Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναζίμ Χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναζίμ Χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.3.13

Xλιαροί και παλλόμενοι - Ναζίμ Χικμέτ



Χλιαροί και παλλόμενοι
σαν το αίμα που πηδάει από μια φλέβα
αρχίσαν να φυσάν οι άνεμοι.
Ακούω τους ανέμους
Αργοπορεί ο σφυγμός
Στις κορφές του Ουλουντζά θα χιονίσει
Και κει ψηλά οι αρκούδες
μεγαλόπρεπες κι εξαίσιες θα κοιμούνται
πάνου στα κατακόκκινα φύλλα των καστανιών.
Στην πεδιάδα γυμνώνουνται οι λεύκες.
Όπου να'ναι θα κλειστούνε τα μεταξοσκούληκα
Όπου να'ναι θα τελειώσει το χινόπωρο
Όπου να'ναι κι η γη θα ξαναμπεί
μέσα στου τοκετού τον ύπνο.
Κι εμείς θα περάσουμε ακόμη ένα χειμώνα
Ζεσταίνοντας τα χέρια μας στη φωτιά της μεγάλης οργής μας
και της αγίας ελπίδας μας.
 
Aπό τα “Γράμματα στην Αγαπημένη”
Απόδοση Γιάννης Ρίτσος

6.2.11

Ναζίμ Χικμέτ: Για τη ζωή

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά,
όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
δίχως απ᾿ όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θά ‘χεις άλλο πάρεξ μονάχα να ζείς.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ᾿ έναν τοίχο
με τα χέρια σου δεμένα
ή μέσα στ᾿ αργαστήρι
με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα ‘χεις δει το πρόσωπό τους
και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
πως τίποτα πιο ωράιο, πως τίποτα πιο αληθινό
απ’ τη ζωή δεν είναι.

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρα
Που θα φυτέυεις, σα να πούμε,
ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τόνε πιστεύεις
όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει
πιότερο στη ζυγαριά.

24.1.08

Στους Δεκαπέντε Συντρόφους (1921) - Ναζίμ Χικμέτ

Δε χύνουν δάκρυ
μάτια που συνηθίσαν να βλέπουνε φωτιές
δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ' αστέρι με περηφάνεια
δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους
το τρομερό σας όμως κάλεσμα

μες στη ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θε να χτυπάνε μαζί μας
το σιγανό σας βόγγισμα σαν προσκλητήρι
χτυπά στ' αφτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.


Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου 'ναι γραφτός ο δρόμος της συντριβής
και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ' αδέρφια μας της μάχης
και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι ας είναι βαριές μας οι θυσίες.

Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε τα κύματά σου
και θα 'ρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου
ω ναι θα 'ρθει
η μέρα που θ' αρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας έχουνε βαφτεί.


Στηθάγχη (1948) - Ναζίμ Χικμέτ

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο ποτάμι.
Κι ύστερα, να, γιατρέ, την πάσα αυγή,
την πάσα αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται
κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, σ' ένα παλιό ξύλινο σπίτι.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.

Κι είναι, γιατρέ, απ' αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθεια μου έχω τούτη την αρρώστια.
Όμως, γιατρέ, και μ' όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθεια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ' τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (Απρίλης 1952) - Ναζίμ Χικμέτ

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ᾿ άσπρο γαρύφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ᾿ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρύφαλο
πού
῾ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ
᾿ τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρύφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πού
῾πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο
δικαστήριο
ύστερ
᾿ απ᾿ τη θανατική καταδίκη.

Μονάκριβή μου - Ναζίμ Χικμέτ

Μονάκριβή μου εσύ στον κόσμο
μου λες στο τελευταίο σου γράμμα:
"πάει να σπάσει το κεφάλι μου, σβήνει η καρδιά μου,
Αν σε κρεμάσουν, αν σε χάσω θα πεθάνω".

Θα ζήσεις, καλή μου, θα ζήσεις,
Η ανάμνησή μου σαν μαύρος καπνός
θα διαλυθεί στον άνεμο.
Θα ζήσεις, αδελφή με τα κόκκινα μαλλιά της καρδιάς μου
Οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από 'να χρόνο
τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα.

Ο θάνατος
Ένας νεκρός που τραμπαλίζεται στην άκρη του σκοινιού
σε τούτον 'δω το θάνατο δεν αντέχει η καρδιά μου.
Μα να 'σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,
αν το μαύρο και μαλλιαρό χέρι ενός φουκαρά ατσίγγανου
περάσει στο λαιμό μου τη θηλειά
άδικα θα κοιτάνε μες στα γαλάζια μάτια του Ναζίμ να δουν το φόβο.
Στο σούρπωμα του στερνού μου πρωινού
θα δω τους φίλους μου και σένα.
Και δε θα πάρω μαζί μου κάτου από το χώμα
παρά μόνο την πίκρα ενός ατέλειωτου τραγουδιού.

Γυναίκα μου
Μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά
Μέλισσά μου με τα μάτια πιο γλυκά απ' το μέλι
Τι κάθησα και σου 'γραψα πως ζήτησαν το θάνατό μου.

Η δίκη μόλις άρχισε
Δεν κόβουν δα και στα καλά καθούμενα έτσι το κεφάλι
όπως ένα γογγύλι.
Έλα, έλα, μη μου σκας
Αυτά είναι μακρινά ενδεχόμενα.
Αν έχεις τίποτα λεφτά
Αγόρασέ μου ένα μάλλινο σώβρακο
Μου μένει ακόμα κείνη η ισχιαλγία στο πόδι

Και μην ξεχνάς πως η γυναίκα ενός φυλακισμένου
Δεν πρέπει να 'χει μαύρες έγνοιες.