7.4.07

Σύντομο ιστορικό της Κινέζικης Επανάστασης

(Δελτίο Α/υνέχεια φ.7-8, Οχτώβρης 1989)

Ο καπιταλισμός αναπτύσσεται στην Κίνα αργά μόλις τον 19ο αιώνα. Η διαδικασία αυτή θα επιταχυνθεί αρχικά από της διείσδυση του ξένου κεφάλαιου που μετατρέπει την Κίνα σε μισο-φεουδαρχική, αλλά και μισο-αποικιακή χώρα. Η συμμαχία όμως των διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που καταλήστευαν την Κίνα με τις αντιδραστικές κυρίαρχες τάξεις των φεουδαρχών και των κομπραδόρων θα εμποδίσει την παραπέρα εξέλιξη της κινέζικης κοινωνίας.

Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και οι αρχές του 20ου είναι περίοδος συνεχών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, αλλά και κινημάτων αγροτικών ή αστικών ενάντια στους τσιφλικάδες, την απολυταρχική εξουσία και τους ξένους επιδρομείς. Το 1911 ανατρέπεται η τελευταία δυναστεία των Τσινγκ για να ιδρυθεί η πρώτη Δημοκρατία της Κίνας με πρόεδρο τον Σουν Γιατ Σεν που καταργείται πραξικοπηματικά λίγους μήνες αργότερα.

Το «κίνημα της 4ης Μάη» του 1919 συμβολίζει μια νέα περίοδο για την κινέζικη επανάσταση. Με το πρώτο γενικευμένο ξαναμοίρασμα του κόσμου (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος» σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και την απόσπαση μιας περιοχής, δηλαδή τη δημιουργία της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας στη Ρωσία, ο κόσμος έχει μπει σε μια ριζικά νέα εποχή. Παράλληλα στην Κίνα η ανάπτυξη του εθνικού καπιταλισμού χάρη στην εξασθένηση της ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης στα χρόνια του πολέμου, η αριθμητική αύξηση του προλεταριάτου (περίπου 2 εκατομμύρια βιομηχανικοί εργάτες σε 450 εκατομμύρια πληθυσμό), η στοιχειώδης ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και η επίδραση της Οχτωβριανής επανάστασης και του Μαρξισμού στους διανοούμενους, τη νεολαία και την εργατική τάξη έχουν μεγαλώσει το πολιτικό βάρος της τελευταίας.

Το «κίνημα της 4ης Μάη» συμβολίζει το πέρασμα της κινέζικης επανάστασης στο νέο τύπο αστικοδημοκρατικής επανάστασης, τη «νεοδημοκρατική». Μια χώρα σαν την καθυστερημένη εξαρτημένη Κίνα του 1919, μπορούσε κάτω από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης να ολοκληρώσει τις αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και να περάσει στο σοσιαλισμό, χωρίς να είναι αναγκαίο το καπιταλιστικό στάδιο οικονομικής ανάπτυξης η νεοδημοκρατική επανάσταση στρεφόταν ενάντια στο διεθνή ιμπεριαλισμό και αποτελούσε γι’ αυτό τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης παρά τον αστικοδημοκρατικό της χαρακτήρα.

Η θεωρία αυτού του νέου σταδίου, της «νέας δημοκρατίας», που οι βάσεις της τέθηκαν ήδη από το ΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1920 και αναπτύχθηκε αργότερα από το ΚΚ Κίνας και τον Μάο Τσε Τουνγκ, τροφοδότησε και επιβεβαιώθηκε στις καταχτήσεις του κινέζικου επαναστατικού κινήματος.

1919-1921: Στις 4 Μάη 1919 συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Τιεν Αν Μεν του Πεκίνου 3000 φοιτητές διαμαρτυρόμενοι για την απόφαση της «Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού» που παραχωρούσε στην Ιαπωνία τα δικαιώματα της ηττημένης Γερμανίας στο Σαντόνγκ της Κίνας. Το «κίνημα της 4ης Μάη» σύντομα απλώθηκε σ’ όλη τη χώρα και το λαό, αναγκάζοντας τελικά την κυβέρνηση να μην υποχωρήσει από το αίτημα για ανεξαρτησία του Σαντόνγκ. Στη διάρκεια του κινήματος έγιναν και οι πρώτες πολιτικές (αντιιμπεριαλιστικές) απεργίες των κινέζων εργατών.

Το «κίνημα της 4ης Μάη» ενίσχυσε την επίδραση της Οχτωβριανής Επανάστασης και τη διάδοση του μαρξισμού. Την περίοδο αυτή πλαταίνει η δραστηριότητα και δημιουργία κομμουνιστικών ομάδων, ομίλων κλπ, που το 1921 θα ιδρύσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας.

1921-1924: Το ΚΚΚ παρά τις ελλείψεις του, θεωρητικές και οργανωτικές, συμβάλλει στην πρώτη σημαντική άνοδο του εργατικού κινήματος. Η ήττα και υποχώρηση του κινήματος αυτού το 1923 θέτει στην πράξη το πρόβλημα των συμμάχων της ολιγάριθμης κινέζικης εργατικής τάξης.

1924-1927: Είναι η περίοδος του πρώτου επαναστατικού εμφυλίου πολέμου. Το Γενάρη του 1924 το Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (Κουομιτάνγκ) με πρόεδρο τον Σουν Γιατ Σεν αναδιοργανώνεται με τη συμμετοχή μελών του ΚΚΚ και υιοθετεί τις «νέες τρεις αρχές του λαού» (συμμαχία με την ΕΣΣΔ, συμμαχία με το Κομμουνιστικό Κόμμα, υποστήριξη των αγροτών και εργατών). Νωρίτερα, το Μάρτη του 1923, έχει ιδρυθεί από τον Σουν Γιατ Σεν και με τη βοήθεια των Σοβιετικών, επαναστατική κυβέρνηση στο Γκουαντόγκ (νότια Κίνα) που οργανώνει αργότερα εθνικό επαναστατικό στρατό.

Τα επόμενα χρόνια είναι περίοδος ανόδου του εργατικού κινήματος, αλλά και ισχυρής ανάπτυξης του αγροτικού κινήματος και σύζευξής του με το υπόλοιπο αντιιμπεριαλιστικό αντιφεουδαρχικό κίνημα. Έτσι τον Ιούλη του 1926 η εθνική κυβέρνηση εξαπολύει την «εκστρατεία του Βορρά» που μέχρι τον Απρίλη του 1927 έχει καταλάβει σημαντικό μέρος της Νότιας Κίνας. Στις 12 Απρίλη εκδηλώνεται πραξικόπημα του δεξιού κουομιτανγκικού Τσαγκ Κάι Σεκ σε συνεργασία με ξένους ιμπεριαλιστές, ενάντια στους κομμουνιστές και τους ξεσηκωμένους εργάτες κι αγρότες. Μέχρι τον Ιούλη ο πρώτος επαναστατικός εμφύλιος πόλεμος έχει ηττηθεί.

Ύστερα απ’ αυτόν, έχει γίνει φανερός ο αποφασιστικός ρόλος των αγροτικών μαζών στην έκβαση της επανάστασης και του επαναστατικού στρατού σαν απαραίτητη ιδιομορφία της τελευταίας.

Το Αύγουστο του 1927, ο Τσεν Ντου Σιου, του οποίου η υποχωρητικότητα και ο οπορτουνισμός απέναντι στο Κουομιτάνγκ, επέτρεψε την επιτυχία του αντεπαναστατικού πραξικοπήματος του Τσαγκ Κάι Σεκ, απομακρύνθηκε από την ηγεσία του ΚΚΚ.

Στο μεταξύ, στη διάρκεια του κινήματος οι οργανωμένες δυνάμεις του ΚΚΚ είχαν πολλαπλασιαστεί από 1000 περίπου μέλη το 1925 σε 60000 μέλη το 1927.

1927-1931: Ενόσω το επαναστατικό κίνημα υποχωρούσε, το ΚΚΚ ξεσήκωσε εξέγερση στο Ναντσάν της επαρχίας Τσιαντσί ενάντια στην αντεπανάσταση. Η εξέγερση αυτή σήμανε και την απαρχή συγκρότησης του Κόκκινου Στρατού (μετέπειτα Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού» κάτω από την αυτοτελή καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Τα επόμενα χρόνια, χρόνια μεγάλης καταπίεσης, εκμετάλλευσης και λευκής τρομοκρατίας, αλλά και έντονων συγκρούσεων ανάμεσα στους μιλιταριστές αντεπαναστάτες που στηρίζονταν από διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες, ήταν περίοδος ανασύνταξης των δυνάμεων της επανάστασης. Ανασύνταξη που στηρίχτηκε κύρια στη δημιουργία κόκκινων επαναστατικών βάσεων στις αγροτικές περιοχές. Την περίοδο αυτή διαμορφώνονται στην πράξη οι αρχές του «παρατεταμένου πολέμου».

1931-1935: Μέσα στις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης η Ιαπωνία καταλαμβάνει το 1931 τη βορειοανατολική Κίνα. Το Κουομιτάγκ του Τσαγκ Κάι Σεκ δεν πρόβαλε αντίσταση τους επιδρομείς, ακολουθώντας για τα επόμενα χρόνια τη γραμμή του «να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας με τους κομμουνιστές πριν αρχίσουμε την αντίσταση κατά της Ιαπωνίας».

Την περίοδο αυτή το ΚΚΚ προσπαθεί να αναπτύξει ένα εθνικό δημοκρατικό, αντιγιαπωνέζικο, αντιτσαγκ-κάι-σεκικό μέτωπο, ενώ ο Κόκκινος Στρατός περνά σε στρατηγική αναδιάταξη – ενεργητική άμυνα (το 1934-35 πραγματοποιείται η περίφημη Μεγάλη Πορεία).

Το 1935 ο Μάο τσε Τουνγκ τίθεται επικεφαλής της ηγεσίας του ΚΚΚ.

1935-1937: Το 1935 η Ιαπωνία εξαπολύει νέα επίθεση στη Βόρεια Κίνα, ενώ διεθνώς δυναμώνει ο φασισμός και ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος πλησιάζει απειλητικά. Την ίδια χρονιά το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποφασίζει τη συγκρότηση αντιφασιστικών λαϊκών μετώπων.

Στην Κίνα μπαίνουν οι βάσεις ανάπτυξης του ενιαίου αντιγιαπωνέζικου μετώπου. Η εσωτερική ειρήνευση το 1937 υπέρ της αντίστασης στους Γιαπωνέζους, θα σημάνει και το τέλος της περιόδου του δεύτερου επαναστατικού εμφυλίου πολέμου (1927-1937).

1937-1945: Με βάση τις απελευθερωμένες περιοχές και διεξάγοντας έναν «παρατεταμένο πόλεμο», ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός μετά και την παρέμβαση του Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού τον Αύγουστο του 1945, θα συντρίψει οριστικά του Γιαπωνέζους εισβολείς. Η συνθηκολόγηση των τελευταίων στις 2 Σεπτέμβρη 1945 είναι και το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

1945-1949: Ύστερα από έναν πρώτο χρόνο συνεργασίας του Τσαγκ Κάι Σεκ με τις τοπικές κυβερνήσεις-ανδρείκελα που είχαν στήσει οι Γιαπωνέζοι, και επιχειρήσεων ενάντια στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, το Κουομιτάγκ με την τεράστια οικονομική και στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ εξαπολύει ολομέτωπη επίθεση το καλοκαίρι του 1946 εναντίον των απελευθερωμένων περιοχών.

Οι αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του ΚΚΚ στις απελευθερωμένες περιοχές και η ανασύνταξη-αντεπίθεση του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, θα οδηγήσουν στην νίκη του τρίτου επαναστατικού εμφύλιου πολέμου και την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας την 1η Οχτώβρη 1949.

Μετά το 1949 περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης βρισκόταν έξω από την παγκόσμια καπιταλιστική αγορά.

1949-1953: Η ανακατανομή της γης προς όφελος των φτωχών εργατών και η οργάνωση αγροτικών νοικοκυριών σε ομάδες αλληλοβοήθειας, η εθνικοποίηση βασικών κλάδων της οικονομίας, η άνοδος της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, η βελτίωση της εκπαίδευσης, δημόσιας υγείας κλπ, κοντολογίς η ανόρθωση μιας μισοκαταστρεμένης οικονομίας και η προώθηση των αστικοδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων ήταν η πολιτική των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση.

Χρόνια, που στο μεν εσωτερικό δρούσαν ακόμα ένοπλα αντεπαναστατικά στοιχεία και, κύρια, στο εξωτερικό έπρεπε να αντιμετωπιστεί άμεσα η απειλή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού (1950: εισβολή στην Κορέα και κατάληψη της Ταϊβάν).

1953-1957: Είναι η περίοδος του πρώτου πεντάχρονου σχεδίου, του περάσματος στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Η πραχτική πλέον προσέγγιση των ζητημάτων οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Κίνα και η εμπειρία των αντιφάσεων της σοβιετικής κοινωνίας θα οδηγήσουν την αριστερά της ηγεσίας του ΚΚΚ σε μια πρώτη απόπειρα να απαντήσει αυτές τις αντιφάσεις στα τέλη του πρώτου πεντάχρονου με την εξαπόλυση του «Μεγάλου Άλματος προς τα Μπρος». Έχει προηγηθεί η ανοιχτή εκδήλωση της «στροφής» των Σοβιετικών στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956.

1957-1961: Το «Μεγάλο Άλμα προς τα Μπρος» (δηλαδή ο συνδυασμός της κολλεχτιβοποίησης με τη δημιουργία κομμούνων – μικρών αγροτοβιομηχανικών μονάδων στην ύπαιθρο και η πολιτική του «βαδίσματος στα δύο πόδια» στη βιομηχανία) το ακολουθούν χρόνια ύφεσης των ρυθμών ανάπτυξης το 1961-1962. Σ’ αυτή την ύφεση συνέτειναν –ανάμεσα σ’ άλλα- το σαμποτάρισμα δεξιών κομματικών στελεχών, φυσικές καταστροφές, αλλά και το σταμάτημα της σοβιετικής βοήθειας το 1960.

Ανεξάρτητα απ’ αυτό, το «Μεγάλο Άλμα προς τα Μπρος», που η επιτυχία του δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με «οικονομικούς δείχτες», ήταν ο πρόδρομος της «Μεγάλης Πολιτιστικής Προλεταριακής Επανάστασης» (ΜΠΠΕ).

Τα χρόνια αυτά εντείνεται η αντιπαράθεση Κινέζων – Σοβιετικών. Η αντιπαράθεση αυτή μετά την ανοιχτά ρεβιζιονιστική εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης και την υπονομευτική στάση της απέναντι στην Κίνα και την Αλβανία, θα οδηγήσει στην οριστική ρήξη το 1963-1964, τη σημαντικότερη σε ποιότητα και έκταση στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος μετά τη δημιουργία της ΙΙΙ Διεθνούς.

