Από το Δελτίο Α/συνέχεια Νο2 Ιούνιος-Σεπτέμβιος 1996
Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Γιάννη Χοντζέα το 1983, όταν ο Ρ. Ντενκτάς ανακήρυξε το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος. Και τότε τα «ελληνοτουρκικά» είχαν απασχολήσει. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τότε υπήρχε μια φιλολογία στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο που μονοπωλούνταν από δύο απόψεις, μια «υπερπατριωτική – σοσιαλσοβινιστική» και μια «αντιπολεμική – πασιφιστική». Σ’ αυτές αναφέρεται και το κείμενο. Σήμερα νομίζουμε πως το περιεχόμενο του κειμένου είναι ένα βασικό εφόδιο προσανατολισμού στις περίπλοκες συνθήκες που βρισκόμαστε.
Οι γενικές θέσεις δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα σαν σώματα ακαθόριστα ή αμετάβλητα ή άσχετα με πεζές και περιπλεγμένες πραγματικότητες. Έτσι το πρόβλημα «εθνικά προβλήματα» ή προβλήματα ανεξαρτησίας κλπ, συνδέεται με συγκεκριμένη πορεία γέννησης και ανάπτυξής τους.
Επειδή υπάρχει μια ορισμένη ιστορία στο ζήτημα αυτό, όποιος διαθέτει «αρχείο», μπορεί αν έχει την διάθεση και τον χρόνο να δει αντίστοιχες τοποθετήσεις αυτού που κάποτε ήθελε να είναι μ-λ κίνημα και στα προδικτατορικά έντυπα και στα δικτατορικά όσο και στα μεταδικτατορικά, όπου δεν γινόταν αφηρημένες τοποθετήσεις αλλά τοποθέτηση σε συγκεκριμένες εξελίξεις.
Τελικά πριν εκτεθούν ορισμένες απόψεις, είναι χρήσιμη η παράθεση μερικών ιστορικών ανεπαρκών – γιατί πρόκειται για την ιστορία της χώρας – στοιχείων του προβλήματος.
Μερικά ιστορικά στοιχεία
Μέχρι το 1950 υπήρξε στην Κύπρο μια σειρά εξεγέρσεων (τελευταία του 1931) που αφορούσαν το ελληνικό στοιχείο (85%του πληθυσμού τότε) με αίτημα την Ένωση. Η αντιπροσωπεία που ήρθε στην Ελλάδα το 1931 κατσαδιάστηκε από τον Ελ. Βενιζέλο, πρωθυπουργό τότε, ενώ ο Παλαμάς με ποίημά του χαιρέτιζε τον ερχομό της. Αυτή η διπλή στάση από τότε μέχρ4ι σήμερα εξακολουθεί να είναι το χαρακτηριστικό της πολιτικής της «μητέρας» Ελλάδας.
Στη δεκαετία του πολέμου το μεγαλύτερο μέρος της ελληνοκυπριακής νεολαίας υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό.
Στη διάρκεια του 1945-50 στην Ελλάδα, οποιαδήποτε αναφορά στην Κύπρο θεωρούνταν κομμουνιστικής έμπνευσης και διώκοταν.
Στη διάρκεια του δεύτερου αντάρτικου, αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ πηγαίνει στο Γράμμο και συναντιέται με το Ζαχαριάδη κλπ. γίνεται συζήτηση για οργάνωση και ανάπτυξη ένοπλου αγώνα στη Κύπρο.
Το δημοψήφισμα για την Ένωση του 1950 πυροδοτεί το «Κυπριακό» σαν πρόβλημα ενδοϊμπεριαλιστικό (αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας) και σαν θέμα της πολιτικής κ.α. πάλης στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Η αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας εκφράζεται με την αρχική υποταγή της πολιτικής ηγεσίας στις αγγλικές υπαγορεύσεις, και με την επικράτηση του «Συναγερμού» (Παπάγος) το 1952-56 τη μεταστροφή του μεγαλύτερου μέρους της πολιτικής ηγεσίας στις αμερικάνικες υπαγορεύσεις. Πραχτικά: ΕΟΚΑ, όπλα, αλληλοκατασκοπεύσεις κλπ.
Μέχρι το 1955-56 η θέση του ΚΚΕ ήταν «Ελεύθερη Κύπρος σε ελεύθερη Ελλάδα». Από τη θέση αυτή διαφοροποιείται το ΑΚΕΛ το 1955, που εγκαταλείπει την αντίθεσή του προς το Μακάριο και δέχεται την υπαγωγή του στην πολιτική του. Εσωτερικά στην Ελλάδα, το Κυπριακό γίνεται ένα από τα κεντρικά σημεία αντιπαράθεσης που εκφράζεται με τις πρώτες μεγάλες ανοιχτές διαδηλώσεις και συγκρούσεις που διαπαιδαγωγούν πολιτικά την τότε νεολαία και δημιουργούν ανησυχίες στους ιθύνοντες πως η έκτασή τους και η ορμητικότητά τους κρύβει τη συμπύκνωση όλης της αντίθεσης λαού – κυβερνήσεων – ξενοκρατίας.
Ενώ μέχρι το 1950 το πρόβλημα ήταν πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και αγγλικής αυτοκρατορίας, με την υιοθέτηση –με τον τρόπο που υιοθετήθηκε- των «εθνικών προσδοκιών» του ελληνικού κυπριακού στοιχείου από «σύμπασα» την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας μετατρέπεται σε πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και τούρκικου στοιχείου, επομένως πρόβλημα τριών μερών κι ενός υποτίθεται «απόντος» (ΗΠΑ).
Αυτό έγινε και από δύο αφετηρίες. Η αγγλική διοίκηση «ενδιαφέρθηκε» για τη μοίρα του τουρκοκυπριακού ενισχύοντάς το, ενώ από την άλλη η παρέμβαση της «μητρός» Ελλάδας έγινε με την έντονα εχθρική στάση των φερέφωνων της απέναντι στο τουρκοκυπριακό στοιχείο. Αρχικά η όλη υπόθεση δεν είχε επιτυχία. Αλλά όταν επιδιώχτηκε και επιτεύχθηκε η ανάπτυξη «ελίτ» και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, που όπως και να έχουν τα πράγματα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, τα πράγματα αλλάζουν.
Αποκορύφωμα της έντασης ήταν τα γεγονότα της Σμύρνης και της Πόλης το 1955, το πρώτο μεγάλο πλήγμα του ΝΑΤΟ. Και τότε «κροτάλισε» το μαστίγιο του Τζων Φόστερ Ντάλες που εξανάγκασε την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας να δεχτεί ταπεινά μια τυπική έκφραση συγγνώμης και να κλείσει η υπόθεση.
Στην ίδια περίοδο (1950-56) η σοβιετική στάση ήταν στα πλαίσια της τοτινής εναλλαγής γραμμής της, αρχικά πιεστικής προς τη Τουρκία (λχ σταθερά παρέμενε στη διεκδίκηση για την απόδοση στη Σοβιετική Αρμενία δύο ανατολικών επαρχιών της Τουρκίας, του Καρς και του Αρνταχάν). Το ΑΚΕΛ που διαμορφωνόταν σ’ αυτό που είναι περίπου σήμερα, ήταν ο πιστότερος καθρέφτης των μεταβολών της σοβιετικής πολιτικής. Λχ το 1955 ευθυγραμμίστηκε με τον Μακάριο, ενώ ακόμη η ηγεσία Ζαχαριάδη εδώ έκανε πολεμική με τον Μακάριο κλπ. μετά το 1956 (άνοδος Καραμανλή στην εξουσία, αποκήρυξη και απ’ το ΚΚΕ του συνθήματος «Αυτοδιάθεση – Ένωση», εξορία Μακάριου από εγγλέζους και κρεμάλες στην Κύπρο κλπ) προωθείται με εποπτεία των αμερικάνων η επιδίωξη μιας «ισορροπημένης» λύσης. Η «λύση» δόθηκε ύστερα από τρία χρόνια. Είναι οι γνωστές συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. «Γεννήθηκε ένα κράτος», αλλά ένα κράτος που γεννήθηκε με μια «εξισορρόπηση» συμφερόντων. Η κύρια επιδίωξη ήταν να αποκατασταθεί η ενότητα του ΝΑΤΟ, να αυξηθεί επομένως ο ρόλος του ισχυρότερου εταίρου (Τουρκία) για να ικανοποιηθεί η ιθύνουσα ελληνοκυπριακή τάξη με νέους ρόλους και δυνατότητες και να εξασφαλιστεί η ανοχή της σοβιετικής πλευράς (αδέσμευτο κράτος).
