20.10.13

Αζίζ Νεσίν: Σώπα, μη μιλάς


Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή,
κόψ' τη φωνή σου, σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: "σώπασε".

Στο σχολείο μού κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!"

Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά και τα 'μαθα να σωπαίνουν,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική κι ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ' αύτους γνωριμίες ζηλευτές
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως το Σώπα.

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος,
σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.

Κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
Και μαζευτήκαμε πολλοί, μία πολιτεία ολόκληρη,
μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις,
ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν' τη να σωπάσει.

Κόψ' τη σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή
που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.

Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

Και δεν θα μιλάς, θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.

Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις
Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός
στα σχέδια και στα όνειρά μου.

Ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς
κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω

και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα,
με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!....

Επίκαιροι αμίλητοι


Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα 'λεγες είναι φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά
το πρόσωπο το φτυσμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ' του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.

14.4.13

Μ. Μπρεχτ: Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία



Εσείς οι νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
Και της καινούργιας χαραυγής πάνω στις πολιτείες
Πού δε χτίστηκαν ακόμα, και σεις
Πού δε γεννηθήκατε, ακούστε τώρα
Τη φωνή τη δική μου, πού πέθανα
Όχι δοξασμένα….

Αλλά
Σαν τον αγρότη πού δεν όργωσε το χωράφι του
Και τον χτίστη πού ξετσίπωτα το ‘βαλε στα πόδια
Σαν είδε την τρύπια στέγη,

Έτσι κ’ εγώ,
Δε βάδισα με την εποχή μου, ξόδεψα τις μέρες μου,
Και τώρα πρέπει να σας παρακαλέσω
Να πείτε εσείς αυτά πού δεν ειπώθηκαν,
Να κάνετε αυτά πού δεν έγιναν, και μένα
Γρήγορα να με ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
Για να μην παρασύρει και σας
Το δικό μου κακό παράδειγμα.

Αχ, γιατί κάθησα στων στείρων τό τραπέζι
Τρώγοντας το φαΐ
Πού αυτοί δεν ετοίμασαν;
Αχ, γιατί ξόδεψα τα καλύτερα μου λόγια
Στη δική τους
Άσκοπη κουβέντα. Έξω όμως
Διάβαιναν οι άδίδαχτοι
Διψασμένοι να μάθουν.

Αχ, γιατί
Τα τραγούδια μου δεν υψώνονται στά μέρη εκείνα
Πού θρέφουν τις πολιτείες, εκεί
Πού ναυπηγούνται τα καράβια;
Γιατί δεν υψώνονται
Απ’ τις γρήγορες ατμομηχανές
Σαν τον καπνό
Πού αφήνουν πίσω τους στον ορίζοντα;
Γιατί ο δικός μου λόγος
Είναι στάχτη και μεθυσμένου παραλήρημα στο στόμα
Εκείνων πού είναι χρήσιμοι και δημιουργικοί.
Ούτε μια λέξη
Δεν ξέρω να πω σε σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
Μήτε μια υπόδειξη δε θα μπορούσα να σάς κάνω
Με δάχτυλο τρεμάμενο,
Γιατί πώς το δρόμο να δείξει
Αυτός πού δεν τον διάβηκε!

Γι’ αυτό σε μένα που τη ζωή μου
Έτσι σπατάλησα άλλο δε μένει
Παρά να σας ζητήσω
Να μη δώσετε προσοχή σε λέξεις
Πού βγαίνουν από το δικό μας
Σάπιο στόμα, μήτε και συμβουλή
Καμιά να μη δεχτείτε
Απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
Αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
Ποιο το καλό για σάς και τι σάς βοηθάει
Τον τόπο να χτίσετε πού εμείς αφήσαμε
Να ρημάξει σαν την πανούκλα,
Και για να κάνετε τις πολιτείες
Κατοικήσιμες.