1961-1965: Η «αποτυχία» του «Μεγάλου Άλματος προς τα Μπρος» ευνοεί τη μετατόπιση εξουσιών προς αυτούς που «παίρνουν τον καπιταλιστικό δρόμο» (Λιου Σάο Σι, Τεγκ Χσιο Πικγ κλπ). Ακολουθιέται έτσι τα χρόνια αυτά μια πολιτική ενίσχυσης των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς στη γεωργία και τη βιομηχανία, επαναφοράς των ιδιωτικών αγροκτημάτων, ενδυνάμωσης του κριτηρίου της «οικονομικής αποτελεσματικότητας» και του ρόλου των εμπειρογνωμόνων, πλατιάς εφαρμογής των πριμ κλπ. Μια πολιτική δηλαδή, πισωγυρίσματος από τις πολιτικές καταχτήσεις του «Μεγάλου άλματος προς τα Μπρος», αν και επιτεύχθηκε μια οικονομική ανάκαμψη από την ύφεση του 1960-1961.

Τα ίδια χρόνια όμως –και κύρια το 1964-1965- εντείνεται και αποχτά συγκεκριμένα ιδεολογικά χαρακτηριστικά μια διαπάλη στο εσωτερικό της Κίνας σ’ όλα τα επίπεδα: τη φιλοσοφία, την πολιτική, την οικονομία, τον πολιτισμό, την τέχνη κλπ. Η παλινόρθωση στη Σοβιετικής Ένωση, η επιθετικότητα των αμερικάνων που θεωρούσαν πλέον την Κίνα «υπ’ αριθμόν 1 κίνδυνο», μεγάλωναν την ανάγκη επίθεσης της αντιρεβιζιονιστικής προλεταριακής γραμμής στο εσωτερικό που εκφραζόταν από τον Μάο Τσε Τουνγκ.

1965-1969: Το καλοκαίρι του 1966 ξετυλίγεται η πρώτη φάση της ΜΠΠΕ με μπροστάρηδες τους κοκκινοφρουρούς, δηλαδή νέους μαθητές και σπουδαστές. Σε μια περίοδο ανόδου των αντιιμπεριαλιστικών και αντικαπιταλιστικών αγώνων σ’ όλο τον πλανήτη, ένα πρωτόγνωρο για την μαζικότητα, την ένταση και την ποιότητα των ζητημάτων που έθεσε, κίνημα αγκαλιάζει εκατομμύρια λαού σ’ όλη την Κίνα και επιτίθεται στην παλαιού και νέου τύπου αστική τάξη και αστικές σχέσεις στην οικονομία, την άμεση παραγωγική διαδικασία, τους θεσμούς (κράτος, κόμμα, όργανα εξουσίας κλπ), την εκπαίδευση, την κουλτούρα, την επιστήμη.

1969-1976: Μετά από μια προσωρινή κατάσταση ισορροπίας το 1969, αρχίζει ουσιαστικά μια φάση υποχώρησης της ΜΠΠΕ που εντείνεται με τη διαφοροποίηση-σύγκρουση στους κόλπους των υποστηριχτών της Πολιτιστικής Επανάστασης (1971: υπόθεση Λιν Πιάο), αφού έτσι ενισχύονται οι θέσεις του κέντρου και της δεξιάς στο κόμμα, το στρατό και το κράτος. Η νέα αυτή ισορροπία –που εκφράζεται και σε πλευρές της εξωτερικής πολιτικής- θα καθορίσει και τις κατοπινές εξελίξεις. Η προηγούμενη κυριαρχία των δυνάμεων της αριστεράς που μέχρι το 1976 εκφραζόταν κύρια από τον Μάο Τσε Τουνγκ και τη «συμμορία των τεσσάρων» (Τσιαγκ Τσιγκ, Τσαγκ Τσουέν Κιάο, Βαγκ Χουγκ Βεν και Γιάο Βεν Γιουάν) περιορίζεται στο ιδεολογικό επίπεδο και σε περιοχές όπως η εργατούπολη της Σαγκάης

Αν και το 1975 αποκρούονται οι πρώτες απόπειρες ανοιχτής ανατροπής των λαϊκών καταχτήσεων της ΜΠΠΕ, ο θάνατος του Μάο στις 9/9/1976 θα δείξει τους πραγματικούς ταξικούς συσχετισμούς δύναμης.

1976: Ένα μήνα μετά, οι τέσσερις συλλαμβάνονται και ακολουθεί κύμα συλλήψεων, εκκαθαρίσεων στο κόμμα, φυλακίσεων, χιλιάδων εκτελέσεων και τρομοκρατίας που φτάνει μέχρι και σε βομβαρδισμό περιοχών. Οι συνεχιζόμενες για μεγάλο διάστημα λαϊκές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις ενάντια στη νέα εξουσία, δεν καταφέρνουν να την ανατρέψουν. Οι σχέσεις στο εργοστάσιο, το χωράφι, το πανεπιστήμιο, το στρατό κλπ, ανατρέπονται σε χρόνο πολύ μικρότερο απ’ όσο χρειάστηκε για να επαναστατικοποιηθούν, ενώ αποκαθίστανται τα κομματικά και κρατικά στελέχη που είχαν διωχτεί από τον πρώτο ακόμα καιρό της ΜΠΠΕ.

Τα επόμενα χρόνια (μετά τον Οχτώβρη του 1976) ήταν χρόνια δυτικής επιδοκιμασίας στη νέα κινέζικη ηγεσία και ακόμα χρόνια αποκατάστασης των σχέσεων του ΚΚΚ με το ΚΚΣΕ και τα δυτικά ΚΚ. Χρόνια επιδοκιμασίας μιας Κίνας που βημάτιζε γοργά προς την πλήρη και «ισότιμη» επανένταξή της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Η πρώτη επίθεση κομμουνισμού στην Κίνα, που τη συγκλόνισε για πάνω από 50 χρόνια, είχε ηττηθεί. Οι καταχτήσεις της Κινέζικης Επανάστασης όμως, στη θεωρία και στην πράξη (ιδιαίτερα η Πολιτιστική Επανάσταση) θα αποτελέσουν μια ακόμα σημαντική παρακαταθήκη για ότι νέο γεννηθεί, για κάθε νέα επίθεση στην Κίνα και αλλού. Αν μη τι άλλο η επανάσταση σε συνθήκες παλινόρθωσης στη δεκαετία του ’60 ήταν και η ιδιαίτερη συνεισφορά των Κινέζων επαναστατών στην υπόθεση του σοσιαλισμού.

1.4.07

Κείμενα Γιάννη Χοντζέα

"Τέρατα και δαιμόνια" μιας δεκαετίας (Για την Πολιτιστική Επανάσταση): Από την ιστοσελίδα της ΚΟΕ

Για την "Ενωμένη Εθνική Αντίσταση": Γράφτηκε το 1975. Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αριστερά, Σεπτέμβρης 1997

Για το Κυπριακό: Γράφτηκε το 1983. Αναδημοσιευση από το Δελτίο Α/συνέχεια Νο2 Ιούνιος-Σεπτέμβιος 1996.

Θα διαλυθεί η καταχνιά: Για το ΕΑΜ. Από το Λαϊκό Δρόμο Σεπτέμβρης 1974.

Για την ιστορία των Βαλκανίων: Από αναζήτηση στο Google. Γράφτηκε στα 1992 και έχει δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Αριστερά! και στο Δελτίο Α/συνέχεια Νο 3 με τον τίτλο "Για το σύνθημα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας"

Το "αντέρεισμα": Ο Γιάννης Χοντζέας μαζί με το πλούσιο πολιτικό και ιδεολογικό του έργο, άφησε και μια σειρά από μικρά λογοτεχνικά κείμενα, βγαλεμένα από τα σπλάχνα του κινήματος

Για τα 15 χρόνια από το θάνατο του Στάλιν: Κείμενο της ΟΜΛΕ (1968)

Μερικά κρίσιμα ζητήματα για την ιστορία του ΚΚΕ: Γράφτηκε το 1978, με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ

Σημείωμα του μεταφραστή στην "Εκλογή από τις Grundrisse" Καρλ Μαρξ, εκδόσεις Α/συνέχεια, Απρίλης 1983

Σημείωμα του μεταφραστή στην "Εισαγωγή από τις Grundrisse" Καρλ Μαρξ, εκδόσεις
Α/συνέχεια, Δεκέμβρης 1982

15 χρόνια μετά το Μάη του 1968: Οι κερασιές δεν ανθίζουν μόνο στη Γαλλία - Οι κερασιές δεν ανθίζουν μονάχα μια φορά

Η δεκαετία της Πολιτιστικής Επανάστασης: Κείμενο που δημοσιετύτηκε στο εσωτερικό δελτίο Α/συνέχεια το καλοκαίρι του 1986. ηκε

Η από τον Γιάννη Χοντζέα το 1983

Γιάννη Χοντζέα: Για το Κυπριακό

Από το Δελτίο Α/συνέχεια Νο2 Ιούνιος-Σεπτέμβιος 1996

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Γιάννη Χοντζέα το 1983, όταν ο Ρ. Ντενκτάς ανακήρυξε το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος. Και τότε τα «ελληνοτουρκικά» είχαν απασχολήσει. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τότε υπήρχε μια φιλολογία στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο που μονοπωλούνταν από δύο απόψεις, μια «υπερπατριωτική – σοσιαλσοβινιστική» και μια «αντιπολεμική – πασιφιστική». Σ’ αυτές αναφέρεται και το κείμενο. Σήμερα νομίζουμε πως το περιεχόμενο του κειμένου είναι ένα βασικό εφόδιο προσανατολισμού στις περίπλοκες συνθήκες που βρισκόμαστε.

Οι γενικές θέσεις δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα σαν σώματα ακαθόριστα ή αμετάβλητα ή άσχετα με πεζές και περιπλεγμένες πραγματικότητες. Έτσι το πρόβλημα «εθνικά προβλήματα» ή προβλήματα ανεξαρτησίας κλπ, συνδέεται με συγκεκριμένη πορεία γέννησης και ανάπτυξής τους.

Επειδή υπάρχει μια ορισμένη ιστορία στο ζήτημα αυτό, όποιος διαθέτει «αρχείο», μπορεί αν έχει την διάθεση και τον χρόνο να δει αντίστοιχες τοποθετήσεις αυτού που κάποτε ήθελε να είναι μ-λ κίνημα και στα προδικτατορικά έντυπα και στα δικτατορικά όσο και στα μεταδικτατορικά, όπου δεν γινόταν αφηρημένες τοποθετήσεις αλλά τοποθέτηση σε συγκεκριμένες εξελίξεις.

Τελικά πριν εκτεθούν ορισμένες απόψεις, είναι χρήσιμη η παράθεση μερικών ιστορικών ανεπαρκών – γιατί πρόκειται για την ιστορία της χώρας – στοιχείων του προβλήματος.

Μερικά ιστορικά στοιχεία

Μέχρι το 1950 υπήρξε στην Κύπρο μια σειρά εξεγέρσεων (τελευταία του 1931) που αφορούσαν το ελληνικό στοιχείο (85%του πληθυσμού τότε) με αίτημα την Ένωση. Η αντιπροσωπεία που ήρθε στην Ελλάδα το 1931 κατσαδιάστηκε από τον Ελ. Βενιζέλο, πρωθυπουργό τότε, ενώ ο Παλαμάς με ποίημά του χαιρέτιζε τον ερχομό της. Αυτή η διπλή στάση από τότε μέχρ4ι σήμερα εξακολουθεί να είναι το χαρακτηριστικό της πολιτικής της «μητέρας» Ελλάδας.

Στη δεκαετία του πολέμου το μεγαλύτερο μέρος της ελληνοκυπριακής νεολαίας υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό.

Στη διάρκεια του 1945-50 στην Ελλάδα, οποιαδήποτε αναφορά στην Κύπρο θεωρούνταν κομμουνιστικής έμπνευσης και διώκοταν.

Στη διάρκεια του δεύτερου αντάρτικου, αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ πηγαίνει στο Γράμμο και συναντιέται με το Ζαχαριάδη κλπ. γίνεται συζήτηση για οργάνωση και ανάπτυξη ένοπλου αγώνα στη Κύπρο.

Το δημοψήφισμα για την Ένωση του 1950 πυροδοτεί το «Κυπριακό» σαν πρόβλημα ενδοϊμπεριαλιστικό (αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας) και σαν θέμα της πολιτικής κ.α. πάλης στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Η αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας εκφράζεται με την αρχική υποταγή της πολιτικής ηγεσίας στις αγγλικές υπαγορεύσεις, και με την επικράτηση του «Συναγερμού» (Παπάγος) το 1952-56 τη μεταστροφή του μεγαλύτερου μέρους της πολιτικής ηγεσίας στις αμερικάνικες υπαγορεύσεις. Πραχτικά: ΕΟΚΑ, όπλα, αλληλοκατασκοπεύσεις κλπ.

Μέχρι το 1955-56 η θέση του ΚΚΕ ήταν «Ελεύθερη Κύπρος σε ελεύθερη Ελλάδα». Από τη θέση αυτή διαφοροποιείται το ΑΚΕΛ το 1955, που εγκαταλείπει την αντίθεσή του προς το Μακάριο και δέχεται την υπαγωγή του στην πολιτική του. Εσωτερικά στην Ελλάδα, το Κυπριακό γίνεται ένα από τα κεντρικά σημεία αντιπαράθεσης που εκφράζεται με τις πρώτες μεγάλες ανοιχτές διαδηλώσεις και συγκρούσεις που διαπαιδαγωγούν πολιτικά την τότε νεολαία και δημιουργούν ανησυχίες στους ιθύνοντες πως η έκτασή τους και η ορμητικότητά τους κρύβει τη συμπύκνωση όλης της αντίθεσης λαού – κυβερνήσεων – ξενοκρατίας.

Ενώ μέχρι το 1950 το πρόβλημα ήταν πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και αγγλικής αυτοκρατορίας, με την υιοθέτηση –με τον τρόπο που υιοθετήθηκε- των «εθνικών προσδοκιών» του ελληνικού κυπριακού στοιχείου από «σύμπασα» την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας μετατρέπεται σε πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και τούρκικου στοιχείου, επομένως πρόβλημα τριών μερών κι ενός υποτίθεται «απόντος» (ΗΠΑ).

Αυτό έγινε και από δύο αφετηρίες. Η αγγλική διοίκηση «ενδιαφέρθηκε» για τη μοίρα του τουρκοκυπριακού ενισχύοντάς το, ενώ από την άλλη η παρέμβαση της «μητρός» Ελλάδας έγινε με την έντονα εχθρική στάση των φερέφωνων της απέναντι στο τουρκοκυπριακό στοιχείο. Αρχικά η όλη υπόθεση δεν είχε επιτυχία. Αλλά όταν επιδιώχτηκε και επιτεύχθηκε η ανάπτυξη «ελίτ» και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, που όπως και να έχουν τα πράγματα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, τα πράγματα αλλάζουν.