Κι εδώ έχουμε το παρακάτω «παράδοξο»:η τότε Αριστερά στην Ελλάδα για να ευθυγραμμιστεί προς την τότε αντιπολίτευση (Σ. Βενιζέλο)καταγγέλλει τις συμφωνίες και επιμένει στην Αυτοδιάθεση – Ένωση. Το ΑΚΕΛ χαιρετίζει τις συμφωνίες, κριτικάροντας τα αρνητικά τους. Ορισμένοι στρατοκρατικοί κύκλοι με έκφραση τον επανελθόντα Γρίβα, ύστερα από λίγο καιρό, μιλούν για «προδοσία» και επιμένουν στην Ένωση. Θα περάσουν τρία χρόνια για να καταγγείλει ο Μακάριος τις συμφωνίες. Η ισχυροποιημένη τουρκοκυπριακή πλευρά παραλύει τη λειτουργία του κράτους όπου μπορεί, και μπαίνουμε τότε στη νέα φάση όξυνσης που θα κορυφωθεί με τα γεγονότα του 1964. οι αμερικανοί ευνοούν λύση ΝΑΤΟ ποίησης του νησιού με «διπλή ένωση». Η προσφορά είναι δελεαστική και για την τουρκική ιθύνουσα τάξη και την ελληνική αντίστοιχη. Αρχικά ο Γ. Παπανδρέου θα την αποδεχτεί. Αλλά θα αναγκαστεί να αναπροσαρμοστεί γιατί την απορρίπτει η ίδια η ελληνοκυπριακή ιθύνουσα τάξη με τον εκπρόσωπό της, Μακάριο. Έτσι θα συρθεί η κυβέρνηση Κέντρου σε παζάρια αλλά και θα συνδυάσει τη στάση της με μια επίδειξη «αλληλεγγύης» προς την κυπριακή πλευρά (αποστολή μεραρχίας με «εθελοντές», στελέχωση της Εθνικής Φρουράς, υπολογίζοντας να θέσει υπό τον έλεγχό της την κατάσταση). Έχουμε τα γεγονότα του Κοφινού με επίδειξη τουρκοφαγίας από τους Γρίβα, Σαμψών κλπ, για να φτάσουμε σε μια κατάσταση που παραλίγο να οδηγούσε σ’ αυτό που θα γίνει 10 χρόνια αργότερα.
Έχουμε τότε τη θέση Γκρομίκο για «ομοσπονδία» στην Κύπρο, που εκφράζει τη νέα πολιτική προσεταιρισμού της ιθύνουσας τάξης της Τουρκίας. Επειδή καλό θα είναι να θυμηθούμε και κάποια άλλη πλευρά, αναφέρουμε τη δήλωση του Μάο σε αντιπροσωπεία του «ελληνοκινέζικου συνδέσμου» τότε, που παρομοίαζε το πρόβλημα της Κύπρου με το πρόβλημα της Φορμόζας. Θέση που δε θα επαναληφθεί από το κινέζικο υπουργείο εξωτερικών που μιλούσε για «λύση του προβλήματος με συνομιλίες ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη». Θέση που «εξισορροπούσε» και «νομιμοποιούσε»τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, αλλά οπωσδήποτε καλύτερη από εκείνη της «ομοσπονδίας». Η θέση αυτή δεν υποστηρίχτηκε σε καμιά στιγμή από το τότε μ-λ κίνημα εδώ.
Η προσωρινή ανάπαυλα έθρεψε καταστάσεις που οδηγούσαν σε ευθυγράμμιση Γ. Παπανδρέου – Μακάριου, σε μηχανορραφίες κλπ, που συνδέονται άμεσα με τη νέα κρίση τότε στη Μ. Ανατολή (πόλεμος 6 ημερών Ισραήλ – Αιγύπτου) και τη διχτατορία της 21ης Απρίλη.
Η «υποτροπή» της κρίσης αμέσως μετά τη διχτατορία έδωσε τη «λύση». Ο Παπαδόπουλος στα τέλη του 1967 ανακαλεί το Γρίβα από την Κύπρο και αποσύρει τη μεραρχία, υποχωρώντας σε όλη τη γραμμή. Οι όροι για την εισβολή του 1974 είχαν συγκεντρωθεί. Αργοπόρησε, γιατί προωθήθηκαν τα γνωστά σχέδια για την κάμψη της ανεξάρτητης μακαριακής ελληνοκυπριακής ιθύνουσας τάξης μέσα σ’ ένα αδιάκοπο κύμα συνομωσιών, Εθνικών Μετώπων, ΕΟΚΑ Β’, αποπειρών δολοφονίας κλπ.
Για να κλείσουμε αυτή την πολύ σύντομη ιστορική επισκόπηση, καλό είναι να αναφερθούμε σε μια «τριτοκοσμική» στην πρώτη εμφάνισή της θέση, που προβλήθηκε από ορισμένο κύκλο και που με ορισμένη τροποποίηση υπάρχει και σήμερα. Είναι η θέση πως η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με οποιονδήποτε τρόπο κι αν πραγματοποιούνταν θα επέφερε επαναστατικοποίηση της εσωτερικής κατάστασης στην Ελλάδα και θα την συμπαρέσυρε στο κύμα των επαναστάσεων που «μαίνονταν» τότε στον «τρίτο κόσμο». Η θέση αυτή συνδεόταν και με την άλλη κεντρική θέση για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης. Η κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις υπερνικούνταν με μία «διαπίστωσ绨που θεωρούνταν το κλειδί της υπόθεσης. Δηλαδή ενώ στην Ελλάδα είχαμε πνεύμα μεταρρυθμιστικό, στην Κύπρο είχαμε επαναστατική κατάσταση. Η θέση αυτή σαρώθηκε τότε από τα ίδια τε γεγονότα αλλά και από την αποκάλυψη της σαν «θέσης» που εξυπηρετούσε άλλες εσωτερικές διαμάχες και σκοπιμότητες της τότε «ανερχόμενης» ριζοσπαστικής τριτοκοσμικής παραλλαγής στην Κύπρο (τάση Λυσσαρίδη κλπ).
Πραγματικό ή (και) τεχνητό πρόβλημα
Εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο αντιλήψεις που κυριαρχούν στην «πιάτσα»: Τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «ιμπεριαλισμό» σαν τεχνητό, και αντίστροφα τον «καθαρό ιμπεριαλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν τεχνητό πρόβλημα. Η αντίθεση «Τουρκίας – Ελλάδας» πρόβλημα των αντίστοιχων «αστισμών». Ή η υπόθεση της αντίθεσης αυτής πρόβλημα των ιμπεριαλισμών. Το «κόλπο» των ιθυνουσών τάξεων αναπτύσσεται σε στεγανά έξω από αναμίξεις, σχέδια, υπαγορεύσεις κλπ, ή αντίστροφα οι ιμπεριαλισμοί ενεργούν στη σκακιέρα ανεμπόδιστα και ελεύθερα και αυτό που αποφασίζουν γίνεται χωρίς κανένα πρόσκομμα, εμπόδιο, εμπλοκή ή ακόμα «αντιστροφή» κλπ. οι «αστισμοί» Ελλάδας και Τουρκίας είναι από τη φύση τους ή όχι επιθετικοί. Πόσα ποσοστά επεκτατισμού έχει ο ένας και πόσα ο άλλος κοκ.
