης Μάη, η πάλη ανάμεσα στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα και το παλιό αυτοκρατορικό σύστημα εξετάσεων[24] ανάμεσα στη νέα και την παλιά επιστήμη και ανάμεσα στη Δυτική και κινέζικη επιστήμη, είχαν ακριβώς αυτόν τον χαρακτήρα. Οι σπουδές στα σύγχρονα σχολείο, η νέα επιστήμη και η δυτική επιστήμη αποτελούνταν βασικά (λέμε βασικά, γιατί διατηρούσαν σε κάποιο βαθμό αρκετά βλαβερά ίχνη της κινέζικης φεουδαρχίας», από τις φυσικές επιστήμες και τις αστικές κοινωνικές και πολιτικές θεωρίες, από τις οποίες οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης είχαν ανάγκη. Αυτή την εποχή η ιδεολογία της νέας επιστήμης έπαιζε έναν επαναστατικό ρόλο στην καταπολέμηση της κινέζικης φεουδαρχικής ιδεολογίας, και ήταν στην υπηρεσία της αστικοδημοκρατικής επανάστασης της παλιάς περιόδου. Αλλά επειδή η κινέζικη αστική τάξη αποδείχτηκε ανίσχυρη και ο κόσμος μπήκε στην περίοδο ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού, αυτή η αστική ιδεολογία νικήθηκε με τις πρώτες μάχες από την αντιδραστική συμμαχία, ανάμεσα στις αποικιακές ιδέες του ξένου ιμπεριαλισμού και στην καθυστερημένη κινέζικη φεουδαρχική ιδεολογία. Αμέσως από τις πρώτες μικρές αντεπιθέσεις της αντιδραστικής ιδεολογικής συμμαχίας, η νέα επιστήμη υπέστειλε τη σημαία, σταμάτησε τα τύμπανα και σήμανε υποχώρηση, έχασε την ψυχή της και διατήρησε μόνο το πτώμα της. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, η παλιά αστικοδημοκρατική κουλτούρα αποσυντέθηκε και απονευρώθηκε και η ήττα της ήταν αναπόφευκτη.

Αλλά μετά το κίνημα της 4ης Μάη τα πράγματα πήραν διαφορετικό δρόμο. Τότε εμφανίστηκε στη Κίνα μια ολοκαίνουργια πολιτιστική δύναμη, με νέες δυνάμεις, οι ιδέες μια κομμουνιστικής κουλτούρας που κατευθύνονταν από τους Κινέζους κομμουνιστές: η κομμουνιστική αντίληψη για τον κόσμο και η κομμουνιστική θεωρία της κοινωνικής επανάστασης. Το κίνημα της 4ης Μάη εκδηλώθηκε το 1919, η ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και το πραγματικό εργατικό κίνημα εμφανίστηκε το 1921, όλα έγιναν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την Οκτωβριανή επανάσταση δηλαδή τη στιγμή που σ’ ολόκληρο τον κόσμο το εθνικό πρόβλημα και τα αποικιακά επαναστατικά κινήματα μετέβαλαν την παλιά τους φυσιογνωμία. Η σχέση αυτή ανάμεσα στην κινέζικη επανάσταση και την παγκόσμια επανάσταση, είναι ολοφάνερη εδώ. Καθώς η νέα πολιτική δύναμη –το κινέζικο προλεταριάτο και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας – εμφανίζεται στη κινέζικη πολιτική σκηνή, εμφανίστηκε επίσης η νέα πολιτιστική δύναμη, με νέα στολή και καινούργια όπλα, που συγκέντρωσε όλους τους δυνατούς συμμάχους και ρίχτηκε στη μάχη επιχειρώντας ατρόμητες και ηρωικές επιθέσεις εναντίον της ιμπεριαλιστικής και φεουδαρχικής κουλτούρας. Αυτή η νέα δύναμη ανέπτυξε πλατιά τις δυνάμεις της στην περιοχή των κοινωνικών επιστημών όπως επίσης στη περιοχή της φιλολογίας και της τέχνης, της φιλοσοφίας, των οικονομικών και πολιτικών επιστημών, στη στρατιωτική επιστήμη, στην ιστορία, στα γράμματα και στις τέχνες (που είναι η δραματική τέχνη, ο κινηματογράφος, η μουσική, η γλυπτική, η ζωγραφική). Στα είκοσι τελευταία χρόνια, σ’ οποιαδήποτε διεύθυνση κι αν έστρεφε το βλέμμα της αυτή η νέα πολιτιστική δύναμη, υποκινούσε κάθε φορά μια μεγάλη επανάσταση τόσο στις ιδέες όσο και στη μορφή (όπως στη μορφή της γραπτής γλώσσας). Οι επιδράσεις της είναι τόσο μεγάλες και η δύναμή της τόσο τρομακτική ώστε πρακτικά είναι ακατανίκητη όπου και να στραφεί. Οι τεράστιες δυνάμεις που κινητοποίησε είναι χωρίς προηγούμενο σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ιστορίας της Κίνας. Ο πιο μεγάλος και ο πιο θαρραλέος σημαιοφόρος αυτής της νέας πολιτιστικής στρατιάς είναι ο Λου Σιν. Ήταν ο ανώτατος αρχηγός της πολιτικής επανάστασης της Κίνας, δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος συγγραφέας αλλά επίσης ένας μεγάλος στοχαστής και ένας μεγάλος επαναστάτης και απελευθερωμένος από οποιαδήποτε ίχνη δουλοπρέπειας και κολακείας. Τέτοια δύναμη χαρακτήρα είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός ανάμεσα στους αποικιακούς και μισοαποικιακούς λαούς. Ο Λου-Σιν εκπροσωπώντας την μεγαλύτερη πλειοψηφία του λαού, αποτέλεσε ένα ξεχωριστό παράδειγμα εθνικού ήρωα στο πολιτιστικό μέτωπο, ο πιο φλογερός ήρωας που χτύπησε και σύντριψε το μέτωπο του εχθρού. Η γραμμή που ακολούθησε ήταν ακριβώς η γραμμή νέας κουλτούρας του κινέζικου λαού.

Πριν από το κίνημα της 4ης Μάη η νέα κουλτούρα της Κίνας ήταν μια κουλτούρα του παλιού αστικοδημοκρατικού τύπου και αποτελούσε τμήμα της καπιταλιστικής πολιτιστικής επανάστασης της παγκόσμιας αστικής τάξης. Μετά το κίνημα της 4ης Μάη η αστική τάξη παρέμεινε περισσότερο καθυστερημένη στην πολιτιστική ιδεολογία παρά στην πολιτική. Η αστική πολιτιστική ιδεολογία δεν μπορεί με κανένα τρόπο να παίξει πιο καθοδηγητικό ρόλο παρά μόνο μπορεί ως ένα βαθμό να παίζει έναν ρόλο συμμάχου στη διάρκεια της περιόδου της επανάστασης στην οποία τον καθοδηγητικό ρόλο τον διαδραματίζει η ιδεολογία της προλεταριακής κουλτούρας. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός που κανένας δεν μπορεί να το αρνηθεί.

Αυτό που ονομάζουμε κουλτούρα της νέας δημοκρατίας είναι η αντιιμπεριαλιστική και αντιφεουδαρχική κουλτούρα των πλατειών μαζών του λαού. Σήμερα αυτή είναι η κουλτούρα του ενιαίου αντι-ιαπωνικού μετώπου. Αυτή η κουλτούρα μπορεί να καθοδηγηθεί μόνον από την προλεταριακή ιδεολογία του κομμουνισμού και όχι από την πολιτιστική ιδεολογία μια άλλης οποιασδήποτε τάξης. Η νεοδημοκρατική κουλτούρα είναι με μια λέξη, η αντιιμπεριαλιστική, η αντιφεουδαρχική κουλτούρα των πλατειών μαζών του λαού κάτω από την καθοδήγηση του προλεταριάτου.

