1.5.07

Γιάννη Χοντζέα: Το "αντέρεισμα"

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αριστερά! Το Νοέμβρη του 1998, με τη διπλή ευκαιρία της συμπλήρωσης 80 χρόνων από την ίδρυση του ΣΕΚΕ και 4 χρόνων από το θάνατο του σ. Γιάννη Χοντζέα.

«Βρέθηκα κάμποσο καιρό πολύ στεναχωρημένος στο σπίτι. Είχαμε στριμωχτεί άσχημα τότε με τις συλλήψεις του Τίτο. Τέλος πάντων. Ένας σύντροφος μου ‘πε πως κάτι μπορεί να κάνει αλλά στο σπίτι που ‘χε υπόψη του μέναν δυό αδέρφια. Ο ένας καλός, δικός μας, αλλά ο άλλος είχε κάνει λοκατζής. Ζήτησα να δω τον «καλό». Κι έπεσα πάνω σε παλιό γνωστό και φίλο και σύντροφο, ε, λίγο στραπατσαρισμένο από κάτι περιπέτειες και γνωστά πράγματα. Έκλαψε από συγκίνηση. Με ‘παιρνε μ’ όλη του τη καρδιά. Θα με παρουσίαζε στον αδερφό του σαν φίλο, έμπορο από επαρχία που ‘ρθε να κάνει στην Αθήνα του κόσμου τις εξετάσεις. Συμφωνήσαμε και επειδή εδώ που τα λέμε δεν ήμουνα και τόσο καλά κουβαλήθηκα την ίδια μέρα σπίτι του. Ο αδερφός του, ένας ψηλόκορμος τριαντάρης, με δέχτηκε εγκάρδια. Ήταν σοβαρό, μετρημένο παλικάρι, μ’ έναν αέρα στρατιωτικό. Δεν του ‘χε φύγει. Φεύγει; Περάσαμε ήσυχα την πρώτη, τη δεύτερη μέρα. Ήταν ο λοκατζής μετρημένος, με την πρωινή του γυμναστική, ακριβής σε όλα. Του άρεσε η παρέα μου. Την τρίτη μέρα, θα ‘ταν θαρρώ μεσημέρι, λείπανε τ’ αδέρφια και γω χάζευα σε μια βιβλιοθήκη που ‘χανε. Εκεί δίπλα ήταν ένα πράγμα σαν παραπέτασμα. Το σήκωσα και αμέσως κατάλαβα πως είχε τα λάφυρά του ο λοκατζής. Διάφορα. Τα περιεργαζόμουνα όταν το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία. Την πήρα και την περιεργάστηκα. Έδειχνε μια κοπέλα με παραμορφωμένο πρόσωπο, μάλλον από τραύμα.

Όπως καταλαβαίνεται, πολλά μου ‘ρθαν στο νου και στην ψυχή και όπως ήμουν απορροφημένος δεν κατάλαβα πως μπήκαν τα δυό αδέρφια και στεκόντουσαν πίσω μου. – Αυτά είναι τα τρόπαιά μας, άκουσα να λέει ο «δικός» μας. Ξαφνιασμένος ζήτησα συγγνώμη γιατί χωρίς άδεια χώθηκα σ’ αυτά τα πράγματα αλλά το ύφος του λοκατζή ήταν περίεργο. Έδειχνε όχι θυμό, αλλά μια ταραχή μάλλον. Ζήτησε συγγνώμη που είχε κάποια βιαστική δουλειά και έφυγε αμέσως.

- Θύμωσε με μένα; ρώτησα εγώ τον αδερφό του.
-
Όχι, όχι, τον πιάνει κάθε τόσο κάτι τέτοιο. Ίσως σου εξηγήσω άλλοτε. Αλλά πρέπει να φύγω.
-
Δηλαδή;
-
Άσε, θα σου εξηγήσω. Δεν συμβαίνει τίποτα σοβαρό.

Μέχρι αργά το βράδυ ήμουνα μονάχος στο σπίτι. Δεν φάνηκαν τ’ αδέρφια. Ξάπλωσα και πήρα να διαβάσω την εφημερίδα. Πέρασε λίγη ώρα έτσι και να ξάφνου ο λοκατζής. Μπήκε στο δωμάτιό μου κατευθείαν. Ήταν κατακόκκινος και σε έξαψη. Ούτε καλησπέρα δεν είπε.

- Τι γίνεται, του έκανα εύθυμα. Σαν κόκκινος μου φαίνεσαι.
-
Κόκκινος; Εμ με τη γρίπη που μου κόλλησες...
-
Εγώ γρίπη; Όχι. Από άλλα πράγματα υποφέρω...
-
Μωρέ γρίπη και γρίπη φοβερή.

Να σου και ο αδερφός, ανήσυχος.

- Εντάξει, του ‘πε ο λοκατζής, θα ξαπλώσω.

Και πραγματικά βγήκε. Μαζί του και ο αδερφός. Δεν τους είδα ξανά. Κοιμήθηκα κάπως ανήσυχος. Το πρωί βγήκα. Και δουλειές είχα αλλά και με την τροπή που παίρνανε τα πράγματα με το λοκατζή ανησυχούσα. Εκείνα για τη «γρίπη» δε μ’ άρεσαν. Κάτι άλλο έπρεπε να βρήκε. Γύρισα το απόγευμα πολύ κουρασμένος. Λείπαν πάλι τ’ αδέρφια. Διάβασα κάτι δικά μου και μετά έπιασα την εφημερίδα.

Αργά το βράδυ πάλι στο δωμάτιό μου ο φιλαράκος. Ίδια κατάσταση.

- Ε! είπα για να αστειευτώ, χρειάζεται η γρίπη κανένα ποτηράκι.
-
Η γρίπη που με κόλλησες εσύ θέλει βαρέλια για να φύγει, έκανε αυτός.
-
Μα σοβαρά λες πως σε κόλλησα εγώ γρίπη;
-
Πού να καταλάβεις ...

Πήρε ένα κάθισμα και κάθησε κοντά μου.

- Γρίπη με κόλλησες φίλε μου, γιατί χωρίς να το καταλαβαίνεις με χτύπησες κάπου που με πονάει φοβερά. Μη στεναχωριέσαι. Δεν είσαι ο πρώτος ούτε πρώτη φορά μου συμβαίνει ...
-
Δεν καταλαβαίνω τίποτα.
-
Θα καταλάβεις. Προχθές σκάλιζες εκεί στα κειμήλια που έχω.
-
Μα δεν ήξερα. Ζητώ συγγνώμη.
-
Ποιός σου ‘πε πως έκανες κακό. Αλλά να, μπαίνω και σε βλέπω να κρατάς τη φωτογραφία της κοπέλας.
-
Με συγχωρείς.
-
Τι να σε συγχωρέσω. Λοιπόν για να μην κακοβάλεις στο νου σου θα σου πω μια ιστορία. Τον Αύγουστο του ’49 ήμουνα στα ΛΟΚ. Περάσαμε μέσα από τη Γιουγκοσλαβία από μια χαράδρα του διαβόλου. Όλη η δύναμη των ΛΟΚ και ο στρατηγός μαζί. Εκεί αν υπήρχαν δεξιά και αριστερά δυό πολυβολεία δεν ξέρω πως θα γλιτώναμε. Αλλά ο στρατηγός μας είπε να μην ανησυχούμε γιατί τα δυό επιτελεία, το δικό μας και το γιουγκοσλάβικο τα είχαν κανονίσει. Ε, πέσαμε στην πλάτη τους. Δεν μας περίμεναν όπως ήταν φυσικό και έγινε σφαγή. Θα ‘χε τελειώσει σχεδόν η υπόθεση για μας όταν ένα πολυβολείο κράταγε και μας έριχνε στο ψαχνό. Ήταν τόσο καλά καλυμμένο που δεν μπορούσαμε να το εντοπίσουμε. Από τον άλλο τομέα ζητάγανε ενισχύσεις. Μείναμε εκεί δύο μοίρες. Ειδοποιούμε ένα αεροπλάνο κάνει αναγνώριση κάτι βρίσκει. Ρίχνει τα κουφετάκια του. Γίνεται ησυχία. Κάνουμε να προχωρήσουμε και μας παίρνει ο διάβολος. Θερίζανε οι διαβόλοι. Τί να κάνουμε; Νύχτωνε. Τότε έρχεται ο στρατηγός και δίνει διαταγή να βγουν ειδικοί κομάντος να πάνε να το τινάξουν. Ξεκινάν οι κομάντος. Πέφτουν οι μισοί, οι άλλοι μισοί γυρίζουν. Φωνάζουμε με τηλεβόες: Παραδοθείτε βρε, παντού πήρε ο διάολος τους δικούς σας. Μας απαντάει μια βραχνιασμένη φωνή, αντρική ήταν, γυναικεία, δεν καταλάβαμε και μας περνάει γενιές δεκατέσσερις. Φέρνουμε κι άλλους και κάνουμε σχέδιο να το κυκλώσουμε από παντού. Έρχεται το αεροπλάνο ξαναρίχνει γερά κουφέτα. Ησυχία. Προχωράμε, μας ξαναβάζουν. Αλλά τα πυρομαχικά τους ήταν λίγα, σα να μετρούσανε τις σφαίρες τους.

- Ασ’ τους, λέει ο ταγματάρχης μου. Αλλά πως διάβολο ζούνε. Εδώ το αεροπλάνο πρέπει να τους έχει κάνει ψητούς. Σε καμιά μισή ώρα σταματάνε τα πυρά. Πάμε να προχωρήσουμε και πέφτει μια, δυό, τρεις μάϊλς συνέχεια.

- Φέρτε φλογοβόλα, διατάζουν. Πάμε με τα φλογοβόλα προσεχτικά και μας ρίχνουν ψιλοπράματα. Αναθάρρεσαν οι δικοί μας αλλά κάτι σαν έκρηξη, μικρή εδώ που τα λέμε, μας σταματάει. Μετά ησυχία. Τότε ο ταγματάρχης μου λέει. Βγάλε το πιστόλι σου. Θα μείνουμε μέσα ότι κι αν γίνει. Η ησυχία όμως δεν έσπαγε. Μπαίνουμε προσεχτικά, δηλαδή τι μπήκαμε, συρθήκαμε, το «αντέρεισμα» γης μαδιάμ. Μπαίνουμε και τι να δούμε. Μια κοπέλα και δυό πιτσιρίκια όχι πάνω από δεκάξι χρονών να ‘ναι κομματιασμένοι. Τίποτ’ άλλο. ψάχνουμε τα χαρτιά τους. Όπως στα λέω. Το κορίτσι δεκαοχτώ χρονών, τ’ αγόρια δεκάξι. Γυρίζει ο ταγματάρχης μου λέει.

- Υπολοχαγέ, ότι είδαμε να το ξεχάσουμε. Και να ανατιναχτεί τελείως τούτος ο διάολος, τούτο το «αντέρεισμα» του σατανά. Έχε το νου σου να πάω να φροντίσω για την ανατίναξη. Έμεινα μονάχος. Έψαξα τα πράγματα των παιδιών. Είχαν κάτι σακκίδια και βρήκα μονάχα αυτή την φωτογραφία που είδες που την έχωσα στο χιτώνιό μου στα γρήγορα. Αυτή είχε τραυματισθεί κι άλλη φορά και με τα μυαλά που ‘χουνε θέλησε να φωτογραφηθεί όπως ήταν παραμορφωμένη. Το κάνει μια γυναίκα αυτό; Σε ρωτώ.

- Σωστά, είπα εγώ.
-
Ε!, σε λίγο δεν αφήσαμε τίποτα που να θυμίζει το «αντέρεισμα». Ο ταγματάρχης με πήγε μπροστά στο στρατηγό να δώσω το λόγο της τιμής μου πως δε θα πω ό,τι

- Τον έδωσες; Ρώτησα
-
Τον έδωσα ... Σου κάνει εντύπωση. Τί ξέρετε εσείς απ’ αυτά τα πράγματα;
-
Σωστά, έκανα εγώ ...

Εκεί ξαφνικά τον έπιασε μια τρεμούλα και απότομα έβαλε τα κλάματα. Τα ‘χασα.

Ήρθε ο αδερφός του και τον σηκώσαμε. Καθώς τον ξαπλώναμε στο κρεβάτι, κοιταχθήκαμε. Έκανα να φύγω αλλά ο άρρωστος με τράβηξε.

- Μη νομίσεις ότι δεν κράτησα το λόγο της τιμής μου;
-
Βέβαια, πετάχθηκε ο αδερφός του.

Ξανά τον έπιασε τρεμούλα. Γύρισε ο αδερφός του σε μένα. Είχε αγριέψει.

- Νικητής! Έκανε, να σου πετύχει.

Ο άλλος έκλαιγε τώρα. Τον αφήσαμε και βγήκαμε. Ο αδερφός έβριζε συνέχεια.

Την άλλη μέρα συνήλθε και μου ‘κανε επίσκεψη πρωί- πρωί. Θα ‘φευγα εκείνη την ημέρα.

- Σου ‘καναν εντύπωση όλ’ αυτά, ... μου είπε στεχαχωρημένα.
-
Ανθρώπινα είναι, είπα εγώ για να πω κάτι.
-
Εσείς που δεν έχετε ζήσει αυτόν τον πόλεμο δεν ξέρετε τίποτα.
-
Πού να ξέρουμε, έκανα εγώ παίρνοντας την πιο χαζή έκφραση.
-
Είμαστε μια παρέα που πότε πότε μαζευόμαστε και τα λέμε. Στην αρχή λέμε μπούρδες μετά πίνουμε κανένα, τι κανένα, τον αγκλέουρα, γιατί δεν γίνεται. Αν ξαναρθείς μια και είσαι φίλος μπιστικός του αδερφού μου να σε πάρω. Θ’ ακούσεις πράγματα που αυτά που άκουσες από μένα δεν είναι τίποτα.
-
Ευχαρίστως. Αλλά πού θα πάει αυτό το βιολί με σένα και τους άλλους άμα πίνετε, πίνετε, πίνετε στο παραμικρό.
-
Παραμικρό το λες; Είμαστε οι νικημένοι νικητές. Άσε τους άλλους να βγάζουνε λόγους. Εμείς όλοι φάγαμε αυτό τον πόλεμο με το κουτάλι. Μ’ ένιωσες;
-
Πιστεύω, πάντως να προσέξεις.
-
Τί να προσέξω; Αυτό άρχισε δυό μέρες εκεί πάνω με το περιστατικό. Με βγάλανε άρρωστο, πήρα ένα γαλόνι και με διώξανε. Όχι μονάχα εμένα, κι άλλους.

Ήταν η ώρα να φύγω. Τους χαιρέτησα. Πρώτα φίλησα αυτόν και ύστερα τον αδερφό του.
Όταν με πιάσανε και έγινε η δίκη μου, μου φάνηκε πως τον πήρε το μάτι μου σε μια γωνιά ...
Αλλά δεν είμαι βέβαιος.