30.1.08
Συνθήματα
ANTIΪMΠEPIAΛIΣTIKA
• Δεν είναι τρομοκράτες οι λαοί
είναι οι ευρωπαίοι και οι αμερικανοί
• Nα κλείσουνε οι βάσεις των αμερικανών
αυτές είναι οι γιάφκες των τρομοκρατών
· Εμπρός λαέ στη πρώτη τη γραμμή
Να φύγουνε οι βάσεις κι οι αμερικανοί
· Εμπρός λαέ να κάνει ξαστεριά
Να φύγουνε οι βάσεις και τα πυρηνικά
• Φονιάδες των λαών Aμερικάνοι
• Aλληλεγγύη στη πάλη των λαών
πόλεμο στον πόλεμο των ιμπεριαλιστών
• Eτούτος ο αιώνας θα είναι των λαών
κάτω η νέα τάξη των ιμπεριαλιστών
• Λευτεριά στη Παλαιστίνη
- Εκεί εκεί στη Μέση Ανατολή την τελευταία λέξη την έχουν οι λαοί
• Tο δίκιο των λαών να βγάλουμε στους δρόμους
δεν έχουμε ανάγκη παγκόσμιους αστυνόμους
• H ανεξαρτησία όλων των λαών θα γίνει ο τάφος των ιμπεριαλιστών
• Kοιτάξτε ποιοι μιλάνε για τρομοκρατία
αυτοί που σπέρνουν πολέμους – δυστυχία
• Kαμιά ησυχία καμιά υποταγή και αυτή η νέα τάξη θα ανατραπεί
• 50 χρόνια ΝΑΤΟ, η ίδια ιστορία, χούντες, πολέμοι, τρομοκρατία
• Μπούς, Σαρόν, φονιάδες των λαών
• Πάρτε τα και φύγετε από τη Bαγδάτη
Mπους φασίστα τρομοκράτη
• Kάτω ο φασισμός και η κατοχή
έξω απ’ το Iράκ οι αμερικανοί
• Mπους χασάπη, Κωστάκη συνεργάτη
η καρδιά του κόσμου χτυπάει στη Bαγδάτη
• Aπό την σημαία σας τα αστέρια σβήστε
και ζωγραφίστε σβάστικες να ξέρουμε ποιοι είστε
• Όλοι στο πλευρό των Iρακινών
πόλεμο στο πόλεμο των Aμερικανών
• H ένοπλη αντίσταση των Iρακινών
θα γίνει ο τάφος των Aμερικανών
· Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη
Αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη
· Οι βόμβες στο Ιράκ και τη Γιουγκοσλαβία
Είν’ η διεθνής τρομοκρατία
· Η μόνη γιάφκα των τρομοκρατών
Είναι η πρεσβεία των αμερικανών
· Οι ιμπεριαλιστές τη γη ξαναμοιράζουν
Με των λαών το αίμα τα σύνορα χαράζουν
KATAΣTOΛH
• MAT - EKAM δολοφονούν
εδώ και τώρα να διαλυθούν
• Kουμής - Kανελλοπούλου τα MAT δολοφονούν
εδώ και τώρα να διαλυθούν
• Eκείνοι που χτυπάνε φοιτητές κι εργάτες
είναι οι μόνοι τρομοκράτες
• Kάτω τα χέρια από το άσυλο
Tο άσυλο ανήκει σ’ όλο το λαό
• Σε κάθε γωνιά υπάρχει αστυνομία
Xούντα δεν υπάρχει μόνο στη Tουρκία
(Η χούντα δεν τελείωσε το 73)
· Ψηφίζουν κάθε μήνα καινούργιους τρομονόμους
Γεμίσαμε με κάμερες ρουφιάνους κι αστυνόμους
· Η τρομοκρατία δεν θα περάσει
Του λαού η πάλη θα τη σπάσει
ΠOΛYTEXNEIO
• EAM - EΛAΣ – Πολυτεχνείο, έτσι πολεμάμε του ΝΑΤΟ το σφαγείο
• EAM - EΛAΣ - EΠON
ο δρόμος των λαών
• Tο Πολυτεχνείο δεν ήτανε γιορτή
ήτανε εξέγερση και πάλη λαϊκή
• Aγώνας λαϊκός για ανεξαρτησία
Eμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία
• Φοιτητές εργάτες, ξανά όλοι μαζί
αντίσταση στη χούντα τη νεοταξική
· Λαέ θυμήσου το Νοέμβρη
NEOΛAIA - ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
• Δεν είναι τα πτυχία και η κατάρτιση, εκείνο που μας λείπει είναι η ζωή
• Η νεολαία δε σκύβει το κεφάλι, μαζί με το λαό αντίσταση και πάλι
· Δεν είναι τα πτυχία δεν είναι οι βαθμοί
Εκείνο που μας λείπει είναι η ζωή
ΓENIKA
• Τότε και τώρα πάντα και παντού
στο δρόμο της αντίστασης και του ξεσηκωμού
- Όταν τα βρίσκουν πράσινοι και μπλε
- Φτώχια διαφθορά και καταστολή
• H αντιπολίτευση γίνεται στους δρόμους
και όχι στη Bουλή και τους διαδρόμους
• Zει-Zει ο Tεμπονέρας ζει
με Πέτρουλα - Λαμπράκη μας οδηγεί
• Eμπρός λαέ μη σκύβεις το κεφάλι
ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη
• Eμπρός λαέ μη παραδίνεσαι
είναι δίκαιο να εξεγείρεσαι
• Kανένας δεν γεννιέται δούλος και ραγιάς
το μέλλον ανήκει στο κόσμο της δουλειάς
• Mας φαίνονται μεγάλοι γιατί είμαστε σκυφτοί
σηκώστε το κεφάλι να σκύψουνε αυτοί
• Tο μέλλον ξελασπώστε την πάλη οργανώστε
• Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός
τα νιάτα του κόσμου ο κομμουνισμός
• Aνεξαρτησία - Λευτεριά – Λαοκρατία
· Αυτή η κοινωνία προωθεί
Το σκύψιμο το γλείψιμο και την υποταγή
EPΓATIKA
· Mαύρη ζωή – Mαύρη εργασία
αυτή είναι της Eυρώπης η οδηγία
• Έλληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι
εμπρός ξανά της γης οι κολασμένοι
• Kάθε μια βδομάδα 3 νεκροί εργάτες
αφεντικά και κράτος είν' οι τρομοκράτες
• Θέλουμε υγεία - παιδεία και μισθούς
δεν είχαμε ανάγκη τους Oλυμπιακούς
• Aγώνας ενιαίος πανεργατικός
να ’ναι η απάντηση απ’ εδώ και μπρος
• Ακρίβεια ανεργία καταστολή
δεν θέλουμε άλλη ήπια προσαρμογή
• Συνδικάτα ταξικά όχι κυβερνητικά
• Nα αλλάξει γραμμή ο συνδικαλισμός
την τύχη του στα χέρια του να πάρει ο λαός
• Kοινός αγώνας ανέργων - εργατών
κάτω οι μονόδρομοι των ευρωπαϊστών
• Άνεργος φτωχός εργάτης μιας χρήσης
για τα συμφέροντά τους γιατί να πολεμήσεις
• H ισχυρή Eλλάδα είναι μια απάτη
νόμος είναι το δίκιο του εργάτη
• ΓΣEE Eργατών Όχι γραφειοκρατών
• Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, πάλι κόντρα στο λαό.
· Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη
- Τέρμα πια στη κοροιδία
ασφάλιση για όλους και σταθερή εργασία
APIΣTEPΑ
• H αριστερά όπλο του λαού
εμπόδιο στα σχέδια του δικομματισμού
• Στημένο το παιχνίδι ΠAΣOK και Δεξιάς
απάντηση ο πόλος της αριστεράς
• Eμπρός λαέ για μια αριστερά
που δεν θα υποτάσσεται, δεν θα ξεπουλά
• Δύο δεξιές μια πολιτική
ακρίβεια, ανεργία και καταστολή
- Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός
τα νιάτα του κόσμου ο κομμουνισμός
25.1.08
Εγκώμιο στη μάθηση - Μ. Μπρεχτ
Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε,
Ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
Να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μάθαινε άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε γυναίκα στην κουζίνα! Μάθαινε εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο άστεγε!
Προμηθέψου γνώση παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις Σύντροφε!
Μην αφεθείς να πείθεσαι.
Μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!
Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος
καθόλου δεν το ξέρεις.
Έλεγξε το λογαριασμό
Εσύ θα τον πληρώσεις.
Ψάξε με τα δάχτυλα το κάθε σημάδι
Ρώτα: πως βρέθηκε αυτό εδώ;
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία
Στην εξορία - Κώστας Βάρναλης
Από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου
Μας σιδεροδέσανε τα χέρια
και μας κλείσαν ολούθε μαλινχέρια.
Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,
και μας ζυγιάσαν την ψυχή – βαριά!
Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρό
χέρι δεξί με χέρι αριστερό.
Μουδιασμένο και τ’ άλλο μας, που εκράτει
βαλίτσα ή δέμα για τον Άη – Στράτη.
Κατάχαμ’ Αρετή, Μυαλό και Νιάτα!
Τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα...
Τυχερέ, κείνο τ’ άθλιο δειλινό
σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.
Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός
κι ατάραγος πάνου απ’ τη Μοίρα αφτός,
Κοιτούσε την ερχόμενην ευδία.
Συ νεβρικός από την αηδία.
Μαζί μας, τελεφταίοι, με το βαπόρι
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.
Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η Λεφτεριά και τα χασίσια.
Μα το καλογεράκι απ’ τ’ Αγιονόρος,
που πέταξε τα ράσα, ο θεοφόρος,
και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια,
ξουρισμένα μουστάκια και σαγόνια,
μαζί μας δεν το δέσανε. Βλακεία
να πομπέψουν πατρίδα και θρησκεία!
Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,
τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.
Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,
για να ρθει ο Εξορισμένος απ’ τα ξένα,
να χωρίσει το Έθνος και να βάλει
τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.
(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 119-120, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1964, σελ. 533)
Οχτώβρης - Κώστας Βάρναλης
(Από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου)
Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι
κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα·
αφού μας εσκοτώναν έτσι αιώνες
τ' αφεντικά μας οι απατεώνες,
της Λύτρωσης, αδέρφια, η ώρα φτάνει
αρπάχτε από το Χάρο το δρεπάνι!
Τελειώσανε τα ψέματα κι αστεία.
Κάνει νερά και τρίζει η Πολιτεία.
Το σάπιο, το κουρσάρικο καράβι
δεν το σώζουν των φασισμών οι μπράβοι.
Ψηλά κι ορθοί σταθείτε δικαιοκρίτες
όλου του κόσμου οι μάρτυρες κι ακρίτες!
Απ' τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά Ιστορία.
1935, Αη Στράτης
24.1.08
Καπνισμένο τσουκάλι - Γιάννης Ρίτσος
Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω! Πολυ μακρυς αδελφε μου.
Οι χειροπεδες βαραιναν τα χερια. Τα βραδια
που ο μικρος γλομπος κουνουσε το κεφαλι του λεγοντας "περασε η ωρα"
εμεις διαβαζαμε την ιστορια του κοσμου σε μικρα ονοματα
σε καποιες χρονολογιες σκαλισμενες με το νυχι στους τοιχους
των φυλακων,
σε κατι παιδιαστικα σχεδια των μελλοθανατων
- μια καρδια, ενα τοξο, ενα καραβι που 'σκιζε σιγουρα το χρονο,
σε καποιους στιχους που εμειναν στη μεση για να τους τελειωσουμε,
σε καποιους στιχους που τελειωσαν για να μην τελειωσουμε.
Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω -δυσκολος δρομος.
Τωρα ειναι δικος σου αυτος ο δρομος. Τον κρατας
οπως κρατας το χερι του φιλου σου, και μετρας το σφυγμο του,
πανου σε τουτο το σημαδι που αφησαν οι χειροπεδες.
Κανονικος σφιγμος. Σιγουρο χερι.
Κανονικος σφυγμος. Σιγουρος δρομος.
Διπλα σου, αυτος ο αναπηρος πριν κοιμηθει, βγαζει το ποδι του,
τ' αφηνει στην γωνια, ενα κουφιο ξυλινο ποδι,
πρεπει να το γεμισεις, οπως γεμιζεις τη γλαστρα με χωμα,
να φυτεψεις τα λουλουδια,
οπως γεμιζει το σκοταδι με αστερια,
οπως γεμιζει λιγο-λιγο η φτωχεια, στοχασμο κι αγαπη.
Τοχουμε αποφαση, μια μερα ολοι οι ανθρωποι ναχουνε δυο ποδια,
ενα χαρουμενο γεφυρι απο ματια σε ματια,
απο καρδια σε καρδια. Γι αυτο οπου καθησεις,
αναμεσα στα τσουβαλια του καταστρωματος, φευγοντας για την εξορια
πισω απο τα σιδερα του τμηματος μεταγωγων,
κοντα στο θανατο που δε λεει "αυριο",
αναμεσα σε χιλιαδες δεκανικια, απο πικρα σακατεμενα χρονια,
εσυ λες "αυριο", και καθεσαι ησυχος και βεβαιος,
οπως καθεται ενας δικαιος ανθρωπος αντικρυ στους ανθρωπους.
Αυτα τα κοκκινα σημαδια στους τοιχους,μπορει ναναι κι απο αιμα.
ολο το κοκκινο στις μερες μας ειναι αιμα,
μπορει ναναι κι απ' το λιογερμα, που χτυπαει στον απεναντι τοιχο.