13. Οι τέσσερις περίοδοι

Κάθε πολιτιστική επανάσταση είναι η ιδεολογική αντανάκλαση της πολιτικής και οικονομικής επανάστασης τις οποίες και υπηρετεί. Στην Κίνα υπάρχει ένα ενιαίο μέτωπο στην πολιτιστική επανάσταση, όπως και στην πολιτική επανάσταση. Τα είκοσι τελευταία χρόνια της ιστορίας του ενιαίου μετώπου της πολιτιστικής επανάστασης, χωρίζονται σε τέσσερις περιόδους: η πρώτη καλύπτει τα δύο χρόνια από τα 1919-1921, η δεύτερη τα έξι χρόνια από το 1921-1927, η Τρίτη τα δέκα χρόνια από το 1927-1937 και η τέταρτη τα τρία χρόνια από το 1937 μέχρι σήμερα.

Η πρώτη περίοδος αρχίζει από το κίνημα της 4ης Μάη 1919 μέχρι την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας το 1921. Στην περίοδο αυτή το κίνημα της 4ης Μάη βάζει την σφραγίδα του.

Το κίνημα της 4ης Μάη ήταν ένα αντιιμπεριαλιστικό και ταυτόχρονα αντιφεουδαρχικό κίνημα. Η ξεχωριστή ιστορική σημασία του έγκειται σε μια ιδιομορφία που έλειπε από την επανάσταση του 1911 που ήταν η αμείλικτη και συνεπής πάλη εναντίον του ιμπεριαλισμού, η αμείλικτη και συνεπής πάλη εναντίον της φεουδαρχίας. Το κίνημα της 4ης Μάη παρουσίαζε την ιδιομορφία αυτή γιατί η καπιταλιστική οικονομία στη Κίνα είχε κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός και επειδή γεννήθηκαν νέες ελπίδες για την απελευθέρωση του κινέζικου έθνους και γιατί η επαναστατική διανόηση της Κίνας έβλεπε τις τρεις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, Ρωσία, Γερμανία και Αυστροουγγαρία να καταρρέουν, και δύο άλλες της Αγγλία και τη Γαλλία να αδυνατίζουν, ενώ το Ρώσικο προλεταριάτο δημιουργούσε ένα σοσιαλιστικό κράτος, και το γερμανικό και Αυστριακό (Ουγγαρέζικο) και Ιταλικό προλεταριάτο είχε ξεσηκωθεί σε επανάσταση. Το κίνημα της 4ης Μάη γεννήθηκε σαν απάντηση στην έκκληση της παγκόσμιας επανάστασης αυτής της εποχής, στην έκκληση της Ρώσικης επανάστασης και του Λένιν. Αποτελούσε τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης αυτής της εποχής. Αν και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν υπήρχε ακόμα τότε στη διάρκεια του κινήματος της 4ης Μάη, υπήρχαν όμως πολλοί διανοούμενοι που επιδοκίμαζαν τη Ρώσικη επανάσταση και είχαν αρχίσει να ασπάζονται τη κομμουνιστική ιδεολογία.

Το κίνημα της 4ης Μάη ήταν στην αρχή ένα επαναστατικό κίνημα του ενιαίου μετώπου των τριών τμημάτων του λαού: των κομμουνιστών διανοούμενων, των επαναστατών μικροαστών διανοούμενων και των αστών διανοούμενων (οι τελευταίοι συγκρότησαν την δεξιά πτέρυγα του κινήματος). Το αδύνατο σημείο ήταν πως το συγκροτούσαν μόνο διανοούμενοι και δεν συμμετείχαν οι εργάτες και οι αγρότες. Όμως αμέσως με το ξεκίνημα του κινήματος της 3ης Ιούνη[25] πήραν μέρος όχι μόνο οι διανοούμενοι αλλά επίσης μεγάλα τμήματα του προλεταριάτου, της μικροαστικής τάξης και της αστικής τάξης και έγινε ένα επαναστατικό κίνημα σε πανεθνική κλίμακα. Η πολιτιστική επανάσταση που πραγματοποιούσε το κίνημα της 4ης Μάη ήταν ένα κίνημα που μάχονταν ολοκληρωτικά την φεουδαρχική κουλτούρα. Από την αυγή της κινέζικης ιστορίας μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ποτέ μια τόσο μεγάλη και ολοκληρωμένη πολιτιστική επανάσταση. Υψώνοντας ταυτόχρονα τις δύο μεγάλες σημαίες – πολεμώντας την παλιά ηθική και προβάλλοντας τη νέα, πολεμώντας την παλιά φιλολογία και προβάλλοντας τη νέα – η πολιτιστική επανάσταση σημείωσε μεγάλες επιτυχίες. Δεν ήταν τότε δυνατό ακόμα η πολιτιστική επανάσταση να επεκταθεί πιο πολύ στις μάζες των εργατών και των αγροτών. Έριξε το σύνθημα η «Φιλολογία για τους απλούς ανθρώπους» αλλά ο όρος «απλοί άνθρωποι» αναφέρονταν τότε, μόνο στους διανοούμενους της αστικής τάξης και της μικροαστικής τάξης των πόλεων, ή τους αποκαλούμενους διανοούμενους των κωμοπόλεων. Το κίνημα της 4ης Μάη, όπως επίσης και το κίνημα της 30ης Μάη και η Εκστρατεία του Βορρά, προετοίμασαν την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος, τόσο από ιδεολογική άποψη όσο και από πλευράς στελεχών. Οι αστοί διανοούμενοι αποτελούσαν τότε την δεξιά πτέρυγα του κινήματος της 4ης Μάη. Στη δεύτερη περίοδο, το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς συνθηκολόγησε με τον εχθρό και πήγε με το μέρος της αντίδρασης.

Στη δεύτερη περίοδο, η οποία έχει σαν ορόσημο την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, το κίνημα της 30ης Μάη, την Εκστρατεία του Βορρά και το ενιαίο μέτωπο των τριών τάξεων το οποίο δημιουργήθηκε στη διάρκεια του κινήματος της 4ης Μάη και το οποίο διατηρήθηκε και αναπτύχθηκε η αγροτιά παρακινήθηκε να πάρει μέρος, κι έτσι δημιουργήθηκε ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο αυτών των τριών τάξεων, χάρη στη συνεργασία του Κουόμινταγκ και του κομμουνιστικού κόμματος από την πρώτη στιγμή. Ο Δρ. Σουν Γιατ Σεν ήταν μεγάλος όχι μόνο γιατί καθοδήγησε τη μεγάλη Επανάσταση του 1911 (αν και ήταν μια δημοκρατική επανάσταση παλιού τύπου), αλλά επίσης επειδή μπόρεσε ο ίδιος να «προσαρμόσει τα παγκόσμια ιστορικά ρεύματα στις ανάγκες των μαζών» διατυπώνοντας τις τρεις βασικές πολιτικές επαναστατικές θέσεις, τη συμμαχία με τη Ρωσία, την συνεργασία με τους κομμουνιστές και την βοήθεια στους αγρότες και τους εργάτες, δίνοντας στις Τρεις Αρχές του Λαού μια καινούργια ερμηνεία, θεμελιώνοντας έτσι τις Τρεις νέες Αρχές του Λαού με τις τρεις βασικές πολιτικές θέσεις.

Πριν απ’ αυτό οι Τρεις Αρχές του Λαού πολύ λίγο ενδιέφεραν τους μορφωτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους ή τη νεολαία, γιατί δεν περιείχαν ούτε το σύνθημα της πάλης εναντίον του ιμπεριαλισμού, ούτε το σύνθημα της πάλης εναντίον του φεουδαρχικού κοινωνικού συστήματος και δεν στρέφονταν εναντίον της φεουδαρχικής πολιτιστικής ιδεολογίας. Πριν απ’ όλα αυτά οι Τρεις Αρχές του Λαού θεωρούνταν ότι ήταν η προσωρινή σημαία μιας ομάδας ανθρώπων που αγωνίζονται να αρπάξουν την κυβερνητική εξουσία και να εξασφαλίσουν έτσι κυβερνητικές θέσεις, μια σημαία μόνο για αριβίστες πολιτικούς. Μετά απ’ αυτό, εμφανίστηκαν οι Τρεις νέες Αρχές του Λαού με τις τρεις βασικές πολιτικές θέσεις. Η συνεργασία ανάμεσα στο Κουόμιντανγκ και το κομμουνιστικό κόμμα και οι κοινές προσπάθειες των επαναστατικών μελών των δύο κομμάτων διέδωσαν τις Τρεις νέες Αρχές του λαού σ’ ολόκληρη τη Κίνα σε ένα τμήμα των πνευματικών και εκπαιδευτικών κύκλων και στις πλατιές μάζες της σπουδάζουσας νεολαίας. Αυτό οφείλεται ολοκληρωτικά στο γεγονός ότι οι Τρεις πρώτες Αρχές του Λαού αναπτύχθηκαν στις Τρεις αντιιμπεριαλιστικές, αντιφεουδαρχικές και νεοδημοκρατικές Αρχές του Λαού με τις τρεις βασικές πολιτικές θέσεις. Χωρίς αυτή την ανάπτυξη, θα ήταν αδύνατη η διάδοση αυτών των ιδεών των Τριών Αρχών του Λαού.