Για τους λαούς, ή ακριβέστερα για τους εργαζόμενους, είναι τεχνητό πρόβλημα οι σωβινισμοί, οι αντιπαραθέσεις κλπ. αλλά να που μ’ αυτό το «τεχνητό» πρόβλημα ασχολούνται και θα ασχοληθούν όλοι όσοι παλεύουν πραγματικά για τη χειραφέτησή τους. Ποιο είναι το κριτήριο του «τεχνητού» και του «πραγματικού»; Δεν πρόκειται για γενικές αφαιρέσεις, αλλά για συγκεκριμένη δράση κοινωνικών πολιτικών δυνάμεων και για τα αποτελέσματα αυτής της δράσης που «τεχνητά» προβλήματα τα μετατρέπουν σε «πραγματικά».
Όταν 31 χρόνια από την ίδρυση του ΝΑΤΟ τα «ελληνοτουρκικά» αποτελούν τη μεγάλη ανοιχτή πληγή του, δεν μπορούμε να «κάνουμε το κορόιδο», να μη μας ενδιαφέρει, ή να λέμε «κόλπο». Όταν το «Κυπριακό» 33 χρόνια είναι στη καρδιά των εξελίξεων στη χώρα μας, δε μπορούμε να ξοφλάμε με το γνωστό «πραγματικό κόλπο» της ιθύνουσας τάξης, που εμφανίζεται σαν άποψη του «μέσου» Έλληνα: «να βούλιαζε το νησί να ησυχάζαμε».
Κατά τη φτωχή μου άποψη, έχουμε στο ζήτημα της ελληνοτουρκικής αντίθεσης γενικά, μια ενιαία στάση από τον «τούρκικο αστισμό»και μία όχι ενιαία στάση απ’ αυτό που λέγεται «ελληνικός αστισμός». Κι αυτό όχι στο ότι ο ένας είναι από διάθεση περισσότερο ή λιγότερο επεκτατικός, αλλά γιατί η συγκεκριμένη εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων τοποθετούν τον ένα (τούρκικο) σε πλεονεκτικότερη θέση και τον άλλο σε μειονεκτικότερη θέση. Ο «ελληνικός αστισμός» έσπασε τα μούτρα του το 1922, ενώ ο «τουρκικός αστισμός» βγήκε νικητής το 1922. Επί 60 χρόνια επωφελήθηκε από τις διεθνείς συγκυρίες (δηλαδή όχι από την «καλή μοίρα» αλλά από τη συγκεκριμένη πορεία της διεθνούς εξέλιξης) και παρά τις διαρροές και τα αλληλοφαγώματά του, αναβίωσε την παλιά (ωθήθηκε και ωθείται σ’ αυτό) ιδεολογία του παντουρανισμού ή παντουρκισμού. Ο αντίστοιχος «ελληνικός αστισμός» με το στίγμα και την ιδεολογία του δοσιλογισμού του 1941-44, έφαγε καρπαζιές και είπε «ευχαριστώ» και το 1955 στη Σμύρνη, και στην Πόλη το 1955 και 1964, και το 1967, και το 1974. αλλά σ’ αυτό που λέμε «ελληνικό αστισμό» υπήρξαν και υπάρχουν «ανανεωτικά ρεύματα», όπως άλλωστε όχι μονάχα σ’ αυτόν. Εκεί που χρειάζεται να δούμε το πράγμα, αμολάμε τη φράση και ξεμπερδεύουμε. Εμείς θέλουμε να βλέπουμε το πράγμα, για να επαληθευτεί η φράση. Απλά πράγματα, όχι τόσο περίπλοκα, αλλά που πρέπει να διακρίνουν έναν λογοκόπο –έστω και «επιστήμονα»- από τον πραγματικό επαναστάτη.
Είναι «κόλπο» πως και το ΝΑΤΟ – αμερικάνοι και οι Σοβιετικοί (για να μιλήσουμε για τις μουσουλμανικές λεγόμενες χώρες) ποντάρουν στην «Τουρκία» για τους δικούς τους λόγους; Αυτό από τη μία μεριά. Είναι γεγονός ή «κόλπο»πως ο τούρκικος αστισμός το ’74 με τον σοσιαλιστή Ετζεβίτ επικεφαλής, προώθησε αυτό που απειλούν να «ολοκληρώσουν» οι σημερινοί στρατοκράτες με μια συγκινητική ομοφωνία;
Από την άλλη πλευρά, ο πονοκέφαλος του «μέσου Έλληνα», η Κύπρος: ποιος κυριαρχεί εκεί από το 1960 και ποιες οι σχέσεις της ιθύνουσας τάξης της με την ελλαδική ιθύνουσα τάξη;
Όπως σε όλες τις αποικίες του ο αγγλικός ιμπεριαλισμός δημιούργησε στην Κύπρο «ελίτ» ντόπια, σε διαστάσεις όχι ευκαταφρόνητες για το μέγεθος του νησιού. Οι ΗΠΑ στη διεισδυτική τους προσπάθεια αγκάλιασαν , υποστήριξαν την «ελίτ» αυτή, και την απόσπασαν από την αγγλική επιρροή κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι δεν είναι παράξενο πως άνθρωποι που συνδέονταν με τις πιο φεουδαρχικές δομές του νησιού (Εκκλησία) όπως ο Μακάριος, ήταν πραγματικά στην πρώτη φάση άνθρωποι που αναδείχτηκαν από τους αμερικάνους. Αργότερα, και πριν την ανακήρυξη της δημοκρατίας αλλά και μετά, οι όροι αυτοί μεταβλήθηκαν. Με τη σκέπη αυτών των δομών αναπτύχθηκε μια κοσμοπολίτικη, ευκίνητη, πολυπράγμονη και πολύστροφη μεταπρατική ελληνοκυπριακή αστική τάξη, που χαρακτηριστικός της «πάτρωνας» και εκπρόσωπος στάθηκε ο Μακάριος, με το εκσυγχρονισμένο, λαϊκίστικο, βυζαντινό καθεστώς του. «Εξισορροπιστής» αλλά και πατερναλιστής, επιτρέπει στις ξένες επιρροές να αναπτύσσονται μέσα στη Κύπρο, αρκεί να τις γνωρίζει, και να τις ελέγχει. Στηρίχτηκε στους νέους διεθνείς συσχετισμούς παίζοντας με διπλωματική μαεστρία ταυτόχρονα σε δύο και τρία ταμπλό, και γι’ αυτό δίκαια θεωρήθηκε από τους ικανότερους παίχτες στη διεθνή σκακιέρα.