Αποκορύφωμα της έντασης ήταν τα γεγονότα της Σμύρνης και της Πόλης το 1955, το πρώτο μεγάλο πλήγμα του ΝΑΤΟ. Και τότε «κροτάλισε» το μαστίγιο του Τζων Φόστερ Ντάλες που εξανάγκασε την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας να δεχτεί ταπεινά μια τυπική έκφραση συγγνώμης και να κλείσει η υπόθεση.

Στην ίδια περίοδο (1950-56) η σοβιετική στάση ήταν στα πλαίσια της τοτινής εναλλαγής γραμμής της, αρχικά πιεστικής προς τη Τουρκία (λχ σταθερά παρέμενε στη διεκδίκηση για την απόδοση στη Σοβιετική Αρμενία δύο ανατολικών επαρχιών της Τουρκίας, του Καρς και του Αρνταχάν). Το ΑΚΕΛ που διαμορφωνόταν σ’ αυτό που είναι περίπου σήμερα, ήταν ο πιστότερος καθρέφτης των μεταβολών της σοβιετικής πολιτικής. Λχ το 1955 ευθυγραμμίστηκε με τον Μακάριο, ενώ ακόμη η ηγεσία Ζαχαριάδη εδώ έκανε πολεμική με τον Μακάριο κλπ. μετά το 1956 (άνοδος Καραμανλή στην εξουσία, αποκήρυξη και απ’ το ΚΚΕ του συνθήματος «Αυτοδιάθεση – Ένωση», εξορία Μακάριου από εγγλέζους και κρεμάλες στην Κύπρο κλπ) προωθείται με εποπτεία των αμερικάνων η επιδίωξη μιας «ισορροπημένης» λύσης. Η «λύση» δόθηκε ύστερα από τρία χρόνια. Είναι οι γνωστές συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. «Γεννήθηκε ένα κράτος», αλλά ένα κράτος που γεννήθηκε με μια «εξισορρόπηση» συμφερόντων. Η κύρια επιδίωξη ήταν να αποκατασταθεί η ενότητα του ΝΑΤΟ, να αυξηθεί επομένως ο ρόλος του ισχυρότερου εταίρου (Τουρκία) για να ικανοποιηθεί η ιθύνουσα ελληνοκυπριακή τάξη με νέους ρόλους και δυνατότητες και να εξασφαλιστεί η ανοχή της σοβιετικής πλευράς (αδέσμευτο κράτος).

Κι εδώ έχουμε το παρακάτω «παράδοξο»:η τότε Αριστερά στην Ελλάδα για να ευθυγραμμιστεί προς την τότε αντιπολίτευση (Σ. Βενιζέλο)καταγγέλλει τις συμφωνίες και επιμένει στην Αυτοδιάθεση – Ένωση. Το ΑΚΕΛ χαιρετίζει τις συμφωνίες, κριτικάροντας τα αρνητικά τους. Ορισμένοι στρατοκρατικοί κύκλοι με έκφραση τον επανελθόντα Γρίβα, ύστερα από λίγο καιρό, μιλούν για «προδοσία» και επιμένουν στην Ένωση. Θα περάσουν τρία χρόνια για να καταγγείλει ο Μακάριος τις συμφωνίες. Η ισχυροποιημένη τουρκοκυπριακή πλευρά παραλύει τη λειτουργία του κράτους όπου μπορεί, και μπαίνουμε τότε στη νέα φάση όξυνσης που θα κορυφωθεί με τα γεγονότα του 1964. οι αμερικανοί ευνοούν λύση ΝΑΤΟ ποίησης του νησιού με «διπλή ένωση». Η προσφορά είναι δελεαστική και για την τουρκική ιθύνουσα τάξη και την ελληνική αντίστοιχη. Αρχικά ο Γ. Παπανδρέου θα την αποδεχτεί. Αλλά θα αναγκαστεί να αναπροσαρμοστεί γιατί την απορρίπτει η ίδια η ελληνοκυπριακή ιθύνουσα τάξη με τον εκπρόσωπό της, Μακάριο. Έτσι θα συρθεί η κυβέρνηση Κέντρου σε παζάρια αλλά και θα συνδυάσει τη στάση της με μια επίδειξη «αλληλεγγύης» προς την κυπριακή πλευρά (αποστολή μεραρχίας με «εθελοντές», στελέχωση της Εθνικής Φρουράς, υπολογίζοντας να θέσει υπό τον έλεγχό της την κατάσταση). Έχουμε τα γεγονότα του Κοφινού με επίδειξη τουρκοφαγίας από τους Γρίβα, Σαμψών κλπ, για να φτάσουμε σε μια κατάσταση που παραλίγο να οδηγούσε σ’ αυτό που θα γίνει 10 χρόνια αργότερα.

Έχουμε τότε τη θέση Γκρομίκο για «ομοσπονδία» στην Κύπρο, που εκφράζει τη νέα πολιτική προσεταιρισμού της ιθύνουσας τάξης της Τουρκίας. Επειδή καλό θα είναι να θυμηθούμε και κάποια άλλη πλευρά, αναφέρουμε τη δήλωση του Μάο σε αντιπροσωπεία του «ελληνοκινέζικου συνδέσμου» τότε, που παρομοίαζε το πρόβλημα της Κύπρου με το πρόβλημα της Φορμόζας. Θέση που δε θα επαναληφθεί από το κινέζικο υπουργείο εξωτερικών που μιλούσε για «λύση του προβλήματος με συνομιλίες ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη». Θέση που «εξισορροπούσε» και «νομιμοποιούσε»τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, αλλά οπωσδήποτε καλύτερη από εκείνη της «ομοσπονδίας». Η θέση αυτή δεν υποστηρίχτηκε σε καμιά στιγμή από το τότε μ-λ κίνημα εδώ.

Η προσωρινή ανάπαυλα έθρεψε καταστάσεις που οδηγούσαν σε ευθυγράμμιση Γ. Παπανδρέου – Μακάριου, σε μηχανορραφίες κλπ, που συνδέονται άμεσα με τη νέα κρίση τότε στη Μ. Ανατολή (πόλεμος 6 ημερών Ισραήλ – Αιγύπτου) και τη διχτατορία της 21ης Απρίλη.

Η «υποτροπή» της κρίσης αμέσως μετά τη διχτατορία έδωσε τη «λύση». Ο Παπαδόπουλος στα τέλη του 1967 ανακαλεί το Γρίβα από την Κύπρο και αποσύρει τη μεραρχία, υποχωρώντας σε όλη τη γραμμή. Οι όροι για την εισβολή του 1974 είχαν συγκεντρωθεί. Αργοπόρησε, γιατί προωθήθηκαν τα γνωστά σχέδια για την κάμψη της ανεξάρτητης μακαριακής ελληνοκυπριακής ιθύνουσας τάξης μέσα σ’ ένα αδιάκοπο κύμα συνομωσιών, Εθνικών Μετώπων, ΕΟΚΑ Β’, αποπειρών δολοφονίας κλπ.

Για να κλείσουμε αυτή την πολύ σύντομη ιστορική επισκόπηση, καλό είναι να αναφερθούμε σε μια «τριτοκοσμική» στην πρώτη εμφάνισή της θέση, που προβλήθηκε από ορισμένο κύκλο και που με ορισμένη τροποποίηση υπάρχει και σήμερα. Είναι η θέση πως η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με οποιονδήποτε τρόπο κι αν πραγματοποιούνταν θα επέφερε επαναστατικοποίηση της εσωτερικής κατάστασης στην Ελλάδα και θα την συμπαρέσυρε στο κύμα των επαναστάσεων που «μαίνονταν» τότε στον «τρίτο κόσμο». Η θέση αυτή συνδεόταν και με την άλλη κεντρική θέση για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης. Η κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις υπερνικούνταν με μία «διαπίστωσ绨που θεωρούνταν το κλειδί της υπόθεσης. Δηλαδή ενώ στην Ελλάδα είχαμε πνεύμα μεταρρυθμιστικό, στην Κύπρο είχαμε επαναστατική κατάσταση. Η θέση αυτή σαρώθηκε τότε από τα ίδια τε γεγονότα αλλά και από την αποκάλυψη της σαν «θέσης» που εξυπηρετούσε άλλες εσωτερικές διαμάχες και σκοπιμότητες της τότε «ανερχόμενης» ριζοσπαστικής τριτοκοσμικής παραλλαγής στην Κύπρο (τάση Λυσσαρίδη κλπ).

Πραγματικό ή (και) τεχνητό πρόβλημα

Εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο αντιλήψεις που κυριαρχούν στην «πιάτσα»: Τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «ιμπεριαλισμό» σαν τεχνητό, και αντίστροφα τον «καθαρό ιμπεριαλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν τεχνητό πρόβλημα. Η αντίθεση «Τουρκίας – Ελλάδας» πρόβλημα των αντίστοιχων «αστισμών». Ή η υπόθεση της αντίθεσης αυτής πρόβλημα των ιμπεριαλισμών. Το «κόλπο» των ιθυνουσών τάξεων αναπτύσσεται σε στεγανά έξω από αναμίξεις, σχέδια, υπαγορεύσεις κλπ, ή αντίστροφα οι ιμπεριαλισμοί ενεργούν στη σκακιέρα ανεμπόδιστα και ελεύθερα και αυτό που αποφασίζουν γίνεται χωρίς κανένα πρόσκομμα, εμπόδιο, εμπλοκή ή ακόμα «αντιστροφή» κλπ. οι «αστισμοί» Ελλάδας και Τουρκίας είναι από τη φύση τους ή όχι επιθετικοί. Πόσα ποσοστά επεκτατισμού έχει ο ένας και πόσα ο άλλος κοκ.

Για τους λαούς, ή ακριβέστερα για τους εργαζόμενους, είναι τεχνητό πρόβλημα οι σωβινισμοί, οι αντιπαραθέσεις κλπ. αλλά να που μ’ αυτό το «τεχνητό» πρόβλημα ασχολούνται και θα ασχοληθούν όλοι όσοι παλεύουν πραγματικά για τη χειραφέτησή τους. Ποιο είναι το κριτήριο του «τεχνητού» και του «πραγματικού»; Δεν πρόκειται για γενικές αφαιρέσεις, αλλά για συγκεκριμένη δράση κοινωνικών πολιτικών δυνάμεων και για τα αποτελέσματα αυτής της δράσης που «τεχνητά» προβλήματα τα μετατρέπουν σε «πραγματικά».

Όταν 31 χρόνια από την ίδρυση του ΝΑΤΟ τα «ελληνοτουρκικά» αποτελούν τη μεγάλη ανοιχτή πληγή του, δεν μπορούμε να «κάνουμε το κορόιδο», να μη μας ενδιαφέρει, ή να λέμε «κόλπο». Όταν το «Κυπριακό» 33 χρόνια είναι στη καρδιά των εξελίξεων στη χώρα μας, δε μπορούμε να ξοφλάμε με το γνωστό «πραγματικό κόλπο» της ιθύνουσας τάξης, που εμφανίζεται σαν άποψη του «μέσου» Έλληνα: «να βούλιαζε το νησί να ησυχάζαμε».

Κατά τη φτωχή μου άποψη, έχουμε στο ζήτημα της ελληνοτουρκικής αντίθεσης γενικά, μια ενιαία στάση από τον «τούρκικο αστισμό»και μία όχι ενιαία στάση απ’ αυτό που λέγεται «ελληνικός αστισμός». Κι αυτό όχι στο ότι ο ένας είναι από διάθεση περισσότερο ή λιγότερο επεκτατικός, αλλά γιατί η συγκεκριμένη εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων τοποθετούν τον ένα (τούρκικο) σε πλεονεκτικότερη θέση και τον άλλο σε μειονεκτικότερη θέση. Ο «ελληνικός αστισμός» έσπασε τα μούτρα του το 1922, ενώ ο «τουρκικός αστισμός» βγήκε νικητής το 1922. Επί 60 χρόνια επωφελήθηκε από τις διεθνείς συγκυρίες (δηλαδή όχι από την «καλή μοίρα» αλλά από τη συγκεκριμένη πορεία της διεθνούς εξέλιξης) και παρά τις διαρροές και τα αλληλοφαγώματά του, αναβίωσε την παλιά (ωθήθηκε και ωθείται σ’ αυτό) ιδεολογία του παντουρανισμού ή παντουρκισμού. Ο αντίστοιχος «ελληνικός αστισμός» με το στίγμα και την ιδεολογία του δοσιλογισμού του 1941-44, έφαγε καρπαζιές και είπε «ευχαριστώ» και το 1955 στη Σμύρνη, και στην Πόλη το 1955 και 1964, και το 1967, και το 1974. αλλά σ’ αυτό που λέμε «ελληνικό αστισμό» υπήρξαν και υπάρχουν «ανανεωτικά ρεύματα», όπως άλλωστε όχι μονάχα σ’ αυτόν. Εκεί που χρειάζεται να δούμε το πράγμα, αμολάμε τη φράση και ξεμπερδεύουμε. Εμείς θέλουμε να βλέπουμε το πράγμα, για να επαληθευτεί η φράση. Απλά πράγματα, όχι τόσο περίπλοκα, αλλά που πρέπει να διακρίνουν έναν λογοκόπο –έστω και «επιστήμονα»- από τον πραγματικό επαναστάτη.

Είναι «κόλπο» πως και το ΝΑΤΟ – αμερικάνοι και οι Σοβιετικοί (για να μιλήσουμε για τις μουσουλμανικές λεγόμενες χώρες) ποντάρουν στην «Τουρκία» για τους δικούς τους λόγους; Αυτό από τη μία μεριά. Είναι γεγονός ή «κόλπο»πως ο τούρκικος αστισμός το ’74 με τον σοσιαλιστή Ετζεβίτ επικεφαλής, προώθησε αυτό που απειλούν να «ολοκληρώσουν» οι σημερινοί στρατοκράτες με μια συγκινητική ομοφωνία;

Από την άλλη πλευρά, ο πονοκέφαλος του «μέσου Έλληνα», η Κύπρος: ποιος κυριαρχεί εκεί από το 1960 και ποιες οι σχέσεις της ιθύνουσας τάξης της με την ελλαδική ιθύνουσα τάξη;

Όπως σε όλες τις αποικίες του ο αγγλικός ιμπεριαλισμός δημιούργησε στην Κύπρο «ελίτ» ντόπια, σε διαστάσεις όχι ευκαταφρόνητες για το μέγεθος του νησιού. Οι ΗΠΑ στη διεισδυτική τους προσπάθεια αγκάλιασαν , υποστήριξαν την «ελίτ» αυτή, και την απόσπασαν από την αγγλική επιρροή κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι δεν είναι παράξενο πως άνθρωποι που συνδέονταν με τις πιο φεουδαρχικές δομές του νησιού (Εκκλησία) όπως ο Μακάριος, ήταν πραγματικά στην πρώτη φάση άνθρωποι που αναδείχτηκαν από τους αμερικάνους. Αργότερα, και πριν την ανακήρυξη της δημοκρατίας αλλά και μετά, οι όροι αυτοί μεταβλήθηκαν. Με τη σκέπη αυτών των δομών αναπτύχθηκε μια κοσμοπολίτικη, ευκίνητη, πολυπράγμονη και πολύστροφη μεταπρατική ελληνοκυπριακή αστική τάξη, που χαρακτηριστικός της «πάτρωνας» και εκπρόσωπος στάθηκε ο Μακάριος, με το εκσυγχρονισμένο, λαϊκίστικο, βυζαντινό καθεστώς του. «Εξισορροπιστής» αλλά και πατερναλιστής, επιτρέπει στις ξένες επιρροές να αναπτύσσονται μέσα στη Κύπρο, αρκεί να τις γνωρίζει, και να τις ελέγχει. Στηρίχτηκε στους νέους διεθνείς συσχετισμούς παίζοντας με διπλωματική μαεστρία ταυτόχρονα σε δύο και τρία ταμπλό, και γι’ αυτό δίκαια θεωρήθηκε από τους ικανότερους παίχτες στη διεθνή σκακιέρα.