Στη δεύτερη περίοδο, οι Τρεις επαναστατικές Αρχές του λαού έγιναν πολιτική βάση του Ενιαίου μετώπου του Κουόμιντανγκ του κομμουνιστικού κόμματος και των άλλων επαναστατικών τάξεων, και εφόσον «ο κομμουνισμός είναι καλύτερος φίλος των Τριών Αρχών του Λαού», τα δύο δόγματα αποτέλεσαν ένα ενιαίο μέτωπο. Σε σχέση με τις κοινωνικές τάξεις, αυτό ήταν ένα ενιαίο μέτωπο του προλεταριάτου, της αγροτιάς, της μικροαστικής τάξης των πόλεων και της αστικής τάξης. Με την κομμουνιστική εφημερίδα «Εβδομαδιαίος Οδηγητής» της εποχής αυτής τα «Δημοκρατικά Καθημερινά Νέα» του Κουόμιντανγκ στη Σαγκάη και άλλες εφημερίδες σε διάφορες βάσεις επιχειρήσεων, τα δύο κόμματα υιοθέτησαν από κοινού την υπόθεση του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα. Από κοινού αντιτάχθηκαν στο φεουδαρχικό εκπαιδευτικό σύστημα που βασίζονταν στη λατρεία του Κομφούκιου και στη μελέτη του Κομφουκιανού κανόνα, και από κοινού καταπολέμησαν την παλιά φιλολογία και το παλιό φιλολογικό στυλ με τον αρχαίο φεουδαρχικό τρόπο και προώθησαν τη νέα φιλολογία και το ζωντανό στυλ με ένα αντιιμπεριαλιστικό και αντιφεουδαρχικό περιεχόμενο. Η αντιιμπεριαλιστική και αντιφεουδαρχική αυτή ιδεολογία διαδόθηκε στις ένοπλες δυνάμεις της Κίνας στη διάρκεια του πολέμου στο Κουαντούνγκ και στην Εκστρατεία του Βορρά και τις διαφοροποίησε σε ένα αρκετά μεγάλο βαθμό. Ανάμεσα στα εκατομμύρια και εκατομμύρια των αγροτικών μαζών, ρίχτηκαν τα συνθήματα «κάτω οι διεφθαρμένοι γραφειοκράτες» και «κάτω οι ντόπιοι θρασύδειλοι και οι κακοί ευγενείς» και ξεσήκωσαν μεγάλους επαναστατικούς αγώνες. Χάρη σε όλα αυτά και στη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης, κερδήθηκε η νίκης της Εκστρατείας του Βορρά. Αλλά από τη στιγμή που η αστική τάξη ανέβηκε στην εξουσία, έβαλε τέρμα στην επανάσταση και η πολιτική κατάσταση πήρε μια νέα μορφή.

Η Τρίτη περίοδος ήταν η νέα επαναστατική περίοδος μεταξύ του 1927 και 1937. Από τότε, Τρεις μόνο από τις τάξεις που περιλαμβάνονταν στο επαναστατικό στρατόπεδο, -το προλεταριάτο, η αγροτιά και τα άλλα τμήματα της μικροαστικής τάξης (συμπεριλαμβανομένης και της επαναστατικής διανόησης)- παρέμειναν, επειδή μέσα στο επαναστατικό στρατόπεδο επήλθε μια αλλαγή. Η κινέζικη αστική τάξη πέρασε στο αντεπαναστατικό στρατόπεδο των ιμπεριαλιστών και των φεουδαρχικών δυνάμεων ενώ η εθνική αστική τάξη την ακολούθησε, και συνεπώς η κινέζικη επανάσταση μπήκε σε μια νέα περίοδο, πέρασε στα χέρια των μαζών κάτω από τη μοναδική καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Αυτή η περίοδος ήταν από τη μια μεριά μια περίοδος αντεπαναστατικών εκστρατειών «περικύκλωσης και εκμηδένισης», και από την άλλη μεριά μια περίοδος ανάπτυξης τους επαναστατικού κινήματος. Υπήρξαν δύο μορφές των εκστρατειών «περικύκλωσης και εκμηδένισης»: στρατιωτική «περικύκλωση και εκμηδένιση» και η πολιτιστική «περικύκλωση και εκμηδένιση». Υπήρξαν επίσης δύο μορφές ανάπτυξης της επανάστασης: η ανάπτυξη της αγροτικής επανάστασης και η ανάπτυξη της πολιτιστικής επανάστασης. Με την υποκίνηση των ιμπεριαλιστών κινητοποιήθηκαν οι αντιδραστικές δυνάμεις της Κίνας και όλου του κόσμου και για τις δύο μορφές που πήραν οι εκστρατείες «περικύκλωσης και εκμηδένισης» που δεν κράτησαν λιγότερο από δέκα χρόνια και η σκληρότητα που επιδείχθηκε ήταν χωρίς προηγούμενο σ’ ολόκληρο τον κόσμο –εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστές και νέοι σπουδαστές σφαγιάστηκαν και εκατομμύρια εργατο-αγροτικών μαζών διώχτηκαν. Οι άνθρωποι που ήταν υπεύθυνοι για όλα αυτά νόμισαν ότι, οπωσδήποτε ο κομμουνισμός και οι κομμουνιστές θα «περιορίζονταν και θα εκμηδενίζονταν μια για πάντα». Όμως το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο: και στις δύο μορφές που πήραν οι εκστρατείες «περικύκλωσης και εκμηδένισης» απέτυχαν οικτρά. Το αποτέλεσμα της στρατιωτικής εκστρατείας ήταν η πορεία στο Βορρά του Κόκκινου Στρατού για την αντίσταση εναντίον της Ιαπωνίας, και το αποτέλεσμα της πολιτιστικής εκστρατείας ήταν το ξέσπασμα του Κινήματος της επαναστατικής νεολαίας της 9ης Δεκέμβρη του 1935. Και το κοινό αποτέλεσμα των δύο εκστρατειών ήταν η αφύπνιση του λαού σ’ ολόκληρη τη χώρα. Και τα τρία αυτά γεγονότα αποτελούσαν θετικά αποτελέσματα. Το πιο παράξενο απ’ όλα είναι ότι: Αφού το Κομμουνιστικό Κόμμα βρισκόταν εντελώς σε ανυπεράσπιστη θέση σ’ όλα τα πολιτιστικά κέντρα των περιοχών που ελέγχονταν από το Κουόμιντανγκ, γιατί απέτυχε ολοκληρωτικά η πολιτιστική εκστρατεία του Κουόμιντανγκ; Δεν σας κάνει αυτό να σκεφτείτε πιο μακριά και πιο βαθιά; Ακριβώς στο επίκεντρο αυτής της εκστρατείας της «περικύκλωσης και εκμηδένισης» ο κομμουνιστής Λου – Σιν, έγινε ο γίγαντας της κινέζικης πολιτιστικής επανάστασης.

Το αρνητικό αποτέλεσμα της αντεπαναστατικής αυτής εκστρατείας «περικύκλωσης και εκμηδένισης» ήταν η εισβολή του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού στο έδαφός μας. Αυτός είναι ο λόγος που ο λαός μας σε ολόκληρη τη χώρα δοκιμάζει ακόμα και σήμερα, τη πικρή γεύση αυτών των δέκα χρόνων αντικομμουνιστικής εκστρατείας.