Αυτή η αναπτυσσόμενη αστική τάξη της Κύπρου όσο κι αν είχε και έχει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, χρειαζόταν και χρειάζεται μία «εθνική εστία», γιατί η τέτοια εστία της έδινε και της δίνει πλεονεκτήματα. Μια «τουρκοποίηση» ή «ΝΑΤΟποίηση» της Κύπρου θα την έκανε να χάσει πολλά πλεονεκτήματα από την άλλη, όσο αναπτυσσόταν τα πιο δυναμικά της στοιχεία, έπαιρνα μια θέση υπεροχής απέναντι στην ελλαδική αστική τάξη. Έτσι η διαρκής αντίθεση Μακάριου – Ελληνικών κυβερνήσεων, ήταν και αντίθεση των δύο αστικών τάξεων. Αλλά μέσα σ’ αυτή τη νέα αστική τάξη, διαμορφώθηκαν τόσες εστίες επιρροών ξένων και αντιμακαριακών κέντρων που το σημείο «εκκίνησής» τους ήταν ακριβώς τα πλεονεκτήματα που προσφέρονταν από την ίδια την ιδιομορφία της θέσης του νησιού. Δεν είναι «παράδοξο» που οι αμερικάνοι, με δυό λόγια οι ΝΑΤΟϊκοί, στηρίχτηκαν σε παλιά στοιχεία και λιγότερο σε νέα. Πχ από πολιτική άποψη Κληρίδης.
Η μετατροπή του ΑΚΕΛ από κόμμα «πρωτοπορίας» σε κόμμα – οικονομικό οργανισμό, κόμμα του «μέσου ανθρώπου», υποβοήθησε την επέκταση της επιρροής της ιδεολογίας αυτού του συνασπισμού βυζαντινών – φεουδαρχικών στοιχείων και νέας αστικής τάξης, κι έτσι έχουμε αυτό το ενοχλητικό για τους ελλαδίτες «μέσους ανθρώπους» «ανθελληνικό» κυπριακό πνεύμα: «Θέλουμε τα καλά της Ελλάδας, αλλά όχι την Ελλάδα». Από την άλλη μεριά, η Κύπρος για ορισμένα αστικά, γραφειοκρατικά και στρατοκρατικά στοιχεία, έγινε –από το 1960 κύρια- μια παχιά αγελάδα αποκόμισης κερδών από διαφόρων ειδών δραστηριότητες, αλλά και πηγή πονοκεφάλων, μπελάδων, κινδύνων κλπ –απ’ όπου και η γνωστή ιδεολογία του «μέσου» ελλαδίτη «ανθρώπου».
Σήμερα στην Ελλάδα έχει «ενσωματωθεί» ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων κεφαλαιούχων, από τους ισχυρότερους ίσως που αναδείχτηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Δεν έχει συμβεί στην ίδια κλίμακα το αντίστροφο. Να κι ένας ακόμα λόγος για την πηγή της ψυχολογίας του «μέσου ανθρώπου».
Όπως έχει γραφτεί άλλοτε, δηλαδή στον καιρό τον μετά τη μεταπολίτευση, η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε επίμονα να αποκόψει το κυπριακό πρόβλημα από τα άλλα προβλήματα της αντίθεσης με την Τουρκία. Κι αυτό γιατί θα τη διευκόλυνε να πετύχει τη βαθμιαία απαγκίστρωσή της από υποχρεώσεις απέναντι στην Κύπρο. Κι από τότε διαμορφώνει την «κοινή γνώμη» του «μέσου ανθρώπου». Τούτο θα επέφερε έστω από «σκόλιους δρόμους» την εξομάλυνση ή τουλάχιστον την άμβλυνση των διαφορών με την Τουρκία βαθμιαία, και με άλλοθι στην κοινή γνώμη την «καταβόθρα» ή την «παγίδα» της Κύπρου. Αν δεν το πέτυχε, δεν φταίει αυτή. Είναι πως δεν έχει πια την ίδια σημασία που είχε για τις ΗΠΑ το 1947-49 μαζί με την τότε αδερφή Τουρκία.
Ακόμα, το 1947-49 δεν ήθελε τη σοβιετική παρέμβαση. Τώρα τη θέλει, αλλά η άλλη πλευρά θέλει τώρα ότι ήθελαν οι ΗΠΑ το 1947. αντιστροφή ρόλων, αν το θέλαμε σαν απλοποιημένο σχήμα, αλλά που η πραγματικότητα του είναι πιο περίπλοκη.
Και ερχόμαστε σ’ έναν άλλο παράγοντα. Το 1981 και 1982 ήταν της μόδας να λες καλά λόγια για το ΠΑΣΟΚ. Τώρα είναι της μόδας να παριστάνεις τον ΠΑΣΟΚοφάγο. Έτσι τις κοτσάνες του 1981-82 τις διαδέχονται αντίθετες φαινομενικά κοτσάνες που το χαρακτηριστικό τους είναι η απόλυτη βεβαιότητα. Θα ξαναπούμε μερικά λόγια που έχουν ειπωθεί πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, έστω κι αν ποτέ δεν πάρθηκαν στην πράξη στα σοβαρά, γιατί οι εκάστοτε μόδες το απαγόρευαν.
Από το 1960 περίπου αναπτύσσεται, στην αρχή κάτω από την προστασία των τότε πατρώνων της Ελλάδας, ένα αναγεννητικό ρεύμα στην αστική τάξη. Σ’ αυτό συνυπήρχαν στοιχεία κοινωνικά και πολιτικά που ανήκαν στις πατροπαράδοτες οικογένειες – τζάκια, και που ήθελαν να εκφράσουν τις νέες αστικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν τα χρόνια αυτά. Οι νέες αυτές αστικές δυνάμεις ήταν αυτό που στην κλασική μαρξιστική ορολογία αποδιδόταν με την έκφραση «μεσαία αστική τάξη». Αυτή η μεσαία αστική τάξη που για να αναπτυχθεί και να γίνει μεγάλη προσπαθούσε να αντιληφθεί και να επωφεληθεί από τις νέες διεθνείς πραγματικότητες, ενισχύθηκε σημαντικά και από το κύμα μεταπρατικών και άλλων δραστηριοτήτων της εποχής της χούντας, αλλά και μεταδικτατορικά με τη σοσιαλμανία του Καραμανλή. Η μεσαία αστική τάξη θέλει να είναι και τεχνοκρατική και λαϊκίστικη, επομένως ριζοσπαστική, και στο εθνικό και στο κοινωνικό πεδίο. Έτσι «συναντιέται» με τα παμπάλαια αλλά συντριμμένα «όνειρα» του παμπάλαιου ελληνικού εθνικισμού του Π. Γιαννόπουλου, του Ι. Δραγούμη, κι επομένως μ’ αυτόν τον πάντοτε έτοιμο για πατριδοκαπηλικές εξορμήσεις «μικροαστικό ριζοσπαστικό εθνικισμό», που κάποτε πίσω από πληβεία χαρακτηριστικά (Πλαστήρας, Κονδύλης) εκστασιάστηκε και μπροστά σε φιλελευθερισμούς, βασιλοκτονίες αλλά και φασισμούς.
Επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι καθορισμένοι, πιστεύει, ή φαίνεται να πιστεύει, πως η σημερινή γεωγραφική θέση της Ελλάδας από μειονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα. Υποθέτοντας πως θα είχαμε να κάνουμε με ένα πραγματικά λαϊκό κίνημα, τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει μια αξιόπιστη «εναλλακτική λύση».
Μια τέτοια «αναγέννηση» βρίσκεται σε πορεία. Και οι απόπειρες να υποκαταστήσει το παλιό κατεστημένο με νέο «κατεστημένο», για την ώρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε επίπεδο ποσοτικό και όχι ποιοτικό. Γιατί ενεργεί ακόμα σαν «δοτός» και «υπό προθεσμία» διαχειριστής κι όχι σαν «κυρίαρχος» και αποκλειστικός διαχειριστής. Υπάρχουν με την ωρίμανση των όρων της διεθνούς κρίσης και μιας «τοπικής κρίσης», πολλοί λόγοι για να πιστεύουμε πως οι «εξετάσεις» που θα κληθεί να δώσει σε όλα τα επίπεδα θα είναι πολύ σκληρές.
