23.12.07

Κ.Βάρναλης: Παράδεισος

Λεύτερος να 'σαι δούλος οποιανού,
λεύτερος να μιλάς, όταν κοιμάσαι,

λεύτερος, χρόνια να τα κυνηγάς
των Γιούρων τα ποντίκια μη σε φάνε.

Στις πληγές της ψυχής σου να χιλιάζουν
τα ψέματα – της μύγας τα σκουλήκια - ,
να σαι της Ιστορίας γελοιογράφος,
αφέντης δίχως πιθαμή δικιά σου.

Σαν τη στέρφα γουρούνα τ' Άι-Αντώνη,
μισότυφλη από πάχητα και νύστα,
να νείρεσαι πως κολυμπάς σε κάτουρα
και ξερατά, γρυλίζοντας : «παράδεισος»!

Κ. Βάρναλης: Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".

Κ. Βάρναλης: Τάκης Φίτσος

Τάκης Φίτσος

Με το πικρό χαμόγελο και τα σφιγμένα χείλη
βουβά τον ίσκιο σου έλιωνες στην πολιτεία των τάφων.
Εδώ σε θάβουν ζωντανόν άν θέλεις να 'σαι τίμιος.
Παιδί σε χτίσαν, γέρασες χωρίς σταλιά να ζήσεις.
Μήνες και χρόνια μέτραγες, δεκάχρονα κατόπι,
κι όλο η πηγάδα βάθαινε κι αψήλωνεν ο τοίχος,
παρηγοριά και μάθημα φτωχολαού δεμένου.
Και μιαν αυγή ανοιξιάτικην, που ανάκραζεν αγάπη,
τρυφερά σ' αγκαλιάσανε οι αδερφομάχοιο αγγέλοι
και σε φορτώσανε. Κανείς δεν άκουσε τα βόλια.
Και τώρα, μέσα στο σωρό τα κόκαλα, μην ψάχνεις
να ξεχωρίσεις τα δικά σου: είν' όλα καθενού !
Όχι συμπόνια, κλάμα, οργή. Ντροπή σου, μάνα Ελλάδα !

Κ.Βάρναλης: Αυτονεκρολογία

Αυτονεκρολογία

Μισόν αιώνα πάλευα κι απάνου
για λευτεριά δικιά μου και των άλλων,
κι όλο πιότερο μ' έπνιγεν ο βρόχος,
κι οι γενναίοι, που με πνίγανε, πιο δούλοι.

Με μπουκώναν μωρό «Μεγάλη Ιδέα»
κρύβοντάς μου τον πιο αιμοβόρο οχτρό μου:
να 'μαι του ξένου ο πάτος, να μισώ
και να καταφρονώ τ' ανόσιο πλήθος.

Τα σκολειά μου τα κλείνανε τα μάτια.
Μου τ' άνοιγαν η ζούγκλα των Ολίγων
και τα «καταραμένα» τα βιβλία.
Κι ολάνοιχτ' απομείναν ως το τέλος.

Όσο τα χρόνια ασπρίζαν στην κορφή μου,
τόσο βαθιά μου μάτωνεν η ελπίδα.
Μάθαινα πως η αγάπη είναι δειλία
κι η καλοσύνη αγιάτρευτο κακό.

Ήρωας δεν ήμουν, μ' έκαμνεν ο φόβος
(ή θα σκοτώσεις ή θα σκοτωθείς )
να μεγαλώνω τη γλυκιά πατρίδα
και να μικραίνω το φτωχό λαό.

Να γελιέμαι πως ζω, ξεπόρτιζα έξω.
Κάθε πατημασιά μου και πληγή.
Πιανόμουν από κάγκελα και πόρτες
μην πέσω – το κουφάρι μου κι όχι εγώ !

Μ' άφησαν όλοι στα κακά υστερνά μου:
γυναίκες, συγγενάδια, άσπονδοι φίλοι.
Κανείς να με βαστάει, ναν του μιλάω.
Μιλούσα μοναχός δίχως ν' ακούω.

Με βρήκανε στο τέλος ξυλιασμένον
τρεις μέρες στο ντιβάνι μου απομόναχο,
με τα μάτια ανοιχτά και στηλωμένα
κατά σένα, όπως πάντα, Ανατολή.

Οι πεθαμενατζήδες μεθυσμένοι
βλαστημούσαν, όπως με κατεβάζαν
τυλιγμένον σε μια παλιοκουβέρτα,
όροφοι πέντε και σκαλιά ενενήντα !

Κι η ραχοκοκαλιά να μη λυγάει
για να τους ευκολύνει στη δουλειά τους.
Δεν το 'μάθε κανένας. Τ' όνομα μου
μητ' εγώ δεν το λέω και δεν το γράφω.

Τα μπουκωμένα στόματ' αλυχτήσαν:
–καλότυχοι, ένας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, που δεν τονε προλάβαμε!
–κόβουμ' έναν, φυτρώνουνε σαράντα !

Ευχαριστώ σας, γερατειά και πόνοι,
που εσείς με ξαποστείλατε, όχι ο Νόμος
(δυό φορές «επ' εσχάτη προδοσία»!).

Κι ούτε με πολτοποίησε στη λάσπη
ένα τρίκυκλο αθώο («τροχαίον ατύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στα βαθιά της θάλασσας.
Τ' αδούλωτα κορμιά δε βρίσκουν ούτε
μιας πιθαμής Ελλάδα να ησυχάσουν !

Νοέμβρης 1968

Κώστας Βάρναλης: Στο γιό του

Στον κόσμο γιατί σ'έφερα; Άν μου μοιάσεις
κυνηγημένος θα 'σαι ολοζωίς
ή νύχτα σκοτωμένος (πέμπτος όροφος)
θα σαλτάρεις στο δρόμο «διαλαθών»
απ' το παραθυράκι τ' αποπάτου,

ή μ' αλλουνούς «εις τον συνήθη τόπον»
θα σε καρφώσουν άγνωστον μ' αγνώστους
με χέρια ελληνικά ντουφέκια ξένα,
χωρίς όνομα, πως και που. Οι προδότες
θ' απαγορεύουν και τα κόλλυβά σας.

Αν όμως δε μου μοιάσεις, η ντροπή
καταδικιά μου θα 'ναι, όχι δικιά σου.
Καταδότης, τσολιάς και μπλοκαδόρος,
όσο βουλιάζεις στα σκατά, άλλο τόσο
θα βγαίνεις καθαρός και τιμημένος.

Κι άμα την κάνει ο οχτρός την Προδοσία
καθεστώς, θα 'σαι πρώτος : και Θρησκεία
και Νόμος κι Ιστορία και Λόγος, Κι όταν
οι κανονιές γιορτάζουν των Ελλήνων
την Αρετή, συ θα 'σαι ο Υπερέλλην !

Τ. Λειβαδίτης: Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος (1950)

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες - μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη : Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.