Στη διάρκεια της πάλης αυτής της περιόδου, η επαναστατική πλευρά στηρίζονταν στην αντιιμπεριαλιστική και αντιφεουδαρχική Νέα Δημοκρατία και στις Τρεις νέες Αρχές του Λαού, και τα δύο υπηρετούσαν τα συμφέροντα των πλατιών λαϊκών μαζών. Ενώ η αντεπαναστατική πλευρά είχε επιβάλει ένα δεσποτικό ζυγό υποστηριζόμενη από τη συμμαχία της τάξης των γαιοκτημόνων και της μεγαλοαστικής τάξης, που και οι δύο βρίσκονταν κάτω από την κηδεμονία του ιμπεριαλισμού. Αυτός ο δεσποτισμός κομμάτιασε πολιτικά και πολιτιστικά τις τρεις βασικές θέσεις του Δρ. Σουν Γιατ-Σεν και τις νέες του Τρεις Αρχές του Λαού, επιφέροντας έτσι μια βαθιά καταστροφή στο κινέζικο Έθνος.

Η τέταρτη περίοδος είναι η σημερινή περίοδος του αντιιαπωνικού μετώπου. Η ελικοειδής πορεία της κινέζικης επανάσταση οδήγησε ξανά σε ένα ενιαίο μέτωπο τεσσάρων τάξεων, αλλά πολύ μεγαλύτερο σε έκταση, γιατί τα ανώτερα στρώματα περιλαμβάνουν πολλούς εκπροσώπους της ιθύνουσας τάξης, τα μεσαία στρώματα περιλαμβάνουν την εθνική αστική τάξη και τη μικροαστική τάξη, ενώ το κατώτερό του στρώμα περιλαμβάνει ολόκληρο το προλεταριάτο. Έτσι όλες οι τάξεις και τα στρώματα του έθνους συμμετέχουν στη συμμαχία και παλεύουν αποφασιστικά εναντίον του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού. Το πρώτο στάδιο αυτής της περιόδου τελείωσε με την πτώση του Ουχάν. Στη διάρκεια αυτού του σταδίου ολόκληρο το έθνος ήταν αισιόδοξο και χαρούμενο. Υπήρξε μια τάση προς την εκδημοκρατικοποίηση στον πολιτικό και μια σοβαρή μάλλον κινητοποίηση στον πολιτιστικό τομέα. Μετά την πτώση ου Ουχάν μπήκαμε στο δεύτερο στάδιο, στη διάρκεια του οποίου επήλθαν πολλές αλλαγές στην πολιτική κατάσταση. Ένα τμήμα της μεγαλοαστικής τάξης συνθηκολόγησε με τον εχθρό ενώ ένα άλλο τμήμα προτίμησε να πάρει μέρος στην αντίσταση από την αρχή. Η κατάσταση αυτή, αντικαθρεφτίστηκε στον πολιτιστικό τομέα με την αντιδραστική στάση των Γιέχ Τσίνγκ[26], Κάρσον Τσανγκ και άλλων και με την στέρηση της ελευθερίας του λόγου και του τύπου.

Για να ξεπεράσουμε αυτή την κρίση, είναι απαραίτητο να διεξαγάγουμε μια σταθερή πάλη εναντίον όλων των ιδεών που στρέφονται εναντίον της αντίστασης, της αλληλεγγύης και της προόδου. Εφόσον δεν συντριβούν αυτές οι ιδέες δεν υπάρχει ελπίδα για την νίκη της αντίστασης. Ποιο θα είναι το χαρακτηριστικό αυτής της πάλης; Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα που απασχολεί σήμερα το λαό σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με τις εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες, ανεξάρτητα από τα πολλά εμπόδια που θα υπάρξουν στο δρόμο της αντίστασης, ο κινέζικος λαός οπωσδήποτε θα νικήσει. Η πρόοδος που επιτεύχθηκε στη διάρκεια των είκοσι χρόνων μετά το κίνημα της 4ης Μάη ξεπέρασε όχι μόνο εκείνη των ογδόντα τελευταίων χρόνων αλλά στην πραγματικότητα όλη την πρόοδο που επιτελέστηκε σ’ όλες τις χιλιετηρίδες της κινέζικης ιστορίας. Μπορούμε να προβλέψουμε την πρόοδο που θα επιτελέσει η Κίνα στα μελλοντικά είκοσι χρόνια; Η αχαλίνωτη αγριότητα όλων αυτών των σκοτεινών δυνάμεων, ντόπιων και ξένων, προξένησε μεγάλη δυστυχία στο λαό μας, αλλά αυτή η αχαλίνωτη αγριότητα δείχνει όχι μόνο ότι οι σκοτεινές δυνάμεις διατηρούν ακόμα κάποια δύναμη αλλά κι ότι δίνουν την τελική τους μάχη, και επίσης ότι οι λαϊκές μάζες πλησιάζουν βαθμιαία τη νίκη. Αυτό ισχύει για την Κίνα, για ολόκληρη της Ανατολή και για ολόκληρο τον κόσμο.

14. Παρεκκλίσεις στο ζήτημα του χαρακτήρα της κουλτούρας

Κάθε καινούργιο σφυρηλατείται σε σκληρούς και επίμονους αγώνες. Το ίδιο και η νέα κουλτούρα διέγραψε την ελικοειδή της πορεία πραγματοποιώντας τρεις γύρους στα είκοσι τελευταία χρόνια, στη διάρκεια των οποίων πέρασε από διάφορες φάσεις.

Οι αστοί υπεραντιδραστικοί έχουν εντελώς εσφαλμένες απόψεις για το ζήτημα της κουλτούρας όπως και για το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Δεν αντιλαμβάνονται τις ιστορικές ιδιομορφίες της νέας αυτής περιόδου στην Κίνα και δεν αναγνωρίζουν την νεοδημοκρατική κουλτούρα των πλατιών λαϊκών μαζών. Ξεκινάνε από την επιθυμία να εγκαταστήσουν την απόλυτη εξουσία της αστικής τάξης, η οποία στην κουλτούρα εκφράζεται με την απόλυτη κυριαρχία της κουλτούρας της αστικής τάξης. Ένα τμήμα (και αναφέρομαι εδώ μόνο σε ένα τμήμα) πολιτιστικών παραγόντων της αποκαλούμενης ευρωπαιο-αμερικανικής σχολής[27] το οποίο στην πραγματικότητα υποστήριξε την «κομμουνιστική εκμηδένιση» της κυβέρνησης του Κουόμιντανγκ στο πολιτιστικό μέτωπο εμφανίζεται τώρα να υποστηρίζει την πολιτική του που εκφράζεται με τα συνθήματα «περιορισμός του κομμουνισμού» και «εξάλειψη του κομμουνισμού». Δεν θέλουν να αφήσουν τους εργάτες και τους αγρότες να ανυψωθούν πολιτικά και πολιτιστικά. Αυτός ο δρόμος της απόλυτης κυριαρχίας της κουλτούρας των αστών υπεραντιδραστικών οδηγεί σε αδιέξοδο. Το ίδιο συμβαίνει και σ’ ότι αφορά την πολιτική εξουσία γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες. Γι’ αυτό θα ήταν καλύτερα αυτή η απόλυτη κυριαρχία της κουλτούρας να «τεθεί εις την γωνία».

Σε ότι αφορά την εθνική κουλτούρα, ο καθοδηγητικός ρόλος ανήκει στην κομμουνιστική ιδεολογία, και πρέπει να καταβάλουμε προσπάθειες για την διάδοση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού ανάμεσα στην εργατική τάξη και να διαπαιδαγωγήσουμε σωστά και μεθοδικά την αγροτιά και τα άλλα τμήματα των μαζών με το σοσιαλιστικό πνεύμα. Αλλά η εθνική κουλτούρα δεν είναι ακόμα στο σύνολό της σοσιαλιστική.