14.3.13

Αρχείο έργων Αντόνιο Γκράμσι


Η έννοια της μεγάλης δύναμης
Η "αδιαφορία" κατά Γκράμσι

“Η αδιαφορία” κατά Γκράμσι


Είναι πράγματι ο δυνατότερος μοχλός της Ιστορίας. Αλλά αντίστροφα. Αυτά που συμβαίνουν, το κακό που ενσκήπτει πάνω σε όλους τους ανθρώπους, το εν δυνάμει καλό που μια πράξη αδιαμφισβήτητης αξίας μπορεί να προκαλέσει, δεν οφείλονται στην πρωτοβουλία των λίγων που πράττουν, όσο στην αδιαφορία, στην απουσία[1] των πολλών. Ό,τι συμβαίνει, δεν συμβαίνει τόσο επειδή μερικοί θέλουν να συμβεί, όσο διότι η μάζα των πολιτών εκχωρεί τη βούλησή της, κι αφήνει (κάποιους ελεύθερους) να πράττουν,  αφήνει να συσσωρεύονται οι κόμποι που στη συνέχεια μόνο το σπαθί μπορεί να κόψει, και επιτρέπει την άνοδο στην εξουσία σε ανθρώπους, κάτι που στη συνέχεια μόνο μια εξέγερση μπορεί να ανατρέψει.

Ο φαταλισμός που φαίνεται να κυριαρχεί στην Ιστορία είναι ακριβώς η απατηλή όψη αυτής της αδιαφορίας, αυτής της απουσίας. Διάφορα γεγονότα ωριμάζουν στη σκιά, επειδή χέρια εντελώς ανεξέλεγκτα υφαίνουν το πανί της συλλογικής ζωής, και η μάζα το αγνοεί. Τα πεπρωμένα μιας ολόκληρης εποχής μανιπουλάρονται σύμφωνα με τις στενές θεωρήσεις, με τους άμεσους σκοπούς μικρών δραστήριων ομάδων, και η μάζα των πολιτών το αγνοεί. Αλλά τα γεγονότα που ωρίμασαν ξεχύνονται, το υφασμένο στη σκιά πανί φτάνει στο τέλος του, και τότε φαίνεται πως ο φαταλισμός τα παρασέρνει όλα και όλους, πως η Ιστορία δεν είναι παρά ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη, ένας σεισμός, όπου όλοι είναι θύματα: κι αυτοί που ήθελαν κι αυτοί που δεν ήθελαν, κι αυτοί που ήξεραν κι αυτοί που αγνοούσαν, κι αυτοί που ήταν δραστήριοι, κι αυτοί που ήταν αδιάφοροι. Και οι τελευταίοι εξάπτονται, θα ’θελαν να εξαιρεθούν από τις συνέπειες, θα ’θελαν να ήταν σαφές πως οι ίδιοι δεν το θέλησαν, πως οι ίδιοι δεν φέρουν ευθύνη. Και μερικοί κλαψουρίζουν φαρισαϊκά,  άλλοι βρίζουν χυδαία, αλλά κανένας, ή μάλλον λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα επιτελέσει το ανθρώπινο καθήκον μου, αν είχα προσπαθήσει να ακουστεί η φωνή μου, η γνώμη μου, η βούλησή μου, θα είχαν συμβεί όσα συνέβησαν;

Και κανένας, ή ελάχιστοι ενοχοποιούν τον εαυτό τους για την αδιαφορία, τον σκεπτικισμό, για το ότι δεν στήριξαν ηθικά και υλικά τις πολιτικές και οικονομικές ομάδες που ακριβώς μάχονταν για να αποφευχθεί το τόσο μεγάλο κακό, που στόχευαν να διασφαλιστεί το ελάχιστο έστω καλό. Αυτοί προτιμούν να μιλούν για αποτυχία των ιδεών, για την οριστική κατάρρευση των προγραμμάτων κι άλλα παρόμοια τερπνά. Συνεχίζουν την αδιαφορία τους, τον σκεπτικισμό τους. Αύριο θα ξαναρχίσουν τη ζωή τους με γνώμονα την απουσία από κάθε άμεση ή έμμεση ευθύνη. Και δεν είναι πως δεν βλέπουν τα πράγματα καθαρά, πως δεν είναι ικανοί να παρουσιάσουν καταπληκτικές λύσεις για τα πλέον επείγοντα προβλήματα, ή και για εκείνα που χρειάζονται ευρύτερη προετοιμασία και περισσότερο χρόνο αλλά είναι εξίσου επείγοντα. Όμως αυτές οι λύσεις μένουν εξαιρετικά άγονες, αυτή η συνεισφορά στη συλλογική ζωή δεν διαπερνιέται από κανένα ηθικό φως· είναι συνέπεια μιας διανοουμενίστικης περιέργειας, και όχι μιας επείγουσας αίσθησης της ιστορικής ευθύνης που τους χρειάζεται όλους δραστήριους στη ζωή, στην πράξη, που δεν ανέχεται αγνωστικισμούς και αδιαφορίες κανενός είδους.

Πρέπει λοιπόν να εκπαιδευτούμε σ’ αυτή τη νέα ευαισθησία, πρέπει να τελειώσουμε οριστικά με τις ανερμάτιστες μεμψιμοιρίες των αιώνιων αθώων. Πρέπει να ζητήσουμε λογαριασμό απ’ τον καθέναν για το πώς διεκπεραίωσε το έργο που του ανέθεσε και του αναθέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτά που έκανε και κυρίως γι’ αυτά που δεν έκανε. Δεν πρέπει η κοινωνική αλυσίδα να βαραίνει μόνο  ελάχιστους, αλλά οτιδήποτε συμβαίνει να μην αποδίδεται στην τύχη και στο μοιραίο· αντίθετα, να είναι ευφυές έργο των ανθρώπων. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να εξαφανιστούν οι αδιάφοροι, οι σκεπτικιστές, εκείνοι που εκμεταλλεύονται το ελάχιστο καλό που προκαλεί η δραστηριότητα των λίγων, και δεν θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη του μεγάλου κακού που η απουσία τους απ’ τον αγώνα αφήνει να προετοιμάζεται και να συμβαίνει.

μετάφραση: Κωνσταντίνα Ευαγγέλου
(δημοσιευμένο στα ενθέματα Αυγής)

Το κείμενο  περιλαμβάνεται στον τόμο Piove, governo ladro! [Βρέχει, κλέφτες κυβερνήτες!] Editori Riuniti, Ρώμη 1996, σ. 59-60). Πρόκειται για πολεμικά κείμενα που σχολιάζουν τα ιταλικά ήθη και γράφτηκαν για την εφημερίδα-όργανο του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος Avanti! μεταξύ του 1916 και 1918.

Η Κωνσταντίνα Ευαγγέλου  διδάσκει στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας  του ΑΠΘ


[1] Στο ιταλικό πρωτότυπο, assenteismo: η απουσία, η αδιαφορία, ιδίως επί πολιτικών ή κοινωνικών προβλημάτων.

3.3.13

Xλιαροί και παλλόμενοι - Ναζίμ Χικμέτ



Χλιαροί και παλλόμενοι
σαν το αίμα που πηδάει από μια φλέβα
αρχίσαν να φυσάν οι άνεμοι.
Ακούω τους ανέμους
Αργοπορεί ο σφυγμός
Στις κορφές του Ουλουντζά θα χιονίσει
Και κει ψηλά οι αρκούδες
μεγαλόπρεπες κι εξαίσιες θα κοιμούνται
πάνου στα κατακόκκινα φύλλα των καστανιών.
Στην πεδιάδα γυμνώνουνται οι λεύκες.
Όπου να'ναι θα κλειστούνε τα μεταξοσκούληκα
Όπου να'ναι θα τελειώσει το χινόπωρο
Όπου να'ναι κι η γη θα ξαναμπεί
μέσα στου τοκετού τον ύπνο.
Κι εμείς θα περάσουμε ακόμη ένα χειμώνα
Ζεσταίνοντας τα χέρια μας στη φωτιά της μεγάλης οργής μας
και της αγίας ελπίδας μας.
 
Aπό τα “Γράμματα στην Αγαπημένη”
Απόδοση Γιάννης Ρίτσος