Η ωρίμανση των όρων μιας τοπικής κρίσης συστατικού αλλά και ιδιόμορφου στοιχείου της γενικής κρίσης
Όλος ο κόσμος ξέρει πως η διεθνής οικονομική κρίση με τις εναλλαγές της, ελπίδες ανάκαμψης, απογοητεύσεις κλπ, συμπληρώνεται με μια όλο και βαρύτερη επιδείνωση της παγκόσμιας κατάστασης. Πλήθη «τοπικών» πολέμων, «παράλογων» σαν την αλληλοσφαγή των παλαιστινίων, Ιράν – Ιράκ κλπ, πιο πριν Φόκλαντ κλπ, σαν πύραυλοι τέτοιοι κι αλλιώτικοι, και όλα τα γνωστά καθημερινά, που μονάχα ο αιώνιος στρουθοκαμηλισμός του «μέσου έλληνα» -είτε είναι νεοδημοκράτης, είτε επαναστάτης – επιστήμονας, είτε οτιδήποτε άλλο- επιμένει να τα αγνοεί ή να τα κατατάσσει στα «μη ενδιαφέροντα».
Σειρά από συγκυρίες του εξασφάλισαν μια 10χρονη ήσυχη πορεία και του έδωσαν την ευκαιρία να φιλοσοφεί μετά ή άνευ μαλακίας ή ευτέλειας. Επιστήμονας ή μέσος που τάπιασε, ή θα τάπιανε, θεωρεί τεχνητά όλα όσα συμβαίνουν, αρκεί να γίνονται στη διπλανή αυλή ή στο διπλανό διαμέρισμα.
Η πράξη του Ντενκτάς ή των Ντενκτάς δεν είναι μια ξεκομμένη ενέργεια. Προαναγγέλλει και άλλες που ο αριθμός τους θα προσδιοριστεί όχι από τη δική μας «λογική», αλλά από τη λογική της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης που επεκτείνεται ιδιαίτερα στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Επομένως ο κόσμος –ο απλός άνθρωπος κι όχι το πλάσμα του «μέσου» δήθεν ανθρώπου- έχει κάθε λόγο να ανησυχεί. Αλλά χάρη στην αστική επιρροή με τη διπλή της έκφραση, ανησυχεί «καμπανιακά» όπως έλεγαν οι πάλαι ποτέ κομμουνιστές, δηλαδή μπορεί για την ώρα να ανησυχεί Δεύτερα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, και το Σαββατοκύριακο να μην ανησυχεί. Για όσους το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο να «βρούμε» μια φόρμουλα για να «τη βρούμε» με τον εαυτό μας και τους «άλλους» γύρω μας, αλλά στο τι πρέπει να κάνουμε μπροστά σε μια πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο απειλητική για ήσυχους και ανησυχούντες, ο «κόμπος» βρίσκεται στο να εκλέξουν τα μέσα και τους τρόπους για να τοποθετηθούν απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα. Πρώτα απ’ όλα:
Έχουμε μια αναμφισβήτητη κλιμάκωση της επιθετικότητας του τουρκικού σοβινισμού με απροκάλυπτα φασιστικά χαρακτηριστικά, που υποστηρίζεται ενεργά από τη «δύση» -πέρα από φραστικές καταδίκες της στιγμής- και που υποθάλπεται από την πολιτική εξευμενισμού της «ανατολής» και υποστηρίζεται από ένα μέρος των «αδεσμεύτων». Η επεκτατικότητα δεν αφορά μονάχα την Κύπρο αλλά ολόκληρη κλίμακα αξιώσεων, που στη βάση της στέκεται η αναθεώρηση συνόρων που καθιερώθηκαν μετά τη συντριβή του 1922 (υφαλοκρηπίδα, νησιά κλπ). η επεκτατικότητα, η επιθετικότητα χρησιμοποιείται έντεχνα σαν εκβιασμός όπως χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται η πυρηνική απειλή σαν εκβιασμός. Το ότι ασκήθηκε μονάχα μια φορά (εισβολή στην Κύπρο) στα 10 τελευταία χρόνια, δεν σημαίνει πως αυτός ο ίδιος εκβιασμός δεν έχει «υλικότητα» και πως δεν μπορεί να μετατραπεί σε έκφραση άμεσης «χειροπιαστής» επιθετικότητας. Από την άλλη πλευρά, για τον «ελληνικό αστισμό» η απειλή από την Τουρκία χρησιμοποιείται για εσωτερικούς λόγους κατά κόρον και επί ΝΔ και τώρα. Αλλά το ότι χρησιμοποιείται σαν άσκηση εκβιασμού για τέτοια ή άλλα μέτρα δεν σημαίνει πως αυτή δεν υπάρχει. Το πρόβλημα μια και λέγονται και γράφονται πολλά είναι αλλού: Πως ο «ελληνικός αστισμός» γενικά έχει τη διάθεση και τη θέληση να συμβιβαστεί με την Τουρκία, αλλά πως η άλλη πλευρά «δεν διευκολύνει». Ας μην ξεχνάμε πως ο ελληνικός αστισμός μετά τις «δάφνες» του «αντισυμμοριακού αγώνα» δεν «διευκολύνθηκε» αλλά ταπεινώθηκε ακόμα και με τους ομαδικούς βιασμούς αξιωματικών στη Σμύρνη το 1955, δηλαδή 6 χρόνια μονάχα μετά τη «νίκη» του. Και τούτο για τον εκ γενετής φιλοτουρκισμό ή «ανθελληνισμό»; Για δύο λόγους: γιατί η Τουρκία «βαραίνει» περισσότερο στους συσχετισμούς, αλλά και γιατί μια αστική τάξη που σώθηκε τρεις φορές με ξένες δυνάμεις από του χάρου τα δόντια υπολογίζεται πολύ λιγότερο.
Τούτο δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν καταστάσεις που μπορεί να ωθήσουν σε επιδείξεις τουρκοφαγίας α λα Γρίβα – Σαμψών όπως το 1964-67 και τώρα. Υπάρχουν γιατί ακριβώς αυτές χρησίμευσαν σαν άλλοθι για υποχώρηση σε όλη τη γραμμή, αλλά ειδικά για τώρα μια σε μεγαλύτερη σε έκταση επανέκδοση του «χορού του Ζαλόγγου» είναι πιθανή. Επομένως τα «κάτω η χούντα του Εβρέν», «κάτω τα ανδρείκελα της χούντας του Εβρέν στην Κύπρο», «λευτεριά στην Κύπρο», «ανεξάρτητη και λεύτερη Κύπρος», «λευτεριά στους Τούρκους αγωνιστές», «λευτεριά στο λαό της Τουρκίας», «μυρίζουν» ελληνικό αστισμό. Αν συνυπολογίσουμε τη σοβιετική στάση, αυτοί που πιθανό να φωνάζουν τέτοια συνθήματα γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, μπορούν να ακούσουν τα σχετικά τους.