Καθε δειλι τα πραγματα κοκκινιζουν πριν σβησουν
και ο θανατος ειναι πιο κοντα. Εξω απ' τα καγκελα,
ειναι οι φωνες των παιδιων, και το σφυριγμα του τραινου.
Τοτε τα κελλια γινονται πιο στενα,
και πρεπει να σκεφτεις το φως σ' εναν καμπο με σταχυα,
και το ψωμι στο τραπεζι των φτωχων,
και τις μητερες να χαμογελανε στα παραθυα,
για να βρεις λιγο χωρο να απλωσεις τα ποδια σου.
Κεινες τις ωρες, σφιγγεις το χερι του συντροφου σου,
γινεται μια σιωπη γεματη δεντρα,
το τσιγαρο κομμενο στη μεση, γυριζει απο στομα σε στομα,
οπως ενα φαναρι που ψαχνει το δασος,- βρισκουμε τη φλεβα
που φτανει στην καρδια της ανοιξης, Χαμογελαμε.
Χαμογελαμε κατα μεσα. Αυτο το χαμογελο, το κρυβουμε τωρα.
Παρανομο χαμογελο-οπως παρανομος εγινε κι ο ηλιος,
παρανομη και η αληθεια.
Κρυβουμε το χαμογελο,
οπως κρυβουμε στην τσεπη μας, τη φωτογραφια της αγαπημενης μας,
οπως κρυβουμε την ιδεα της λευτεριας, αναμεσα στα δυο φυλλα της καρδιας μας.
Ολοι εδω περα εχουμε εναν ουρανο και το ιδιο χαμογελο.
Αυριο μπορει να μας σκοτωσουν. Αυτο το χαμογελο,
κι αυτον τον ουρανο, δεν μπορουν να μας τα παρουν.
Ξερουμε πως ο ισκιος μας, θα μεινει πανου στα χωραφια,
πανω στην πλιθινη μαντρα του φτωχοσπιτου,
πανω στους τοιχους των μεγαλων σπιτιων που θα χτιζονται αυριο,
πανου στην ποδια της μητερας, που καθαριζει φρεσκα φασολακια,
στη δροσερη αυλοπορτα.
Το ξερουμε.
Ευλογημενη ας ειναι η πικρα μας.
Ευλογημενη η αδελφοσυνη μας.
Ευλογημενος ο κοσμος που γεννιεται.
Καποτες, ειμαστε πολυ περηφανοι αδελφε μου,
γιατι δεν ειμαστε καθολου σιγουροι.
Μεγαλα λογια λεγαμε,
πολλα χρυσα γαλονια βαζαμε στα μπρατσα του στιχου μας,
ενα ψηλο λοφιο ανεμιζε στο μετωπο του τραγουδιου μας,
καναμε θορυβο-φοβομαστε, γι αυτο καναμε θορυβο,
σκεπαζαμε το φοβο μας με τη φωνη μας,
χτυπουσαμε τα τακουνια μας στο πεζοδρομιο,
ανοιχτες δρασκελιες, καμπανιστες,
οπως εκεινες οι παρελασεις, με τα αδεια κανονια,
που τις κοιταν οι ανθρωποι απ' τα πορτοπαραθυρα,
και που κανεις δεν τις χειροκροταει.
Τοτες βγαζαν λογους στις ξυλινες εξεδρες, στα μπαλκονια,
φωναζαν τα ραδιοφωνα, ξαναλεγαν τους λογους,
πισω απ' τις σημαιες κρυβοταν ο φοβος,
μεσα στα τυμπανα αγρυπνουσαν οι σκοτωμενοι,
κανεις δεν καταλαβαινε τι γινοταν,
οι σαλπιγγες μπορει να διναν το ρυθμο στα βηματα,
δε διναν το ρυθμο στην καρδια. Ψαχναμε το ρυθμο.
Οι αντιφεγγιες απ' τα οπλα, και τα τζαμια, κατι διναν στα ματια,
μια στιγμη - τιποτα αλλο,
υστερα κανενας δεν θυμοταν λεξη, δεν θυμοταν προσωπο και ηχο.
Το βραδι, οταν σβηναν τα φωτα, κι εσερνε ο αγερας στους δρομους τις χαρτινες σημαιουλες,
κι η βαρεια σκια ενος οδοστρωτηρα εμενε στην πορτα,
εμεις αγρυπνουσαμε,
μαζευαμε τη σκορπια βουη των δρομων,
μαζευαμε τα σκορπια βηματα,
βρισκαμε το ρυθμο, την καρδια, τη σημαια.
Και να αδελφε μου, που μαθαμε να κουβεντιαζουμε,
ησυχα-ησυχα κι απλα.
Καταλαβαινομαστε τωρα-δε χρειαζονται περισσοτερα.
Κι αυριο λεω θα γινουμε ακομα πιο απλοι,
θα βρουμε αυτα τα λογια, που παιρνουν το ιδιο βαρος,
σ' ολες τις καρδιες, σ' ολα τα χειλη,
ετσι να λεμε πια τα συκα: συκα, και τη σκαφη: σκαφη,
κι ετσι που να χαμογελανε οι αλλοι και να λενε:"τετοια ποιηματα,
σου φτιαχνουμε εκατο την ωρα".
Αυτο θελουμε και εμεις.
Γιατι εμεις,δεν τραγουδαμε για να ξεχωρισουμε, αδελφε μου απ' τον κοσμο.
Εμεις τραγουδαμε, για να σμιξουμε τον κοσμο.
Λοιπον, δεν ειναι αναγκη να φωναξω για να με πιστεψουν,
να πουν:"οποιος φωναζει εχει δικιο".
Εμεις το δικιο τοχουμε μαζι μας, και το ξερουμε,
κι οσο σιγα κι αν σου μιλησω, ξερω πως θα με πιστεψεις-
συνηθισαμε στη σιγανη κουβεντα στα κρατητηρια, στις συνεδριασεις,
στη συνωμοτικη δουλεια της κατοχης,
συνηθισαμε στα μικρα σταρατα λογια, πανου απ' το φοβο,
και πανου απ' τον πονο,
ημερα, ωρα, συνθημα στις τρομερες μουγγες γωνιες της νυχτας,
στις διασταυρωσεις του χρονου, που μια στιγμη τις φωτιζε
ο προβολεας του μελλοντος-
βιαστικα λογια, μια μικρη περιληψη της ζωης, τα κυρια σημεια μοναχα,
γραμμενα στο κουτι των τσιγαρων, η σ' ενα τοσο δα χαρτι,
κρυμμενο στο παπουτσι, η στο στριφωμα του σακκακιου μας,
ενα μικρο χαρτι, σαν ενα μεγαλο γεφυρι, πανου απ' το θανατο.
Α βεβαια, ολα τουτα θα πουν, δεν ειναι τιποτα.
Ομως εσυ αδελφε μου, ξερεις πως απο τουτα τα απλα λογια,
απο τουτες τις απλες πραξεις, απο τουτα τα απλα τραγουδια,
μεγαλωνει το μποι της ζωης, μεγαλωνει ο κοσμος,
μεγαλωνουμε.
Κι οχι να πειτε πουκανα και τιποτα σπουδαιο,
μονο που περασα και ακουμπησα στον ιδιο τοιχο,
που ακουμπησατε συντροφια μου,
μονο που διαβασα στα τμηματα μεταγωγων,
τα ονοματα των ηρωων και των μαρτυρων μας,
μονο που φορεσα τις ιδιες χειροπεδες που φορεσατε,
μονο που πονεσα μαζι σας, κι ονειρευτηκα μαζι σας,
μονο που σε βρηκα και βρηκες, συντροφε.
Ο Μπαρμπα-Χριστος, εχτισε το φουρνο του στρατοπεδου.
Ειχα σταθει και κοιταζα τα σιγουρα γεροντικα του χερια,
τουτα τα απλα, σοφα, συντροφικα του χερια-
ωρα την ωρα ο φουρνος ψηλωνε,
ψηλωνε ο κοσμος,
ψηλωνε η αγαπη,
κι οταν γευτηκα το πρωτο κομματι απ' το ζεστο καρβελι μας,
μ' αυτη τη γευση πηρα μεσα μου
κατι απ' τα σοφα χερια του γερο - χτιστη,
κατι απ' τα χερια ολων των συντροφων που ζυμωνουν το ψωμι του κοσμου,
εκεινη τη γαληνια σιγουρια του ανθρωπου
που φτιαχνει ωφελιμα κι απαραιτητα πραματα.
Υστερα μαθαμε πολυ περισσοτερα, μα αν θα καθομουν
να σας τα ιστορησω ολα,
δε θα τελειωνε ποτε το τραγουδι μου,
οπως ποτε δεν τελειωνει η αγαπη μας, η ζωη, ο ηλιος.
Κι ερχομαι μοναχα να σ' αγκαλιασω και να κλαψω αδελφε μου,
οπως ο ερωτευμενος που γυρναει απο χρονια στην καλη του,
και μ' ενα του φιλι, της λεει ολα τα χρονια που περιμενε,
κι ολα τα χρονια που τους περιμενουν, περα απ' το φιλι τους.
Εμεις, ωρες πολλες κοιταζαμε το ιδιο σημαδι,
πολλες ζωες το ψαξαμε τουτο το σημαδι,
ως να του εμπιστευτουμε την καρδια μας, και τα χερια μας.
Κι απ' αυτο που το κοιταξανε χιλιαδες πονεμενοι ανθρωποι,
παιρνει κατι απ' τα ματια μας, κι απ' το σμιξιμο των ματιων μας,
και μεγαλωνει, μεγαλωνει, μεγαλωνει,
οπως το ζυμαρι στη σκαφη, το δντρο στον ηλιο,
η ελπιδα στην καρδια μας.
Και τ' αλλα παλι, τα πολυ μεγαλα, τ' απιαστα κι αθωρητα,
απ' το πολυ που τα κοιταξαμε μαζι και τ' αγαπησαμε μαζι,
εγιναν πια δικα μας, ενα με μας, ταχουμε διπλα μας,
σαν την αλατιερα, σαν το πηρουνι, σαν το πιατο,
και τωρα το ιδιο απλα και γκαρδιακα, κοιταζουμε ενα φυλλο η ενα αστερι,
την πετρα οπου καθομαστε, η τα ψηλα φουγαρα του μελλοντος.
Η Καρδια μου σημερα, δε μοιαζει με κανενα συγνεφο,
χρυσο που λαμπαδιαζει στο λιογερμα,
μητε με κανεναν αγγελο που στρωνει το τραπεζι μες στα δεντρα του παραδεισου,
τιναζοντας με τ' ασπρα του φτερα τα ψιχουλα των αστρων
απ' τις γενειαδες των παλιων Αγιων.
Τιποτα τετοιο.
Η Καρδια μου ειναι τωρα ενα φαρδυ χωματενιο τσουκαλι,
που μπηκε πολλες φορες στη φωτια.
που μαγειρεψε χιλιαδες φορες για τους φτωχους
για τους ξωμαχους, για τους περαταρηδες
για τους εργατες και για τις πικρες μαναδες τους,
για τον πεινασμενο ηλιο, για τον κοσμο-ναι για ολο τον κοσμο-
ενα φτωχο, καπνισμενο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του,
που βραζει αγρια ραδικια του βουνου, κι αρια και που,
κανα κοψιδι κρεας,
κι απο κατου συδαυλιζουν τη φωτια τα πεινασμενα αδελφια μου,
καθενας βαζει και το ξυλο του,
καθενας καρτεραει το μερτικο του.
Καθονται γυρω-γυρω, μαζι με τ' αρνια και τα γελαδια,
οπως καθοσαστε τωρα εσεις τριγυρω μου,
μιλανε για τη βροχη, για τον ηλιο, για την ειρηνη,
μιλανε για τον καιρο, για τη σπορα, για τη σοδεια,
για κεινο το σημαδι που ολο και περισσοτερα ματια το κοιταζουν,
για κεινο το αστρο που δε σβηνει με κανεναν ανεμο,
κι οι πεθαμενοι μαζευονται γυρω απο την ταβλα μας,
και περιμενουν κι αυτοι το μερτικο τους.
Και τουτο το τσουκαλι βραζει, βραζει τραγουδωντας.
Τουτες τις μερες, ο ανεμος μας κυνηγαει.
Γυρω σε καθε βλεμμα το συρματοπλεγμα,
γυρω στην καρδια μας το συρματοπλεγμα,
γυρω στην ελπιδα το συρματοπλεγμα. Πολυ κρυο εφετος.
Ποιο κοντα. Ποιο κοντα. Μουσκεμενα χιιομετρα μαζευονται γυρω τους.
Μεσα στις τσεπες του παλιου παντελονιου τουε,
εχουν μικρα τζακια να ζεσταινουν τα παιδια.
ΚΑθονται στον παγκο κι αχνιζουν, απ' την βροχη και την αποσταση.
Η ανασα τους ειναι ο καπνος ενος τραινου, που παει μακρια,πολυ μακρια.
Κουβεντιαζουν, και τοτε η ξεβαμμενη πορτα της καμαρας,
γινεται σαν μητερα, που σταυρωνει τα χερια της κι ακουει.
Κι ακουω και γω, και παιρνω κι αυγαταινω-ριχνω και γω καμμια κουβεντα
που και που,
οπως ριχνουμε ενα ξυλο στη φωτια-
φουντωνει η φλογα, γινεται πιοτερο το φως -ξυλο το ξυλο-
κοκκινιζουν οι τοιχοι, αποτραβιεται ο ανεμος,
τριζει το παραθυροφυλλο,
ακουγεται εξω καποιο γαιδουρακι που βοσκαει ακομα στο γρασιδι,
και το σκυλι καθεται ησυχο μπροστα στα ποδια των πεθαμενων.
Ολοι περιμενουμε να ξημερωσει.