Στη νεοδημοκρατική πολιτική, οικονομία και κουλτούρα, περιέχεται ένα σοσιαλιστικό στοιχείο, όχι συνηθισμένο στοιχείο, αλλά στοιχείο αποφασιστικής σημασίας, που είναι η καθοδήγηση του προλεταριάτου. Αλλά αν εξετάσουμε τις πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες στο σύνολό τους θα δούμε ότι δεν είναι σοσιαλιστικές, αλλά νεοδημοκρατικές. Στο σημερινό της στάδιο η κινέζικη επανάσταση έχει σαν κεντρικό της καθήκον την πάλη εναντίον του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας φεουδαρχίας, επομένως είναι μια αστικοδημοκρατική επανάσταση και όχι μια σοσιαλιστική επανάσταση που έχει για σκοπό της την ανατροπή του καπιταλισμού. Σε ότι αφορά ον τομέα της λαϊκής κουλτούρας είναι λάθος να ισχυριζόμαστε σήμερα ότι η λαϊκή κουλτούρα είναι ή ότι θα μπορούσε να είναι σο σύνολό της μια λαϊκή κουλτούρα του σοσιαλισμού. Αυτό θα σήμαινε ότι συγχέουμε το ζήτημα της διάδοσης της κομμουνιστικής ιδεολογίας με το ζήτημα της πραγματοποίησης ενός άμεσου προγράμματος δράσης, θα σήμαινε επίσης ότι συγχέουμε την εφαρμογή των κομμουνιστικών απόψεων και μεθόδων στη μελέτη διαφόρων προβλημάτων, στην αφομοίωση επιστημονικών μελετών, στην οργάνωση της δουλειάς και στην εκπαίδευση στελεχών, με το ζήτημα της γραμμής που πρέπει να ακολουθήσουμε για την λαϊκή εκπαίδευση και τη λαϊκή κουλτούρα στο σύνολό της, στο στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης στην Κίνα. Μια λαϊκή κουλτούρα σοσιαλιστική στο περιεχόμενό της πρέπει να είναι η αντανάκλαση της σοσιαλιστικής πολιτικής και οικονομίας. Εφόσον υπάρχει ένας σοσιαλιστικός παράγοντας στην πολιτική μας και στην οικονομία μας, αυτός ο σοσιαλιστικός παράγοντας θα αντανακλάται στη λαϊκή μας κουλτούρα. Αλλά εξετάζοντας την κοινωνία μας στο σύνολό της θα δούμε ότι δεν διαμόρφωσε ακόμα πολιτική και οικονομία εξ ολοκλήρου σοσιαλιστικές κι έτσι δεν μπορεί να είναι μια λαϊκή κουλτούρα εξ ολοκλήρου σοσιαλιστική. Επειδή η σημερινή κινέζικη επανάσταση αποτελεί τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης, το ίδιο και η σημερινή νέα κουλτούρα της Κίνας είναι ένα τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής σοσιαλιστικής νέας κουλτούρας, που είναι και ο μεγαλύτερος σύμμαχος. Αν και αυτό το τμήμα περιέχει σημαντικά στοιχεία σοσιαλιστικής κουλτούρας, η λαϊκή κουλτούρα, αν την πάρουμε στο σύνολό της, δεν αποτελεί ακόμα ολοκληρωμένο τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής σοσιαλιστικής κουλτούρας σαν μια κουλτούρα εντελώς σοσιαλιστική, αλλά μια αξιόλογη αντιιμπεριαλιστική, αντιφεουδαρχική κουλτούρα, κουλτούρα της Νέας Δημοκρατίας των πλατιών λαϊκών μαζών. Ακριβώς όπως η σημερινή κινέζικη επανάσταση δεν μπορεί να απαρνηθεί την καθοδήγηση του κινέζικου προλεταριάτου, έτσι και η νέα κουλτούρα της Κίνας δεν μπορεί να απαρνηθεί την καθοδήγηση των ιδεών της προλεταριακής κουλτούρας της Κίνας δηλαδή την κομμουνιστική ιδεολογία. Εν τούτοις εφόσον το καθήκον της καθοδήγησης στο σημερινό στάδιο είναι να κατευθύνει τις μάζες του λαού στην πραγματοποίηση της αντιιμπεριαλιστικής και αντιφεουδαρχικής πολιτικής και πολιτιστικής επανάστασης το περιεχόμενο της σημερινής νέας λαϊκής κουλτούρας της Κίνας είναι ακόμα νεοδημοκρατικό και όχι σοσιαλιστικό.

Αναμφίβολα τώρα, πρέπει να πλατύνουμε την προπαγάνδα της κομμουνιστικής ιδεολογίας και να βαθύνουμε στη μελέτη του Μαρξισμού – Λενινισμού. Χωρίς αυτή την προπαγάνδα και τη μελέτη δε θα γίνουμε ικανοί να καθοδηγήσουμε ούτε την κινέζικη επανάσταση μέχρι το μελλοντικό στάδιο του σοσιαλισμού αλλά ούτε και ως τη νίκη τη σημερινή νεοδημοκρατική επανάσταση. Αλλά δεν πρέπει μόνο να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στη διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και του κομμουνιστικού κοινωνικού συστήματος και στην πραχτική εφαρμογή του νεοδημοκρατικού προγράμματος δράσης, αλλά επίσης πρέπει να κάνουμε διάκριση και ανάμεσα στην κομμουνιστική θεωρία και στις μεθόδους που εφαρμόζονται στη μελέτη των διαφόρων προβλημάτων, στην αφομοίωση της επιστήμης, στην οργάνωση της δουλειάς και στην εκπαίδευση στελεχών, και στο νεοδημοκρατικό προσανατολισμό για την εθνική κουλτούρα στο σύνολό της. Αποτελεί αναμφισβήτητα λάθος να συγχέουμε αυτά τα δύο διαφορετικά πράγματα.

Από δω βγαίνει το συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο της νέας λαϊκής κουλτούρας της Κίνας στο σημερινό στάδιο, δεν είναι ούτε η απόλυτη κυριαρχία της αστικής κουλτούρας, ούτε ο καθαρός προλεταριακός σοσιαλισμός, αλλά η αντιιμπεριαλιστική και αντιφεουδαρχική Νέα Δημοκρατία των πλατιών λαϊκών μαζών που καθοδηγείται από τις ιδέες της προλεταριακής σοσιαλιστικής κουλτούρας.

15. Για μια εθνική, επιστημονική και μαζική κουλτούρα

Η νεοδημοκρατική κουλτούρα είναι εθνική. Παλεύει εναντίον της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης και υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία του κινέζικου λαού. Ανήκει στο λαό μας και φέρνει τα εθνικά του χαρακτηριστικά. Έχει κοινά σημεία με τις σοσιαλιστικές και νεοδημοκρατικές κουλτούρες των άλλων λαών, και διατηρεί μαζί τους σχέσεις αμοιβαίου πλουτισμού και ανάπτυξης για την δημιουργία από κοινού της παγκόσμιας κουλτούρας, αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ να ενωθεί με την αντιδραστική ιμπεριαλιστική κουλτούρα καμιάς χώρας, γιατί είναι μια επαναστατική εθνική κουλτούρα. Η Κίνα οφείλει να αφομοιώσει σε μεγάλο βαθμό την προοδευτική κουλτούρα των ξένων χωρών σαν πρώτη ύλη για την ίδια της την κουλτούρα. Η δουλειά αυτού του είδους που κάναμε ως τώρα είναι ανεπαρκής. Πρέπει να αφομοιώσουμε το κάθε τι που βρίσκουμε χρήσιμο, όχι μόνο αυτό που παίρνουμε από τις σημερινές σοσιαλιστικές ή νεοδημοκρατικές κουλτούρες των άλλων λαών, αλλά επίσης κι αυτό που πέρνουμε από τις άλλες κουλτούρες των ξένων χωρών, από τις παλιότερες κουλτούρες του διαφωτισμού των διαφόρων καπιταλιστικών χωρών. Όμως πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το ξένο αυτό υλικό όπως κάνουμε με την τροφή μας, την οποία πρώτα μασάμε στο στόμα, υποβάλλοντας στην κατεργασία του στομάχου και των εντέρων ανακατώνοντας την με το σάλιο, το γαστρικό υγρό και με τα εντερικά υγρά και τότε ξεχωρίζονται οι ουσίες που μπορούν να αφομοιωθούν και οι άχρηστες όλες που πρέπει να απορριφθούν –μόνο έτσι οι τροφές γίνονται ωφέλιμες για τον οργανισμό μας- δεν πρέπει να καταβροχθίζουμε οτιδήποτε ακατέργαστο ή να το πέρνουμε χωρίς να το εξετάζουμε. Θα ήταν λάθος να διακηρύξουμε έναν «καθολικό εξευρωπαϊσμό»[28].