Η «στιγμή» της ενέργειας του Ντενκτάς είναι η στιγμή της επίθεσης των ΗΠΑ – Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, με την ένταση της κλιμάκωσης των αντιθέσεων στους κόλπους των αραβικών χωρών. Είναι πραγματικό ή τεχνητό πρόβλημα η αλληλοσφαγή των παλαιστινίων; Ο ηγεμονισμός της Συρίας που προσφέρεται σαν εναλλακτική λύση για τους παλαιστίνιους διαφωνούντες, είναι τεχνητή ή πραγματική κατάσταση; Μέσα στο κλίμα αυτό, η κλιμάκωση ενεργειών από την κλίκα της Άγκυρας έχει πιθανότητες να περάσει και να επιτύχει παρά τις φραστικές καταδίκες αφού, έξω από τις ΗΠΑ, οι κυριότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις καλοπιάνουν το καθεστώς Εβρέν, και οι ανατολικοί θεωρούν πως η λύση είναι η αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης […]
Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την έλλειψη μιας συνεπούς επαναστατικής κατεύθυνσης στην Κύπρο –κάτι τέτοιο δεν υπάρχει με την ίδια έννοια δυστυχώς ούτε εδώ- για να λέμε «δεν μας νοιάζει». Η τέτοια κατεύθυνση μπορεί να δημιουργηθεί όχι με το να νοιαζόμαστε κατά τον τρόπο του «μέσου έλληνα». Η στάση «φρικιό» είναι βολική στάση, αλλά δεν απομακρύνει κρίσιμες καταστάσεις, ούτε διαλύει πραγματικές απειλές. Το γνωστό «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια» είναι σοφό, αλλά δεν πρόκειται να αφυπνίσει τα ψάρια ώστε να καταλάβουν το Αιγαίο και να γλιτώσουν κι αυτά κι εμείς.
Οι εξελίξεις αυτές ξαναβάζουν το ζήτημα μιας γενικής αντίληψης, και δράσης στη βάση της αντίληψης αυτής. Είναι δύσκολο να ξανακερδηθεί ο χαμένος χρόνος. Αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αν σήμερα υπάρχει σύγχυση κι αποπροσανατολισμός, αύριο θα γίνει μεγαλύτερος.[…]
Η αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική πάλη είναι για ένα κίνημα, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, αδιαίρετη και ενιαία. Ο αντιιμπεριαλισμός αυτός έχει ένα περιεχόμενο που συνδέεται άμεσα με τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα και την ιδιαίτερη θέση της χώρας μας. Επομένως δεν μπορούμε να αντικαθιστούμε κάποιο «παλιό» αντιιμπεριαλιστικό παρελθόν με ένα «καλό» σημερινό «αντικαπιταλιστικό» παρόν του «χώρου».
Αν η Ελλάδα έχει μια θέση στους «Δέκα» ή διαθέτει κουλτούρα που διαφέρει που διαφέρει από τις λεγόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, κι αν κάποιοι την κατέτασσαν σ’ αυτόν, δεν σημαίνει πως η ιδιαίτερη θέση της την «ανέβασε» στην ίδια θέση με την Αγγλία, Γαλλία, Δ. Γερμανία κλπ.
Ακόμα, το εθνικό πρόβλημα –αν εννοούμε μ’ αυτό, το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας- είναι πρόβλημα που το αντιμετωπίζουν όχι μονάχα οι χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου, αλλά και χώρες που ανήκουν ακόμα και στη σειρά των 10-15 πιο ανεπτυγμένων.
Το πρόβλημα της Κύπρου συνδέεται, όπως είδαμε, με τα 30 και πάνω χρόνια της πρόσφατης ιστορίας μας και σημάδεψε στροφές στην ιστορική εξέλιξη. Η τέτοια διαμόρφωση και εξέλιξη καθορίστηκε και με καταστάσεις του απώτερου παρελθόντος που υπαγορεύτηκαν από ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και εξαρτήσεις, αλλά και από τη συγκεκριμένη κυριαρχία και αντιπαράθεση συγκεκριμένων ιμπεριαλισμών.
Η ύπαρξη του «εθνικού προβλήματος», της ταυτόχρονης διεξαγωγής αντιιμπεριαλιστικού και αντικαπιταλιστικού αγώνα, είναι ζήτημα ουσίας και όχι «στόχων και μεθόδων χειρισμού» για την απόχτηση ή διατήρηση επιρροής. Το διπλό καθήκον δεν εκφράζει διπλή στάση. Υπαγορεύει διπλό μέτωπο. Υπαγορεύει αντίστοιχες μεθόδους στο ιδεολογικό – πολιτικό – μαζικό πεδίο. Έτσι, ο επιζητούμενος διαχωρισμός στις λέξεις, στους όρους, είναι μάταιος αν δεν εκφράζει διαφορετικά περιεχόμενα ή αν δεν εκφράζει κανένα περιεχόμενο, όπως συμβαίνει συχνά.
Είναι άλλο το ζήτημα του καθορισμού του στρατηγικού στόχου, κι επομένως ο συσχετισμός ανάμεσα στα αντιιμπεριαλιστικά και αντικαπιταλιστικά καθήκοντα για την επίτευξη του στόχου, και άλλο πράγμα η ύψωση σινικών τειχών ανάμεσα στον αντιιμπεριαλιστικό και τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, γενικά, παντού, και σε κάθε στιγμή. Έτσι, και οι δύο αντιτιθέμενες φαινομενικά αντιλήψεις, αποκαπιταλιστικοποιούν –για να μιλήσουμε κάπως μοντέρνα- τον ιμπεριαλισμό, και αποϊμπεριαλιστικοποιούν τον καπιταλισμό.
Στις σημερινές συνθήκες, η εικόνα του κόσμου παρουσιάζει 150 και πάνω ανεξάρτητα κράτη. Είναι δύσκολο σήμερα να μπορεί κανείς να θυμηθεί ή να συγκρατήσει όλα τα ονόματα των κρατών και το που βρίσκονται. Όπως και άλλοτε έχει ειπωθεί, ο κόσμος συνολικά δίνει την εικόνα της «καπιταλιστικής ολοκλήρωσης». Αυτό που άλλοι λένε «διεθνής καταμερισμός εργασίας». Όπως είναι επόμενο οι ιμπεριαλισμοί και οι εθνικισμοί είναι δυό αναπόσπαστα στοιχεία και καθόλου αντιφατικά σαν έννοιες και πραγματικότητες. Υπάρχει η κρίση, οι ερμηνείες της, ή μάλλον η άφθονη φιλολογία για τις ερμηνείες της, αλλά υπάρχουν και ορισμένα αναμφισβήτητα γεγονότα. Έτσι, λένε πως οι χώρες του «τρίτου κόσμου» χρωστάνε στις τράπεζες των πλουσιότερων χωρών 700 δις. Δολάρια. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, της χώρας που είναι ο υπ’ αριθμόν ένα δανειστής, έχει ένα εσωτερικό χρέος που έχει φτάσει τα 500δις δολάρια. Πέρα από τις πολλές άλλες πλευρές που κρύβουν αυτά τα νούμερα, πως γίνεται μια χώρα να κυριαρχεί οικονομικά με ένα τέτοιο τεράστιο εσωτερικό χρέος, που με «κανονικές συνθήκες» θα την είχε τινάξει στον αέρα; Έχουμε να κάνουμε εδώ με «καθαρό καπιταλισμό», μ’ έναν κανονικό βορειοαμερικάνικο αστισμό; Πέρα απ’ αυτό, και τι δεν κρύβει αυτή η σχέσης Όχι αυτή την υποκατάσταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλιστικό στάδιο κλπ, με την περιβόητη «άνιση ανταλλαγή» (το ότι οι άνισες ανταλλαγές αποτελούν φαινόμενο της σχέσης εξαρτώμενου από κυρίαρχο, δεν έχει σχέση με τη θεωρία που γι’ αυτήν κάνουμε λόγο) αλλά την επέκταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλισμός κλπ. Ο ιμπεριαλισμός του 1920, το μονοπώλιο του 1920 δεν «μοιάζει» με τον ιμπεριαλισμό, το μονοπώλιο του 1980, αλλά και τα δύο ήταν και είναι ιμπεριαλισμός και μονοπώλιο. Το ότι χρησιμεύουν σαν λέξεις – κλειδιά για να λύνονται όλα, αυτό συμβαίνει, όπως συμβαίνει να λύνουν τα πάντα οι λέξεις «επιστήμη», «αδήριτοι νόμοι της αγοράς», και άλλα γνωστά δύο αντιτιθέμενων φαινομενικά αντιλήψεων. Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη αποτελούν «επιστήμη» της επανάστασης, αποτελούν χειριστική φρασεολογία.[…]