Επεσε ο ανεμος, Σιωπη. Στη γωνια της καμαρας,
ενα αλετρι συλλογισμενο, περιμενει τ' οργωμα.
Ακουγεται πιο καθαρα, το νερο που κοχλαζει στο τσουκαλι.
Αυτοι που περιμενουν στον ξυλινο παγκο,
ειναι οι φτωχοι, οι δικοι μας οι δυνατοι,
ειναι οι ξωμαχοι, οι σπουδαστες, κι οι προλεταριοι-
καθε τους λεξη ειναι ενα ποτηρι κρασι
μια γωνια μαυρο ψωμι
ενα δεντρο πλαι στο βραχο
ενα παραθυρο ανοιχτο στη λιακαδα.
Ειναι οι δικοι μας Χριστοι, οι δικοι μας Αγιοι.
Τα χοντρα τους παπουτσια ειναι σαν βαγονια με καρβουνο
τα χερια τους ειναι η σιγουρια-
αργασμενα χερια, σκληρα χερια, ροζιασμενα
με φαγωμενα νυχια, με αγριες τριχες
με το μεγαλο δαχτυλο φαρδυ οσο η ιστορια του ανθρωπου
με τη φαρδεια σπιθαμη σα γιοφυρι πανω απο το γκρεμο.
Τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, δεν ειναι μοναχα στα μητρωα των φυλακων,
φυλαγονται στα αρχεια της ιστοριας,
τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, ειναι οι πυκνες σιδηροδρομικες γραμμες,
που διασχιζουν το μελλον.
Κι η καρδια μου εμενα, τιποτα πιοτερο συντροφια μου, ενα πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του- τιποτ' αλλο.
Γεια σας συντροφοι.
Λοιπομν παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα σαν τον παππου που λεει παραμυθια
(και μη θυμωσετε που σας λεω παιδια μου,
μονο στα χρονια μπορει ναμαι πιο μεγαλος σε τιποτα αλλο
κι αυριο θα με πειτε εσεις: παιδι μου, και γω δε θα θυμωσω,
γιατι οσο θαναι νιοτη μες στον κοσμο θαμαι νεος
και να με λετε :παιδι μου παιδια μου),
λοιπον παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα
να βρω μια λεξη να ταιριαζει στο μποι της λευτεριας
μητε πιο ψηλη, μητε πιο κοντη-
το περισσιο ειναι ψευτικο,
το λιγοστο ειναι ντροπαλο,
και γω δεν τοχω σκοπο να καμαρωσω
για τιποτα πιοτερο, για τιποτα λιγοτερο απο ανθρωπος.
Θα βρουμε το τραγουδι μας. Καλα παμε. Τι λες και συ συντροφε;
Καλα, καλα.
Βρασανε τα ραδικια. Λιγοστο το λαδι. Δεν πειραζει.
Περσευει η ορεξη κι η καρδια. Ειναι ωρα.
Εδω ειναι ενα φως αδελφικο-απλα τα χερια και τα ματια.
Εδω δεν ειναι ναμαι εγω πανω απο σενα, η εσυ πανω απο μενα.
Εδω ειναι ναναι ο καθενας μας πανω απο τον εαυτο του.
Εδω ειναι ενα φως αδελφικο, που τρεχει σαν ποταμι διπλα στον μεγαλο τοιχο.
Αυτο το ποταμι το ακουμε ως και μεσα στον υπνο μας.
Κι οταν κοιμομαστε, τονα μας χερι κρεμασμενο απ' οξω απ την κουβερτα,
βρεχεται μεσα σε τουτο το ποταμι.
Φτανει με δυο σταγονες μονο, απο τουτο το νερο να ραντισεις το προσωπο του εφιαλτη, και χανεται καπνος πισω απ' τα δεντρα.
Κι ο θανατος, δεν ειναι παρα ενα φυλλα που επεσε, για να θρεψει ενα φυλλο που ανεβαινει.
Τωρα το δεντρο σε κοιταει καταματα, μες τα φυλλα του, η ριζα σου δειχνει ολο το δρομο της,
κι εσυ κοιτας καταματα τον κοσμο-δεν εχεις τιποτα να κρυψεις.
Τα χερια σου ειναι καθατα, πλυμενα με το χοντρο σαπουνι του ηλιου,
τα χερια σου τ' αφηνεις στο συντροφικο τραπεζι ξεσκεπα,
τα εμπιστευεσαι στα χερια των συντροφων σου.
Η κινηση τους ειναι απλη, γεματη ακριβεια.
Κι οταν ακομη βγαζεις μια τριχα απ το σακακι του φιλου σου,
ειναι σαν να βγαζεις ενα φυλλο απ' το ημερολογιο
επιταχυνοντας το ρυθμο του κοσμου.
Μ' ολο που το ξερεις πως εχεις ακομη να κλαψεις πολυ
ωσπου να μαθεις τον κοσμο να γελαει.
Ενα τσουκαλι λοιπον. Τιποτ' αλλο.
Πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
βραζοντας, βραζοντας και τραγουδωντας,
βραζοντας πανω στου ηλιου τη φωτια, και τραγουδωντας.
Στους Δεκαπέντε Συντρόφους (1921) - Ναζίμ Χικμέτ
Δε χύνουν δάκρυ
μάτια που συνηθίσαν να βλέπουνε φωτιές
δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ' αστέρι με περηφάνεια
δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους
το τρομερό σας όμως κάλεσμα
μες στη ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θε να χτυπάνε μαζί μας
το σιγανό σας βόγγισμα σαν προσκλητήρι
χτυπά στ' αφτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.
Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου 'ναι γραφτός ο δρόμος της συντριβής
και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ' αδέρφια μας της μάχης
και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι ας είναι βαριές μας οι θυσίες.
Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε τα κύματά σου
και θα 'ρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου
ω ναι θα 'ρθει
η μέρα που θ' αρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας έχουνε βαφτεί.
Στηθάγχη (1948) - Ναζίμ Χικμέτ
Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέραη άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο ποτάμι.
Κι ύστερα, να, γιατρέ, την πάσα αυγή,
την πάσα αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται
κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, σ' ένα παλιό ξύλινο σπίτι.
Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.
Κι είναι, γιατρέ, απ' αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθεια μου έχω τούτη την αρρώστια.
Όμως, γιατρέ, και μ' όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθεια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ' τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (Απρίλης 1952) - Ναζίμ Χικμέτ
Έχω πάνω στο τραπέζι μουτη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ᾿ άσπρο γαρύφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ᾿ το φως των προβολέων.
Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρύφαλο
πού ῾ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ᾿ τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρύφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πού ῾πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.
Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ᾿ απ᾿ τη θανατική καταδίκη.
Μονάκριβή μου - Ναζίμ Χικμέτ
Μονάκριβή μου εσύ στον κόσμο
μου λες στο τελευταίο σου γράμμα:
"πάει να σπάσει το κεφάλι μου, σβήνει η καρδιά μου,
Αν σε κρεμάσουν, αν σε χάσω θα πεθάνω".
Θα ζήσεις, καλή μου, θα ζήσεις,
Η ανάμνησή μου σαν μαύρος καπνός
θα διαλυθεί στον άνεμο.
Θα ζήσεις, αδελφή με τα κόκκινα μαλλιά της καρδιάς μου
Οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από 'να χρόνο
τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα.
Ο θάνατος
Ένας νεκρός που τραμπαλίζεται στην άκρη του σκοινιού
σε τούτον 'δω το θάνατο δεν αντέχει η καρδιά μου.
Μα να 'σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,
αν το μαύρο και μαλλιαρό χέρι ενός φουκαρά ατσίγγανου
περάσει στο λαιμό μου τη θηλειά
άδικα θα κοιτάνε μες στα γαλάζια μάτια του Ναζίμ να δουν το φόβο.
Στο σούρπωμα του στερνού μου πρωινού
θα δω τους φίλους μου και σένα.
Και δε θα πάρω μαζί μου κάτου από το χώμα
παρά μόνο την πίκρα ενός ατέλειωτου τραγουδιού.
Γυναίκα μου
Μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά
Μέλισσά μου με τα μάτια πιο γλυκά απ' το μέλι
Τι κάθησα και σου 'γραψα πως ζήτησαν το θάνατό μου.
Η δίκη μόλις άρχισε
Δεν κόβουν δα και στα καλά καθούμενα έτσι το κεφάλι
όπως ένα γογγύλι.
Έλα, έλα, μη μου σκας
Αυτά είναι μακρινά ενδεχόμενα.
Αν έχεις τίποτα λεφτά
Αγόρασέ μου ένα μάλλινο σώβρακο
Μου μένει ακόμα κείνη η ισχιαλγία στο πόδι
Και μην ξεχνάς πως η γυναίκα ενός φυλακισμένου
Δεν πρέπει να 'χει μαύρες έγνοιες.
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου (1953) - Τ. Λειβαδίτης
Τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε.
Φυσάει.
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
Τα παραμύθια είναι τυφλά
Φυσάει
Φυσάει
Φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού
Παρασέρνει τη σκόνη απ’ τα πεδία των μαχών
Αυτή η σκόνη θάβει σιγά σιγά την Ευρώπη
Τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
Εις τους αιώνας των αιώνων
Παραμερίστε
Κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει
Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ. - Μ. Αναγνωστάκης
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.
Σύννεφο με παντελόνια - Β. Μαγιακόφσκι
ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ
( Α π ο σ π ά σ μ α τ α ) από το alfavita.gr
Σ' εσένα Λιλή
Πρόλογος
Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί !..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Ομως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ' εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα - ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.
Θέλετε-
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θάμαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ι
Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Εγινε.
Εγινε στην Οντέσσα.
"Θάρθω στις τέσσερις", είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα
Να και το βράδυ
έφυγε απ' το παράθυρο
μες στ' ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.
Πίσω απ' την ξαχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ' τον κεραυνό
των παυλασμών της πολιτείας.
Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.
Επεσε κ' η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ' το ικρίωμα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.
Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα "πάρ' το"
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ' είπες:
" Ξέρετε-
παντρεύομαι".
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε - τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ' ένα σπίτι καμμένο
ζούνε καμμιά φορά άστεγοι αλήτες.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιος σας είναι εξαίσια άρρωστος
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Ολια,
δεν έχει πια που ν' απαγγιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κ' ένα αστείο
που φτύνει απ' το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται έξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ' τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό - μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δεν μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στερνή κραυγή-
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ΄ τη φλόγα που σε καίει,
ν' αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!
ΙΙ
Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ' όλα που έχουν γίνει
βάζω "μηδέν"
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους,
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυο δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει μα τι να μιλήσει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε τον δρόμο με σκοτάδι.
Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δύο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
"τσογλάνι",
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
"ψωμί".
Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ' αναφυλλητά
λακήσαν απ' το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεκτα τα τσουλούφια τους.
"Πως με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;"
Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά και ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.
Εμεις
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,
Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα και ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,
Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ' το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ' οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Ομήρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ' την καπνιά.
Εμείς,
ο καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
Διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ' τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.
Εκεί που τ' ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ' είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαγματιά του νέφους των δακρύων
χω σταυρωθεί.
Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.
Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ' έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.
ΙΙΙ
Σήμερα πρέπει
με τη βαριά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιάν έγνοια έχετε:
"είναι τάχα ο χορός μου κομψός;"
κοιτάχτε πως διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.
Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Ολα πια είναι μιά τρέλλα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μαρία, Μαρία, Μαρία,
Ασε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις -
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
- πάλι -
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ' το χτεσινό σου χάδι.
Μαρία. Ανοιξε. Πονάω.
Βλέπεις -
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ' όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.
Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.
Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.
Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.
Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Εϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.
Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.
Καλώ στην απολογία - Β.Μαγιακόφσκι
Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.
Για τι;
Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.
Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;
Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!
Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;
Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!
http://www.pegas.gr/metafrasis/majakovs.htm#esis1917
Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο - Μ. Μπρεχτ
Λένε πολλοί ότι η εποχή είναι παλιάαλλά εγώ πάντα ήξερα ότι είναι καινούρια
δεν ξεπετιούνται από τη γη μόνα τους
τα σπίτια που είναι ψηλά σαν τα βουνά
Τρέχουν πολλοί κάθε χρόνο στις πόλεις λες και
τους περιμένει κάτι σπουδαίο
και στις γελαστές ηπείρους.
Λένε παντού: Η μεγάλη και φοβερή θάλασσα
δεν είναι παρά λίγο νερό
Πρώτος εγώ πετώ πάνω από τον Ατλαντικό
αλλά είμαι σίγουρος ότι αύριο κιόλας
θα γελάτε με αυτή την πτήση
Κι όμως αυτή είναι η μάχη
εναντίον του πρωτόγονου
και μια προσπάθεια για να γίνει
καλύτερος ο πλανήτης
Ξελασπώστε το μέλλον - Β. Μαγιακόφσκι
Το μέλλον δε θα ‘ρθει από μονάχο του έτσι νέτο-σκέτο αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς.Από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξέ το !
Απ' την ουρά του, πιονιέροι, εσείς.
Η κομμούνα δεν είναι μια βασιλοπούλα του παραμυθιού, που λες, για να την ονειρεύεσαι τις νυχτιές.
Μέτρησε, καλοσκέψου, σημάδεψε και τράβα, βήματα τα βήματα, έστω και πάνω σε μικροζητήματα.
Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός στη γη, στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.
Είναι και μες στο σπίτι, στο τραπεζάκι μπρός, στις σχέσεις, στη φαμίλια, στην καθημερινή ρουτίνα.
Εκείνος κει, που ολημερίς τριζοβολάει βλαστήμιες σαν κάρο κακογρασωμένο, εκείνος που,σαν ολολύζει η μπαλαλάικα χλωμιάζει ευθύς, αυτός το μπόι του μέλλοντος δεν το ‘χει φτασμένο.
Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, να λες ναι ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου. Της φαμίλιας, του σπιτικού, η επίθεση, για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.
Εκείνος που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας, κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας, της δυνατής ζωής εκείνης που θα ‘ρθει.
Σαν τη φλοκάτα και το χρόνο επίσης,ο σκόρος την καθημερνότητας τον κατατρώει στιγμή-στιγμή.
Το μεινεσμένο ρούχο των ημερών μας για ν' αερίσεις ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.
Είδα το Λένιν - Μ. Λουντέμης
Τον είδα να τρέχει χέρι - χέρι με τη Ζωή.
Να σπρώχνει κατά τον ανήφορο με τον ώμο του την Ιστορία.
Τον είδα να λαχανιάζει και να βιάζεται.
Γιατί όλα τότε ήταν βιαστικά. Όλα.
Οι ώρες, οι σελίδες, οι στιγμές.
«Σήμερα νωρίς - αύριο θα 'ν' αργά».
Η Επανάσταση κοίταξε το παιδί της στα μάτια. Ναι. Ηταν καιρός...
Το φώναξε κι η «Αβρόρα» απ' το ποτάμι.
Ήταν καιρός.
Θολός σιγόψελνε δίπλα της κι ο Νέβας.
Τον ακολούθησαν σιγοψέλνοντας και τα κανάλια.
Ηταν καιρός: Η Πόλη σώπαινε πνιγμένη στα σκότη. Και μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε.
Μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε σαν φανάρι.
Για να δείξει στο Μέλλον να περάσει.
Εγκώμιο στον κομμουνισμό - Μ.Μπρεχτ
Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις.
Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν.
Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό.
Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα.
Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν.
Αλλά εμείς ξέρουμε:
Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος.
Δεν είναι παραφροσύνη, μα το τέλος της παραφροσύνης.
Δεν είναι χάος μα η τάξη.
Είναι το απλό που είναι δύσκολο να γίνει.
19.1.08
Μάο Τσετούνγκ: Για την πράξη
Για την πράξη[1]Ο προμαρξιστικός υλισμός εξέταζε τα προβλήματα της γνώσης χωρίς να λαβαίνει υπόψη την κοινωνική φύση των ανθρώπων, χωρίς να λαβαίνει υπόψη την ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, και εξαιτίας αυτού ήταν ανίκανος να εννοήσει, πως η γνώση εξαρτάται από την κοινωνική πράξη, πως δηλαδή εξαρτάται από την παραγωγή και την ταξική πάλη.
Οι μαρξιστές θεωρούν πρώτα – πρώτα, πως η παραγωγική δραστηριότητα των ανθρώπων αποτελεί την ίδια τη βάση της πρακτικής τους δραστηριότητας, η οποία και καθορίζει κάθε άλλη δραστηριότητα. Ως προς τις γνώσεις τους, οι άνθρωποι εξαρτιόνται ουσιαστικά από την υλική παραγωγική τους δραστηριότητα, στην πορεία της οποίας κατανοούν βαθμιαία τα φαινόμενα της φύσης, τις ιδιότητές τους, τους νόμους τους, καθώς και τις σχέσεις του ανθρώπου προς τη φύση. Ταυτόχρονα, χάρη στην παραγωγική τους δραστηριότητα, μαθαίνουν να γνωρίζουν σε διάφορους βαθμούς, μα το ίδιο βαθμιαία, τις καθορισμένες σχέσεις, που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Όλες αυτές οι γνώσεις δεν μπορεί να αποκτηθούν έξω από την παραγωγική δραστηριότητα. Στην αταξική κοινωνία, το κάθε ξεχωριστό άτομο, όντας μέλος αυτής της κοινωνίας, που συνεργάζεται με τα άλλα μέλη της κοινωνίας και έρχεται σε καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις μαζί τους, επιδίδεται σε μια παραγωγική δραστηριότητα, η οποία κατευθύνεται στη λύση των προβλημάτων, που σχετίζονται με την υλική ζωή των ανθρώπων. Στις διάφορες ταξικές κοινωνίες, τα μέλη των κοινωνιών αυτών, που ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις και που έρχονται, κάτω από ποικίλες μορφές, σε καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις μεταξύ τους, επιδίδονται το ίδιο σε μια παραγωγική δραστηριότητα, η οποία κατευθύνεται στη λύση των προβλημάτων, που σχετίζονται με την υλική ζωή των ανθρώπων. Εκεί βρίσκεται η βασική πηγή της ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης.
Η κοινωνική πράξη των ανθρώπων δεν περιορίζεται σε μόνη την παραγωγική δραστηριότητα˙παίρνει και άλλες πολλές μορφές ακόμα: της ταξικής πάλης, της πολιτικής ζωής, της δραστηριότητας, που αναπτύσσεται στο πεδίο της επιστήμης και της τέχνης. Με δυό λόγια, ο κοινωνικός άνθρωπος συμμετέχει σ’ όλους τους τομείς της πρακτικής ζωής της κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να γνωρίσει το κόσμο, κατανοεί, σε διάφορους βαθμούς, τις ποικίλες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι μόνο στην υλική ζωή, μα επίσης και στην πολιτική και πολιτιστική ζωή (που συνδέεται στενά με την υλική ζωή). Ανάμεσα σ’ αυτές τις σχέσεις, ι διάφορες μορφές της ταξικής πάλης ασκούν ιδιαίτερα βαθιά επίδραση στην ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης. Στην ταξική κοινωνία, ο κάθε άνθρωπος κατέχει μία καθορισμένη ταξική θέση και δεν υπάρχει μέθοδος σκέψης, που να μη φέρει την ταξική σφραγίδα.
Οι μαρξιστές θεωρούν, πως η παραγωγική δραστηριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας αναπτύσσεται βήμα προς βήμα, από τις κατώτερες βαθμίδες στις ανώτερες˙ για το λόγο αυτό οι ανθρώπινες γνώσεις, τόσο αναφορικά με τη φύση όσο και αναφορικά με την κοινωνία, αναπτύσσονται επίσης βήμα προς βήμα, από τις κατώτερες βαθμίδες στις ανώτερες. Δηλαδή, από το απλό στο σύνθετο, από το μονόπλευρο στο πολύπλευρο. Στη διάρκεια μιας εξαιρετικά μακρόχρονης ιστορικής περιόδου, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εννοήσουν την ιστορία της κοινωνίας παρά κατά τρόπο μονόπλευρο. Αυτό ήταν συνέπεια, από τη μία πλευρά, του σκόπιμου τρόπου με τον οποίο αντιμετώπιζαν τα πράγματα οι εκμεταλλεύτριες τάξεις που συνεχώς διαστρέβλωναν την ιστορία της κοινωνίας, και από την άλλη, της περιορισμένης κλίμακας της παραγωγής, που περιόριζε τους ορίζοντες των ανθρώπων. Και μόνο όταν, με τη γιγάντια εμφάνιση των παραγωγικών δυνάμεων –της μεγάλης βιομηχανίας- παρουσιάστηκε το σύγχρονο προλεταριάτο, μπόρεσαν οι άνθρωποι να φτάσουν σε μια ολοκληρωμένη κατανόηση της ιστορίας, της ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας και να μεταβάλλουν τις γνώσεις τους σε επιστήμη, την επιστήμη του μαρξισμού.
Οι μαρξιστές θεωρούν, πως μόνο η κοινωνική πράξη των ανθρώπων μπορεί να αποτελέσει το κριτήριο της αλήθειας των γνώσεων, που έχει ο άνθρωπος για τον εξωτερικό κόσμο. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι μόνο πετυχαίνοντας στην κοινωνική πράξη(στο προτσές της υλικής παραγωγής, της ταξικής πάλης, των επιστημονικών πειραματισμών) τα αποτελέσματα που περιμένουν απ’ αυτή, μόνο τότε λαβαίνουν την επιβεβαίωση της αλήθειας των γνώσεών τους. Εφόσον οι άνθρωποι επιθυμούν να έχουν επιτυχίες στη δουλειά τους, δηλαδή, να φτάσουν τα αποτελέσματα που περιμένουν, είναι εντελώς απαραίτητο να εναρμονίσουν τις ιδέες τους με τους νόμους του αντικειμενικού εξωτερικού κόσμου˙ στην αντίθετη περίπτωση θα αποτύχουν στην πράξη. Όταν οι άνθρωποι αποτυχαίνουν, διδάσκονται από τις ίδιες τις αποτυχίες τους, τροποποιούν τις ιδέες τους και τις θέτουν σε αρμονία με τους νόμους του εξωτερικού κόσμου˙ και τότε μπορούν να μετατρέψουν την ήττα τους σε νίκη. Ακριβώς αυτή την αλήθεια εκφράζουν τα ακόλουθα γνωμικά: «Η αποτυχία είναι μητέρα της επιτυχίας», «κάθε αποτυχία μας κάνει σοφότερους».
Η υλιστική – διαλεκτική θεωρία της γνώσης θέτει σε πρώτη μοίρα την πράξη, θεωρώντας, πως η ανθρώπινη γνώση σε καμιά βαθμίδα της δεν μπορεί να αποκοπεί από την πράξη και απορρίπτοντας όλες τις εσφαλμένες θεωρίες που αρνούνται τη σπουδαιότητα της πράξης και ξεκόβουν τη γνώση από την πράξη. Ο Λένιν είπε: «Η πράξη είναι ανώτερη από τη γνώση (τη θεωρητική γνώση) γιατί έχει το πλεονέκτημα όχι μόνο του γενικού, μα και της άμεσης πραγματικότητας»[3]
Η μαρξιστική φιλοσοφία –ο διαλεκτικός υλισμός- έχει δύο ξεκάθαρα διακριτικά γνωρίσματα: το πρώτο, είναι ο ταξικός χαρακτήρας της, η σαφής διακήρυξη, πως ο διαλεκτικός υλισμός υπηρετεί το προλεταριάτο. Το δεύτερο, είναι ο πρακτικός χαρακτήρας της. Εδώ τονίζεται το γεγονός, ότι θεμέλιο της θεωρίας είναι η πράξη και, ότι η θεωρία, με τη σειρά της, υπηρετεί την πράξη. Η αλήθεια μιας γνώσης ή μιας θεωρίας καθορίζεται όχι από την υποκειμενική εκτίμηση, αλλά από τα αποτελέσματα της αντικειμενικής κοινωνικής πράξης. Το κριτήριο της αλήθειας δεν μπορεί να είναι άλλο από την κοινωνική πράξη. Η άποψη της πράξης, είναι η πρώτη, η βασική άποψη της υλιστικής θεωρίας της γνώσης[4].
Αλλά, πως η ανθρώπινη γνώση γεννιέται από την πράξη και πως, με τη σειρά της, υπηρετεί την πράξη; Για να το καταλάβουμε αυτό, αρκεί να εξετάσουμε το προτσές ανάπτυξης της γνώσης.
είναι γεγονός, ότι οι άνθρωποι, στη διαδικασία της πρακτικής τους δραστηριότητας, στην αρχή δεν βλέπουν παρά την εξωτερική όψη των διαφόρων πραγμάτων, των διαφόρων φαινομένων, τον εξωτερικό δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στα μεμονωμένα πράγματα και φαινόμενα. Έτσι, λόγου χάρη, οι άνθρωποι, που ήρθαν από αλλού για να μελετήσουν την κατάσταση στο Γενάν, την πρώτη ή τη δεύτερη μέρα είδαν την τοποθεσία, τους δρόμους, τα σπίτια. Ήρθαν σε επαφή με πολλούς ανθρώπους, παραβρέθηκαν σε δεξιώσεις, σε εσπερίδες, σε συγκεντρώσεις, άκουσαν διάφορους λόγους, διάβασαν διάφορα ντοκουμέντα. Όλα αυτά αποτελούν την εξωτερική όψη των φαινομένων, μεμονωμένες απόψεις αυτών των φαινομένων και τον εξωτερικό δεσμό, που υπάρχει μεταξύ τους. Το σημείο αυτό του προτσές της γνώσης ονομάζεται βαθμίδα των αισθημάτων και των παραστάσεων. Τα διάφορα φαινόμενα, που συνάντησαν στο Γενάν οι κ.κ. μέλη της επιτροπής ερεύνης, επενεργώντας στα αισθητήρια όργανα των ανθρώπων αυτών, τους δημιούργησαν καθορισμένα αισθήματα. Στη συνείδησή τους δημιουργήθηκε μια ολόκληρη σειρά από παραστάσεις και σχηματίσθηκε, ένας, κατά προσέγγιση, εξωτερικός δεσμός. Τέτοια είναι η πρώτη βαθμίδα της γνώσης. Στη βαθμίδα αυτή, οι άνθρωποι δεν μπορούν ακόμα να επεξεργασθούν βαθιές έννοιες, ούτε να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα.
Η εξακολούθηση της κοινωνικής πράξης οδηγεί σε πολλαπλή επανάληψη των φαινομένων, που προκαλούν στους ανθρώπους αισθήματα και παραστάσεις. Τότε δημιουργείται στην ανθρώπινη συνείδηση, ένα άλμα στο προτσές της γνώσης: η εμφάνιση των εννοιών. Η έννοια δεν αντανακλά πια την εξωτερική όψη των πραγμάτων, των φαινομένων, τη μεμονωμένη τους όψη, τους εξωτερικούς δεσμούς, που υπάρχουν ανάμεσά τους, συλλαμβάνει την ουσία του φαινομένου, το φαινόμενο στο σύνολό του, τους εσωτερικούς δεσμούς των φαινομένων. Η διαφορά ανάμεσα στην έννοια και στο αίσθημα δεν είναι μόνο ποσοτική, αλλά και ποιοτική. Η ανάπτυξη, που συνεχίζεται σ’ αυτή τη κατεύθυνση, η χρήση των μεθόδων κρίσης, επαγωγής, μπορούν να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα. Όταν, στο μυθιστόρημα των τριών βασιλείων,[5] λέγεται: «Φτάνει να μαζέψεις τα φρύδια, κι ένα στρατήγημα θα σου κατεβεί αμέσως στο νου», ή, όταν συνήθως λέμε: «Άφησέ με να σκεφθώ», αυτό σημαίνει, πως ο άνθρωπος ενεργεί διανοητικά με τη βοήθεια των εννοιών, για να εκφέρει κρίσεις και να εξαγάγει συμπεράσματα. Αυτή είναι η δεύτερη βαθμίδα της γνώσης.
Οι κ.κ. μέλη της επιτροπής ερεύνης, που ήρθαν στο Γενάν, αφού συγκεντρώσουν ποικίλα στοιχεία «και σκεφθούν πάνω σ’ αυτά», θα μπορέσουν να εκφέρουν την ακόλουθη κρίση: «Η πολιτική του ενιαίου εθνικού αντιγιαπωνέζικου μετώπου, που εφαρμόζει το Κομμουνιστικό Κόμμα, φαίνεται συνεπής, ειλικρινής και τίμια». Αν είναι το ίδιο με μας τίμιοι οπαδοί της ενότητας και επιδιώκουν να εξασφαλισθεί η σωτηρία του έθνος, θα μπορέσουν, αφού εκφέρουν μια τέτοια κρίση, να προχωρήσουν παραπέρα και να εξαγάγουν το ακόλουθο συμπέρασμα: «Το ενιαίο εθνικό αντιγιαπωνέζικο μέτωπο μπορεί να δημιουργηθεί με επιτυχία». Μέσα στο γενικό προτσές της γνώσης, που αποκτούν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε φαινόμενο, η βαθμίδα αυτή των εννοιών, των κρίσεων και των επαγωγών, εμφανίζεται σαν μια βαθμίδα ακόμα πιο σημαντική, σαν η βαθμίδα της ορθολογικής (rationelle) γνώσης.
Το αληθινό έργο της γνώσης συνίσταται στο να ανυψωθεί από το αίσθημα στη σκέψη, να ανυψωθεί ως τη βαθμιαία διασάφηση των εσωτερικών αντιθέσεων των πραγμάτων, των φαινομένων, που υπάρχουν αντικειμενικά, ως τη διασάφηση των νόμων τους, της εσωτερικής σύνδεσης των διαφόρων προτσές, συνίσταται, δηλαδή, στο να καταλήξει στη λογική γνώση. Επαναλαμβάνουμε: η λογική γνώση διαφέρει από την αισθητηριακή γνώση κατά το ότι ενώ η αισθητηριακή γνώση συλλαμβάνει μεμονωμένες όψεις των πραγμάτων, των φαινομένων, τις εξωτερικές όψεις τους, τον εξωτερικό δεσμό των φαινομένων, η λογική γνώση κάνοντας ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος, συλλαμβάνει το φαινόμενο στο σύνολό του, την ουσία του και τον εσωτερικό δεσμό των φαινομένων, ανέρχεται ως την αποκάλυψη των εσωτερικών αντιθέσεων του κόσμου, που μας περιβάλλει, και από κει μπορεί να φτάσει την ανάπτυξη του κόσμου αυτού στο σύνολο του, με τους γενικούς εσωτερικούς δεσμούς.
Μια τέτοια υλιστική – διαλεκτική θεωρία του προτσές της γνώσης, θεμελιωμένη στην πράξη, που να προχωρεί απ’ αυτό που βρίσκεται στην επιφάνεια σ’ αυτό που βρίσκεται στο βάθος, ήταν άγνωστη πριν από το μαρξισμό. Πρώτος ο διαλεκτικός υλισμός έλυσε σωστά το πρόβλημα αυτό, αποκάλυψε, κατά τρόπο υλιστικό και διαλεκτικό, την κίνηση της γνώσης στην κατεύθυνση της συνεχούς εμβάθυνσής της, την προοδευτική κίνηση της γνώσης των κοινωνικών ανθρώπων μέσα στην πολύπλοκη και διαρκώς επαναλαμβανόμενη πράξη τους, την παραγωγή και την ταξική πάλη˙ την κίνηση από την αισθητηριακή γνώση στη λογική γνώση. Ο Λένιν είπε: «Οι αφαιρέσεις της ύλης, των νόμων της φύσης, η αφαίρεση της αξίας κ.λ.π., με μια λέξη, όλες οι επιστημονικές αφαιρέσεις (οι σωστές, οι σοβαρές, οι όχι αυθαίρετες) αντανακλούν τη φύση πιο βαθιά, πιο πιστά, πιο ολοκληρωμένα»[6]. Ο μαρξισμός – λενινισμός θεωρεί, πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που διακρίνουν τις δυό βαθμίδες του προτσές της γνώσης, συνίστανται στο γεγονός, ότι στην κατώτερη βαθμίδα η γνώση εμφανίζεται σαν αισθητηριακή γνώση, στην ανώτερη βαθμίδα σαν λογική γνώση, αλλά, οπωσδήποτε οι δύο αυτές βαθμίδες αποτελούν την κλιμάκωση ενός ενιαίου προτσές της γνώσης. Η αισθητηριακή γνώση και η ορθολογική γνώση διαφέρουν ως προς το χαρακτήρα τους, μα ωστόσο δεν χωρίζονται η μία από την άλλη, αλλά ενώνονται πάνω στη βάση της πράξης.
Η πράξη μας δείχνει, πως τα πράγματα και τα φαινόμενα, που έχουμε αντιληφθεί με τις αισθήσεις μας, δεν μπορούμε να τα κατανοήσουμε αμέσως, και, πως μόνο τα φαινόμενα, που έχουμε κατανοήσει, μπορούμε να τα αισθανθούμε κατά τρόπο ακόμα βαθύτερο. Οι αισθήσεις δεν μπορούν να λύσουν παρά το πρόβλημα των εξωτερικών όψεων των φαινομένων˙ το πρόβλημα της ουσίας όμως δεν μπορεί να λυθεί παρά μόνο με τη θεωρητική σκέψη. Η λύση των προβλημάτων αυτών σε καμία βαθμίδα δεν μπορεί να αποκοπεί από την πράξη. Κανένα φαινόμενο δεν μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος αν δεν έρθει σε επαφή μ’ αυτό, δηλαδή αν η ίδια η ζωή του (η πράξη) δεν ξετυλίγεται μέσα στις συνθήκες, όπου εκδηλώνεται το φαινόμενο αυτό.
Στις συνθήκες της φεουδαρχικής κοινωνίας ήταν αδύνατο να γνωρίζουν από τα πριν οι άνθρωποι τους νόμους της καπιταλιστικής κοινωνίας, εφόσον ο καπιταλισμός δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του και δεν υπήρχε μια αντίστοιχη πρακτική. Ο μαρξισμός δεν μπορούσε να γεννηθεί, παρά από την καπιταλιστική κοινωνία. Στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού ο Μαρξ δεν μπορούσε να γνωρίζει, συγκεκριμένα από τα πριν, ορισμένους νόμους, χαρακτηριστικούς της εποχής του ιμπεριαλισμού, εφόσον ο ιμπεριαλισμός, σαν το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, δεν είχε κάμει ακόμα την εμφάνισή του και δεν υπήρχε μια αντίστοιχη πρακτική˙ μόνο ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να επιτελέσουν το έργο αυτό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Στάλιν μπόρεσαν να δημιουργήσουν τη θεωρία τους όχι μόνο χάρη στη μεγαλοφυία τους, αλλά προπαντός γιατί πήραν μέρος προσωπικά στην αντίστοιχη με την εποχή τους πρακτική της ταξικής πάλης και των επιστημονικών πειραματισμών˙ χωρίς τον τελευταίο αυτό όρο καμιά μεγαλοφυία δεν θα μπορούσε να τους οδηγήσει στην επιτυχία. Η έκφραση: «Ο σιεουτσάι[7], και χωρίς να περάσει το κατώφλι του σπιτιού του μπορεί να μάθει όλα όσα συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο», ήταν μια κούφια φράση στα παλιά χρόνια, όταν η τεχνική δεν είχε ακόμα εξελιχθεί˙ και παρ’ όλο που στην εποχή μας, όταν η τεχνική έχει εξελιχθεί, αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί, ωστόσο μόνο οι άνθρωποι που ζουν στην πράξη «αυτά που συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο», μπορούν να έχουν αυθεντικές γνώσεις, που τις απόκτησαν με την προσωπική τους πείρα. Οι άνθρωποι αυτοί στην πορεία της πρακτικής τους δραστηριότητας αποκτούν ορισμένες «γνώσεις», που, χάρη στη γραφή και την τεχνική, μπορούν να μεταβιβασθούν στον «σιεουτσάι» και να του δώσουν τη δυνατότητα να γνωρίσει έμμεσα, «όλα όσα συμβαίνουν κάτω από τον ήλιο».
Για να γνωρίσουμε άμεσα ένα φαινόμενο ή ορισμένα φαινόμενα, είναι απαραίτητο να πάρουμε μέρος προσωπικά στην πάλη, που αποσκοπεί να μετασχηματίσει την πραγματικότητα, το φαινόμενο ή τα φαινόμενα αυτά, γιατί μόνο παίρνοντας μέρος προσωπικά σε μια τέτοια πρακτική πάλη μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με την εξωτερική όψη του φαινομένου ή των φαινομένων αυτών, μπορούμε να αποκαλύψουμε την ουσία του φαινομένου ή των φαινομένων αυτών, να τα κατανοήσουμε. Τέτοια είναι η πορεία, που ακολουθεί ο άνθρωπος μέσα στην πραγματικότητα, για να αποκτήσει γνώσεις, μόνο που μερικοί διαστρεβλώνουν σκόπιμα την αλήθεια και ισχυρίζονται τα αντίθετα. Οι πιο γελοίοι είναι εκείνοι, που τους λένε «παντογνώστες» και που, γεμάτοι από γνώσεις τυχαίες, αποσπασματικές, θεωρούν τους εαυτούς τους «ανώτερους από όλα». Γεγονός, που μαρτυράει ακριβώς την απροσμέτρητη κενοδοξία τους.
Γνώση, θα πει επιστήμη, και η επιστήμη δεν θα μπορούσε να ανεχθεί ούτε την ελάχιστη υποκρισία, ούτε την ελάχιστη υπεροψία˙ ίσα – ίσα, εκείνο, που της χρειάζεται απόλυτα είναι ακριβώς το αντίθετο: η τιμιότητα και η μετριοφροσύνη. Αν θέλουμε να αποκτήσουμε γνώσεις, πρέπει να πάρουμε μέρος στην πράξη, που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη γεύση του αχλαδιού, πρέπει να το μεταμορφώσει δοκιμάζοντάς το. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη σύσταση και τις ιδιότητες του ατόμου, πρέπει να καταπιαστεί με φυσικά και χημικά πειράματα, να μεταβάλλει την κατάσταση του ατόμου. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη θεωρία και τις μεθόδους της επανάστασης, πρέπει να πάρει μέρος στην επανάσταση.
Όλες οι αυθεντικές γνώσεις είναι καρπός άμεσης πείρας. Ωστόσο ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει άμεση πείρα για όλα τα πράγματα και, στην πραγματικότητα, οι περισσότερες γνώσεις μας είναι προϊόν έμμεσης πείρας, είναι γνώσεις που έφθασαν σ’ εμάς απ’ όλους τους περασμένους αιώνες και γνώσεις που απόκτησαν άνθρωποι από άλλα μέρη. Οι γνώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα της άμεσης πείρας ανθρώπων που έζησαν προηγούμενα ή της άμεσης πείρας άλλων. Αν στη διαδικασία της πράξης των προγόνων μας ή των σύγχρονών μας οι γνώσεις αυτές ανταποκρίνονταν στον όρο, που ανέφερε ο Λένιν, δηλαδή, αν ήταν αποτέλεσμα μιας «επιστημονικής αφαίρεσης», αν αποτελούσαν επιστημονική αντανάκλαση φαινομένων, που υπάρχουν αντικειμενικά, τότε οι γνώσεις αυτές είναι ασφαλείς˙ στην αντίθετη περίπτωση, δεν είναι ασφαλείς. Γι’ αυτό οι γνώσεις των ανθρώπων συγκροτούνται από δύο μέρη: από τα δεδομένα της άμεσης πείρας και από τα δεδομένα της έμμεσης πείρας. Ωστόσο, κάτι, που για μένα είναι έμμεση πείρα, είναι για τους άλλους άμεση πείρα. Από δω βγαίνει, πως μιλώντας για τις γνώσεις στο σύνολό τους, μπορούμε να πούμε, πως καμιά γνώση δεν μπορεί να ξεκοπεί από την άμεση πείρα.
Η πηγή όλων των γνώσεων βρίσκεται στα αισθήματα, που σχηματίζονται στους ανθρώπους μέσω της αντανάκλασης του αντικειμενικού εξωτερικού κόσμου στα αισθητήρια όργανα των ανθ΄ρωπων˙ όποιος αρνείται το αίσθημα, όποιος αρνείται την άμεση πείρα, όποιος αρνείται να συμμετάσχει προσωπικά στην πράξη, που μετασχηματίζει την πραγματικότητα, αυτός δεν είναι υλιστής. Γι’ αυτό και είναι γελοίοι οι «παντογνώστες». Οι κινέζοι έχουν ένα παλιό γνωμικό: «Αν δεν τρυπήσεις στην φωλιά της τίγρης δεν θα μπορέσεις να πιάσεις τα μικρά της». Αυτό το γνωμικό ισχύει και για την ανθρώπινη πρακτική και στον ίδιο βαθμό, για τη θεωρία της γνώσης. Γνώση ξεκομμένη από την πράξη είναι αδιανόητη.
Για να δείξουμε την υλιστική διαλεκτική κίνηση της γνώσης, η οποία προβάλλει πάνω στη βάση της πράξης, που μετασχηματίζει την πραγματικότητα –κίνηση της γνώσης στην κατεύθυνση της βαθμιαίας εμβάθυνσης- θα δώσουμε ακόμα μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα.
Στην αρχική περίοδο της δράσης του, στην περίοδο της καταστροφής των μηχανών και της αυθόρμητης πάλης, το προλεταριάτο δεν βρισκόταν παρά στη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης, ως προς τη γνώση της καπιταλιστικής κοινωνίας, και δε γνώριζε παρά τις μεμονωμένες όψεις και τους εξωτερικούς δεσμούς των διαφόρων φαινομένων του καπιταλισμού. Την εποχή αυτή, το προλεταριάτο δεν ήταν παρά αυτό, που ονομάζουν «τάξη καθεαυτή». Όταν όμως άρχισε η δεύτερη περίοδος της δράσης του προλεταριάτου, η περίοδος της συνειδητής και οργανωμένης οικονομικής και πολιτικής πάλης, όταν η πλούσια πείρα, που έδωσε η μακρόχρονη πάλη του προλεταριάτου, βρήκε την επιστημονική της γενίκευση από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, και όταν γεννήθηκε η θεωρία του μαρξισμού και χρησιμοποιήθηκε για τη διαφώτιση του προλεταριάτου –θεωρία, που διδάσκει στο προλεταριάτο πως να κατανοήσει την ουσία της καπιταλιστικής κοινωνίας, πως να κατανοήσει τις σχέσεις εκμετάλλευσης, που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, πως να κατανοήσει τη δική του ιστορική αποστολή σαν τάξη- τότε το προλεταριάτο έγινε «τάξη για τον εαυτό της».
Την ίδια πορεία ακολούθησε και ο κινέζικος λαός στη γνώση του ιμπεριαλισμού. Η πρώτη βαθμίδα ήταν η βαθμίδα της αισθητηριακής, επιφανειακής γνώσης, η βαθμίδα της πάλης εναντίον των ξένων γενικά, στην εποχή των εξεγέρσεων των Ταϊπίνγκ, των Ιχοτουάν κ.α. Μόνο η δεύτερη βαθμίδα ήταν η βαθμίδα της ορθολογικής γνώσης, όταν ο κινέζικος λαός διέκρινε τις διάφορες εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, όταν διέκρινε την ουσία της καταπίεσης και εκμετάλλευσης των πλατιών λαϊκών μαζών από την πλευρά του ιμπεριαλισμού, που είχε συμμαχήσει με την κομπραντόρικη αστική τάξη και την τάξη των φεουδαρχών της Κίνας: η γνώση αυτή άρχισε μόνο με την περίοδο του Κινήματος της 4ης Μαΐου 1919.
Ας έρθουμε τώρα στον πόλεμο. Αν ο πόλεμος διευθυνόταν από ανθρώπους χωρίς στρατιωτική πείρα, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν, στο πρώτο στάδιο, τους βαθείς νόμους, που διέπουν τη διαδικασία ενός συγκεκριμένου, δεδομένου πολέμου (λόγου χάρη του δικού μας Επαναστατικού αγροτικού πολέμου της τελευταίας δεκαετίας). Στο πρώτο στάδιο δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν παρά την πείρα από την προσωπική τους συμμετοχή σε πολυάριθμες μάχες, σημαντικός αριθμός από τις οποίες θα είχε λήξει με ήττα γι’ αυτούς. Ωστόσο η πείρα αυτή (η πείρα των νικών και κυρίως των ηττών) θα τους έδινε τη δυνατότητα να κατανοήσουν τα εσωτερικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν όλον τον πόλεμο στο σύνολό του, δηλαδή τους νόμους του συγκεκριμένου, δεδομένου πολέμου, να κατανοήσουν τη στρατηγική και τακτική και, έτσι, η πείρα αυτή θα τους έδινε τη δυνατότητα να διευθύνουν τον πόλεμο με σιγουριά. Αν τη στιγμή εκείνη εμπιστευόμασταν τη διεύθυνση του πολέμου σε έναν άνθρωπο χωρίς πείρα, αυτός δεν θα μπορούσε να κατανοήσει τους πραγματικούς νόμους του πολέμου, παρά μόνο αφού θα είχε υποστεί μια σειρά από ήττες (δηλαδή, αφού θα είχε αποκτήσει πείρα).
Συμβαίνει συχνά να ακούμε συντρόφους, που διστάζουν αυτή ή την άλλη εργασία, να δηλώνουν, πως δε θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σ’ αυτή. Γιατί σκέπτονται έτσι; Γιατί δεν έχουν μια ξεκάθαρη ιδέα του χαρακτήρα και των όρων της εργασίας αυτής˙ ή ακόμα γιατί ποτέ δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να την αντιμετωπίσουν ή τους δόθηκε, μα σπάνια˙ έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος, πως οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν τους νόμους της εργασίας αυτής. Μα όταν ακριβώς τους αναλύσουμε λεπτομερειακά την κατάσταση και τους όρους της εργασίας, τότε θα αρχίσουν να νιώθουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους και θα δεχθούν να την αναλάβουν. Αν οι άνθρωποι αυτοί επιδοθούν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα στην εργασία αυτή, θα αποκτήσουν πείρα˙ και αν προσπαθήσουν τίμια να διεισδύσουν στην καρδιά της πραγματικής κατάστασης, αντί να ατενίζουν τα πράγματα κατά τρόπο υποκειμενικό, μονόπλευρο και επιφανειακό, τότε μόνοι τους θα βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα σχετικά με τον τρόπο, που πρέπει να διεξάγεται η εργασία αυτή και θα αρχίσουν να δουλεύουν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Η αναπόφευκτη αποτυχία δεν αναμένει παρά τους ανθρώπους, που ατενίζουν τα πράγματα κατά τρόπο υποκειμενικό, μονόπλευρο, επιφανειακό, που όταν φτάνουν σε ένα καινούργιο σημείο αδιαφορούν για την κατάσταση, δεν προσπαθούν να δουν τα πράγματα στο σύνολό τους (την ιστορία τους και την τωρινή τους κατάσταση σαν ένα σύνολο), και επειδή είναι ανίκανοι να φθάσουν ως την ίδια την ουσία τους (το χαρακτήρα τους και τους εσωτερικούς τους δεσμούς), αρχίζουν αμέσως να εκδίδουν διαταγές και οδηγίες με ένα τρόπο γεμάτο αυταρέσκεια.
Φαίνεται, επομένως, πως το πρώτο βήμα στο προτσές της γνώσης είναι η πρώτη επαφή με τα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου: η βαθμίδα των αισθήσεων. Δεύτερο βήμα είναι η γενίκευση των δεδομένων, που προσφέρουν οι αισθήσεις, η ταξινόμησή τους και η επεξεργασία τους: η βαθμίδα των εννοιών, των κρίσεων και των επαγωγών. Μόνο στην περίπτωση, που οι αισθήσεις μάς έχουν προσφέρει μεγάλο αριθμό δεδομένων (και δεδομένων όχι αποσπασματικών, ανολοκλήρωτων), και μόνο στην περίπτωση που τα δεδομένα αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (δηλαδή στην περίπτωση, που δεν είναι αποτέλεσμα πλάνης των αισθήσεων), μόνο τότε είναι δυνατό, πάνω στη βάση των δεδομένων αυτών, να επεξεργαστούμε έννοιες, μία σωστή θεωρία.
Εδώ υπάρχουν δύο σημαντικά στοιχεία, που πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαίτερα. Μιλήσαμε κιόλας προηγούμενα για το πρώτο, μα πρέπει να επανέλθουμε σ’ αυτό ακόμα μια φορά: πρόκειται για το πρόβλημα της εξάρτησης της ορθολογικής γνώσης από την αισθητηριακή γνώση. Όποιος φρονεί, πως η ορθολογική γνώση μπορεί να μην προέρχεται από την αισθητηριακή γνώση, είναι ιδεαλιστής. Η ιστορία της φιλοσοφίας γνώρισε τη λεγόμενη σχολή του «ρασιοναλισμού» που δεν αναγνώριζε παρά την πραγματικότητα της λογικής, αρνούνταν την πραγματικότητα της πείρας, υποστήριζε πως μόνο στη λογική μπορούμε να βασιζόμαστε και όχι στην εμπειρία, που, μας δίνει η αισθητηριακή αντίληψη. Η πλάνη της τάσης αυτής συνίσταται στο ότι αντιστρέφει τα γεγονότα. Αν μπορούμε να βασιζόμαστε στα δεδομένα της ορθολογικής γνώσης, αυτό γίνεται ακριβώς γιατί αυτά πηγάζουν από τα δεδομένα της αισθητηριακής γνώσης˙ στην αντίθετη περίπτωση τα δεδομένα αυτά της ορθολογικής γνώσης, θα καταντούσαν ποταμός χωρίς πηγές, δέντρο χωρίς ρίζες. Θα ήταν κάτι, όπου δεν θα μπορούσε να στηριχτεί κανείς, κάτι γεννημένο κατά τρόπο αποκλειστικά υποκειμενικό. Από την άποψη της σειράς που εκφράζεται στο προτσές της γνώσης, η εμπειρία, που αποκτούμε με τις αισθήσεις μας, είναι το πρώτο δεδομένο. Και υπογραμμίζουμε τη σπουδαιότητα της κοινωνικής πράξης μέσα στο προτσές της γνώσης, γιατί μόνο πάνω στη βάση της κοινωνικής πράξης του ανθρώπου μπορεί να γεννηθεί μέσα του η γνώση, μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος, μέσω των αισθήσεών του, την πείρα του εξωτερικού κόσμου που υπάρχει αντικειμενικά. Αν ο άνθρωπος έκλεινε τα μάτια του, έφραζε τ’ αυτιά του και ξεκοβόταν από τον εξωτερικό κόσμο, που υπάρχει αντικειμενικά, τότε δεν θα μπορούσε να γίνεται λόγος για ανθρώπινες γνώσεις. Η γνώση αρχίζει με την εμπειρία, εδώ βρίσκεται ο ολιστικός χαρακτήρας της θεωρίας της γνώσης.
Το δεύτερο στοιχείο, είναι η ανάγκη να βαθύνουμε τη γνώση, η ανάγκη να περάσουμε από τη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης στη βαθμίδα της ορθολογικής γνώσης˙εδώ βρίσκεται η διαλεκτική της θεωρίας της γνώσης[8]. Το να θεωρούμε, πως η γνώση μπορεί να σταματήσει στην κατώτερη βαθμίδα, στη βαθμίδα της αισθητηριακής γνώσης, το να θεωρούμε, πως μπορούμε να στηριχθούμε μόνο στην αισθητηριακή γνώση και όχι στην ορθολογική γνώση, αυτό σημαίνει, πως επαναλαμβάνουμε τα γνωστά στην ιστορία σφάλματα του εμπειρισμού. Τα σφάλματα της θεωρίας αυτής συνίστανται στη μη κατανόηση του γεγονότος, ότι αν και τα δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης αποτελούν, αναμφίβολα, αντανακλάσεις ορισμένων πραγματικοτήτων του εξωτερικού κόσμου, που υπάρχει αντικειμενικά (εδώ δεν θα αναφερθώ στον ιδεαλιστικό εμπειρισμό που περιορίζει την πείρα σ’ αυτό, που ονομάζουν αυτοθεώρηση), είναι ωστόσο μονόπλευρα, επιφανειακά και η αντανάκλαση αυτή είναι όχι ολοκληρωμένη, δεν αντικατοπτρίζει την ουσία των πραγμάτων. Για να αντικατοπτριστεί με ολοκληρωμένο τρόπο ένα ορισμένο πράγμα στο σύνολό του, να αντικατοπτρισθούν η ουσία του και οι εσωτερικοί του νόμοι, πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα εννοιών και θεωριών, αφού προηγούμενα υποβληθούν σε μια διανοητική επεξεργασία τα πλούσια δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης. Η επεξεργασία αυτή συνίσταται στο να απορρίψουμε το επουσιώδες και να κρατήσουμε το ουσιώδες, να απομακρύνουμε το ψεύτικο και να κρατήσουμε το αληθινό, να περάσουμε από την μία όψη των φαινομένων στην άλλη, από το εξωτερικό στο εσωτερικό˙ πρέπει να πραγματοποιήσουμε ένα άλμα από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση. Η επεξεργασία αυτή δεν κάνει τις γνώσεις μας λιγότερο πλήρεις, λιγότερο ασφαλείς. Αντίθετα, κάθε τι, που –αφού εμφανίστηκε μέσα στο προτσές της γνώσης πάνω στη βάση της πράξης- υποβλήθηκε σε μια επιστημονική επεξεργασία, αντανακλά, όπως λέει ο Λένιν, τον αντικειμενικό κόσμο κατά τρόπο πιο βαθύ, πιο ακριβή, πιο ολοκληρωμένο. Αυτό είναι ακριβώς, που δεν καταλαβαίνουν οι αγοραίοι «πολυπράγμονες». Οι άνθρωποι αυτοί υποκλίνονται μπροστά στην εμπειρία και περιφρονούν τη θεωρία, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να αγκαλιάσουν το αντικειμενικό προτσές στο σύνολό του, να χάνουν από μπροστά τους τον καθαρό προσανατολισμό, την πλατιά προοπτική και να ζαλίζονται με τις τυχαίες επιτυχίες τους, να παραδέρνουν μέσα στα στενά οπτικά τους πεδία. Αν οι άνθρωποι αυτοί καθοδηγούσαν την επανάσταση, θα την οδηγούσαν σε αδιέξοδο.
Η ορθολογική γνώση εξαρτάται από την αισθητηριακή γνώση, κι αυτή πάλι πρέπει να εξελίσσεται σε ορθολογική γνώση. Τέτοια είναι η υλιστική – διαλεκτική θεωρία της γνώσης. Στη φιλοσοφία, ο ρασιοναλισμός και ο εμπειρισμός δεν αντιλαμβάνονται τον ιστορικό ή διαλεκτικό χαρακτήρα της γνώσης και, παρ’ όλο που η καθεμιά από τις τάσεις αυτές κρύβει μια άποψη της αλήθειας (πρόκειται για τον υλιστικό ρασιοναλισμό και τον υλιστικό εμπειρισμό και όχι τον ιδεαλιστικό), ωστόσο, αν τις εξετάσουμε από τη σκοπιά της θεωρίας της γνώσης στο σύνολό της, δείχνεται πως και η μία και η άλλη είναι εσφαλμένες. Η υλιστική – διαλεκτική κίνηση της γνώσης από το αισθητό στο έλλογο, παρεμβαίνει τόσο στο προτσές της γνώσης του μικρού (λόγου χάρη στη γνώση ενός αντικειμένου, μιας οποιασδήποτε εργασίας), όσο και στο προτσές της γνώσης του μεγάλου (λόγου χάρη, στη γνώση αυτής ή της άλλης κοινωνίας, αυτής ή της άλλης επανάστασης ).
Ωστόσο, η κίνηση της γνώσης δεν τελειώνει εδώ. Αν η υλιστική – διαλεκτική κίνηση της γνώσης σταματούσε στην ορθολογική γνώση, τότε μόνο το μισό πρόβλημα θα είχε εξαντληθεί˙ κι ακόμα περισσότερο, από την άποψη της μαρξιστικής φιλοσοφίας, το μισό αυτό δεν θα ήταν το πιο σημαντικό. Η μαρξιστική φιλοσοφία θεωρεί πως το κυριότερο δεν είναι να κατανοούμε τους νόμους του αντικειμενικού κόσμου και να είμαστε σε θέση να τον εξηγούμε, μα να χρησιμοποιούμε τη γνώση των αντικειμενικών νόμων για να μετασχηματίζουμε ενεργητικά τον κόσμο. Ο μαρξισμός αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα της θεωρίας, κι αυτό εκφράστηκε ολοκάθαρα στην ακόλουθη θέση του Λένιν: «Χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα»[9]. Αλλά ο μαρξισμός δίνει σπουδαία σημασία στη θεωρία ακριβώς –και αποκλειστικά- γιατί η θεωρία μπορεί να καθοδηγήσει την πρακτική δραστηριότητα. Αν όμως, έχοντας αποκτήσει μια σωστή θεωρία, αρκούμαστε να τη χρησιμοποιούμε σαν θέμα κούφιων συζητήσεων και να τη θέτουμε υπό το μόδιον και αν δεν την εφαρμόζουμε στην πράξη, τότε η θεωρία αυτή, όσο ωραία κι αν είναι, παραμένει χωρίς αξία.
Η γνώση αρχίζει από την πράξη˙ αφού αποκτήσουμε γνώσεις θεωρητικές από την πράξη, πρέπει πάλι να γυρίσουμε στην πράξη. Ο ενεργός ρόλος της γνώσης δεν εκφράζεται μόνο με το ενεργό άλμα από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση, μα –κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό- με το άλμα από την ορθολογική γνώση στην επαναστατική πράξη. Αφού αποκτήσαμε τη γνώση των νόμων του κόσμου να την εφαρμόσουμε στην πράξη της παραγωγής, στην πράξη της επαναστατικής ταξικής πάλης και της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, όπως επίσης και στην πράξη των επιστημονικών πειραματισμών. Τέτοιο είναι το προτσές της επαλήθευσης της θεωρίας και της ανάπτυξης της θεωρίας, η προέκταση όλου του προτσές της γνώσης.
Το ζήτημα αν μια θεωρητική πρόταση ανταποκρίνεται στην αντικειμενική αλήθεια, δεν λύνεται, κι ούτε μπορεί να λυθεί ολοκληρωτικά, με την κίνηση από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω. Για να λύσουμε ολοκληρωτικά το ζήτημα αυτό, είναι αναγκαίο, από την ορθολογική γνώση να ξαναγυρίσουμε στην κοινωνική πράξη˙ να εφαρμόσουμε τη θεωρία στην πράξη και να ελέγξουμε το αν αυτή μπορεί να οδηγήσει στον καθορισμένο στόχο. Πολλές θεωρίες των φυσικών επιστημών, αναγνωρίσθηκαν σαν αληθινές όχι απλώς γιατί τις είχαν επεξεργασθεί επιστήμονες, που είχαν αφοσιωθεί στις επιστήμες αυτές, αλλά γιατί βρήκαν την επαλήθευσή τους στην κατοπινή επιστημονική πράξη. Το ίδιο και ο μαρξισμός – λενινισμός, αναγνωρίστηκε σαν αλήθεια όχι απλώς γιατί τη διδασκαλία αυτή την επεξεργάστηκαν ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Στάλιν, μα γιατί επικυρώθηκε από την κατοπινή πράξη της επαναστατικής ταξικής πάλης και της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης. Ο διαλεκτικός υλισμός είναι μια γενική αλήθεια, γιατί κανένας στην πρακτική του δραστηριότητα δεν μπορεί να παραβιάσει τα πλαίσια αυτά. Η ιστορία της ανθρώπινης γνώσης δείχνει, πως υπήρξαν πολλές θεωρίες, που η αληθινότητά τους δεν ήταν επαρκώς πλήρης, ύστερα όμως από τον έλεγχό τους στην πράξη, η ανεπάρκεια αυτή εξαλείφθηκε. Πολλές θεωρίες ήταν εσφαλμένες, ύστερα όμως από τον έλεγχό τους στην πράξη, διορθώθηκαν τα σφάλματα που παρουσίαζαν. Γι’ αυτό η πράξη αποτελεί το κριτήριο της αλήθειας. «Η άποψη της ζωής, της πράξης, πρέπει να είναι η πρώτη, η βασική άποψη της θεωρίας της γνώσης»[10]. Ο Στάλιν εκφράστηκε με αξιοσημείωτο τρόπο σχετικά με το θέμα αυτό: «... η θεωρία γίνεται χωρίς αντικείμενο, αν δεν συνδέεται με την επαναστατική πράξη˙ το ίδιο ακριβώς και η πράξη γίνεται τυφλή, αν η πορεία της δε φωτίζεται από την επαναστατική θεωρία»[11].
Μήπως τελειώνει εδώ η κίνηση της γνώσης; Απαντούμε: και ναι και όχι.
Ο κοινωνικός άνθρωπος, που καταπιάστηκε με το έργο της τροποποίησης ενός καθορισμένου αντικειμενικού προτσές σε μια καθορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής του (είτε πρόκειται για το έργο της τροποποίησης ενός οποιουδήποτε προτσές, που συντελείται στη φύση, είτε πρόκειται για το έργο της τροποποίησης ενός οποιουδήποτε κοινωνικού προτσές) αποκτά, χάρη στην αντανάκλαση του αντικειμενικού προτσές και τη δική του υποκειμενική δραστηριότητα, τη δυνατότητα να περάσει από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση και να δημιουργήσει ιδέες, θεωρίες, σχέδια ή προγράμματα, που, από γενική άποψη, να ανταποκρίνονται στους νόμους αυτού του αντικειμενικού προτσές˙ κι αν, σε συνέχεια, με την εφαρμογή αυτών των ιδεών, θεωριών, σχεδίων ή προγραμμάτων στην πράξη της τροποποίησης του ίδιου αυτού αντικειμενικού προτσές, φτάσει στον καθορισμένο στόχο, δηλαδή αν, στην πράξη αυτού του προτσές, κατορθώσει να μετατρέψει σε πραγματικότητα τις ιδέες, θεωρίες σχέδια ή προγράμματα, που προηγούμενα είχε επεξεργαστεί, ή κατορθώσει να τα πραγματοποιήσει όλα αυτά στα βασικά τους σημεία, τότε η κίνηση της γνώσης αυτού του αντικειμενικού προτσές, θα μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένη. Λόγου χάρη, στο προτσές μιας τροποποίησης της φύσης, η εκτέλεση ενός οικοδομικού σχεδίου, η επαλήθευση μιας επιστημονικής υπόθεσης, η δημιουργία ενός μηχανισμού, η συγκομιδή ορισμένων σπαρτών –ή επίσης, στο προτσές μιας τροποποίησης της κοινωνίας, η επιτυχία μιας απεργίας, η νίκη σ’ ένα πόλεμο, η εκπλήρωση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος- όλα αυτά σημαίνουν, πως ο σκοπός, που είχε καθοριστεί, επιτεύχθηκε.
Ωστόσο, και στο έργο μιάς τροποποίησης της φύσης, και στο έργο μιας τροποποίησης της κοινωνίας, γενικά είναι εξαιρετικά σπάνιο οι ιδέες, οι θεωρίες, τα σχέδια και τα προγράμματα, που επεξεργάστηκαν προηγούμενα οι άνθρωποι, να πραγματοποιηθούν χωρίς να υποστούν την παραμικρή αλλαγή. Αυτό γίνεται, γιατί οι άνθρωποι, που τροποποιούν την πραγματικότητα, βρίσκονται συχνά δεσμευμένοι από πολλούς περιορισμούς: συχνά δεσμεύονται όχι μόνο από τις επιστημονικές και τεχνικές συνθήκες, μα κι από την ανάπτυξη του ίδιου του αντικειμενικού προτσές και τη βαθμίδα, όπου αυτό εκδηλώνεται (αφού οι διάφορες απόψεις και η ουσία του αντικειμενικού προτσές δεν έχουν ακόμα φανερωθεί εντελώς). Σε παρόμοια κατάσταση συμβαίνει συχνά ώστε, όταν στην πράξη παρουσιαστούν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι ιδέες, οι θεωρίες, τα σχέδια και προγράμματα, να μεταβάλλονται εν μέρη και κάποτε και ολοκληρωτικά. Αυτό σημαίνει, πως υπάρχουν περιπτώσεις, όπου οι ιδέες, οι θεωρίες, τα σχέδια και προγράμματα, όπως διατυπώθηκαν αρχικά, δεν ανταποκρίνονται πια σ’ ένα μέρος τους ή στο σύνολό τους, στην πραγματικότητα, αποδείχνονται σε ένα μέρος τους ή στο σύνολό τους εσφαλμένα. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου ύστερα από επανειλημμένες αποτυχίες κατορθώνουν οι άνθρωποι να απαλλαγούν από τις πλάνες και να εναρμονίσουν τις ιδέες τους με τους νόμους του αντικειμενικού προτσές και έτσι να μετατρέψουν το υποκειμενικό σε αντικειμενικό, δηλαδή, να πετύχουν στην πράξη τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οπωσδήποτε, ακριβώς στο σημείο αυτό, μπορούμε να θεωρήσουμε σαν συντελεσμένη την προσπάθεια των ανθρώπων να γνωρίσουν ένα ορισμένο αντικειμενικό προτσές, σε μία καθορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής του.
Ωστόσο, αν εξετάσουμε το προτσές στην ανάπτυξή του, διαπιστώνουμε πως η κίνηση της ανθρώπινης γνώσης δεν τελειώνει εδώ. Κάθε προτσές, είτε συντελείται στη φύση είτε στην κοινωνία, προχωρεί και αναπτύσσεται από τις ίδιες τις εσωτερικές αντιθέσεις του και την πάλη που γίνεται στο εσωτερικό του. Με τη σειρά του και το προτσές της ανθρώπινης γνώσης, πρέπει επίσης να προχωρεί και να αναπτύσσεται. Αν ο λόγος είναι για ένα κοινωνικό κίνημα, οι αληθινοί επαναστάτες ηγέτες πρέπει, όχι μόνο να ξέρουν να διορθώνουν τα σφάλματα, που υπάρχουν στις ιδέες, τις θεωρίες, τα σχέδια και τα προγράμματά τους, όπως είπαμε προηγούμενα, μα ακόμα, κατά τη μετάβαση του καθορισμένου αυτού αντικειμενικού προτσές από τη μία βαθμίδα της ανάπτυξης του στην άλλη, να είναι ικανοί, και οι ίδιοι και όλοι όσοι συμμετέχουν στην επανάσταση, να ακολουθούν, με την υποκειμενική τους γνώση, τη μετάβαση αυτή, δηλαδή να κατορθώνουν να εναρμονίζουν τα νέα επαναστατικά καθήκοντα, τα νέα σχέδια δουλειάς, με τις νέες αλλαγές που επέρχονται στην κατάσταση. Σε επαναστατική περίοδο η κατάσταση μεταβάλλεται πολύ γρήγορα˙ αν η συνείδηση των επαναστατών δεν κατορθώνει να ακολουθήσει γρήγορα τις μεταβολές αυτές, τότε οι επαναστάτες θα σταθούν ανίκανοι να οδηγήσουν την επανάσταση στη νίκη.
Ωστόσο, συμβαίνει συχνά οι ιδέες να καθυστερούν από την πραγματικότητα˙ αυτό οφείλεται στο ότι η ανθρώπινη γνώση περιορίζεται εξαιτίας πολλών κοινωνικών συνθηκών. Αγωνιζόμαστε εναντίον των συντηρητικών, που βρίσκονται στις επαναστατικές γραμμές μας, γιατί οι ιδέες τους δεν ακολουθούν το ρυθμό των μεταβολών της αντικειμενικής κατάστασης˙ αυτό εκδηλώθηκε στην ιστορία με τη μορφή του δεξιού οπορτουνισμού. Οι άνθρωποι αυτοί δε βλέπουν, πως η πάλη των αντιθέτων έκαμε, ώστε το αντικειμενικό προτσές να έχει κιόλας προχωρήσει μπροστά, ενώ η συνείδησή τους παραμένει ακόμα στην προηγούμενη βαθμίδα. Αυτή η ιδιομορφία χαρακτηρίζει τις ιδέες όλων των συντηρητικών. Οι ιδέες τους είναι ξεκομμένες από την κοινωνική πράξη, αυτοί δεν μπορούν να τεθούν επικεφαλείς του άρματος της κοινωνικής προόδου και να παίξουν το ρόλο οδηγών˙ δεν ξέρουν, παρά να μένουν πίσω και να παραπονιούνται πως το άρμα προχωρεί πολύ γρήγορα, και να προσπαθούν να το φέρουν πίσω ή να το κάμουν να τραβήξει σε αντίθετη κατεύθυνση.
Αγωνιζόμαστε επίσης εναντίον των φαφλατάδων της «αριστεράς». Οι ιδέες τους πηδούν πάνω από το καθορισμένο στάδιο ανάπτυξης του αντικειμενικού προτσές˙ άλλοι απ’ αυτούς παίρνουν τις ψευδαισθήσεις τους για πραγματικότητα, άλλοι επιχειρούν να εκβιάσουν την πραγματοποίηση, στις τωρινές συνθήκες, ιδανικών, που μόνο στο μέλλον θα είναι πραγματοποιήσιμα˙ οι ιδέες τους, ξεκομμένες από τη σύγχρονη πράξη της πλειοψηφίας των ανθρώπων, ξεκομμένες από τη σύγχρονη πραγματικότητα, μετατρέπονται στην πρακτική δραστηριότητα σε τυχοδιωκτισμό.
Η ρήξη ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, η απόσπαση της γνώσης από την πράξη, αποτελούν τα χαρακτηριστικά του ιδεαλισμού και του μηχανιστικού υλισμού, του οπορτουνισμού και του τυχοδιωκτισμού. Η μαρξιστικο – λενινιστική θεωρία της γνώσης, που το διακριτικό της γνώρισμα είναι, πως αναγνωρίζει την κοινωνική πράξη σαν κριτήριο της επιστημονικής αλήθειας, δε μπορεί να μην αγωνίζεται αποφασιστικά εναντίον των εσφαλμένων αυτών αντιλήψεων. Οι μαρξιστές αναγνωρίζουν, πως μέσα στο γενικό, απόλυτο προτσές ανάπτυξης του σύμπαντος, η ανάπτυξη των συγκεκριμένων επιμέρους προτσές είναι σχετική. Γι’ αυτό μέσα στην απέραντη θάλασσα της απόλυτης αλήθειας, η γνώση, που έχουν οι άνθρωποι για τα συγκεκριμένα επιμέρους προτσές, σε καθορισμένα στάδια της ανάπτυξής τους, δεν εκφράζει παρά σχετικές αλήθειες. Με το άθροισμα των αναρίθμητων σχετικών αληθειών συγκροτείται η απόλυτη αλήθεια[12]. Η ανάπτυξη κάθε αντικειμενικού προτσές είναι ανάπτυξη γεμάτη αντιθέσεις και αγώνες. Κάθε διαλεκτική κίνηση στον αντικειμενικό κόσμο μπορεί, αργά ή γρήγορα, να βρει την αντανάκλασή της στην ανθρώπινη γνώση. Στην κοινωνική πράξη, το προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης και του θανάτου είναι ατελεύτητο˙ το ίδιο ατελεύτητο είναι και το προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης και του θανάτου στην ανθρώπινη γνώση. Ακριβώς επειδή η πράξη που βασίζεται σε καθορισμένες ιδέες, θεωρίες, σχέδια, προγράμματα, και που κατευθύνεται στο μετασχηματισμό της αντικειμενικής πραγματικότητας, ακολουθεί σταθερά το δρόμο της προόδου, ακριβώς γι’ αυτό βαθαίνει συνεχώς και η ανθρώπινη γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Το προτσές μετασχηματισμού του πραγματικού κόσμου, του αντικειμενικά υπαρκτού, είναι αιώνιο και ατελεύτητο. Το ίδιο αιώνια και ατελεύτητη είναι και η γνώση των ανθρώπων για την αλήθεια μέσα στο προτσές της πράξης. Ο μαρξισμός – λενινισμός δε θέτει κανένα όριο στην ανακάλυψη της αλήθειας˙ αντίθετα, ανοίγει αδιάκοπα τους δρόμους για τη γνώση της αλήθειας μέσα στο προτσές της πράξης. Το συμπέρασμά μας είναι, πως τασσόμαστε υπέρ της συγκεκριμένης, ιστορικής ενότητας του υποκειμενικού και του αντικειμενικού, της θεωρίας και της πράξης, των γνώσεων και της δράσης˙ πως είμαστε εναντίον όλων των εσφαλμένων αντιλήψεων –και της «αριστεράς» και της δεξιάς- που είναι ξεκομμένες από τη συγκεκριμένη ιστορία.
Στη σύγχρονη εποχή της κοινωνικής ανάπτυξης, η ιστορία έχει επιφορτίσει το προλεταριάτο και το Κόμμα του με την ευθύνη να γνωρίσει σωστά τον κόσμο και να τον μετασχηματίσει. Στην Κίνα, όπως και σ’ όλο τον κόσμο, το προτσές της πράξης για το μετασχηματισμό του κόσμου, που καθορίζεται πάνω στη βάση της επιστημονικής γνώσης, έφτασε σε μια ιστορική στιγμή τεράστιας σημασίας, σε μια στιγμή τέτοια, που όμοιά της ποτέ δε γνώρισε η ανθρωπότητα˙ είναι η στιγμή, όπου βλέπουμε να διαλύονται ολοκληρωτικά τα σκοτάδια στην Κίνα, καθώς και σ’ όλον τον κόσμο, κι αυτός ο τελευταίος να μετασχηματίζεται σ’ έναν κόσμο καινούργιο, λαμπερό.
Η πάλη του προλεταριάτου και των επαναστατικών λαϊκών μαζών για το μετασχηματισμό του κόσμου επιβάλλει την πραγματοποίηση των ακόλουθων καθηκόντων: το μετασχηματισμό του αντικειμενικού κόσμου, όπως και το μετασχηματισμό του υποκειμενικού κόσμου του καθενός, το μετασχηματισμό των γνωστικών ικανοτήτων του καθενός, καθώς και της σχέσης, που υπάρχει σήμερα, ανάμεσα στον υποκειμενικό κόσμο και τον αντικειμενικό κόσμο. Πάνω σ’ ένα τμήμα της γήινης σφαίρας, στη Σοβιετική Ένωση, οι άνθρωποι πραγματοποιούν κιόλας τους μετασχηματισμούς αυτούς και επιταχύνουν συνεχώς την πορεία τους. Ο κινέζικος λαός και οι λαοί όλου του κόσμου επίσης μπήκαν, ή θα μπουν στο μέλλον, στο προτσές αυτών των μετασχηματισμών. Ο αντικειμενικός κόσμος, που πρέπει να μετασχηματισθεί, περιλαβαίνει επίσης και όλους τους αντιπάλους αυτού του μετασχηματισμού. Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να περάσουν πρώτα από το στάδιο του μετασχηματισμού μέσω του καταναγκασμού και ύστερα απ’ αυτό θα μπορέσουν να φτάσουν στο στάδιο της ενσυνείδητης αναδιαπαιδαγώγησης. Η εποχή, κατά την οποία ολόκληρη η ανθρωπότητα θα περάσει στο στάδιο της ενσυνείδητης αναδιαπαιδαγώγησης του εαυτού της και του μετασχηματισμού του κόσμου, θα είναι η εποχή του κομμουνισμού σ’ όλο τον κόσμο.
Με την πράξη να ανακαλύπτουμε αλήθειες και πάλι με την πράξη να τις ελέγχουμε και να τις αναπτύσσουμε. Να περνούμε ενεργά από την αισθητηριακή γνώση στην ορθολογική γνώση και ύστερα από την ορθολογική γνώση στην ενεργό καθοδήγηση της επαναστατικής πράξης, στο μετασχηματισμό του υποκειμενικού και του αντικειμενικού κόσμου. Πράξη, γνώση και ύστερα πάλι πράξη˙ η μορφή αυτή της κυκλικής επανάληψης είναι ατελεύτητη. Από την άλλη πλευρά, το περιεχόμενο των κύκλων αυτών της πράξης και της γνώσης, ανεβαίνει κάθε φορά σε πιο υψηλό επίπεδο. Τέτοια είναι στο σύνολό της η υλιστική – διαλεκτική θεωρία της γνώσης˙ τέτοια και η αντίληψη του διαλεκτικού υλισμού για την ενότητα γνώσεων και δράσης.
[1] Υπήρξαν στο Κόμμα μας σύντροφοι, οπαδοί του δογματισμού, που για πολύ καιρό απέρριπταν την πείρα της κινέζικης επανάστασης, αρνούνταν την αλήθεια πως «ο μαρξισμός δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση», κι άλλο δεν έκαναν παρά να τρομάζουν τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις ξεκομμένες, παρμένες στην τύχη από μαρξιστικά κείμενα.
Υπήρξαν επίσης άλλοι σύντροφοι, οπαδοί του εμπειρισμού, που για πολύ καιρό έμειναν αγκιστρωμένοι στην περιορισμένη προσωπική τους πείρα, χωρίς να αντιλαμβάνονται τη σημασία της θεωρίας για την επαναστατική πράξη και χωρίς να βλέπουν την κατάσταση της επανάστασης στο σύνολό της. Του κάκου εργάσθηκαν με ζήλο˙ η εργασία τους γινόταν στα τυφλά.
Οι εσφαλμένες αντιλήψεις των δύο αυτών ομάδων συντρόφων και ιδιαίτερα οι δογματικές αντιλήψεις, προξένησαν τεράστια ζημία στην κινέζικη επανάσταση στα χρόνια 1931-1934. άλλωστε, οι δογματιστές, καλυπτόμενοι κάτω από τη μαρξιστική τήβεννο, οδήγησαν σε εσφαλμένο δρόμο αρκετούς συντρόφους μας.
Ο σύντροφος Μάο Τσε - τουνγκ έγραψε το έργο αυτό τον Ιούλιο του 1937 με σκοπό να ξεσκεπάσει, ξεκινώντας από τις θέσεις της μαρξιστικής θεωρίας για τη γνώση, τα σφάλματα, που είχαν διαπραχθεί από τους οπαδού του δογματισμού και του εμπειρισμού, και ιδιαίτερα του δογματισμού, στους κόλπους του Κόμματος μας. Στο έργο αυτό ιδιαίτερα καταγγέλλεται η ποικιλομορφία αυτή του υποκειμενισμού, ο δογματισμός, που περιφρονεί την πράξη. Γι’ αυτό το λόγο και το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Για την πράξη». Οι απόψεις που αναπτύσσονται εδώ από το σύντροφο Μάο Τσε – τουνγκ, είχαν εκτεθεί στα πλαίσια μιας σειράς διαλέξεων, που έδωσε ο ίδιος στο Αντιγιαπωνέζικο στρατιωτικό και πολιτικό Πανεπιστήμιο του Γενάν.
Η ειδική επιτροπή της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος
της Κίνας για την έκδοση της Εκλογής έργων του Μάο Τσε – τουνγκ.
[2] Aπό το «Για την πράξη», εκδόσεις Α/συνέχεια, 1990 (ανάτυπο από ιστορικές Εκδόσεις, 1963)
[3] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Κριτική της Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ», Φιλοσοφικά τετράδια, σελ. 175, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι, 1955
[4] Κ. ΜΑΡΞ: «Θέσεις σχετικά με τον Φόϋερμπαχ», Φιλοσοφικές μελέτες, ΜΕΡΟΣ ΙΙ, Κεφάλαιο 6ο, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι 1951. Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Υλισμός και εμπειριοκρατισμός», σελ. 156-157, Ξενόγλωσσες εκδόσεις, Μόσχα, 1952
[5] Το μυθιστόρημα των τριών βασιλείων (Σαν κουό γιέν γι) –περίφημο ιστορικό μυθιστόρημα, που συγγραφέας του ήταν ο Λουό Κουάν Τσόνγκ (τέλη 14ος – αρχές 15ος αιώνα)
[6] Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Κριτική της επιστήμης της λογικής του Χέγκελ», Φιλοσοφικά τετράδια, σελ 142, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι 1955
[8] ο Β.Ι. ΛΕΝΙΝ είπε: «Για να καταλάβουμε πρέπει να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε, να μελετήσουμε εμπειρικά, να ανέλθουμε από το εμπειρικό στο γενικό». «Κριτική της επιστήμης της λογικής του Χέγκελ», Φιλοσοφικά τετράδια, σελ. 169, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι, 1955.
[9]Β.Ι ΛΕΝΙΝ: «Τι να κάνουμε;», σελ. 26, Κοινωνικές εκδόσεις, Παρίσι, 1947.
[11] Ι.Β. ΣΤΑΛΙΝ: «Ζητήματα λενινισμού», σελ. 17, Ελληνική έκδοση (αγνώστου;)