Η μηχανική αποδοχή ξένων πραγμάτων, έβλαψε πολύ την Κίνα στο παρελθόν. Επίσης εφαρμόζοντας το μαρξισμό στη Κίνα, οι κινέζοι κομμουνιστές οφείλουν να συνδυάσουν την γενική αλήθεια του μαρξισμού με τη συγκεκριμένη πρακτική της κινέζικης επανάστασης. Δηλαδή η αλήθεια του μαρξισμού πρέπει να πάρει εθνική μορφή, για να γίνει ωφέλιμη, πρέπει να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του έθνους που θα της δώσουν μια ολοκληρωμένη εθνική μορφή. Δεν πρέπει να εφαρμόσουμε το μαρξισμό υποκειμενικά και σχηματικά. Εκείνο που κάνουν οι φορμαλιστές κομμουνιστές δεν αποτελεί παρά μια παραμόρφωση του μαρξισμού και της κινέζικης επανάστασης, και δεν υπάρχει θέση γι’ αυτούς στις γραμμές της κινέζικης επανάστασης. Η κουλτούρα της Κίνας πρέπει να έχει τη δικιά της μορφή δηλαδή μια εθνική μορφή. Εθνική στη μορφή, νεοδημοκρατική στο περιεχόμενο, τέτοια είναι σήμερα η νέα μας κουλτούρα.

Η νεοδημοκρατική κουλτούρα είναι επιστημονική. Αντιτίθεται στις κάθε είδους φεουδαρχικές ιδέες, και στο μυστικισμό, υποστηρίζει την αναζήτηση της αλήθειας στα γεγονότα, υποστηρίζει την αντικειμενική αλήθεια και την ενότητα μεταξύ θεωρίας και πράξης. Απ’ αυτή την άποψη, η επιστημονική σκέψη του κινέζικου προλεταριάτου μπορεί να δημιουργήσει ένα αντιιμπεριαλιστικό, αντιφεουδαρχικό και αντιμυστικιστικό ενιαίο μέτωπο μαζί με τους αστούς υλιστές και τους φυσικούς επιστήμονες που εξακολουθούν να είναι ακόμα προοδευτικοί, αλλά δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δημιουργήσει ένα ενιαίο μέτωπο με τις ποικιλίες του αντιδραστικού ιδεαλισμού. Οι κομμουνιστές μπορούν να δημιουργήσουν ένα αντιιμπεριαλιστικό, αντιφεουδαρχικό ενιαίο μέτωπο για πολιτική δράση, με ορισμένους ιδεαλιστές κι ακόμα και με οπαδούς θρησκευτικών διδασκαλιών, αλλά δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να επιδοκιμάσουν τον ιδεαλισμό τους και τα θρησκευτικά τους δόγματα. Στη διάρκεια της μακρόχρονης περιόδου της φεουδαρχικής κοινωνίας της Κίνας δημιουργήθηκε μια λαμπρή αρχαία κουλτούρα. Το να φωτίσουμε το προτσές της ανάπτυξης αυτής της αρχαίας κουλτούρας, το ν’ απορρίψουμε όλη τη φεουδαρχική σαβούρα και να αφομοιώσουμε τη δημοκρατική της ουσία να ποιες είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της νέας εθνικής μας κουλτούρας, για την αύξηση της εμπιστοσύνης του λαού μας στις δυνάμεις του. Όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δεχτούμε κάθε τι, οτιδήποτε χωρίς κριτική. Πρέπει να ξεχωρίσουμε όλη τα σαπίλα που γέννησε η κυρίαρχη τάξη των φεουδαρχών από την έξοχη αρχαία λαϊκή κουλτούρα η οποία είναι λίγο πολύ δημοκρατική και επαναστατική στο χαρακτήρα της. Εφόσον η σημερινή Νέα πολιτική και η νέα οικονομία αναπτύχθηκαν από την παλιά πολιτική και οικονομία, όπως και η νέα κουλτούρα της Κίνας γεννήθηκε επίσης από την παλιά της κουλτούρα, οφείλουμε λοιπόν να σεβόμαστε την ιστορία μας και να μην την αρνούμαστε. Ο σεβασμός αυτός της ιστορίας σημαίνει να δώσουμε στην ιστορία τη θέση που της ανήκει ανάμεσα στις επιστήμες, να σεβαστούμε τη διαλεχτική της ανάπτυξη, και όχι να δοξάζουμε το αρχαίο και να υποτιμούμε το σύγχρονο ή να εκστασιαζόμαστε μπροστά σε όλα τα επιζήμια στοιχεία της φεουδαρχίας. Όσο για της λαϊκές μάζες και τη σπουδάζουσα νεολαία το βασικό είναι να τις καθοδηγούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να κοιτάζουν μπροστά και όχι πίσω.

Η δημοκρατική κουλτούρα ανήκει στις πλατιές μάζες, επομένως είναι δημοκρατική. Πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία των εργατικών μαζών που μοχθούν και των αγροτών που αποτελούν περισσότερο από το 90% του εθνικού μας πληθυσμού, και βαθμιαία πρέπει να γίνει η κουλτούρα τους. Πρέπει να υπάρχει μια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις γνώσεις που χρειάζεται να δώσουμε στα επαναστατικά μας στελέχη και σ’ εκείνες που θα δώσουμε στις πλατειές μάζες αλλά ταυτόχρονα πρέπει να υπάρχει κι ένας δεσμός ανάμεσά τους. Το ανέβασμα του επιπέδου της κουλτούρας και η εκλαΐκευση πρέπει να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο αλλά και να συνδέονται. Η επαναστατική κουλτούρα είναι ένα ισχυρό επαναστατικό όπλο για τις πλατιές λαϊκές μάζες. Στην προεπαναστατική περίοδο, η επαναστατική κουλτούρα προετοιμάζει ιδεολογικά την επανάσταση. Στη διάρκεια της επανάστασης αποτελεί έναν απαραίτητο και σημαντικό τομέα του γενικού επαναστατικού μετώπου. Οι επαναστατικοί πολιτιστικοί παράγοντες είναι οι καθοδηγητές στις διάφορες γραμμές του πολιτιστικού μετώπου. Οι επαναστατικοί πολιτιστικοί παράγοντες είναι οι καθοδηγητές στις διάφορες γραμμές του πολιτιστικού μετώπου. «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα»[29]. Εδώ μπορεί κανείς να δει πόσο σπουδαίο είναι το επαναστατικό πολιτιστικό κίνημα στην πρακτική του επαναστατικού κινήματος. Το πολιτιστικό κίνημα και η πρακτική πάλη είναι και τα δύο μαζικά στο χαρακτήρα τους. Γι’ αυτό όλοι οι προοδευτικοί πνευματικοί παράγοντες πρέπει να έχουν το δικό τους πολιτιστικό στρατό στον αντι-ιαπωνικό πόλεμο, κι αυτός ο στρατός είναι οι ίδιες οι λαϊκές μάζες. Ο αγωνιστής του μετώπου της πολιτιστικής επανάστασης που δεν βρίσκεται κοντά στο λαό είναι απλώς ένας «στρατηγός χωρίς στρατό», και τα πυρά του δεν μπορούν να χτυπήσουν τον εχθρό. Για να πετύχουμε αυτό το σκοπό πρέπει να αναμορφώσουμε τη γραφή στις καθορισμένες συνθήκες, και η γλώσσα που μιλάμε πρέπει να πλησιάσει τη γλώσσα που μιλάει ο λαός. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο λαός είναι η ανεξάντλητη πηγή πλούτου της επαναστατικής κουλτούρας.