Η έποψη που υποστηρίχτηκε προδιχτατορικά και υποστηρίζεται και σήμερα με παραλλαγές, αντι-σοσιαλιμπεριαλιστικές τσόντες, Αυτοδιάθεση – Ένωση ή «εξαφάνιση» της Κύπρου, πρόβαλλε σαν πυρήνα της και οικονομικά επιχειρήματα: το αδύνατο της οικονομικής επιβίωσης μιας Κύπρου ανεξάρτητης. Η ζωή φυσικά έχει αποδείξει το αντίθετο. Και μάλιστα και για τη δεκάχρονη περίοδο της διχοτομημένης Κύπρου. Παρατίθενται τώρα «γεωπολιτικά» και στρατηγικά επιχειρήματα που στην ουσία θέτουν σαν προτιμότερη την επιλογή της ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου από τη μετατροπή της σε «σοβιετικό προγεφύρωμα που είναι η αναπόφευκτη μοίρα της έτσι κι αλλιώς»…Η επανάσταση και ο αντι-σοσιαλιμπεριαλισμός χρησιμεύουν για να προβληθεί η έπαρση, η αλαζονεία και το πραχτικό πνεύμα του μπακάλη ελλαδίτη προστάτη. Ίσως αυτό που έλεγε ο Λένιν (ξύστε λίγο το πρόσωπο του ρώσου και θα βρείτε τον ασιάτη» θα μπορούσε εδώ να μεταφραστεί «ξύστε λίγο το πρόσωπο του ριζοσπάστη λογοκόπου και θα βρείτε τον χοντροκομμένο σοβινιστή».[…]
Ποια είναι η «θέση»;
Αν δεν βγαίνει από τα παραπάνω, ας την συνοψίσουμε
Στον σημερινό κόσμο τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης εμφανίζονται όσο ποτέ άλλοτε συνδεδεμένα με το ίδιο κεντρικό πρόβλημα της μορφής των κοινωνικών σχέσεων που επικρατούν σ’ αυτόν. Από δω απορρέει ο «παράλογος» χαρακτήρας των πολέμων, των συγκρούσεων και γενικά των ένοπλων αντιπαραθέσεων σε πολλές περιοχές του κόσμου. Αυτή είναι μια πρώτη άποψη του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, πιο αυθεντικά –από την άποψη των αιτημάτων τους- απελευθερωτικά κινήματα συνδυάζονται, «συνυπάρχουν» με τα πιο εθνικιστικά παραληρήματα και συχνά τα δεύτερα, στο όνομα βέβαια κάποιων «ευγενικών ιδεών», διαστρέφουν και μεταστρέφουν τα πρώτα.
Η υπερέξαρση εθνικισμών μεγάλης, «μεσαίας» και μικρής δύναμης αν αποσπαστεί από τις αιτίες που τη δημιουργούν, προκαλεί την εντύπωση πως αυτό που κυριαρχεί στο σημερινό κόσμο είναι η θέληση (η «βούληση» αν θέλετε) των «μικρών» εθνικισμών» που υπαγορεύουν την πορεία των πραγμάτων στους «μεγάλους» εθνικισμούς. Για να θυμηθούμε ξεχασμένα πράγματα («τα κράτη θέλουν ανεξαρτησία, τα έθνη ελευθερία και οι λαοί την επανάσταση») στη βάση αυτών των «πραγμάτων» υπάρχει η πραγματική αντίθεση των «μικρών» νέων ή παλιών εθνικισμών απέναντι στους μεγάλους, των εθνικών κινημάτων στους εθνικισμούς, των εθνικισμών στις λαϊκές επαναστάσεις κλπ. Αν στεγανοποιηθούν οι αντιθέσεις αυτές καταλήγουμε τότε είτε σε σχήματα Τενγκ Χσιαο Πινγκ, είτε σε σχήματα υιοθέτησης της αντίθεσης «Βορρά – Νότου»σαν κύριας αντίθεσης της εποχής μας.
Επομένως, αυτή η υπερέξαρση όσο «παράλογη» κι αν φαίνεται, υπακούει στη λογική του «γενικού παραλογισμού» της επιβίωσης ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων στον κόσμο. Αλλά αυτό που ιστορικά είναι ξεπερασμένο δεν είναι και πραχτικά.
Στην περίπτωση του Κυπριακού και της γενικότερης αντίθεσης που ονομάζεται «ελληνοτουρκική αντίθεση», εμφανίζεται ο «παραλογισμός» αυτός με ιδιαίτερη οξύτητα. Ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για την διανομή των εδαφών της παλαιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, μέρος της ιμπεριαλιστικής εξόρμησης των αρχών του αιώνα μας σαν αποτέλεσμα της πρώτης μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, έριξε τις μεγάλες ρίζες του προβλήματος. Για τρεις περίπου δεκαετίες η αντίθεση αυτή φαινόταν να έχει εξαλειφθεί. Στο επίπεδο των ιθυνουσών τάξεων είχε αποκατασταθεί η μεγαλύτερη εγκαρδιότητα και σε συνέχεια οι δύο ιθύνουσες τάξεις προσχωρούν σε μία και την ίδια συμμαχία την ίδια στιγμή που η παλιά αντίθεση αναζωπυρώνεται. Αυτή είναι η εξωτερική όψη του πράγματος. Η εσωτερική είναι διπλή: από τη μία η αφύπνιση των εθνικών απελευθερωτικών προσδοκιών που αποτέλεσε ένα μεγάλο γεγονός στα μεταπολεμικά χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα, και από την άλλη η «από τα πάνω», από δοσμένους ιμπεριαλισμούς, αναζωπύρωση εθνικισμών για την επικράτηση του ενός σε βάρος του άλλου. Αν αυτό στην περίπτωσή μας είναι ορατό, σε άλλες «μακρινότερες» περιπτώσεις δεν γίνεται εύκολα ορατό.
Σ’ έναν κόσμο «γραμμικών» εθνικισμών (που δεν υπήρξε ποτέ) η απλή λογική του «αγοραίου» πασιφισμού ή αντιμιλιταρισμού οπωσδήποτε θα ήταν εύκολα αποδεκτή. Αφού δεν υπάρχει τέτοιος κόσμος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η λογική του.
Έτσι το κράτος – τέρας των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου δεν είναι «μοναδική» περίπτωση. Γιατί η λογική που επικρατεί όταν δίνεται μια «λύση» σε ένα εθνικό πρόβλημα είναι ο «παραλογισμός» του συσχετισμού δυνάμεων σ’ έναν κόσμο που η κοινωνική του οργάνωση αποτελεί η ίδια έναν «παραλογισμό».
Η δεύτερη άποψη του ζητήματος αφορά τη «συγκυρία» τη διεθνή και την «τοπική». Και το όρο «συγκυρία» τον παίρνουμε σε μια ευρύτερη έννοια. Το «καυτό» μέτωπο της Μέσης Ανατολής πέρασε από διαδοχικές φάσεις επιθέσεων και αναδιπλώσεων των αριστερών κι όχι των μεγαλύτερων δυνάμεων του σημερινού κόσμου, επιθέσεων και αναδιπλώσεων που διεξάγονταν και μέσω τοπικών εθνικισμών που υπαγόρευαν, διέτρεφαν, επιδρούσαν σε τοπικά εθνικά κινήματα. Μια προηγούμενη φάση ήταν εκείνη που συνδεόταν με τον δεύτερο αιγυπτιακό – ισραηλινό πόλεμο, την πρώτη πετρελαϊκή κρίση και την «ισορροπιστική» επιχείρηση των αμερικάνων που συνδέθηκε με το όνομα του Κίσιγκερ.