Αυτή η αναπτυσσόμενη αστική τάξη της Κύπρου όσο κι αν είχε και έχει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, χρειαζόταν και χρειάζεται μία «εθνική εστία», γιατί η τέτοια εστία της έδινε και της δίνει πλεονεκτήματα. Μια «τουρκοποίηση» ή «ΝΑΤΟποίηση» της Κύπρου θα την έκανε να χάσει πολλά πλεονεκτήματα από την άλλη, όσο αναπτυσσόταν τα πιο δυναμικά της στοιχεία, έπαιρνα μια θέση υπεροχής απέναντι στην ελλαδική αστική τάξη. Έτσι η διαρκής αντίθεση Μακάριου – Ελληνικών κυβερνήσεων, ήταν και αντίθεση των δύο αστικών τάξεων. Αλλά μέσα σ’ αυτή τη νέα αστική τάξη, διαμορφώθηκαν τόσες εστίες επιρροών ξένων και αντιμακαριακών κέντρων που το σημείο «εκκίνησής» τους ήταν ακριβώς τα πλεονεκτήματα που προσφέρονταν από την ίδια την ιδιομορφία της θέσης του νησιού. Δεν είναι «παράδοξο» που οι αμερικάνοι, με δυό λόγια οι ΝΑΤΟϊκοί, στηρίχτηκαν σε παλιά στοιχεία και λιγότερο σε νέα. Πχ από πολιτική άποψη Κληρίδης.

Η μετατροπή του ΑΚΕΛ από κόμμα «πρωτοπορίας» σε κόμμα – οικονομικό οργανισμό, κόμμα του «μέσου ανθρώπου», υποβοήθησε την επέκταση της επιρροής της ιδεολογίας αυτού του συνασπισμού βυζαντινών – φεουδαρχικών στοιχείων και νέας αστικής τάξης, κι έτσι έχουμε αυτό το ενοχλητικό για τους ελλαδίτες «μέσους ανθρώπους» «ανθελληνικό» κυπριακό πνεύμα: «Θέλουμε τα καλά της Ελλάδας, αλλά όχι την Ελλάδα». Από την άλλη μεριά, η Κύπρος για ορισμένα αστικά, γραφειοκρατικά και στρατοκρατικά στοιχεία, έγινε –από το 1960 κύρια- μια παχιά αγελάδα αποκόμισης κερδών από διαφόρων ειδών δραστηριότητες, αλλά και πηγή πονοκεφάλων, μπελάδων, κινδύνων κλπ –απ’ όπου και η γνωστή ιδεολογία του «μέσου» ελλαδίτη «ανθρώπου».

Σήμερα στην Ελλάδα έχει «ενσωματωθεί» ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων κεφαλαιούχων, από τους ισχυρότερους ίσως που αναδείχτηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Δεν έχει συμβεί στην ίδια κλίμακα το αντίστροφο. Να κι ένας ακόμα λόγος για την πηγή της ψυχολογίας του «μέσου ανθρώπου».

Όπως έχει γραφτεί άλλοτε, δηλαδή στον καιρό τον μετά τη μεταπολίτευση, η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε επίμονα να αποκόψει το κυπριακό πρόβλημα από τα άλλα προβλήματα της αντίθεσης με την Τουρκία. Κι αυτό γιατί θα τη διευκόλυνε να πετύχει τη βαθμιαία απαγκίστρωσή της από υποχρεώσεις απέναντι στην Κύπρο. Κι από τότε διαμορφώνει την «κοινή γνώμη» του «μέσου ανθρώπου». Τούτο θα επέφερε έστω από «σκόλιους δρόμους» την εξομάλυνση ή τουλάχιστον την άμβλυνση των διαφορών με την Τουρκία βαθμιαία, και με άλλοθι στην κοινή γνώμη την «καταβόθρα» ή την «παγίδα» της Κύπρου. Αν δεν το πέτυχε, δεν φταίει αυτή. Είναι πως δεν έχει πια την ίδια σημασία που είχε για τις ΗΠΑ το 1947-49 μαζί με την τότε αδερφή Τουρκία.

Ακόμα, το 1947-49 δεν ήθελε τη σοβιετική παρέμβαση. Τώρα τη θέλει, αλλά η άλλη πλευρά θέλει τώρα ότι ήθελαν οι ΗΠΑ το 1947. αντιστροφή ρόλων, αν το θέλαμε σαν απλοποιημένο σχήμα, αλλά που η πραγματικότητα του είναι πιο περίπλοκη.

Και ερχόμαστε σ’ έναν άλλο παράγοντα. Το 1981 και 1982 ήταν της μόδας να λες καλά λόγια για το ΠΑΣΟΚ. Τώρα είναι της μόδας να παριστάνεις τον ΠΑΣΟΚοφάγο. Έτσι τις κοτσάνες του 1981-82 τις διαδέχονται αντίθετες φαινομενικά κοτσάνες που το χαρακτηριστικό τους είναι η απόλυτη βεβαιότητα. Θα ξαναπούμε μερικά λόγια που έχουν ειπωθεί πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, έστω κι αν ποτέ δεν πάρθηκαν στην πράξη στα σοβαρά, γιατί οι εκάστοτε μόδες το απαγόρευαν.

Από το 1960 περίπου αναπτύσσεται, στην αρχή κάτω από την προστασία των τότε πατρώνων της Ελλάδας, ένα αναγεννητικό ρεύμα στην αστική τάξη. Σ’ αυτό συνυπήρχαν στοιχεία κοινωνικά και πολιτικά που ανήκαν στις πατροπαράδοτες οικογένειες – τζάκια, και που ήθελαν να εκφράσουν τις νέες αστικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν τα χρόνια αυτά. Οι νέες αυτές αστικές δυνάμεις ήταν αυτό που στην κλασική μαρξιστική ορολογία αποδιδόταν με την έκφραση «μεσαία αστική τάξη». Αυτή η μεσαία αστική τάξη που για να αναπτυχθεί και να γίνει μεγάλη προσπαθούσε να αντιληφθεί και να επωφεληθεί από τις νέες διεθνείς πραγματικότητες, ενισχύθηκε σημαντικά και από το κύμα μεταπρατικών και άλλων δραστηριοτήτων της εποχής της χούντας, αλλά και μεταδικτατορικά με τη σοσιαλμανία του Καραμανλή. Η μεσαία αστική τάξη θέλει να είναι και τεχνοκρατική και λαϊκίστικη, επομένως ριζοσπαστική, και στο εθνικό και στο κοινωνικό πεδίο. Έτσι «συναντιέται» με τα παμπάλαια αλλά συντριμμένα «όνειρα» του παμπάλαιου ελληνικού εθνικισμού του Π. Γιαννόπουλου, του Ι. Δραγούμη, κι επομένως μ’ αυτόν τον πάντοτε έτοιμο για πατριδοκαπηλικές εξορμήσεις «μικροαστικό ριζοσπαστικό εθνικισμό», που κάποτε πίσω από πληβεία χαρακτηριστικά (Πλαστήρας, Κονδύλης) εκστασιάστηκε και μπροστά σε φιλελευθερισμούς, βασιλοκτονίες αλλά και φασισμούς.

Επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι καθορισμένοι, πιστεύει, ή φαίνεται να πιστεύει, πως η σημερινή γεωγραφική θέση της Ελλάδας από μειονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα. Υποθέτοντας πως θα είχαμε να κάνουμε με ένα πραγματικά λαϊκό κίνημα, τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει μια αξιόπιστη «εναλλακτική λύση».

Μια τέτοια «αναγέννηση» βρίσκεται σε πορεία. Και οι απόπειρες να υποκαταστήσει το παλιό κατεστημένο με νέο «κατεστημένο», για την ώρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε επίπεδο ποσοτικό και όχι ποιοτικό. Γιατί ενεργεί ακόμα σαν «δοτός» και «υπό προθεσμία» διαχειριστής κι όχι σαν «κυρίαρχος» και αποκλειστικός διαχειριστής. Υπάρχουν με την ωρίμανση των όρων της διεθνούς κρίσης και μιας «τοπικής κρίσης», πολλοί λόγοι για να πιστεύουμε πως οι «εξετάσεις» που θα κληθεί να δώσει σε όλα τα επίπεδα θα είναι πολύ σκληρές.

Η ωρίμανση των όρων μιας τοπικής κρίσης συστατικού αλλά και ιδιόμορφου στοιχείου της γενικής κρίσης

Όλος ο κόσμος ξέρει πως η διεθνής οικονομική κρίση με τις εναλλαγές της, ελπίδες ανάκαμψης, απογοητεύσεις κλπ, συμπληρώνεται με μια όλο και βαρύτερη επιδείνωση της παγκόσμιας κατάστασης. Πλήθη «τοπικών» πολέμων, «παράλογων» σαν την αλληλοσφαγή των παλαιστινίων, Ιράν – Ιράκ κλπ, πιο πριν Φόκλαντ κλπ, σαν πύραυλοι τέτοιοι κι αλλιώτικοι, και όλα τα γνωστά καθημερινά, που μονάχα ο αιώνιος στρουθοκαμηλισμός του «μέσου έλληνα» -είτε είναι νεοδημοκράτης, είτε επαναστάτης – επιστήμονας, είτε οτιδήποτε άλλο- επιμένει να τα αγνοεί ή να τα κατατάσσει στα «μη ενδιαφέροντα».

Σειρά από συγκυρίες του εξασφάλισαν μια 10χρονη ήσυχη πορεία και του έδωσαν την ευκαιρία να φιλοσοφεί μετά ή άνευ μαλακίας ή ευτέλειας. Επιστήμονας ή μέσος που τάπιασε, ή θα τάπιανε, θεωρεί τεχνητά όλα όσα συμβαίνουν, αρκεί να γίνονται στη διπλανή αυλή ή στο διπλανό διαμέρισμα.

Η πράξη του Ντενκτάς ή των Ντενκτάς δεν είναι μια ξεκομμένη ενέργεια. Προαναγγέλλει και άλλες που ο αριθμός τους θα προσδιοριστεί όχι από τη δική μας «λογική», αλλά από τη λογική της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης που επεκτείνεται ιδιαίτερα στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Επομένως ο κόσμος –ο απλός άνθρωπος κι όχι το πλάσμα του «μέσου» δήθεν ανθρώπου- έχει κάθε λόγο να ανησυχεί. Αλλά χάρη στην αστική επιρροή με τη διπλή της έκφραση, ανησυχεί «καμπανιακά» όπως έλεγαν οι πάλαι ποτέ κομμουνιστές, δηλαδή μπορεί για την ώρα να ανησυχεί Δεύτερα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, και το Σαββατοκύριακο να μην ανησυχεί. Για όσους το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο να «βρούμε» μια φόρμουλα για να «τη βρούμε» με τον εαυτό μας και τους «άλλους» γύρω μας, αλλά στο τι πρέπει να κάνουμε μπροστά σε μια πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο απειλητική για ήσυχους και ανησυχούντες, ο «κόμπος» βρίσκεται στο να εκλέξουν τα μέσα και τους τρόπους για να τοποθετηθούν απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα. Πρώτα απ’ όλα:

Έχουμε μια αναμφισβήτητη κλιμάκωση της επιθετικότητας του τουρκικού σοβινισμού με απροκάλυπτα φασιστικά χαρακτηριστικά, που υποστηρίζεται ενεργά από τη «δύση» -πέρα από φραστικές καταδίκες της στιγμής- και που υποθάλπεται από την πολιτική εξευμενισμού της «ανατολής» και υποστηρίζεται από ένα μέρος των «αδεσμεύτων». Η επεκτατικότητα δεν αφορά μονάχα την Κύπρο αλλά ολόκληρη κλίμακα αξιώσεων, που στη βάση της στέκεται η αναθεώρηση συνόρων που καθιερώθηκαν μετά τη συντριβή του 1922 (υφαλοκρηπίδα, νησιά κλπ). η επεκτατικότητα, η επιθετικότητα χρησιμοποιείται έντεχνα σαν εκβιασμός όπως χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται η πυρηνική απειλή σαν εκβιασμός. Το ότι ασκήθηκε μονάχα μια φορά (εισβολή στην Κύπρο) στα 10 τελευταία χρόνια, δεν σημαίνει πως αυτός ο ίδιος εκβιασμός δεν έχει «υλικότητα» και πως δεν μπορεί να μετατραπεί σε έκφραση άμεσης «χειροπιαστής» επιθετικότητας. Από την άλλη πλευρά, για τον «ελληνικό αστισμό» η απειλή από την Τουρκία χρησιμοποιείται για εσωτερικούς λόγους κατά κόρον και επί ΝΔ και τώρα. Αλλά το ότι χρησιμοποιείται σαν άσκηση εκβιασμού για τέτοια ή άλλα μέτρα δεν σημαίνει πως αυτή δεν υπάρχει. Το πρόβλημα μια και λέγονται και γράφονται πολλά είναι αλλού: Πως ο «ελληνικός αστισμός» γενικά έχει τη διάθεση και τη θέληση να συμβιβαστεί με την Τουρκία, αλλά πως η άλλη πλευρά «δεν διευκολύνει». Ας μην ξεχνάμε πως ο ελληνικός αστισμός μετά τις «δάφνες» του «αντισυμμοριακού αγώνα» δεν «διευκολύνθηκε» αλλά ταπεινώθηκε ακόμα και με τους ομαδικούς βιασμούς αξιωματικών στη Σμύρνη το 1955, δηλαδή 6 χρόνια μονάχα μετά τη «νίκη» του. Και τούτο για τον εκ γενετής φιλοτουρκισμό ή «ανθελληνισμό»; Για δύο λόγους: γιατί η Τουρκία «βαραίνει» περισσότερο στους συσχετισμούς, αλλά και γιατί μια αστική τάξη που σώθηκε τρεις φορές με ξένες δυνάμεις από του χάρου τα δόντια υπολογίζεται πολύ λιγότερο.

Τούτο δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν καταστάσεις που μπορεί να ωθήσουν σε επιδείξεις τουρκοφαγίας α λα Γρίβα – Σαμψών όπως το 1964-67 και τώρα. Υπάρχουν γιατί ακριβώς αυτές χρησίμευσαν σαν άλλοθι για υποχώρηση σε όλη τη γραμμή, αλλά ειδικά για τώρα μια σε μεγαλύτερη σε έκταση επανέκδοση του «χορού του Ζαλόγγου» είναι πιθανή. Επομένως τα «κάτω η χούντα του Εβρέν», «κάτω τα ανδρείκελα της χούντας του Εβρέν στην Κύπρο», «λευτεριά στην Κύπρο», «ανεξάρτητη και λεύτερη Κύπρος», «λευτεριά στους Τούρκους αγωνιστές», «λευτεριά στο λαό της Τουρκίας», «μυρίζουν» ελληνικό αστισμό. Αν συνυπολογίσουμε τη σοβιετική στάση, αυτοί που πιθανό να φωνάζουν τέτοια συνθήματα γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, μπορούν να ακούσουν τα σχετικά τους.

Η «στιγμή» της ενέργειας του Ντενκτάς είναι η στιγμή της επίθεσης των ΗΠΑ – Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, με την ένταση της κλιμάκωσης των αντιθέσεων στους κόλπους των αραβικών χωρών. Είναι πραγματικό ή τεχνητό πρόβλημα η αλληλοσφαγή των παλαιστινίων; Ο ηγεμονισμός της Συρίας που προσφέρεται σαν εναλλακτική λύση για τους παλαιστίνιους διαφωνούντες, είναι τεχνητή ή πραγματική κατάσταση; Μέσα στο κλίμα αυτό, η κλιμάκωση ενεργειών από την κλίκα της Άγκυρας έχει πιθανότητες να περάσει και να επιτύχει παρά τις φραστικές καταδίκες αφού, έξω από τις ΗΠΑ, οι κυριότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις καλοπιάνουν το καθεστώς Εβρέν, και οι ανατολικοί θεωρούν πως η λύση είναι η αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης […]

Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την έλλειψη μιας συνεπούς επαναστατικής κατεύθυνσης στην Κύπρο –κάτι τέτοιο δεν υπάρχει με την ίδια έννοια δυστυχώς ούτε εδώ- για να λέμε «δεν μας νοιάζει». Η τέτοια κατεύθυνση μπορεί να δημιουργηθεί όχι με το να νοιαζόμαστε κατά τον τρόπο του «μέσου έλληνα». Η στάση «φρικιό» είναι βολική στάση, αλλά δεν απομακρύνει κρίσιμες καταστάσεις, ούτε διαλύει πραγματικές απειλές. Το γνωστό «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια» είναι σοφό, αλλά δεν πρόκειται να αφυπνίσει τα ψάρια ώστε να καταλάβουν το Αιγαίο και να γλιτώσουν κι αυτά κι εμείς.

Οι εξελίξεις αυτές ξαναβάζουν το ζήτημα μιας γενικής αντίληψης, και δράσης στη βάση της αντίληψης αυτής. Είναι δύσκολο να ξανακερδηθεί ο χαμένος χρόνος. Αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αν σήμερα υπάρχει σύγχυση κι αποπροσανατολισμός, αύριο θα γίνει μεγαλύτερος.[…]

Η αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική πάλη είναι για ένα κίνημα, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, αδιαίρετη και ενιαία. Ο αντιιμπεριαλισμός αυτός έχει ένα περιεχόμενο που συνδέεται άμεσα με τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα και την ιδιαίτερη θέση της χώρας μας. Επομένως δεν μπορούμε να αντικαθιστούμε κάποιο «παλιό» αντιιμπεριαλιστικό παρελθόν με ένα «καλό» σημερινό «αντικαπιταλιστικό» παρόν του «χώρου».

Αν η Ελλάδα έχει μια θέση στους «Δέκα» ή διαθέτει κουλτούρα που διαφέρει που διαφέρει από τις λεγόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, κι αν κάποιοι την κατέτασσαν σ’ αυτόν, δεν σημαίνει πως η ιδιαίτερη θέση της την «ανέβασε» στην ίδια θέση με την Αγγλία, Γαλλία, Δ. Γερμανία κλπ.

Ακόμα, το εθνικό πρόβλημα –αν εννοούμε μ’ αυτό, το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας- είναι πρόβλημα που το αντιμετωπίζουν όχι μονάχα οι χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου, αλλά και χώρες που ανήκουν ακόμα και στη σειρά των 10-15 πιο ανεπτυγμένων.

Το πρόβλημα της Κύπρου συνδέεται, όπως είδαμε, με τα 30 και πάνω χρόνια της πρόσφατης ιστορίας μας και σημάδεψε στροφές στην ιστορική εξέλιξη. Η τέτοια διαμόρφωση και εξέλιξη καθορίστηκε και με καταστάσεις του απώτερου παρελθόντος που υπαγορεύτηκαν από ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και εξαρτήσεις, αλλά και από τη συγκεκριμένη κυριαρχία και αντιπαράθεση συγκεκριμένων ιμπεριαλισμών.

Η ύπαρξη του «εθνικού προβλήματος», της ταυτόχρονης διεξαγωγής αντιιμπεριαλιστικού και αντικαπιταλιστικού αγώνα, είναι ζήτημα ουσίας και όχι «στόχων και μεθόδων χειρισμού» για την απόχτηση ή διατήρηση επιρροής. Το διπλό καθήκον δεν εκφράζει διπλή στάση. Υπαγορεύει διπλό μέτωπο. Υπαγορεύει αντίστοιχες μεθόδους στο ιδεολογικό – πολιτικό – μαζικό πεδίο. Έτσι, ο επιζητούμενος διαχωρισμός στις λέξεις, στους όρους, είναι μάταιος αν δεν εκφράζει διαφορετικά περιεχόμενα ή αν δεν εκφράζει κανένα περιεχόμενο, όπως συμβαίνει συχνά.

Είναι άλλο το ζήτημα του καθορισμού του στρατηγικού στόχου, κι επομένως ο συσχετισμός ανάμεσα στα αντιιμπεριαλιστικά και αντικαπιταλιστικά καθήκοντα για την επίτευξη του στόχου, και άλλο πράγμα η ύψωση σινικών τειχών ανάμεσα στον αντιιμπεριαλιστικό και τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, γενικά, παντού, και σε κάθε στιγμή. Έτσι, και οι δύο αντιτιθέμενες φαινομενικά αντιλήψεις, αποκαπιταλιστικοποιούν –για να μιλήσουμε κάπως μοντέρνα- τον ιμπεριαλισμό, και αποϊμπεριαλιστικοποιούν τον καπιταλισμό.

Στις σημερινές συνθήκες, η εικόνα του κόσμου παρουσιάζει 150 και πάνω ανεξάρτητα κράτη. Είναι δύσκολο σήμερα να μπορεί κανείς να θυμηθεί ή να συγκρατήσει όλα τα ονόματα των κρατών και το που βρίσκονται. Όπως και άλλοτε έχει ειπωθεί, ο κόσμος συνολικά δίνει την εικόνα της «καπιταλιστικής ολοκλήρωσης». Αυτό που άλλοι λένε «διεθνής καταμερισμός εργασίας». Όπως είναι επόμενο οι ιμπεριαλισμοί και οι εθνικισμοί είναι δυό αναπόσπαστα στοιχεία και καθόλου αντιφατικά σαν έννοιες και πραγματικότητες. Υπάρχει η κρίση, οι ερμηνείες της, ή μάλλον η άφθονη φιλολογία για τις ερμηνείες της, αλλά υπάρχουν και ορισμένα αναμφισβήτητα γεγονότα. Έτσι, λένε πως οι χώρες του «τρίτου κόσμου» χρωστάνε στις τράπεζες των πλουσιότερων χωρών 700 δις. Δολάρια. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, της χώρας που είναι ο υπ’ αριθμόν ένα δανειστής, έχει ένα εσωτερικό χρέος που έχει φτάσει τα 500δις δολάρια. Πέρα από τις πολλές άλλες πλευρές που κρύβουν αυτά τα νούμερα, πως γίνεται μια χώρα να κυριαρχεί οικονομικά με ένα τέτοιο τεράστιο εσωτερικό χρέος, που με «κανονικές συνθήκες» θα την είχε τινάξει στον αέρα; Έχουμε να κάνουμε εδώ με «καθαρό καπιταλισμό», μ’ έναν κανονικό βορειοαμερικάνικο αστισμό; Πέρα απ’ αυτό, και τι δεν κρύβει αυτή η σχέσης Όχι αυτή την υποκατάσταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλιστικό στάδιο κλπ, με την περιβόητη «άνιση ανταλλαγή» (το ότι οι άνισες ανταλλαγές αποτελούν φαινόμενο της σχέσης εξαρτώμενου από κυρίαρχο, δεν έχει σχέση με τη θεωρία που γι’ αυτήν κάνουμε λόγο) αλλά την επέκταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλισμός κλπ. Ο ιμπεριαλισμός του 1920, το μονοπώλιο του 1920 δεν «μοιάζει» με τον ιμπεριαλισμό, το μονοπώλιο του 1980, αλλά και τα δύο ήταν και είναι ιμπεριαλισμός και μονοπώλιο. Το ότι χρησιμεύουν σαν λέξεις – κλειδιά για να λύνονται όλα, αυτό συμβαίνει, όπως συμβαίνει να λύνουν τα πάντα οι λέξεις «επιστήμη», «αδήριτοι νόμοι της αγοράς», και άλλα γνωστά δύο αντιτιθέμενων φαινομενικά αντιλήψεων. Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη αποτελούν «επιστήμη» της επανάστασης, αποτελούν χειριστική φρασεολογία.[…]

Η έποψη που υποστηρίχτηκε προδιχτατορικά και υποστηρίζεται και σήμερα με παραλλαγές, αντι-σοσιαλιμπεριαλιστικές τσόντες, Αυτοδιάθεση – Ένωση ή «εξαφάνιση» της Κύπρου, πρόβαλλε σαν πυρήνα της και οικονομικά επιχειρήματα: το αδύνατο της οικονομικής επιβίωσης μιας Κύπρου ανεξάρτητης. Η ζωή φυσικά έχει αποδείξει το αντίθετο. Και μάλιστα και για τη δεκάχρονη περίοδο της διχοτομημένης Κύπρου. Παρατίθενται τώρα «γεωπολιτικά» και στρατηγικά επιχειρήματα που στην ουσία θέτουν σαν προτιμότερη την επιλογή της ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου από τη μετατροπή της σε «σοβιετικό προγεφύρωμα που είναι η αναπόφευκτη μοίρα της έτσι κι αλλιώς»…Η επανάσταση και ο αντι-σοσιαλιμπεριαλισμός χρησιμεύουν για να προβληθεί η έπαρση, η αλαζονεία και το πραχτικό πνεύμα του μπακάλη ελλαδίτη προστάτη. Ίσως αυτό που έλεγε ο Λένιν (ξύστε λίγο το πρόσωπο του ρώσου και θα βρείτε τον ασιάτη» θα μπορούσε εδώ να μεταφραστεί «ξύστε λίγο το πρόσωπο του ριζοσπάστη λογοκόπου και θα βρείτε τον χοντροκομμένο σοβινιστή».[…]

Ποια είναι η «θέση»;

Αν δεν βγαίνει από τα παραπάνω, ας την συνοψίσουμε

Στον σημερινό κόσμο τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης εμφανίζονται όσο ποτέ άλλοτε συνδεδεμένα με το ίδιο κεντρικό πρόβλημα της μορφής των κοινωνικών σχέσεων που επικρατούν σ’ αυτόν. Από δω απορρέει ο «παράλογος» χαρακτήρας των πολέμων, των συγκρούσεων και γενικά των ένοπλων αντιπαραθέσεων σε πολλές περιοχές του κόσμου. Αυτή είναι μια πρώτη άποψη του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, πιο αυθεντικά –από την άποψη των αιτημάτων τους- απελευθερωτικά κινήματα συνδυάζονται, «συνυπάρχουν» με τα πιο εθνικιστικά παραληρήματα και συχνά τα δεύτερα, στο όνομα βέβαια κάποιων «ευγενικών ιδεών», διαστρέφουν και μεταστρέφουν τα πρώτα.

Η υπερέξαρση εθνικισμών μεγάλης, «μεσαίας» και μικρής δύναμης αν αποσπαστεί από τις αιτίες που τη δημιουργούν, προκαλεί την εντύπωση πως αυτό που κυριαρχεί στο σημερινό κόσμο είναι η θέληση (η «βούληση» αν θέλετε) των «μικρών» εθνικισμών» που υπαγορεύουν την πορεία των πραγμάτων στους «μεγάλους» εθνικισμούς. Για να θυμηθούμε ξεχασμένα πράγματα («τα κράτη θέλουν ανεξαρτησία, τα έθνη ελευθερία και οι λαοί την επανάσταση») στη βάση αυτών των «πραγμάτων» υπάρχει η πραγματική αντίθεση των «μικρών» νέων ή παλιών εθνικισμών απέναντι στους μεγάλους, των εθνικών κινημάτων στους εθνικισμούς, των εθνικισμών στις λαϊκές επαναστάσεις κλπ. Αν στεγανοποιηθούν οι αντιθέσεις αυτές καταλήγουμε τότε είτε σε σχήματα Τενγκ Χσιαο Πινγκ, είτε σε σχήματα υιοθέτησης της αντίθεσης «Βορρά – Νότου»σαν κύριας αντίθεσης της εποχής μας.

Επομένως, αυτή η υπερέξαρση όσο «παράλογη» κι αν φαίνεται, υπακούει στη λογική του «γενικού παραλογισμού» της επιβίωσης ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων στον κόσμο. Αλλά αυτό που ιστορικά είναι ξεπερασμένο δεν είναι και πραχτικά.

Στην περίπτωση του Κυπριακού και της γενικότερης αντίθεσης που ονομάζεται «ελληνοτουρκική αντίθεση», εμφανίζεται ο «παραλογισμός» αυτός με ιδιαίτερη οξύτητα. Ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για την διανομή των εδαφών της παλαιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, μέρος της ιμπεριαλιστικής εξόρμησης των αρχών του αιώνα μας σαν αποτέλεσμα της πρώτης μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, έριξε τις μεγάλες ρίζες του προβλήματος. Για τρεις περίπου δεκαετίες η αντίθεση αυτή φαινόταν να έχει εξαλειφθεί. Στο επίπεδο των ιθυνουσών τάξεων είχε αποκατασταθεί η μεγαλύτερη εγκαρδιότητα και σε συνέχεια οι δύο ιθύνουσες τάξεις προσχωρούν σε μία και την ίδια συμμαχία την ίδια στιγμή που η παλιά αντίθεση αναζωπυρώνεται. Αυτή είναι η εξωτερική όψη του πράγματος. Η εσωτερική είναι διπλή: από τη μία η αφύπνιση των εθνικών απελευθερωτικών προσδοκιών που αποτέλεσε ένα μεγάλο γεγονός στα μεταπολεμικά χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα, και από την άλλη η «από τα πάνω», από δοσμένους ιμπεριαλισμούς, αναζωπύρωση εθνικισμών για την επικράτηση του ενός σε βάρος του άλλου. Αν αυτό στην περίπτωσή μας είναι ορατό, σε άλλες «μακρινότερες» περιπτώσεις δεν γίνεται εύκολα ορατό.

Σ’ έναν κόσμο «γραμμικών» εθνικισμών (που δεν υπήρξε ποτέ) η απλή λογική του «αγοραίου» πασιφισμού ή αντιμιλιταρισμού οπωσδήποτε θα ήταν εύκολα αποδεκτή. Αφού δεν υπάρχει τέτοιος κόσμος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η λογική του.

Έτσι το κράτος – τέρας των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου δεν είναι «μοναδική» περίπτωση. Γιατί η λογική που επικρατεί όταν δίνεται μια «λύση» σε ένα εθνικό πρόβλημα είναι ο «παραλογισμός» του συσχετισμού δυνάμεων σ’ έναν κόσμο που η κοινωνική του οργάνωση αποτελεί η ίδια έναν «παραλογισμό».

Η δεύτερη άποψη του ζητήματος αφορά τη «συγκυρία» τη διεθνή και την «τοπική». Και το όρο «συγκυρία» τον παίρνουμε σε μια ευρύτερη έννοια. Το «καυτό» μέτωπο της Μέσης Ανατολής πέρασε από διαδοχικές φάσεις επιθέσεων και αναδιπλώσεων των αριστερών κι όχι των μεγαλύτερων δυνάμεων του σημερινού κόσμου, επιθέσεων και αναδιπλώσεων που διεξάγονταν και μέσω τοπικών εθνικισμών που υπαγόρευαν, διέτρεφαν, επιδρούσαν σε τοπικά εθνικά κινήματα. Μια προηγούμενη φάση ήταν εκείνη που συνδεόταν με τον δεύτερο αιγυπτιακό – ισραηλινό πόλεμο, την πρώτη πετρελαϊκή κρίση και την «ισορροπιστική» επιχείρηση των αμερικάνων που συνδέθηκε με το όνομα του Κίσιγκερ.

Τώρα διεξάγεται μια συνδυασμένη επιχείρηση προώθησης των θέσεων αμερικάνων και δυτικών, που συνδυάζεται βέβαια με μια ακόμα φάση εκκαθάρισης και ανατροπής των «ισορροπιών» στο παλαιστινιακό κίνημα. Η άλλη πλευρά επιχειρεί να αναδιατάξει τα στηρίγματά της, και ταυτόχρονα έχοντας «δικά της» προβλήματα έχει κάθε λόγο να ελίσσεται, χωρίς να εγκαταλείπει την πάγια στις τελευταίες δεκαετίες πολιτική της, της εκμετάλλευσης των «ανοιγμάτων» που αφήνουν οι αντιθέσεις και οι αποτυχίες των αντιπάλων της. Αυτά μέσα στο γενικό διεθνές πλαίσιο του παροξυσμού του ανταγωνιστικού πυρηνικού εξοπλισμού, υποδείχνουν τη ζωτική ανάγκη ανοίγματος και άλλων «μετώπων» ή ρηγμάτων και για τις δυό πλευρές.

Είναι δεδομένη η «διπλή στάση» της Ελλάδας σε σχέση με το ΝΑΤΟ κλπ και η «σταθερότητα» της Τουρκίας. Υποθέτοντας μια οποιαδήποτε προώθηση τετελεσμένων λύσεων στην Κύπρο, είναι αυτονόητο πως θα πυροδοτηθεί μια ανάφλεξη με ανατροπή της σύγχρονης «εξισορρόπησης». Σε μια τέτοια περίπτωση ισχύει ότι ειπώθηκε αρχικά για «συγκέντρωση όρων» κλπ. κι από δω η σκληρή δοκιμασία για το ΠΑΣΟΚ και φυσικά όχι μονάχα γι’ αυτό.

Ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις και την πραγματική πολιτική όλων των ενδιαφερόμενων μερών και την αποστροφή του «μέσου έλληνα» για τις σκοτούρες αυτές, η υποστήριξη οποιουδήποτε ελλαδικού ρεβανσισμού (ριζοσπαστικού ή μη χαρακτήρα), η «αντιπολεμική» αδιαφορία για τις παραπέρα εξελίξεις (κλιμάκωση της τουρκικής φασιστικής επέκτασης κλπ), αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όσο κι αν φαίνεται «θεωρητική» και «ουτοπική», η υποστήριξη του κυπριακού λαού να εναντιωθεί σε οποιαδήποτε νέα επιχείρηση γενοκτονίας – εποικισμού από τον τουρκοφασιστικό παντουρκισμό και να μη γίνει όργανο πραγμάτωσης ρεβανσιστικών, πολεμικών τυχοδιωκτισμών, αυτή είναι η θέση. Που σημαίνει συγκεκριμένα: Ενιαία Κύπρος, χωρίς στρατούς και βάσεις, με ίσα δικαιώματα για ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους.

Τη λύση αυτή θα τη δώσει ο ίδιος ο κυπριακός λαός γενικά, με τη συμπαράσταση του λαού της Ελλάδας και της Τουρκίας. Δε θα την δώσουν ούτε ο ΟΗΕ, ούτε οι μηχανισμοί της Ζυρίχης, ούτε οι διεθνείς διασκέψεις.

Στα ζητήματα αυτά, όπως έλεγε ο Λένιν, δεν υπάρχουν «ρεαλισμοί». Γιατί αν υπάρξουν, σημαίνει ολοκληρωτική προσχώρηση στη γραμμή του ενός ή του άλλου σοβινισμού. Και η ίδια «ουτοπική» και «θεωρητική» άποψη υπάρχει και για την περίπτωση ανάφλεξης στα μέτωπα της γενικότερης αντίθεσης: Αντιπαράθεση σε κάθε ρεβανσιστικό ελλαδικό «αποικισμό» όπως και σε κάθε τουρκικό επεκτατισμό. Ο οποιοσδήποτε πόλεμος επιβληθεί μέσα στο έδαφος της Ελλάδας ή της Κύπρου να μετατραπεί σε λαϊκό επαναστατικό πόλεμο για ανεξάρτητη ελεύθερη Ελλάδα και ανεξάρτητη ελεύθερη Κύπρο, για μια ελεύθερη ανεξάρτητη Τουρκία χωρίς καταπιεσμένες άλλες εθνότητες (πχ Κούρδους, Αρμένιους).

Επειδή παρά τα όσα ειπώθηκαν, μπορεί να υπάρξει ο «φόβος» πως λίγο – πολύ «διευκολύνονται» οι σοβιετικοί με τη μη καταφυγή στη μία ή την άλλη από τις απόψεις που αναφέρθηκαν, προσθέτουμε και τα παρακάτω:

Οι σοβιετικοί και οι εδώ υποστηριχτές τους διευκολύνονται και θα διευκολυνθούν απ’ όλους όσους, που για να μην τους διευκολύνουν, ταυτίζονται με θέσεις άλλων ενδιαφερόμενων μερών άμεσα ή έμμεσα.

Σε συνέχεια, τα όσα ειπώθηκαν δεν «ταυτίζονται» με τη θέση των σοβιετικών. Γιατί στο σημερινό μπλα – μπλα των διπλωματικών κειμένων όχι μόνο των σοβιετικών αλλά και των δυτικών, μπαίνει σαν σάλτσα τα περί «ενιαίας» Κύπρου, αποχώρησης ξένων στρατευμάτων, κι αυτό συνέβηκε μονάχα μετά το ’74. αυτή είναι η ορατή και όχι η πραγματική πολιτική τους. Πέρα απ’ αυτό εμείς –αυτό που ήταν κάποτε μ-λ κίνημα- υποστηρίζαμε αυτή την θέση τον καιρό που δεν την υποστήριζε κανείς, δηλαδή την περίοδο 1964-67 (τα κείμενα το δείχνουν αυτό). Δεν την εγκαταλείπουμε γιατί και στο μπλα – μπλα υπάρχουν ουσιαστικές αρνήσεις της θέσης αυτής. Έτσι, οι σοβιετικοί μετά τα «ενιαία» βάζουν δύο όρους: διακοινοτικές και διεθνή διάσκεψη. Οι δύο αυτοί όροι ανατρέπουν το μπλα – μπλα. Εντάσσουν την υπόθεση στην τροχιά και του παζαριού «σου δίνω, μου δίνεις», αλλά μπάζουν χωρίς να το λένε τη θέση του Γκρομίκο του ’64 για «ομοσπονδία» που εκφράζει μια ελληνοτουρκική «εξισορρόπηση» αρεστή και εξυπηρετική γι’ αυτούς.

Η ιστορία έχει δείξει πως οι «ουτοπισμοί» και οι «θεωρητισμοί» αυτοί αποδείχτηκαν – όπου υπήρξε σταθερότητα και επιμονή σ’ αυτούς – πολύ πιο ρεαλιστικοί απ’ όλα τα» ρεαλιστικά προγράμματα ή συνθήματα. Στις σημερινές συνθήκες με βάση τις αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν μονάχα οι τέτοιοι «ουτοπισμοί» μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μεγάλων κινημάτων μετασχηματισμού αυτού που ονομάζεται δοσμένος πολιτικός χάρτης ή δοσμένος συσχετισμός δυνάμεων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την περίπτωση δυνάμεων που ενεργούν στα όρια μικρών κρατών που σ’ αυτά εκφράζονται με περιπλεγμένη μορφή οι περισσότερες από τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου.

Β. Ι. Λένιν: Φρίντριχ Ένγκελς

Αντιγραφή από το δελτίο Α/συνέχεια Νο1 Γενάρης-Μάρτης 1996
Δημοσιεύτηκε λίγους μήνες μετά το θάνατο του Ένγκελς το 1895


Τι φως, τι νους έχει σβήσει
Τι καρδιά τώρα πια δε χτυπά!

Στις 5 του Αυγούστου 1895 με το νέο ημερολόγιο (24 του Ιούλη) πέθανε στο Λονδίνο ο Φρίντριχ Ένγκελς. Ύστερα από το φίλο του Καρλ Μαρξ που πέθανε το 1833, ο Ένγκελς ήταν ο πιο επιφανής επιστήμονας και δάσκαλος του διεθνούς προλεταριάτου σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Από τότε που η τύχη το έφερε να ανταμώσουν ο Καρλ Μαρξ με τον Φρίντριχ Ένγκελς, το έργο ζωής και των δύο φίλων έγινε κοινή τους υπόθεση. Συνεπώς, για να καταλάβει κανείς τι έκανε ο Φρίντριχ Ένγκελς για το προλεταριάτο, πρέπει ν’ αφομοιώσει καλά τη σημασία της διδασκαλίας και της δράσης του Μαρξ στην ανάπτυξη του σύγχρονου εργατικού κινήματος. Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδειξαν, ότι η εργατική τάξη με τις διεκδικήσεις της είναι το αναγκαίο γέννημα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, που μαζί με την αστική τάξη δημιουργεί και οργανώνει αναπόφευκτα και το προλεταριάτο. Έδειξαν ότι την ανθρωπότητα δεν θα την απαλλάξουν από τις συμφορές που τη δέρνουν σήμερα, οι καλοπροαίρετες προσπάθειες ορισμένων ευγενικών προσωπικοτήτων, αλλά η ταξική πάλη του οργανωμένου προλεταριάτου. Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξήγησαν στις επιστημονικές εργασίες τους, ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι μια επινόηση ονειροπόλων, αλλά ο τελικός σκοπός και το αναγκαίο αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της σύγχρονης κοινωνίας. Όλη η γραφτή ιστορία ήταν ως τα σήμερα ιστορία ταξικής πάλης. Διαδοχή της κυριαρχίας και των νικών ορισμένων κοινωνικών τάξεων πάνω σε άλλες. Κι αυτό θα συνεχίζεται, ώσπου να εξαφανιστούν οι βάσεις της ταξικής πάλης και της ταξικής ιεραρχίας –η ατομική ιδιοχτησία και η αναρχική κοινωνική παραγωγή. Τα συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν την εξάλειψη αυτών των βάσεων, και για το λόγο αυτό η συνειδητή ταξική πάλη των οργανωμένων εργατών πρέπει να στρέφεται ενάντια στις βάσεις αυτές. Κάθε όμως ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική.

Οι απόψεις αυτές του Μαρξ και του Ένγκελς έχουν γίνει σήμερα κτήμα όλου του προλεταριάτου που αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του. Οι απόψεις όμως αυτές στη δεκαετία 1840-1850, όταν οι δύο φίλοι άρχισαν να παίρνουν μέρος στη σοσιαλιστική φιλολογία και στα κοινωνικά κινήματα του καιρού τους, ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο. Τότε υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με ταλέντο και χωρίς ταλέντο, τίμιοι και μη τίμιοι, που συνεπαρμένοι από την πάλη για την πολιτική ελευθερία, από την πάλη ενάντια στην απολυταρχία των βασιλιάδων, της αστυνομίας και των παπάδων, δεν έβλεπαν την αντίθεση των συμφερόντων της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν ούτε καν τη σκέψη ότι οι εργάτες μπορούν να ενεργούν σαν αυτοτελής κοινωνική δύναμη. Από το άλλο μέρος υπήρχαν πολλοί ονειροπόλοι, κάποτε μεγαλοφυείς που πίστευαν πως δεν χρειάζεται παρά να πείσουμε τους κυβερνήτες και τις κυρίαρχες τάξεις, ότι το σύγχρονο κοινωνικό καθεστώς είναι άδικο και τότε θα είναι εύκολο να εγκαθιδρυθεί στη γη ειρήνη και γενική ευδαιμονία. Ονειρεύονταν δηλαδή σοσιαλισμό χωρίς πάλη. Τέλος, όλοι σχεδόν οι σοσιαλιστές εκείνου του καιρού είναι γενικά φίλοι της εργατικής τάξης, έβλεπαν το προλεταριάτο μόνο σαν πληγή, έβλεπαν με φρίκη ότι με την ανάπτυξη της βιομηχανίας μεγαλώνει κι αυτή η πληγή. Για το λόγο αυτό, όλοι τους σκέπτονταν με ποιο τρόπο θα σταματήσουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του προλεταριάτου, με ποιο τρόπο θα σταματήσουν τον «τροχό της ιστορίας». Σε αντίθεση με το γενικό φόβο μπροστά στην ανάπτυξη του προλεταριάτου, ο Μαρξ και ο Ένγκελς στήριζαν όλες τις ελπίδες τους στην αδιάκοπη αύξηση του προλεταριάτου. Όσο περισσότεροι οι προλετάριοι τόσο μεγαλύτερη η δύναμή τους σαν επαναστατική τάξη, τόσο πιο κοντινός και πραγματοποιήσιμος ο σοσιαλισμός. Με λίγα λόγια οι υπηρεσίες του Μαρξ και του Ένγκελς απέναντι στην εργατική τάξη μπορούν να διατυπωθούν έτσι: δίδαξαν στην εργατική τάξη της αυτογνωσία και την αυτοσυνείδηση και στη θέση των ονειροπολημάτων έβαλαν την επιστήμη.

Να γιατί ο κάθε εργάτης πρέπει να ξέρει το όνομα και τη ζωή του Ένγκελς, να γιατί στη συλλογή μας αυτή, που έχει για σκοπό της, όπως και όλες οι εκδόσεις μας, το ξύπνημα της ταξικής αυτοσυνείδησης των Ρώσων εργατών, πρέπει να δώσουμε μια σκιαγραφία της ζωής και της δράσης του Φρίντριχ Ένγκελς, του ενός απ’ τους δυό μεγάλους δασκάλους του σύγχρονου προλεταριάτου.

Ο Ένγκελς γεννήθηκε το 1820 στην πόλη Μπάρμεν της επαρχίας Ρήνου του βασιλείου της Πρωσσίας. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης. Το 1838 για οικογενειακούς λόγους ο Ένγκελς αναγκάστηκε, πριν ακόμα τελειώσει το γυμνάσιο, να πάει υπάλληλος σ’ έναν εμπορικό οίκο της Βρέμης. Η απασχόληση με το εμπόριο δεν εμπόδισε τον Ένγκελς να συνεχίζει την επιστημονική και πολιτική του μόρφωση. Από μαθητής ακόμα του γυμνασίου μίσησε την απολυταρχία και την αυθαιρεσία των δημόσιων υπαλλήλων. Η μελέτη της φιλοσοφίας τον οδήγησε παραπέρα. Κείνο τον καιρό στη γερμανική φιλολογία κυριαρχούσε η διδασκαλία του Χέγκελ και ο Ένγκελς έγινε οπαδός του. Αν και ο ίδιος ο Χέγκελ ήταν θαυμαστής του απολυταρχικού πρωσσικού κράτους, που το υπηρετούσε σαν καθηγητής του πανεπιστημίου του Βερολίνου, η διδασκαλία του Χέγκελ ήταν επαναστατική. Η πίστη του Χέγκελ στο λογικό και στα δικαιώματα του ανθρώπου και η βασική θέση της Χεγκελιανής φιλοσοφίας ότι στον κόσμο συντελείται ένα αέναο προτσές αλλαγής και εξέλιξης, οδήγησαν τους μαθητές εκείνους του βερολινέζου φιλόσοφου, στη σκέψη ότι και η πάλη ενάντια στην πραγματικότητα, η πάλη ενάντια στην αδικία που επικρατεί και στο κακό που βασιλεύει, έχει τις ρίζες της στον παγκόσμιο νόμο της αιώνιας εξέλιξης. Αν τα πάντα εξελίσσονται, αν τούτους τους θεσμούς τους διαδέχονται άλλοι, γιατί θα συνεχίζει να υπάρχει αιώνια η απολυταρχία του πρώσσου βασιλιά ή του ρώσου τσάρου, ο πλουτισμός μια μηδαμινής μειοψηφίας σε βάρος της τεράστιας πλειοψηφίας, η κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στο λαό; Η φιλοσοφία του Χέγκελ μιλούσε για εξέλιξη του πνεύματος και των ιδεών, ήταν ιδεαλιστική. Από την εξέλιξη του πνεύματος έβγαζε και την εξέλιξη της φύσης, του ανθρώπου και των ανθρώπινων, δηλαδή των κοινωνικών σχέσεων. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κράτησαν τη σκέψη του Χέγκελ για το αιώνιο προτσές της εξέλιξης, και απέρριψαν την προκατειλημμένη ιδεαλιστική αντίληψη. Στράφηκαν προς τη ζωή και είδαν ότι δεν είναι η εξέλιξη του πνεύματος εκείνο που εξηγεί την εξέλιξη της φύσης, αλλά αντίθετα, το πνεύμα πρέπει να εξηγηθεί με τη φύση, με την ύλη ... Σε αντίθεση προς τον Χέγκελ και τους άλλους χεγκελιανούς, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν υλιστές. Αντικρίζοντας υλιστικά τον κόσμο και την ανθρωπότητα, είδαν ότι, όπως όλα τα φαινόμενα της φύσης έχουν στη βάση τους υλικές αιτίες, έτσι και η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας καθορίζεται από την ανάπτυξη των υλικών, των παραγωγικών δυνάμεων. Από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εξαρτώνται οι σχέσεις που δημιουργούν μεταξύ τους οι άνθρωποι όταν παράγουν τα είδη, που είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Και στις σχέσεις αυτές βρίσκεται η εξήγηση όλων των φαινομένων της κοινωνικής ζωής, των ανθρώπινων επιδιώξεων, των ιδεών και των νόμων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δημιουργεί τις κοινωνικές σχέσεις που στηρίζονται στην ατομική ιδιοχτησία, τώρα όμως βλέπουμε πως η ίδια αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αφαιρεί την ιδιοχτησία από την πλειοψηφία και την συγκεντρώνει στα χέρια μια μηδαμινής μειοψηφίας. Καταργεί την ιδιοχτησία, τη βάση του σύγχρονου κοινωνικού καθεστώτος μόνη της τείνει προς τον ίδιο σκοπό, που έχουν βάλει στον εαυτό τους οι σοσιαλιστές.

Οι σοσιαλιστές πρέπει μόνο να καταλάβουν ποια κοινωνική δύναμη, λόγω της θέσης της στη σύγχρονη κοινωνία, ενδιαφέρεται για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, και να προσδώσουν στη δύναμη αυτή συνείδηση των συμφερόντων της και του κοινωνικού της καθήκοντος. Η δύναμη αυτή είναι το προλεταριάτο. Ο Ένγκελς γνώρισε το προλεταριάτο στην Αγγλία, στο κέντρο της αγγλικής βιομηχανίας, στο Μάντσεστέρ, όπου εγκαταστάθηκε το 1842, κι έπιασε δουλειά σ’ έναν εμπορικό οίκο, ένας από τους συνεταίρους του οποίου ήταν ο πατέρας του. Εδώ ο Ένγκελς δεν καθότανε απλώς στο γραφείο του εργοστασίου, πήγαινε στις βρώμικες συνοικίες όπου ζούσαν οι εργάτες και έβλεπε με τα μάτια του τη φτώχια και τη δυστυχία τους. Δεν αρκέστηκε όμως στις προσωπικές του παρατηρήσεις, διάβασε όλα όσα είχαν γραφτεί πριν απ’ αυτόν για την κατάσταση της αγγλικής εργατικής τάξης, μελέτησε προσεχτικά όλα τα επίσημα ντοκουμέντα που του ήταν προσιτά. Καρπός των μελετών και των παρατηρήσεων αυτών ήταν το βιβλίο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στης Αγγλία». Και πριν από τον Ένγκελς πάρα πολλοί είχαν περιγράψει τα βάσανα του προλεταριάτου και τονίσει, ότι είναι ανάγκη να του δοθεί βοήθεια. Πρώτος ο Ένγκελς είπε ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο τάξη που υποφέρει. Ότι ίσα-ίσα η επαίσχυντη οικονομική κατάσταση του προλεταριάτου το σπρώχνει ακατάσχετα προς τα μπρος και το αναγκάζει να παλεύει για την τελική του απελευθέρωση. Και το αγωνιζόμενο προλεταριάτο θα βοηθήσει μόνο του τον εαυτό του. Το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης θα οδηγήσει αναπόφευκτα τους εργάτες να καταλάβουν, ότι γι’ αυτούς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το σοσιαλισμό. Από το άλλο μέρος, ο σοσιαλισμός τότε μόνο θα καταστεί δύναμη, όταν γίνει σκοπός της πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης. Αυτές είναι οι βασικές ιδέες του βιβλίου του Ένγκελς για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, ιδέες που τις έχει αφομοιώσει σήμερα όλο το αγωνιζόμενο και σκεπτόμενο προλεταριάτο, που τότε όμως ήταν εντελώς καινούργιες. Οι ιδέες αυτές έχουν διατυπωθεί από τις πιο αξιόπιστες και συγκλονιστικές εικόνες της δυστυχίας του αγγλικού προλεταριάτου. Το βιβλίο αυτό ήταν ένα φοβερό κατηγορητήριο ενάντια στον καπιταλισμό και στην αστική τάξη. Προξένησε τεράστια εντύπωση. Παντού άρχισαν να παραπέμπουν στο βιβλίο του Ένγκελς, γιατί έδινε την καλύτερη εικόνα της κατάστασης του σύγχρονου προλεταριάτου. Και πραγματικά, ούτε πριν από το 1845, ούτε και αργότερα δεν παρουσιάστηκε κανένα έργο που να δίνει μια τόσο ζωντανή και πιστή περιγραφή των βασάνων της εργατικής τάξης.

Ο Ένγκελς έγινε σοσιαλιστής μόνος στην Αγγλία. Στο Μάντσεστερ συνδέθηκε με τους παράγοντες του αγγλικού εργατικού κινήματος εκείνου του καιρού και άρχισε να γράφει σε διάφορες αγγλικές σοσιαλιστικές εκδόσεις. Το 1844, επιστρέφοντας στη Γερμανία σταμάτησε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Μαρξ με τον οποίο είχε ήδη από προηγούμενα αλληλογραφία. Στο Παρίσι ο Μαρξ, κάτω από την επίδραση των γάλλων σοσιαλιστών και της γαλλικής ζωής, είχε γίνει κι αυτός σοσιαλιστής. Εδώ οι δύο φίλοι έγραψαν μαζί το βιβλίο: «Η αγία οικογένεια, η κριτική της κριτικής κριτικής». Στο βιβλίο αυτό που βγήκε ένα χρόνο πριν από το έργο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» και γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον Μαρξ, μπήκαν οι βάσεις του επαναστατικού-υλιστικού σοσιαλισμού που τις κύριες ιδέες του τις εκθέσαμε πιο πάνω. Ο τίτλος «Αγία οικογένεια» είναι αστεία προσωνυμία που χρησιμοποιείται για τους φιλόσοφους αδελφούς Μπαόυερ και τους οπαδούς τους. Οι κύριοι αυτοί κήρυχναν μια κριτική που στέκεται πάνω από κάθε πραγματικότητα, πάνω από κόμματα και πολιτική, που αρνιέται κάθε πραχτική δράση και απλώς ατενίζει «κριτικά» το γύρω κόσμο και τα γεγονότα που διαδραματίζονται σ’ αυτόν. Οι κύριοι Μπάουερ έκρινα αφ’ υψηλού το προλεταριάτο, που το θεωρούσαν άκριτη μάζα. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς αντιτάχθηκαν αποφασιστικά σ’ αυτή την ανόητη κι επιζήμια κατεύθυνση. Στο όνομα της πραγματικής ανθρώπινης προσωπικότητας του εργάτη, που τον ποδοπατούν οι κυρίαρχες τάξεις και το κράτος, ο Μαρξ και ο Ένγκελς απαιτούν όχι ενατένιση, αλλά πάλη για μια καλύτερη οργάνωση της κοινωνίας. Και σαν δύναμη ικανή να διεξάγει μια τέτοια πάλη και έχει συμφέρον απ’ αυτή την πάλη, βλέπουν, φυσικά, το προλεταριάτο. Πριν ακόμα από την «Αγία οικογένεια» ο Ένγκελς είχε δημοσιεύσει στο «γερμανο-γαλλικό περιοδικό» του Μαρξ και του Ρούγκε τις «Κριτικές μελέτες πάνω στην πολιτική οικονομία». Στο έργο αυτό εξέτασε από τη σκοπιά του σοσιαλισμού τα βασικά φαινόμενα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, σαν αναγκαία επακόλουθα της κυριαρχίας της ατομικής ιδιοχτησίας. Η επαφή του με τον Ένγκελς συντέλεσε αναμφισβήτητα στο ν’ αποφασίσει ο Μαρξ ν’ ασχοληθεί με την πολιτική οικονομία, με την επιστήμη στην οποία τα έργα του προκάλεσαν ολόκληρη επανάσταση.

Από το 1845 ως το 1847 ο Ένγκελς ζούσε στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, συνδυάζοντας τις επιστημονικές του ασχολίες με την πραχτική δράση μέσα στους γερμανούς εργάτες των Βρυξελλών και του Παρισιού. Εδώ ο Ένγκελς και ο Μαρξ συνδέθηκαν με τη μυστική γερμανική «Ένωση των κομμουνιστών», που τους ανέθεσε να διατυπώσουν τις βασικές αρχές του σοσιαλισμού είχαν επεξεργαστεί. Έτσι είδε το φως το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» το περίφημο έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, που δημοσιεύτηκε το 1948. το μικρό αυτό βιβλιαράκι αξίζει ολόκληρους τόμους: με το πνεύμα του ζει και κινείται ως τα σήμερα όλο το οργανωμένο και αγωνιζόμενο προλεταριάτο του πολιτισμένου κόσμου.

Η επανάσταση του 1848, που ξέσπασε πρώτα στη Γαλλία και σε συνέχεια επεκτάθηκε και σ’ άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, έφερε τον Μαρξ και το Ένγκελς στην πατρίδα τους. Εδώ, στην Πρωσσία του Ρήνουθ, πμπήκαν επικεφαλής της δημοκρατικής «Νέας εφημερίδας του Ρήνου», που έβγαινε στην Κολωνία. Οι δύο φίλοι ήταν η ψυχή όλων των επαναστατικών-δημοκρατικών τάσεων στην Πρωσσία του Ρήνου. Υπεράσπιζαν όσο ήταν δυνατό τα συμφέροντα του λαού και της ελευθερίας ενάντια στις αντιδραστικές δυνάμεις. Οι τελευταίες αυτές, όπως είναι γνωστό, υπερίσχυσαν. Η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» κλείστηκε. Ο Μαρξ, που στο διάστημα του εκπατρισμού του είχε χάσει την πρωσσική υπηκοότητα, απελάθηκε, ο Ένγκελς όμως πήρε μέρος στην ένοπλη λαϊκή εξέγερση, πολέμησε σε τρεις μάχες για τη λευτεριά και μετά την ήττα των επαναστατών έφυγε στο Λονδίνο μέσω Ελβετίας.

Στο Λονδίνο εγκαταστάθηκε και ο Μαρξ. Ο Ένγκελς γρήγορα ξανάγινε υπάλληλος, αργότερα και μέτοχος στον ίδιο εμπορικό οίκο του Μάντσεστερ, όπου δούλευε και στα 1842-1844. Ως το 1870 ο Ένγκελς ζούσε στο Μάντσεστερ και ο Μαρξ στο Λονδίνο, πράγμα που δεν τους εμπόδιζε να έχουν την πιο συχνή πνευματική επικοινωνία: αλληλογραφούσαν σχεδόν κάθε μέρα. Στην αλληλογραφία αυτή οι δύο φίλοι αντάλλασσαν τις γνώμες και τις γνώσεις τους κι εξακολουθούσαν να επεξεργάζονται από κοινού τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Το 1870 ο Ένγκελς μετοίκησε στο Λονδίνο, και ως το 1883 που πέθανε ο Μαρξ, συνεχιζόταν η κοινή πνευματική τους ζωή, γεμάτη εντατική δουλειά. Καρπός της ήταν –από την πλευρά του Μαρξ- «Το Κεφάλαιο», το μεγαλύτερο πολιτικό-οικονομικό έργο του αιώνα μας, κι από την πλευρά του Ένγκελς μία σειρά μεγάλα και μικρά έργα. Ο Μαρξ ασχολούνταν με την ανάλυση των σύνθετων φαινομένων της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Ο Ένγκελς, σε έργα γραμμένα πολύ κατανοητά, που συχνά έχουν το χαρακτήρα πολεμικής, φώτιζε τα πιο γενικά επιστημονικά προβλήματα και διάφορα φαινόμενα του παρελθόντος και του παρόντος, στο πνεύμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ. Από τις εργασίες αυτές του Ένγκελς αναφέρουμε: το έργο πολεμικής ενάντια στον Ντύρινγκ (εδώ εξετάζονται μέγιστα προβλήματα του τομέα της φιλοσοφίας, των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών), την «Καταγωγή της οικογένειας, της ιδιοχτησίας και του κράτους», τον «Λουδοβίκο Φόυερμπαχ», το άρθρο για την εξωτερική πολιτική της ρωσικής κυβέρνησης, τα περίφημα άρθρα για το ζήτημα της κατοικίας και, τέλος τα δυό μικρά μα εξαιρετικά πολύτιμα άρθρα για την οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας.

Ο Μαρξ πέθανε πριν προλάβει να επεξεργαστεί στην οριστική του μορφή το τεράστιο έργο του για το κεφάλαιο. Ωστόσο στο πρόχειρο ήταν ήδη έτοιμο, και ο Ένγκελς, ύστερα από το θάνατο του φίλου του, καταπιάστηκε με τη δύσκολη δουλειά της επεξεργασίας και της έκδοσης του ΙΙ και του ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου». Το 1885 έβγαλε τον ΙΙ τόμο και το 1894 τον ΙΙΙ (τον IV τόμο δεν πρόλαβε να τον επεξεργαστεί). Οι δύο αυτοί τόμου χρειάστηκαν πάρα πολλή δουλειά. Α αυστριακός σοσιαλδημοκράτης Άντλερ έκανε μια σωστή παρατήρηση: ο Ένγκελς με την έκδοση του ΙΙ και ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου» έστησε στο μεγαλοφυή φίλο του ένα μεγαλειώδες μνημείο, στο οποίο άθελά του χάραξε με ανεξίτηλα γράμματα και το δικό του όνομα. Πραγματικά, οι δύο αυτοί τόμου του «Κεφάλαιου» είναι έργο και των δύο: του Μαρξ και του Ένγκελς. Οι παλιοί θρύλοι μιλούν για διάφορα συγκινητικά παραδείγματα φιλίας. Το προλεταριάτο της Ευρώπης μπορεί να πει, ότι η επιστήμη του δημιουργήθηκε από δυό επιστήμονες και αγωνιστές, που οι σχέσεις τους ξεπερνούν τους πιο συγκινητικούς θρύλους των αρχαίων για την ανθρώπινη φιλία. Ο Ένγκελς έβαζε πάντοτε –και σε γενικές γραμμές πολύ δίκαια- τον εαυτό του ύστερα από τον Μαρξ. «Κοντά στον Μαρξ» έγραφε σ’ έναν παλιό του φίλο, «εγώ έπαιζα το δεύτερο βιολί». Η αγάπη του για τον Μαρξ όσο ζούσε και η ευλαβική του προσήλωση στη μνήμη του Μαρξ όταν πέθανε, ήταν απεριόριστές. Αυτός ο σκληρός αγωνιστής και ο αυστηρός στοχαστής είχε ψυχή που ήξερε ν’ αγαπάει βαθιά.

Ύστερα από το κίνημα του 1848-1849 ο Μαρξ και ο Ένγκελς, όντας στην ξενιτιά, δεν ασχολούνταν μόνο με την επιστήμη. Ο Μαρξ ίδρυσε το 1864 τη «Διεθνή ένωση των εργατών» και επί ολόκληρη δεκαετία καθοδηγούσε αυτή την Ένωση. Στις υποθέσεις της Ένωσης συμμετείχε δραστήρια και ο Ένγκελς. Η δράση της «Διεθνούς ένωσης» που συνένωνε, σύμφωνα με τη σκέψη του Μαρξ, τους προλετάριους όλων των χωρών είχε τεράστια σημασία για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Μα κι όταν η «Διεθνής ένωση» σταμάτησε τη δράση της στα 1870-1880, ο ενοποιητικός ρόλος του Μαρξ και του Ένγκελς δε σταμάτησε. Απεναντίας, μπορούμε να πούμε, πως η σημασία τους σαν πνευματικών ηγετών του εργατικού κινήματος, μεγάλωνε συνεχώς, γιατί αναπτυσσόταν αδιάκοπα και το ίδιο το κίνημα. Ύστερα από το θάνατο του Μαρξ, ο Ένγκελς εξακολουθούσε να είναι μόνος του, ο σύμβουλος και ο ηγέτης των σοσιαλιστών της Ευρώπης. Σ’ αυτόν απευθύνονταν για να ζητήσουν συμβουλές και οδηγίες και οι γερμανοί σοσιαλιστές, που η δύναμή τους, παρόλες τις κυβερνητικές διώξεις, μεγάλωνε γρήγορα και αδιάκοπα, και οι εκπρόσωποι των καθυστερημένων χωρών, λχ. οι ισπανοί, οι ρουμάνοι, οι ρώσοι, που ήταν υποχρεωμένοι να μελετούν και να ζυγίζουν τα πρώτα τους βήματα. Όλοι τους αντλούσαν από το πλούσιο θησαυροφυλάκιο των γνώσεων και της πείρας του γέρο-Ένγκελς.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς που και οι δυό τους ήξεραν τα ρώσικα και διάβαζαν ρωσικά βιβλία, έδειχναν ζωηρό ενδιαφέρον για τη Ρωσία, παρακολουθούσαν με συμπάθεια το ρωσικό επαναστατικό κίνημα και κρατούσαν επαφή με τους ρώσους επαναστάτες. Και οι δυο τους έγιναν σοσιαλιστές από δημοκράτες και το δημοκρατικό αίσθημα του μίσους ενάντια στην πολιτική αυθαιρεσία ήταν εξαιρετικά δυνατό μέσα τους. Το άμεσο αυτό πολιτικό αίσθημα μαζί με τη βαθιά θεωρητική κατανόηση της σύνδεσης που υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική αυθαιρεσία και στην οικονομική καταπίεση, καθώς και η πλούσια πείρα της ζωής, έκαναν τον Μαρξ και τον Ένγκελς εξαιρετικά ευαίσθητους από πολιτική ακριβώς άποψη. Για το λόγο αυτό η ηρωική πάλη μιας ολιγάριθμης μερίδας ρώσων επαναστατών ενάντια στην πανίσχυρη τσαρική κυβέρνηση έβρισκε στην ψυχή αυτών των δοκιμασμένων επαναστατών την πιο θερμή απήχηση. Αντίθετα, η τάση ορισμένων να παραιτηθούν για κάποια δήθεν οικονομικά ωφελήματα, από το πιο άμεσο και ποιο σπουδαίο καθήκον των ρώσων σοσιαλιστών, από την κατάχτηση της πολιτικής ελευθερίας, τους φαινόταν, φυσικά, ύποπτη και ακόμα τη θεωρούσαν άμεση προδοσία της μεγάλης υπόθεσης της κοινωνικής επανάστασης. «Η απελευθέρωση του προλεταριάτου πρέπει να είναι υπόθεση του ίδιου του προλεταριάτου», δίδασκαν συνεχώς ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Και το προλεταριάτο για να παλέψει για την οικονομική του απελευθέρωση πρέπει να καταχτήσει ορισμένα πολιτικά δικαιώματα. Εκτός από αυτό και ο Μαρξ και ο Ένγκελς έβλεπαν καθαρά πως η πολιτική επανάσταση στη Ρωσία θα έχει τεράστια σημασία και για το εργατικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης. Η απολυταρχική Ρωσία ήταν πάντοτε το στήριγμα όλης της ευρωπαϊκής αντίδρασης. Βέβαια, η εξαιρετικά ευνοϊκή διεθνής θέση που δημιούργησε για τη Ρωσία ο πόλεμος του 1870, ανάβοντας για πολύν καιρό την έχθρα ανάμεσα στη Γερμανία και στη Γαλλία μεγάλωσε απλώς τη σημασία της απολυταρχικής Ρωσίας, σαν αντιδραστικής δύναμης. Μόνο μια ελεύθερη Ρωσία, που δε θα έχει ανάγκη να καταπιέζει του πολωνούς, τους φιλανδούς, τους γερμανούς, τους αρμένιους και τους άλλους μικρούς λαούς, ούτε να εξωθεί διαρκώς τη Γαλλία ενάντια στη Γερμανία και τη Γερμανία ενάντια στη Γαλλία, θα επιτρέχει στη σημερινή Ευρώπη να ανασάνει ελεύθερα από τα βάρη του πολέμου, θα εξασθενίσει όλα τα αντιδραστικά στοιχεία στην Ευρώπη και θα αυξήσει τη δύναμη της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Να γιατί ο Ένγκελς επιθυμούσε θερμά την εγκαθίδρυση της πολιτικής ελευθερίας στη Ρωσία και προς όφελος του εργατικού κινήματος στη Δύση. Οι ρώσοι επαναστάτες έχασαν στο πρόσωπό του τον καλύτερό τους φίλο.

Αιώνια η μνήμη του Φρίντριχ Ένγκελς, του μεγάλου αγωνιστή και δάσκαλου του προλεραριάτου:

Οικολόγοι Πράσινοι: Έγκλημα και η ... δεντροφύτεση;

ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ

www.ecogreens .gr - email: ecogreen @otenet .gr

1.4.2007

ΠΕΔΙΟ ΑΡΕΩΣ: ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ Η…ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΥΣΗ;

Επίθεση από διμοιρίες των ΜΑΤ δέχθηκε το πρωί της Κυριακής η ειρηνική κινητοποίηση της Επιτροπής Αγώνα για την Προστασία του Πεδίου του Άρεως.

Λίγο μετά την έναρξη της συμβολικής δεντροφύτευσης σε χώρο του πάρκου και χωρίς καν αφορμή, οι δυνάμεις των ΜΑΤ που φρουρούσαν τις εγκαταστάσεις του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ Γ.Σ. πήραν εντολή να επιτεθούν στους συγκεντρωμένους κατοίκους. Η «συνήθης» κακοποίηση όσων βρέθηκαν στο δρόμο των ΜΑΤ, συμπληρώθηκε με τρεις συλλήψεις κατοίκων που συμμετείχαν στη δεντροφύτευση. Η αστυνομία ξερίζωσε και όσα δεντρύλλια είχαν φυτευτεί.

Ο επίμαχος χώρος έχει εκχερσωθεί παράνομα και χρησιμοποιείται για την πρόσβαση
βαρέων οχημάτων στις εγκαταστάσεις του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ. Μεγάλο μέρος τους είναι επίσης παράνομο, με 6 στρέμματα αυθαίρετης δόμησης μέσα στο πάρκο και πρωτόκολλα κατεδάφισής τους που μένουν ανεκτέλεστα χάρη σε σειρά παρανομιών της διοίκησης. Κλιμάκωση της παρανομίας αποτελεί η επιλογή να διατεθεί για άλλες χρήσεις η πύλη της οδού Ευελπίδων και να διοχετευθεί η κίνηση των φορτηγών μέσα από τους δρόμους του πάρκου, σε νέα είσοδο που ανοίχθηκε με εκχερσώσεις και καταστροφή της βλάστησης.

Πέρα από την υπεράσπιση των χώρων πρασίνου, που τόσο δραματικά λείπουν από την Αθήνα, και τη ριζική μας αντίθεση σε κάθε μορφή βίας και ιδιαίτερα κρατικής, τα σημερινά γεγονότα στο Πεδίο του Άρεως δημιουργούν μια σειρά σοβαρά πολιτικά ερωτήματα:

  • Στο Πεδίο του Άρεως τα ΜΑΤ έδρασαν ως ιδιωτικός στρατός χούλιγκαν του κ. Μ. Κυριακού, προέδρου του Πανελληνίου και ιδιοκτήτη του ΑΝΤΕΝΝΑ. Ποιος τους έδωσε τη σχετική εντολή και με ποιο δικαίωμα;
  • Υπάρχουν ανταλλάγματα για την «ιδιωτικοποίηση» των ΜΑΤ; Συνδέονται μήπως με τη στήριξη που επιδιώκει η κυβέρνηση από τα ΜΜΕ του προέδρου του Πανελληνίου;
  • Το κράτος δικαίου οριοθετεί την εξουσία απέναντι στους πολίτες. Αποτελεί η ειρηνική υπεράσπιση της νομιμότητας αδίκημα που δικαιολογεί συλλήψεις; Παύει η νομιμότητα να ισχύει, όταν σε παρανομίες εμπλέκονται πρόσωπα με επιρροή στην κοινή γνώμη;
  • Με τη βία των χούλιγκαν ασχοληθήκαμε μόνο όταν χάθηκε ανθρώπινη ζωή. Πρέπει να υπάρξει νεκρός από τα ΜΑΤ, για να ασχοληθούμε και με τη βία του κράτους;

Τελικά τα ζητήματα της αναπνοής μας συνδέονται άμεσα με την ποιότητα της δημοκρατίας και με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δυστυχώς παραμένει ακόμη ζητούμενο να τους δοθεί η απαραίτητη πολιτική προτεραιότητα: λίγους μόνο μήνες μετά την πλειοδοσία υποσχέσεων για «προτεραιότητα στο πράσινο», μόνος επικεφαλής δημοτικού ή νομαρχιακού συνδυασμού που ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση για τη δεντροφύτευση, ήταν ο Τάσος Κρομμύδας της ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι απαιτούμε άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων χωρίς ποινικές διώξεις, επαναφύτευση των επίμαχων χώρων από την (αρμόδια) Υπερνομαρχία και πλήρη εφαρμογή της νομιμότητας στο Πεδίο του Άρεως και όλους τους ελεύθερους χώρους. Απαιτούμε επίσης ανεξάρτητη έρευνα για τη νομιμότητα και την προέλευση των εντολών που εκτέλεσαν τα ΜΑΤ και πλήρη απόδοση πολιτικών και διοικητικών ευθυνών.

Η Γραμματεία των Οικολόγων Πράσινων