Η εθνική, επιστημονική και μαζική κουλτούρα είναι η ανιιμπεριαλιστική, αντιφεουδαρχική κουλτούρα των πλατιών λαϊκών μαζών. Είναι η νεοδημοκρατική κουλτούρα και η νέα κουλτούρα του κινέζικου λαού.

Ο συνδυασμός της νεοδημοκρατικής πολιτικής, της νεοδημοκρατικής οικονομίας και της νεοδημοκρατικής κουλτούρας αποτελεί ακριβώς μια λαϊκή Νέα Δημοκρατία, μια λαϊκή Κίνα άξια του ονόματός της, τη Νέα Κίνα που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Η Νέα Κίνα ορθώνεται μπροστά μας. Πρέπει να την υποδεχτούμε.

Το κατάρτι του πλοίου της Νέας Κίνας φαίνεται ήδη στον ορίζοντα. Χειροκροτήστε και χαιρετήστε την.

Υψώστε και τα δυό σας χέρια: Η Νέα Κίνα είναι δική μας.

(Ιανουάριος 1940)



[1] Περιοδικό που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1940 στο Γενάν. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο πρώτο του φύλλο.

[2] Λένιν: «Τα συνδικάτα, η σημερινή κατάσταση και τα λάθη του σ. Τρότσκυ», Εκλογή Έργων, αγγλική έκδοση, τόμος 9οςμ σ.17, Νέα Υόρκη, 1943.

[3] Μαρξ: «Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», αγγλική έκδοση, πρόλογος του συγγραφέα, σ.11, Σικάγο 1904.

[4] Μαρξ: «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ» στο παράρτημα του Φ. Ένγκελς, «Λουδοβίκος Φ¨ουερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας».

[5] Η δυναστεία των Τσίου κράτησε από το 1125-755πχ, η δυναστεία των Τσίν από το 255-209πχ.

[6] Πρόκειται για τον επαναστατικό πόλεμο που επιχείρησαν οι Κινέζοι αγρότες κατά τα μέσα του 19ου αιώνα κατά της φεουδορχικής κυριαρχίας και της εθνικής καταπίεσης των Μαντού. Τον Ιανουάριο του 1851, ο Χανγκ Χσίου-τουάν, ο Γιάνγκ Χσίου-Τσίνγκ και άλλοι καθοδήγησαν τους αγρότες σε μια εξέγερση στο χωριό Τσιντιάν, στις περιοχές Κου¨θπίνγκ, Κουάνγκσί και ίδρυσαν το Ουράνιο Βασίλειο των Ταϊπίνγκ. Το 1852 οι επαναστατικές δυνάμεις ξεκίνησαν από το Κουανγκσί για εκστρατεία. Πολέμησαν περνώντας το Χουνάν, Χουπεχ, Κιανγκσί, Ανχουέι και κατέλαβαν το Νανκίν το 1853. Αργότερα ένα μέρος των επαναστατικών δυνάμεων πήγε προς το βορρά και έφθασε μέχρι τα περίχωρα του Τιεντσίν. Όμως ο στρατός των Ταϊπίνγκ δεν εγκατέστησε στέρεες βάσεις στα εδάφη που είχε κατακτήσει, επί πλέον μετά την ανακήρυξη του Νανκίν, σε πρωτεύουσα, η ηγετική ομάδα διέπραξε πολλά πολιτικά και στρατιωτικά λάθη, και όπως ήταν επόμενο δεν κατάφερε να αποκρούσει τις συνδυασμένες επιθέσεις των Μαντού και των Άγγλων, Γάλλων και Αμερικάνων επιδρομέων και τελικά νικήθηκε το 1864.

[7] Το 1884 οι Γάλλοι εισέβαλαν στην Ινδοκίνα, στο Κουανγσί το Φουκιέν, την Ταϊβάν και το Τσεκιάνγκ. Τα κινέζικα στρατεύματα με αρχηγούς τους Φινγκ Τσι-Τσαι, Λιού Γιούνγκ-Φου και άλλους αντιστάθηκαν και κέρδισαν πολλές μάχες. Παρ’ όλα αυτά το διεφθαρμένο καθεστώς των Μαντού, υπέγραψε την ταπεινωτική συνθήκη του Τιεντσίν με τη γαλλική κυβέρνηση και αναγνώρισε την κατάκτηση της Ινδοκίνας θέτοντας έτσι τη μεσημβρινή Κϊνα κάτω από τον έλεγχο της Γαλλίας.

[8] Ο πόλεμος αυτός που ξέσπασε το 1894 ήταν συνέπεια της ιαπωνικής επίθεσης στην Κορέα και των προκλήσεων εναντίον των κινέζικων δυνάμεων της ξηράς και της θάλασσας. Και παρ’ όλο που οι ένοπλες δυνάμεις πολέμησαν ηρωικά, η Κίνα νικήθηκε τον επόμενο χρόνο εξαιτίας της διαφθοράς που υπήρχε στην κυβέρνηση των Μαντού, και της έλλειψης προπαρασκευής για μια αποφασιστική πάλη εναντίον των επιδρομέων. Το αποτέλεσμα ήταν η σύναψη της ταπεινωτικής συνθήκης του Σιμονοσέκι (Μπακάν) όπου η κυβέρνηση των Μαντού συμφώνησε να παραχωρήσει την Ταϊβάν και τα νησιά Πεσκατόρες στην Ιαπωνία, να πληρώσει αποζημίωση 200 εκατομμύρια ταέλ (ένα ταέλ είναι περίπου 1,33 της ουγγιάς) ασήμι, να επιτρέψουν την ίδρυση ιαπωνικών εργοστασίων στην Κίνα, επίσης τα λιμάνια Σασί, Τσουανκίνγκ, Σουκόου και Χανγκόου να αναγνωρισθούν σαν ανοιχτά λιμάνια της συνθήκης, και τη μετατροπή της Κορέας σε κράτος στην Ιαπωνία.

[9] Με επικεφαλής τον Κουάνγκ Γιου-Γουέϊ, Λιούνγκ τσι-τσάο, Τον Σζιούτ-Ουνγκ και άλλους, το ρεφορμιστικό αυτό κίνημα υπεράσπισε τα συμφέροντα ενός τμήματος της ελεύθερης αστικής τάξης και των φωτισμένων γαιοκτημόνων. Αν και υποστηρίχτηκε από τον αυτοκράτορα Κουάνγκ Χσού, δεν απέκτησε μαζική βάση. Όταν ο Γιουάν Σαχ-Κάι που είχε στη διάθεσή του ένοπλες δυνάμεις πρόδωσε τους μεταρρυθμιστές στη χήρα αυτοκράτειρα που ήταν επικεφαλής της κλίκας των αντιδραστικών, η αυτοκράτειρα ξανακέρδισε πολιτική ισχύ και φυλάκισε τον αυτοκράτορα Κουάνγκ Χσού ενώ τον Τον Σζιούτ-Ούνγκ και πέντε άλλους τους αποκεφάλισε. Έτσι το κίνημα κατέληξε σε μια τραγική ήττα.

[10] Στάλιν: Έργα τόμος 4ος, σ. 169-170, αγγλική έκδοση, Μόσχα 1953.

[11] Στάλιν: «Ο μαρξισμός και το εθνικό και αποικιακό ζήτημα», σ.225-226, αγγλική έκδοση, Λονδίνο 1947.

[12] Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός το ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού», εκλογή έργων, αγγλική έκδοση τόμος V, σελ.117, Νέα Υόρκη.

[13] Αναφέρεται σε μια σειρά αντισοβιετικών ενεργειών που έγιναν από την κυβέρνηση του Κουόμιντανγκ από τότε που ο Τσανγκ Κάι-Σεκ πρόδωσε την επανάσταση. Στις 13 Δεκέμβρη 1927 δολοφονήθηκε ο Σοβιετικός υποπρόξενος στην Καντώνα και την επόμενη ημέρα, δημοσιεύτηκε στην Νανκίν το «Διάταγμα για τη διακοπή των σχέσεων με τη Ρωσία», έπαψε η αναγνώριση των Σοβιετικών προξενείων και υποχρεώθηκαν οι Σοβιετικοί εμπορικοί οργανισμοί στις επαρχίες να κλείσουν. Τον Αύγουστο του 1929 ο Τανγκ Κάι-Σεκ με εισήγηση των ιμπεριαλιστών, προκάλεσε στα Βορειοανατολικά προβοκάτσιες εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης που είχαν σαν αποτέλεσμα ένοπλες συγκρούσεις..

[14] Κεμάλ: Εκπρόσωπος της τούρκικης αστικής τάξης. Το 1922 ο τούρκικος λαός με τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης νίκησε τους Έλληνες επιδρομείς που είχαν υποκινηθεί από τους Άγγλους ιμπεριαλιστές, και το 1923 ο Κεμάλ εξελέγη πρόεδρος της Τουρκίας. Ο Στάλιν σε «συνέντευξη του με τους σπουδαστές του Πανεπιστημίου Σουν Γιάτ-Σεν», έδειξε ότι η «Κεμαλική επανάσταση είναι μια επανάσταση εκ των άνω της Εθνικής εμπορικής αστικής τάξης, μια επανάσταση που γεννήθηκε μέσα στον αγώνα εναντίον των ξένων ιμπεριαλιστών, και η οποία στην ανάπτυξή της μεταγενέστερα κατευθύνθηκε εναντίον των αγροτών και των εργατών και εναντίον των δυνατοτήτων μια αγροτικής επανάστασης».

[15] Μετά την κατάληψη του Ουχάν από τους Ιάπωνες επιδρομείς τον Οκτώβρη του 1938, το Κουόμινταγκ αύξαινε συνεχώς την αντικομμουνιστική του δραστηριότητα. Από τον Ιανουάριο του 1939 ο Τσανγκ Κάι-Σεκ εξέδωσε μια σειρά μυστικές αντιδραστικές διαταγές: «Μέτρα για τον περιορισμό της δραστηριότητας των ξένων κομμάτων» «Μέτρα για το διακανονισμό του προβλήματος των ξένων κομμάτων». Αυτά τα μέτρα προετοίμασαν τον αυστηρό περιορισμό της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου, της δράσης του κομμουνιστικού κινήματος και όλων των προοδευτικών δυνάμεων, και αποσκοπούσαν στη διάσπαση όλων των αντι-ιαπωνικών οργανώσεων του λαού.

[16] Αναφέρεται στον Κάρσον Τσανγκ και στην παρέα του. Μετά τη κίνημα της 4ης Μάη ο Τσανγκ επετέθηκε ανοιχτά κατά της επιστήμης στο όνομα της «μεταφυσικής» και της λεγόμενης «πνευματικής καλλιέργειας» και έτσι έγινε γνωστός σαν «έμπορος της μεταφυσικής». Τον Δεκέμβριο του 1948 με εντολή του Τσανγκ Κάι-Σεκ δημοσίευσε την «Ανοιχτή επιστολή στον κ. Μάο Τσε-Τουνγκ» στην οποία προπαγάνδιζε μανιασμένα τη γραμμή των Ιαπώνων επιδρομέων και του Τσανγκ Κάι-Σεκ για τη διάλυση της Όγδοης Στρατιάς και της 4ης Νέας Στρατιάς καθώς και της μεθοριακής περιοχής Σενσού-Κανσού-Νινγκσιά.

[17] Απόσπασμα από τη δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος για την αποκατάσταση της συνεργασίας του με το Κουόμιντανγκ, που δημοσιεύτηκε το Σεπτέμβριο του 1937.

[18] Σουν Γιατ-Σεν: «Διαλέξεις για την Αρχή της Ευημερίας του Λαού», δεύτερη διάλεξη, 1924.

[19] Πρόκειται για το βιβλίο «Βιταλισμός» μια παρουσίαση του φασισμού, του φασισμού του Κουόμιντανγκ, γεμάτο από ανοησίες γραμμένο από μια ομάδα αντιδραστικών πληρωμένων από τον αξιοκαταφρόνητο Τσεν Λι-Φου που εκδόθηκε με τον τίτλο «Βιταλισμός» και που παρουσιάζονταν αυτός σαν συγγραφέας του. Ο Τσεν Λι-Φου ήταν ένας από τους αρχηγούς των μυστικών υπηρεσιών του Κουόμιντανγκ.

[20] Ένα βαρύγδουπο σύνθημα που ρίχτηκε υποκριτικά από τον Γιέν Χσί-Φου, γαιοκτήμονα και εκπρόσωπο της μεγαλοκομπραδόρικης αστικής τάξης της επαρχίας Σενσί.

[21] Ο αρχικός τίτλος ενός άρθρου του Ουάνγκ Τσινγκ-Ουέι που γράφτηκε μετά την προδοσία του στην επανάσταση του 1927.

[22] Ο Στάλιν είχε πει στο λόγο του στις 30 Μάρτη 1925, στη σύνοδο της Γιουγκοσλαβικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς με θέμα: «Το εθνικό ζήτημα στη Γιουγκοσλαβία»: «...η αγροτιά εκπροσωπεί τον κύριο στρατό του εθνικού κινήματος ... χωρίς τον αγροτικό αυτό στρατό, δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει ισχυρό εθνικό κίνημα. Αυτό είναι εκείνο, που εννοούμε όταν λέμε πως το εθνικό ζήτημα είναι ουσιαστικά ζήτημα αγροτικό». Στάλιν: «Ο μαρξισμός και το εθνικό και αποικιακό ζήτημα», 4η αγγλική έκδοση, σ.203, Λονδίνο 1947.

[23] Κάποτε μερικοί δογματικοί στο Κόμμα ειρωνεύονταν τη μεγάλη σημασία που έδινε ο σύντροφος Μάο Τσε-Τουνγκ στις επαναστατικές βάσεις στην ύπαιθρο. Εδώ ο σύντροφος Μάο Τσε-Τουνγκ χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή για να εξηγήσει τη σπουδαιότητα των επαναστατικών αυτών βάσεων.

[24] Με το «σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα» εννοεί το σύστημα της εκπαίδευσης, που εφαρμοζότανε στα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης και της Αμερικής. Με το «αυτοκρατορικό σύστημα εξετάσεων» αναφέρεται στο παλιό σύστημα εξετάσεων που υπήρχε στη φεουδαρχική Κίνα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, δηλαδή προς το τέλος της Δυναστείας των Μαντσού, φωτισμένοι Κινέζοι διανοούμενοι ζήτησαν την κατάργηση του παλιού συστήματος και την καθιέρωση του σύγχρονου σχολείου.

[25] Αποτέλεσε ένα νέο στάδιο στο πατριωτικό κίνημα που ξεκίνησε στις 4 Μάη 1919 Στις 3Ιούνη οι σπουδαστές του Πεκίνου πραγματοποίησαν δημόσιες συγκεντρώσεις και μίλησαν για της προκλήσεις τις βιαιοπραγίες και την καταπίεση του στρατού και της αστυνομίας. Τότε τις απεργίες των σπουδαστών ακολούθησαν οι εργάτες και οι έμποροι στη Σγκάη, στο Νανκίν, στο Τιεντσίν, στο Χανκόου, στο Ουχάν και στο Κιουκιάνγκ και στις επαρχίες Σαντούνγ και Ανχουέι. Έτσι το κίνημα της 4η; Μ¨αη εξελίχτηκε σε ένα πλατύ μαζικό κίνημα με τη συμμετοχή του προλεταριάτου, της μικροαστικής τάξης των πόλεων και της εθνικής αστικής τάξης.

[26] Αποστάτης κομμουνιστής έγινε μέλος της μυστικής υπηρεσίας του Κουόμιντανγκ και μισθωτός συγγραφέας του Τσανγκ Κάι – Σεκ.

[27] Πρόκειται γι’ αυτούς που εκπροσωπούνται από τον Χου Σιχ.

[28] Μερικοί Κινέζοι αστοί διανοούμενοι ολοκληρωτικά υποδουλωμένοι στην παλιά ατομιστική αστική κουλτούρα της Δύσης συνιστούσαν το λεγόμενο «καθολικό εξευρωπαϊσμό» που σημαίνει την πλήρη υποδούλωση στις καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής.

[29] Ι. Β. Λένιν: «Τί να κάνουμε;» Αγγλική έκδοση σελ. 33 Μόσχα.