Τώρα διεξάγεται μια συνδυασμένη επιχείρηση προώθησης των θέσεων αμερικάνων και δυτικών, που συνδυάζεται βέβαια με μια ακόμα φάση εκκαθάρισης και ανατροπής των «ισορροπιών» στο παλαιστινιακό κίνημα. Η άλλη πλευρά επιχειρεί να αναδιατάξει τα στηρίγματά της, και ταυτόχρονα έχοντας «δικά της» προβλήματα έχει κάθε λόγο να ελίσσεται, χωρίς να εγκαταλείπει την πάγια στις τελευταίες δεκαετίες πολιτική της, της εκμετάλλευσης των «ανοιγμάτων» που αφήνουν οι αντιθέσεις και οι αποτυχίες των αντιπάλων της. Αυτά μέσα στο γενικό διεθνές πλαίσιο του παροξυσμού του ανταγωνιστικού πυρηνικού εξοπλισμού, υποδείχνουν τη ζωτική ανάγκη ανοίγματος και άλλων «μετώπων» ή ρηγμάτων και για τις δυό πλευρές.
Είναι δεδομένη η «διπλή στάση» της Ελλάδας σε σχέση με το ΝΑΤΟ κλπ και η «σταθερότητα» της Τουρκίας. Υποθέτοντας μια οποιαδήποτε προώθηση τετελεσμένων λύσεων στην Κύπρο, είναι αυτονόητο πως θα πυροδοτηθεί μια ανάφλεξη με ανατροπή της σύγχρονης «εξισορρόπησης». Σε μια τέτοια περίπτωση ισχύει ότι ειπώθηκε αρχικά για «συγκέντρωση όρων» κλπ. κι από δω η σκληρή δοκιμασία για το ΠΑΣΟΚ και φυσικά όχι μονάχα γι’ αυτό.
Ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις και την πραγματική πολιτική όλων των ενδιαφερόμενων μερών και την αποστροφή του «μέσου έλληνα» για τις σκοτούρες αυτές, η υποστήριξη οποιουδήποτε ελλαδικού ρεβανσισμού (ριζοσπαστικού ή μη χαρακτήρα), η «αντιπολεμική» αδιαφορία για τις παραπέρα εξελίξεις (κλιμάκωση της τουρκικής φασιστικής επέκτασης κλπ), αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Όσο κι αν φαίνεται «θεωρητική» και «ουτοπική», η υποστήριξη του κυπριακού λαού να εναντιωθεί σε οποιαδήποτε νέα επιχείρηση γενοκτονίας – εποικισμού από τον τουρκοφασιστικό παντουρκισμό και να μη γίνει όργανο πραγμάτωσης ρεβανσιστικών, πολεμικών τυχοδιωκτισμών, αυτή είναι η θέση. Που σημαίνει συγκεκριμένα: Ενιαία Κύπρος, χωρίς στρατούς και βάσεις, με ίσα δικαιώματα για ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους.
Τη λύση αυτή θα τη δώσει ο ίδιος ο κυπριακός λαός γενικά, με τη συμπαράσταση του λαού της Ελλάδας και της Τουρκίας. Δε θα την δώσουν ούτε ο ΟΗΕ, ούτε οι μηχανισμοί της Ζυρίχης, ούτε οι διεθνείς διασκέψεις.
Στα ζητήματα αυτά, όπως έλεγε ο Λένιν, δεν υπάρχουν «ρεαλισμοί». Γιατί αν υπάρξουν, σημαίνει ολοκληρωτική προσχώρηση στη γραμμή του ενός ή του άλλου σοβινισμού. Και η ίδια «ουτοπική» και «θεωρητική» άποψη υπάρχει και για την περίπτωση ανάφλεξης στα μέτωπα της γενικότερης αντίθεσης: Αντιπαράθεση σε κάθε ρεβανσιστικό ελλαδικό «αποικισμό» όπως και σε κάθε τουρκικό επεκτατισμό. Ο οποιοσδήποτε πόλεμος επιβληθεί μέσα στο έδαφος της Ελλάδας ή της Κύπρου να μετατραπεί σε λαϊκό επαναστατικό πόλεμο για ανεξάρτητη ελεύθερη Ελλάδα και ανεξάρτητη ελεύθερη Κύπρο, για μια ελεύθερη ανεξάρτητη Τουρκία χωρίς καταπιεσμένες άλλες εθνότητες (πχ Κούρδους, Αρμένιους).
Επειδή παρά τα όσα ειπώθηκαν, μπορεί να υπάρξει ο «φόβος» πως λίγο – πολύ «διευκολύνονται» οι σοβιετικοί με τη μη καταφυγή στη μία ή την άλλη από τις απόψεις που αναφέρθηκαν, προσθέτουμε και τα παρακάτω:
Οι σοβιετικοί και οι εδώ υποστηριχτές τους διευκολύνονται και θα διευκολυνθούν απ’ όλους όσους, που για να μην τους διευκολύνουν, ταυτίζονται με θέσεις άλλων ενδιαφερόμενων μερών άμεσα ή έμμεσα.
Σε συνέχεια, τα όσα ειπώθηκαν δεν «ταυτίζονται» με τη θέση των σοβιετικών. Γιατί στο σημερινό μπλα – μπλα των διπλωματικών κειμένων όχι μόνο των σοβιετικών αλλά και των δυτικών, μπαίνει σαν σάλτσα τα περί «ενιαίας» Κύπρου, αποχώρησης ξένων στρατευμάτων, κι αυτό συνέβηκε μονάχα μετά το ’74. αυτή είναι η ορατή και όχι η πραγματική πολιτική τους. Πέρα απ’ αυτό εμείς –αυτό που ήταν κάποτε μ-λ κίνημα- υποστηρίζαμε αυτή την θέση τον καιρό που δεν την υποστήριζε κανείς, δηλαδή την περίοδο 1964-67 (τα κείμενα το δείχνουν αυτό). Δεν την εγκαταλείπουμε γιατί και στο μπλα – μπλα υπάρχουν ουσιαστικές αρνήσεις της θέσης αυτής. Έτσι, οι σοβιετικοί μετά τα «ενιαία» βάζουν δύο όρους: διακοινοτικές και διεθνή διάσκεψη. Οι δύο αυτοί όροι ανατρέπουν το μπλα – μπλα. Εντάσσουν την υπόθεση στην τροχιά και του παζαριού «σου δίνω, μου δίνεις», αλλά μπάζουν χωρίς να το λένε τη θέση του Γκρομίκο του ’64 για «ομοσπονδία» που εκφράζει μια ελληνοτουρκική «εξισορρόπηση» αρεστή και εξυπηρετική γι’ αυτούς.
Η ιστορία έχει δείξει πως οι «ουτοπισμοί» και οι «θεωρητισμοί» αυτοί αποδείχτηκαν – όπου υπήρξε σταθερότητα και επιμονή σ’ αυτούς – πολύ πιο ρεαλιστικοί απ’ όλα τα» ρεαλιστικά προγράμματα ή συνθήματα. Στις σημερινές συνθήκες με βάση τις αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν μονάχα οι τέτοιοι «ουτοπισμοί» μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μεγάλων κινημάτων μετασχηματισμού αυτού που ονομάζεται δοσμένος πολιτικός χάρτης ή δοσμένος συσχετισμός δυνάμεων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την περίπτωση δυνάμεων που ενεργούν στα όρια μικρών κρατών που σ’ αυτά εκφράζονται με περιπλεγμένη μορφή οι περισσότερες από τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου.