1.4.07

Γιάννη Χοντζέα: Για το Κυπριακό

Από το Δελτίο Α/συνέχεια Νο2 Ιούνιος-Σεπτέμβιος 1996

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Γιάννη Χοντζέα το 1983, όταν ο Ρ. Ντενκτάς ανακήρυξε το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος. Και τότε τα «ελληνοτουρκικά» είχαν απασχολήσει. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τότε υπήρχε μια φιλολογία στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο που μονοπωλούνταν από δύο απόψεις, μια «υπερπατριωτική – σοσιαλσοβινιστική» και μια «αντιπολεμική – πασιφιστική». Σ’ αυτές αναφέρεται και το κείμενο. Σήμερα νομίζουμε πως το περιεχόμενο του κειμένου είναι ένα βασικό εφόδιο προσανατολισμού στις περίπλοκες συνθήκες που βρισκόμαστε.

Οι γενικές θέσεις δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα σαν σώματα ακαθόριστα ή αμετάβλητα ή άσχετα με πεζές και περιπλεγμένες πραγματικότητες. Έτσι το πρόβλημα «εθνικά προβλήματα» ή προβλήματα ανεξαρτησίας κλπ, συνδέεται με συγκεκριμένη πορεία γέννησης και ανάπτυξής τους.

Επειδή υπάρχει μια ορισμένη ιστορία στο ζήτημα αυτό, όποιος διαθέτει «αρχείο», μπορεί αν έχει την διάθεση και τον χρόνο να δει αντίστοιχες τοποθετήσεις αυτού που κάποτε ήθελε να είναι μ-λ κίνημα και στα προδικτατορικά έντυπα και στα δικτατορικά όσο και στα μεταδικτατορικά, όπου δεν γινόταν αφηρημένες τοποθετήσεις αλλά τοποθέτηση σε συγκεκριμένες εξελίξεις.

Τελικά πριν εκτεθούν ορισμένες απόψεις, είναι χρήσιμη η παράθεση μερικών ιστορικών ανεπαρκών – γιατί πρόκειται για την ιστορία της χώρας – στοιχείων του προβλήματος.

Μερικά ιστορικά στοιχεία

Μέχρι το 1950 υπήρξε στην Κύπρο μια σειρά εξεγέρσεων (τελευταία του 1931) που αφορούσαν το ελληνικό στοιχείο (85%του πληθυσμού τότε) με αίτημα την Ένωση. Η αντιπροσωπεία που ήρθε στην Ελλάδα το 1931 κατσαδιάστηκε από τον Ελ. Βενιζέλο, πρωθυπουργό τότε, ενώ ο Παλαμάς με ποίημά του χαιρέτιζε τον ερχομό της. Αυτή η διπλή στάση από τότε μέχρ4ι σήμερα εξακολουθεί να είναι το χαρακτηριστικό της πολιτικής της «μητέρας» Ελλάδας.

Στη δεκαετία του πολέμου το μεγαλύτερο μέρος της ελληνοκυπριακής νεολαίας υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό.

Στη διάρκεια του 1945-50 στην Ελλάδα, οποιαδήποτε αναφορά στην Κύπρο θεωρούνταν κομμουνιστικής έμπνευσης και διώκοταν.

Στη διάρκεια του δεύτερου αντάρτικου, αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ πηγαίνει στο Γράμμο και συναντιέται με το Ζαχαριάδη κλπ. γίνεται συζήτηση για οργάνωση και ανάπτυξη ένοπλου αγώνα στη Κύπρο.

Το δημοψήφισμα για την Ένωση του 1950 πυροδοτεί το «Κυπριακό» σαν πρόβλημα ενδοϊμπεριαλιστικό (αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας) και σαν θέμα της πολιτικής κ.α. πάλης στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Η αντίθεση ΗΠΑ – Αγγλίας εκφράζεται με την αρχική υποταγή της πολιτικής ηγεσίας στις αγγλικές υπαγορεύσεις, και με την επικράτηση του «Συναγερμού» (Παπάγος) το 1952-56 τη μεταστροφή του μεγαλύτερου μέρους της πολιτικής ηγεσίας στις αμερικάνικες υπαγορεύσεις. Πραχτικά: ΕΟΚΑ, όπλα, αλληλοκατασκοπεύσεις κλπ.

Μέχρι το 1955-56 η θέση του ΚΚΕ ήταν «Ελεύθερη Κύπρος σε ελεύθερη Ελλάδα». Από τη θέση αυτή διαφοροποιείται το ΑΚΕΛ το 1955, που εγκαταλείπει την αντίθεσή του προς το Μακάριο και δέχεται την υπαγωγή του στην πολιτική του. Εσωτερικά στην Ελλάδα, το Κυπριακό γίνεται ένα από τα κεντρικά σημεία αντιπαράθεσης που εκφράζεται με τις πρώτες μεγάλες ανοιχτές διαδηλώσεις και συγκρούσεις που διαπαιδαγωγούν πολιτικά την τότε νεολαία και δημιουργούν ανησυχίες στους ιθύνοντες πως η έκτασή τους και η ορμητικότητά τους κρύβει τη συμπύκνωση όλης της αντίθεσης λαού – κυβερνήσεων – ξενοκρατίας.

Ενώ μέχρι το 1950 το πρόβλημα ήταν πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και αγγλικής αυτοκρατορίας, με την υιοθέτηση –με τον τρόπο που υιοθετήθηκε- των «εθνικών προσδοκιών» του ελληνικού κυπριακού στοιχείου από «σύμπασα» την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας μετατρέπεται σε πρόβλημα κυπριακού – ελληνικού στοιχείου και τούρκικου στοιχείου, επομένως πρόβλημα τριών μερών κι ενός υποτίθεται «απόντος» (ΗΠΑ).

Αυτό έγινε και από δύο αφετηρίες. Η αγγλική διοίκηση «ενδιαφέρθηκε» για τη μοίρα του τουρκοκυπριακού ενισχύοντάς το, ενώ από την άλλη η παρέμβαση της «μητρός» Ελλάδας έγινε με την έντονα εχθρική στάση των φερέφωνων της απέναντι στο τουρκοκυπριακό στοιχείο. Αρχικά η όλη υπόθεση δεν είχε επιτυχία. Αλλά όταν επιδιώχτηκε και επιτεύχθηκε η ανάπτυξη «ελίτ» και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, που όπως και να έχουν τα πράγματα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, τα πράγματα αλλάζουν.

Αποκορύφωμα της έντασης ήταν τα γεγονότα της Σμύρνης και της Πόλης το 1955, το πρώτο μεγάλο πλήγμα του ΝΑΤΟ. Και τότε «κροτάλισε» το μαστίγιο του Τζων Φόστερ Ντάλες που εξανάγκασε την ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας να δεχτεί ταπεινά μια τυπική έκφραση συγγνώμης και να κλείσει η υπόθεση.

Στην ίδια περίοδο (1950-56) η σοβιετική στάση ήταν στα πλαίσια της τοτινής εναλλαγής γραμμής της, αρχικά πιεστικής προς τη Τουρκία (λχ σταθερά παρέμενε στη διεκδίκηση για την απόδοση στη Σοβιετική Αρμενία δύο ανατολικών επαρχιών της Τουρκίας, του Καρς και του Αρνταχάν). Το ΑΚΕΛ που διαμορφωνόταν σ’ αυτό που είναι περίπου σήμερα, ήταν ο πιστότερος καθρέφτης των μεταβολών της σοβιετικής πολιτικής. Λχ το 1955 ευθυγραμμίστηκε με τον Μακάριο, ενώ ακόμη η ηγεσία Ζαχαριάδη εδώ έκανε πολεμική με τον Μακάριο κλπ. μετά το 1956 (άνοδος Καραμανλή στην εξουσία, αποκήρυξη και απ’ το ΚΚΕ του συνθήματος «Αυτοδιάθεση – Ένωση», εξορία Μακάριου από εγγλέζους και κρεμάλες στην Κύπρο κλπ) προωθείται με εποπτεία των αμερικάνων η επιδίωξη μιας «ισορροπημένης» λύσης. Η «λύση» δόθηκε ύστερα από τρία χρόνια. Είναι οι γνωστές συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. «Γεννήθηκε ένα κράτος», αλλά ένα κράτος που γεννήθηκε με μια «εξισορρόπηση» συμφερόντων. Η κύρια επιδίωξη ήταν να αποκατασταθεί η ενότητα του ΝΑΤΟ, να αυξηθεί επομένως ο ρόλος του ισχυρότερου εταίρου (Τουρκία) για να ικανοποιηθεί η ιθύνουσα ελληνοκυπριακή τάξη με νέους ρόλους και δυνατότητες και να εξασφαλιστεί η ανοχή της σοβιετικής πλευράς (αδέσμευτο κράτος).

Κι εδώ έχουμε το παρακάτω «παράδοξο»:η τότε Αριστερά στην Ελλάδα για να ευθυγραμμιστεί προς την τότε αντιπολίτευση (Σ. Βενιζέλο)καταγγέλλει τις συμφωνίες και επιμένει στην Αυτοδιάθεση – Ένωση. Το ΑΚΕΛ χαιρετίζει τις συμφωνίες, κριτικάροντας τα αρνητικά τους. Ορισμένοι στρατοκρατικοί κύκλοι με έκφραση τον επανελθόντα Γρίβα, ύστερα από λίγο καιρό, μιλούν για «προδοσία» και επιμένουν στην Ένωση. Θα περάσουν τρία χρόνια για να καταγγείλει ο Μακάριος τις συμφωνίες. Η ισχυροποιημένη τουρκοκυπριακή πλευρά παραλύει τη λειτουργία του κράτους όπου μπορεί, και μπαίνουμε τότε στη νέα φάση όξυνσης που θα κορυφωθεί με τα γεγονότα του 1964. οι αμερικανοί ευνοούν λύση ΝΑΤΟ ποίησης του νησιού με «διπλή ένωση». Η προσφορά είναι δελεαστική και για την τουρκική ιθύνουσα τάξη και την ελληνική αντίστοιχη. Αρχικά ο Γ. Παπανδρέου θα την αποδεχτεί. Αλλά θα αναγκαστεί να αναπροσαρμοστεί γιατί την απορρίπτει η ίδια η ελληνοκυπριακή ιθύνουσα τάξη με τον εκπρόσωπό της, Μακάριο. Έτσι θα συρθεί η κυβέρνηση Κέντρου σε παζάρια αλλά και θα συνδυάσει τη στάση της με μια επίδειξη «αλληλεγγύης» προς την κυπριακή πλευρά (αποστολή μεραρχίας με «εθελοντές», στελέχωση της Εθνικής Φρουράς, υπολογίζοντας να θέσει υπό τον έλεγχό της την κατάσταση). Έχουμε τα γεγονότα του Κοφινού με επίδειξη τουρκοφαγίας από τους Γρίβα, Σαμψών κλπ, για να φτάσουμε σε μια κατάσταση που παραλίγο να οδηγούσε σ’ αυτό που θα γίνει 10 χρόνια αργότερα.

Έχουμε τότε τη θέση Γκρομίκο για «ομοσπονδία» στην Κύπρο, που εκφράζει τη νέα πολιτική προσεταιρισμού της ιθύνουσας τάξης της Τουρκίας. Επειδή καλό θα είναι να θυμηθούμε και κάποια άλλη πλευρά, αναφέρουμε τη δήλωση του Μάο σε αντιπροσωπεία του «ελληνοκινέζικου συνδέσμου» τότε, που παρομοίαζε το πρόβλημα της Κύπρου με το πρόβλημα της Φορμόζας. Θέση που δε θα επαναληφθεί από το κινέζικο υπουργείο εξωτερικών που μιλούσε για «λύση του προβλήματος με συνομιλίες ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη». Θέση που «εξισορροπούσε» και «νομιμοποιούσε»τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, αλλά οπωσδήποτε καλύτερη από εκείνη της «ομοσπονδίας». Η θέση αυτή δεν υποστηρίχτηκε σε καμιά στιγμή από το τότε μ-λ κίνημα εδώ.

Η προσωρινή ανάπαυλα έθρεψε καταστάσεις που οδηγούσαν σε ευθυγράμμιση Γ. Παπανδρέου – Μακάριου, σε μηχανορραφίες κλπ, που συνδέονται άμεσα με τη νέα κρίση τότε στη Μ. Ανατολή (πόλεμος 6 ημερών Ισραήλ – Αιγύπτου) και τη διχτατορία της 21ης Απρίλη.

Η «υποτροπή» της κρίσης αμέσως μετά τη διχτατορία έδωσε τη «λύση». Ο Παπαδόπουλος στα τέλη του 1967 ανακαλεί το Γρίβα από την Κύπρο και αποσύρει τη μεραρχία, υποχωρώντας σε όλη τη γραμμή. Οι όροι για την εισβολή του 1974 είχαν συγκεντρωθεί. Αργοπόρησε, γιατί προωθήθηκαν τα γνωστά σχέδια για την κάμψη της ανεξάρτητης μακαριακής ελληνοκυπριακής ιθύνουσας τάξης μέσα σ’ ένα αδιάκοπο κύμα συνομωσιών, Εθνικών Μετώπων, ΕΟΚΑ Β’, αποπειρών δολοφονίας κλπ.

Για να κλείσουμε αυτή την πολύ σύντομη ιστορική επισκόπηση, καλό είναι να αναφερθούμε σε μια «τριτοκοσμική» στην πρώτη εμφάνισή της θέση, που προβλήθηκε από ορισμένο κύκλο και που με ορισμένη τροποποίηση υπάρχει και σήμερα. Είναι η θέση πως η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με οποιονδήποτε τρόπο κι αν πραγματοποιούνταν θα επέφερε επαναστατικοποίηση της εσωτερικής κατάστασης στην Ελλάδα και θα την συμπαρέσυρε στο κύμα των επαναστάσεων που «μαίνονταν» τότε στον «τρίτο κόσμο». Η θέση αυτή συνδεόταν και με την άλλη κεντρική θέση για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης. Η κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις υπερνικούνταν με μία «διαπίστωσ绨που θεωρούνταν το κλειδί της υπόθεσης. Δηλαδή ενώ στην Ελλάδα είχαμε πνεύμα μεταρρυθμιστικό, στην Κύπρο είχαμε επαναστατική κατάσταση. Η θέση αυτή σαρώθηκε τότε από τα ίδια τε γεγονότα αλλά και από την αποκάλυψη της σαν «θέσης» που εξυπηρετούσε άλλες εσωτερικές διαμάχες και σκοπιμότητες της τότε «ανερχόμενης» ριζοσπαστικής τριτοκοσμικής παραλλαγής στην Κύπρο (τάση Λυσσαρίδη κλπ).

Πραγματικό ή (και) τεχνητό πρόβλημα

Εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο αντιλήψεις που κυριαρχούν στην «πιάτσα»: Τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «ιμπεριαλισμό» σαν τεχνητό, και αντίστροφα τον «καθαρό ιμπεριαλισμό» σαν πραγματικό πρόβλημα και τον «καθαρό καπιταλισμό» σαν τεχνητό πρόβλημα. Η αντίθεση «Τουρκίας – Ελλάδας» πρόβλημα των αντίστοιχων «αστισμών». Ή η υπόθεση της αντίθεσης αυτής πρόβλημα των ιμπεριαλισμών. Το «κόλπο» των ιθυνουσών τάξεων αναπτύσσεται σε στεγανά έξω από αναμίξεις, σχέδια, υπαγορεύσεις κλπ, ή αντίστροφα οι ιμπεριαλισμοί ενεργούν στη σκακιέρα ανεμπόδιστα και ελεύθερα και αυτό που αποφασίζουν γίνεται χωρίς κανένα πρόσκομμα, εμπόδιο, εμπλοκή ή ακόμα «αντιστροφή» κλπ. οι «αστισμοί» Ελλάδας και Τουρκίας είναι από τη φύση τους ή όχι επιθετικοί. Πόσα ποσοστά επεκτατισμού έχει ο ένας και πόσα ο άλλος κοκ.

Για τους λαούς, ή ακριβέστερα για τους εργαζόμενους, είναι τεχνητό πρόβλημα οι σωβινισμοί, οι αντιπαραθέσεις κλπ. αλλά να που μ’ αυτό το «τεχνητό» πρόβλημα ασχολούνται και θα ασχοληθούν όλοι όσοι παλεύουν πραγματικά για τη χειραφέτησή τους. Ποιο είναι το κριτήριο του «τεχνητού» και του «πραγματικού»; Δεν πρόκειται για γενικές αφαιρέσεις, αλλά για συγκεκριμένη δράση κοινωνικών πολιτικών δυνάμεων και για τα αποτελέσματα αυτής της δράσης που «τεχνητά» προβλήματα τα μετατρέπουν σε «πραγματικά».

Όταν 31 χρόνια από την ίδρυση του ΝΑΤΟ τα «ελληνοτουρκικά» αποτελούν τη μεγάλη ανοιχτή πληγή του, δεν μπορούμε να «κάνουμε το κορόιδο», να μη μας ενδιαφέρει, ή να λέμε «κόλπο». Όταν το «Κυπριακό» 33 χρόνια είναι στη καρδιά των εξελίξεων στη χώρα μας, δε μπορούμε να ξοφλάμε με το γνωστό «πραγματικό κόλπο» της ιθύνουσας τάξης, που εμφανίζεται σαν άποψη του «μέσου» Έλληνα: «να βούλιαζε το νησί να ησυχάζαμε».

Κατά τη φτωχή μου άποψη, έχουμε στο ζήτημα της ελληνοτουρκικής αντίθεσης γενικά, μια ενιαία στάση από τον «τούρκικο αστισμό»και μία όχι ενιαία στάση απ’ αυτό που λέγεται «ελληνικός αστισμός». Κι αυτό όχι στο ότι ο ένας είναι από διάθεση περισσότερο ή λιγότερο επεκτατικός, αλλά γιατί η συγκεκριμένη εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων τοποθετούν τον ένα (τούρκικο) σε πλεονεκτικότερη θέση και τον άλλο σε μειονεκτικότερη θέση. Ο «ελληνικός αστισμός» έσπασε τα μούτρα του το 1922, ενώ ο «τουρκικός αστισμός» βγήκε νικητής το 1922. Επί 60 χρόνια επωφελήθηκε από τις διεθνείς συγκυρίες (δηλαδή όχι από την «καλή μοίρα» αλλά από τη συγκεκριμένη πορεία της διεθνούς εξέλιξης) και παρά τις διαρροές και τα αλληλοφαγώματά του, αναβίωσε την παλιά (ωθήθηκε και ωθείται σ’ αυτό) ιδεολογία του παντουρανισμού ή παντουρκισμού. Ο αντίστοιχος «ελληνικός αστισμός» με το στίγμα και την ιδεολογία του δοσιλογισμού του 1941-44, έφαγε καρπαζιές και είπε «ευχαριστώ» και το 1955 στη Σμύρνη, και στην Πόλη το 1955 και 1964, και το 1967, και το 1974. αλλά σ’ αυτό που λέμε «ελληνικό αστισμό» υπήρξαν και υπάρχουν «ανανεωτικά ρεύματα», όπως άλλωστε όχι μονάχα σ’ αυτόν. Εκεί που χρειάζεται να δούμε το πράγμα, αμολάμε τη φράση και ξεμπερδεύουμε. Εμείς θέλουμε να βλέπουμε το πράγμα, για να επαληθευτεί η φράση. Απλά πράγματα, όχι τόσο περίπλοκα, αλλά που πρέπει να διακρίνουν έναν λογοκόπο –έστω και «επιστήμονα»- από τον πραγματικό επαναστάτη.

Είναι «κόλπο» πως και το ΝΑΤΟ – αμερικάνοι και οι Σοβιετικοί (για να μιλήσουμε για τις μουσουλμανικές λεγόμενες χώρες) ποντάρουν στην «Τουρκία» για τους δικούς τους λόγους; Αυτό από τη μία μεριά. Είναι γεγονός ή «κόλπο»πως ο τούρκικος αστισμός το ’74 με τον σοσιαλιστή Ετζεβίτ επικεφαλής, προώθησε αυτό που απειλούν να «ολοκληρώσουν» οι σημερινοί στρατοκράτες με μια συγκινητική ομοφωνία;

Από την άλλη πλευρά, ο πονοκέφαλος του «μέσου Έλληνα», η Κύπρος: ποιος κυριαρχεί εκεί από το 1960 και ποιες οι σχέσεις της ιθύνουσας τάξης της με την ελλαδική ιθύνουσα τάξη;

Όπως σε όλες τις αποικίες του ο αγγλικός ιμπεριαλισμός δημιούργησε στην Κύπρο «ελίτ» ντόπια, σε διαστάσεις όχι ευκαταφρόνητες για το μέγεθος του νησιού. Οι ΗΠΑ στη διεισδυτική τους προσπάθεια αγκάλιασαν , υποστήριξαν την «ελίτ» αυτή, και την απόσπασαν από την αγγλική επιρροή κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι δεν είναι παράξενο πως άνθρωποι που συνδέονταν με τις πιο φεουδαρχικές δομές του νησιού (Εκκλησία) όπως ο Μακάριος, ήταν πραγματικά στην πρώτη φάση άνθρωποι που αναδείχτηκαν από τους αμερικάνους. Αργότερα, και πριν την ανακήρυξη της δημοκρατίας αλλά και μετά, οι όροι αυτοί μεταβλήθηκαν. Με τη σκέπη αυτών των δομών αναπτύχθηκε μια κοσμοπολίτικη, ευκίνητη, πολυπράγμονη και πολύστροφη μεταπρατική ελληνοκυπριακή αστική τάξη, που χαρακτηριστικός της «πάτρωνας» και εκπρόσωπος στάθηκε ο Μακάριος, με το εκσυγχρονισμένο, λαϊκίστικο, βυζαντινό καθεστώς του. «Εξισορροπιστής» αλλά και πατερναλιστής, επιτρέπει στις ξένες επιρροές να αναπτύσσονται μέσα στη Κύπρο, αρκεί να τις γνωρίζει, και να τις ελέγχει. Στηρίχτηκε στους νέους διεθνείς συσχετισμούς παίζοντας με διπλωματική μαεστρία ταυτόχρονα σε δύο και τρία ταμπλό, και γι’ αυτό δίκαια θεωρήθηκε από τους ικανότερους παίχτες στη διεθνή σκακιέρα.

Αυτή η αναπτυσσόμενη αστική τάξη της Κύπρου όσο κι αν είχε και έχει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, χρειαζόταν και χρειάζεται μία «εθνική εστία», γιατί η τέτοια εστία της έδινε και της δίνει πλεονεκτήματα. Μια «τουρκοποίηση» ή «ΝΑΤΟποίηση» της Κύπρου θα την έκανε να χάσει πολλά πλεονεκτήματα από την άλλη, όσο αναπτυσσόταν τα πιο δυναμικά της στοιχεία, έπαιρνα μια θέση υπεροχής απέναντι στην ελλαδική αστική τάξη. Έτσι η διαρκής αντίθεση Μακάριου – Ελληνικών κυβερνήσεων, ήταν και αντίθεση των δύο αστικών τάξεων. Αλλά μέσα σ’ αυτή τη νέα αστική τάξη, διαμορφώθηκαν τόσες εστίες επιρροών ξένων και αντιμακαριακών κέντρων που το σημείο «εκκίνησής» τους ήταν ακριβώς τα πλεονεκτήματα που προσφέρονταν από την ίδια την ιδιομορφία της θέσης του νησιού. Δεν είναι «παράδοξο» που οι αμερικάνοι, με δυό λόγια οι ΝΑΤΟϊκοί, στηρίχτηκαν σε παλιά στοιχεία και λιγότερο σε νέα. Πχ από πολιτική άποψη Κληρίδης.

Η μετατροπή του ΑΚΕΛ από κόμμα «πρωτοπορίας» σε κόμμα – οικονομικό οργανισμό, κόμμα του «μέσου ανθρώπου», υποβοήθησε την επέκταση της επιρροής της ιδεολογίας αυτού του συνασπισμού βυζαντινών – φεουδαρχικών στοιχείων και νέας αστικής τάξης, κι έτσι έχουμε αυτό το ενοχλητικό για τους ελλαδίτες «μέσους ανθρώπους» «ανθελληνικό» κυπριακό πνεύμα: «Θέλουμε τα καλά της Ελλάδας, αλλά όχι την Ελλάδα». Από την άλλη μεριά, η Κύπρος για ορισμένα αστικά, γραφειοκρατικά και στρατοκρατικά στοιχεία, έγινε –από το 1960 κύρια- μια παχιά αγελάδα αποκόμισης κερδών από διαφόρων ειδών δραστηριότητες, αλλά και πηγή πονοκεφάλων, μπελάδων, κινδύνων κλπ –απ’ όπου και η γνωστή ιδεολογία του «μέσου» ελλαδίτη «ανθρώπου».

Σήμερα στην Ελλάδα έχει «ενσωματωθεί» ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων κεφαλαιούχων, από τους ισχυρότερους ίσως που αναδείχτηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Δεν έχει συμβεί στην ίδια κλίμακα το αντίστροφο. Να κι ένας ακόμα λόγος για την πηγή της ψυχολογίας του «μέσου ανθρώπου».

Όπως έχει γραφτεί άλλοτε, δηλαδή στον καιρό τον μετά τη μεταπολίτευση, η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε επίμονα να αποκόψει το κυπριακό πρόβλημα από τα άλλα προβλήματα της αντίθεσης με την Τουρκία. Κι αυτό γιατί θα τη διευκόλυνε να πετύχει τη βαθμιαία απαγκίστρωσή της από υποχρεώσεις απέναντι στην Κύπρο. Κι από τότε διαμορφώνει την «κοινή γνώμη» του «μέσου ανθρώπου». Τούτο θα επέφερε έστω από «σκόλιους δρόμους» την εξομάλυνση ή τουλάχιστον την άμβλυνση των διαφορών με την Τουρκία βαθμιαία, και με άλλοθι στην κοινή γνώμη την «καταβόθρα» ή την «παγίδα» της Κύπρου. Αν δεν το πέτυχε, δεν φταίει αυτή. Είναι πως δεν έχει πια την ίδια σημασία που είχε για τις ΗΠΑ το 1947-49 μαζί με την τότε αδερφή Τουρκία.

Ακόμα, το 1947-49 δεν ήθελε τη σοβιετική παρέμβαση. Τώρα τη θέλει, αλλά η άλλη πλευρά θέλει τώρα ότι ήθελαν οι ΗΠΑ το 1947. αντιστροφή ρόλων, αν το θέλαμε σαν απλοποιημένο σχήμα, αλλά που η πραγματικότητα του είναι πιο περίπλοκη.

Και ερχόμαστε σ’ έναν άλλο παράγοντα. Το 1981 και 1982 ήταν της μόδας να λες καλά λόγια για το ΠΑΣΟΚ. Τώρα είναι της μόδας να παριστάνεις τον ΠΑΣΟΚοφάγο. Έτσι τις κοτσάνες του 1981-82 τις διαδέχονται αντίθετες φαινομενικά κοτσάνες που το χαρακτηριστικό τους είναι η απόλυτη βεβαιότητα. Θα ξαναπούμε μερικά λόγια που έχουν ειπωθεί πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, έστω κι αν ποτέ δεν πάρθηκαν στην πράξη στα σοβαρά, γιατί οι εκάστοτε μόδες το απαγόρευαν.

Από το 1960 περίπου αναπτύσσεται, στην αρχή κάτω από την προστασία των τότε πατρώνων της Ελλάδας, ένα αναγεννητικό ρεύμα στην αστική τάξη. Σ’ αυτό συνυπήρχαν στοιχεία κοινωνικά και πολιτικά που ανήκαν στις πατροπαράδοτες οικογένειες – τζάκια, και που ήθελαν να εκφράσουν τις νέες αστικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν τα χρόνια αυτά. Οι νέες αυτές αστικές δυνάμεις ήταν αυτό που στην κλασική μαρξιστική ορολογία αποδιδόταν με την έκφραση «μεσαία αστική τάξη». Αυτή η μεσαία αστική τάξη που για να αναπτυχθεί και να γίνει μεγάλη προσπαθούσε να αντιληφθεί και να επωφεληθεί από τις νέες διεθνείς πραγματικότητες, ενισχύθηκε σημαντικά και από το κύμα μεταπρατικών και άλλων δραστηριοτήτων της εποχής της χούντας, αλλά και μεταδικτατορικά με τη σοσιαλμανία του Καραμανλή. Η μεσαία αστική τάξη θέλει να είναι και τεχνοκρατική και λαϊκίστικη, επομένως ριζοσπαστική, και στο εθνικό και στο κοινωνικό πεδίο. Έτσι «συναντιέται» με τα παμπάλαια αλλά συντριμμένα «όνειρα» του παμπάλαιου ελληνικού εθνικισμού του Π. Γιαννόπουλου, του Ι. Δραγούμη, κι επομένως μ’ αυτόν τον πάντοτε έτοιμο για πατριδοκαπηλικές εξορμήσεις «μικροαστικό ριζοσπαστικό εθνικισμό», που κάποτε πίσω από πληβεία χαρακτηριστικά (Πλαστήρας, Κονδύλης) εκστασιάστηκε και μπροστά σε φιλελευθερισμούς, βασιλοκτονίες αλλά και φασισμούς.

Επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι καθορισμένοι, πιστεύει, ή φαίνεται να πιστεύει, πως η σημερινή γεωγραφική θέση της Ελλάδας από μειονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα. Υποθέτοντας πως θα είχαμε να κάνουμε με ένα πραγματικά λαϊκό κίνημα, τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει μια αξιόπιστη «εναλλακτική λύση».

Μια τέτοια «αναγέννηση» βρίσκεται σε πορεία. Και οι απόπειρες να υποκαταστήσει το παλιό κατεστημένο με νέο «κατεστημένο», για την ώρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε επίπεδο ποσοτικό και όχι ποιοτικό. Γιατί ενεργεί ακόμα σαν «δοτός» και «υπό προθεσμία» διαχειριστής κι όχι σαν «κυρίαρχος» και αποκλειστικός διαχειριστής. Υπάρχουν με την ωρίμανση των όρων της διεθνούς κρίσης και μιας «τοπικής κρίσης», πολλοί λόγοι για να πιστεύουμε πως οι «εξετάσεις» που θα κληθεί να δώσει σε όλα τα επίπεδα θα είναι πολύ σκληρές.

Η ωρίμανση των όρων μιας τοπικής κρίσης συστατικού αλλά και ιδιόμορφου στοιχείου της γενικής κρίσης

Όλος ο κόσμος ξέρει πως η διεθνής οικονομική κρίση με τις εναλλαγές της, ελπίδες ανάκαμψης, απογοητεύσεις κλπ, συμπληρώνεται με μια όλο και βαρύτερη επιδείνωση της παγκόσμιας κατάστασης. Πλήθη «τοπικών» πολέμων, «παράλογων» σαν την αλληλοσφαγή των παλαιστινίων, Ιράν – Ιράκ κλπ, πιο πριν Φόκλαντ κλπ, σαν πύραυλοι τέτοιοι κι αλλιώτικοι, και όλα τα γνωστά καθημερινά, που μονάχα ο αιώνιος στρουθοκαμηλισμός του «μέσου έλληνα» -είτε είναι νεοδημοκράτης, είτε επαναστάτης – επιστήμονας, είτε οτιδήποτε άλλο- επιμένει να τα αγνοεί ή να τα κατατάσσει στα «μη ενδιαφέροντα».

Σειρά από συγκυρίες του εξασφάλισαν μια 10χρονη ήσυχη πορεία και του έδωσαν την ευκαιρία να φιλοσοφεί μετά ή άνευ μαλακίας ή ευτέλειας. Επιστήμονας ή μέσος που τάπιασε, ή θα τάπιανε, θεωρεί τεχνητά όλα όσα συμβαίνουν, αρκεί να γίνονται στη διπλανή αυλή ή στο διπλανό διαμέρισμα.

Η πράξη του Ντενκτάς ή των Ντενκτάς δεν είναι μια ξεκομμένη ενέργεια. Προαναγγέλλει και άλλες που ο αριθμός τους θα προσδιοριστεί όχι από τη δική μας «λογική», αλλά από τη λογική της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης που επεκτείνεται ιδιαίτερα στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Επομένως ο κόσμος –ο απλός άνθρωπος κι όχι το πλάσμα του «μέσου» δήθεν ανθρώπου- έχει κάθε λόγο να ανησυχεί. Αλλά χάρη στην αστική επιρροή με τη διπλή της έκφραση, ανησυχεί «καμπανιακά» όπως έλεγαν οι πάλαι ποτέ κομμουνιστές, δηλαδή μπορεί για την ώρα να ανησυχεί Δεύτερα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, και το Σαββατοκύριακο να μην ανησυχεί. Για όσους το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο να «βρούμε» μια φόρμουλα για να «τη βρούμε» με τον εαυτό μας και τους «άλλους» γύρω μας, αλλά στο τι πρέπει να κάνουμε μπροστά σε μια πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο απειλητική για ήσυχους και ανησυχούντες, ο «κόμπος» βρίσκεται στο να εκλέξουν τα μέσα και τους τρόπους για να τοποθετηθούν απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα. Πρώτα απ’ όλα:

Έχουμε μια αναμφισβήτητη κλιμάκωση της επιθετικότητας του τουρκικού σοβινισμού με απροκάλυπτα φασιστικά χαρακτηριστικά, που υποστηρίζεται ενεργά από τη «δύση» -πέρα από φραστικές καταδίκες της στιγμής- και που υποθάλπεται από την πολιτική εξευμενισμού της «ανατολής» και υποστηρίζεται από ένα μέρος των «αδεσμεύτων». Η επεκτατικότητα δεν αφορά μονάχα την Κύπρο αλλά ολόκληρη κλίμακα αξιώσεων, που στη βάση της στέκεται η αναθεώρηση συνόρων που καθιερώθηκαν μετά τη συντριβή του 1922 (υφαλοκρηπίδα, νησιά κλπ). η επεκτατικότητα, η επιθετικότητα χρησιμοποιείται έντεχνα σαν εκβιασμός όπως χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται η πυρηνική απειλή σαν εκβιασμός. Το ότι ασκήθηκε μονάχα μια φορά (εισβολή στην Κύπρο) στα 10 τελευταία χρόνια, δεν σημαίνει πως αυτός ο ίδιος εκβιασμός δεν έχει «υλικότητα» και πως δεν μπορεί να μετατραπεί σε έκφραση άμεσης «χειροπιαστής» επιθετικότητας. Από την άλλη πλευρά, για τον «ελληνικό αστισμό» η απειλή από την Τουρκία χρησιμοποιείται για εσωτερικούς λόγους κατά κόρον και επί ΝΔ και τώρα. Αλλά το ότι χρησιμοποιείται σαν άσκηση εκβιασμού για τέτοια ή άλλα μέτρα δεν σημαίνει πως αυτή δεν υπάρχει. Το πρόβλημα μια και λέγονται και γράφονται πολλά είναι αλλού: Πως ο «ελληνικός αστισμός» γενικά έχει τη διάθεση και τη θέληση να συμβιβαστεί με την Τουρκία, αλλά πως η άλλη πλευρά «δεν διευκολύνει». Ας μην ξεχνάμε πως ο ελληνικός αστισμός μετά τις «δάφνες» του «αντισυμμοριακού αγώνα» δεν «διευκολύνθηκε» αλλά ταπεινώθηκε ακόμα και με τους ομαδικούς βιασμούς αξιωματικών στη Σμύρνη το 1955, δηλαδή 6 χρόνια μονάχα μετά τη «νίκη» του. Και τούτο για τον εκ γενετής φιλοτουρκισμό ή «ανθελληνισμό»; Για δύο λόγους: γιατί η Τουρκία «βαραίνει» περισσότερο στους συσχετισμούς, αλλά και γιατί μια αστική τάξη που σώθηκε τρεις φορές με ξένες δυνάμεις από του χάρου τα δόντια υπολογίζεται πολύ λιγότερο.

Τούτο δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν καταστάσεις που μπορεί να ωθήσουν σε επιδείξεις τουρκοφαγίας α λα Γρίβα – Σαμψών όπως το 1964-67 και τώρα. Υπάρχουν γιατί ακριβώς αυτές χρησίμευσαν σαν άλλοθι για υποχώρηση σε όλη τη γραμμή, αλλά ειδικά για τώρα μια σε μεγαλύτερη σε έκταση επανέκδοση του «χορού του Ζαλόγγου» είναι πιθανή. Επομένως τα «κάτω η χούντα του Εβρέν», «κάτω τα ανδρείκελα της χούντας του Εβρέν στην Κύπρο», «λευτεριά στην Κύπρο», «ανεξάρτητη και λεύτερη Κύπρος», «λευτεριά στους Τούρκους αγωνιστές», «λευτεριά στο λαό της Τουρκίας», «μυρίζουν» ελληνικό αστισμό. Αν συνυπολογίσουμε τη σοβιετική στάση, αυτοί που πιθανό να φωνάζουν τέτοια συνθήματα γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, μπορούν να ακούσουν τα σχετικά τους.

Η «στιγμή» της ενέργειας του Ντενκτάς είναι η στιγμή της επίθεσης των ΗΠΑ – Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, με την ένταση της κλιμάκωσης των αντιθέσεων στους κόλπους των αραβικών χωρών. Είναι πραγματικό ή τεχνητό πρόβλημα η αλληλοσφαγή των παλαιστινίων; Ο ηγεμονισμός της Συρίας που προσφέρεται σαν εναλλακτική λύση για τους παλαιστίνιους διαφωνούντες, είναι τεχνητή ή πραγματική κατάσταση; Μέσα στο κλίμα αυτό, η κλιμάκωση ενεργειών από την κλίκα της Άγκυρας έχει πιθανότητες να περάσει και να επιτύχει παρά τις φραστικές καταδίκες αφού, έξω από τις ΗΠΑ, οι κυριότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις καλοπιάνουν το καθεστώς Εβρέν, και οι ανατολικοί θεωρούν πως η λύση είναι η αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης […]

Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την έλλειψη μιας συνεπούς επαναστατικής κατεύθυνσης στην Κύπρο –κάτι τέτοιο δεν υπάρχει με την ίδια έννοια δυστυχώς ούτε εδώ- για να λέμε «δεν μας νοιάζει». Η τέτοια κατεύθυνση μπορεί να δημιουργηθεί όχι με το να νοιαζόμαστε κατά τον τρόπο του «μέσου έλληνα». Η στάση «φρικιό» είναι βολική στάση, αλλά δεν απομακρύνει κρίσιμες καταστάσεις, ούτε διαλύει πραγματικές απειλές. Το γνωστό «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια» είναι σοφό, αλλά δεν πρόκειται να αφυπνίσει τα ψάρια ώστε να καταλάβουν το Αιγαίο και να γλιτώσουν κι αυτά κι εμείς.

Οι εξελίξεις αυτές ξαναβάζουν το ζήτημα μιας γενικής αντίληψης, και δράσης στη βάση της αντίληψης αυτής. Είναι δύσκολο να ξανακερδηθεί ο χαμένος χρόνος. Αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αν σήμερα υπάρχει σύγχυση κι αποπροσανατολισμός, αύριο θα γίνει μεγαλύτερος.[…]

Η αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική πάλη είναι για ένα κίνημα, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, αδιαίρετη και ενιαία. Ο αντιιμπεριαλισμός αυτός έχει ένα περιεχόμενο που συνδέεται άμεσα με τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα και την ιδιαίτερη θέση της χώρας μας. Επομένως δεν μπορούμε να αντικαθιστούμε κάποιο «παλιό» αντιιμπεριαλιστικό παρελθόν με ένα «καλό» σημερινό «αντικαπιταλιστικό» παρόν του «χώρου».

Αν η Ελλάδα έχει μια θέση στους «Δέκα» ή διαθέτει κουλτούρα που διαφέρει που διαφέρει από τις λεγόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, κι αν κάποιοι την κατέτασσαν σ’ αυτόν, δεν σημαίνει πως η ιδιαίτερη θέση της την «ανέβασε» στην ίδια θέση με την Αγγλία, Γαλλία, Δ. Γερμανία κλπ.

Ακόμα, το εθνικό πρόβλημα –αν εννοούμε μ’ αυτό, το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας- είναι πρόβλημα που το αντιμετωπίζουν όχι μονάχα οι χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου, αλλά και χώρες που ανήκουν ακόμα και στη σειρά των 10-15 πιο ανεπτυγμένων.

Το πρόβλημα της Κύπρου συνδέεται, όπως είδαμε, με τα 30 και πάνω χρόνια της πρόσφατης ιστορίας μας και σημάδεψε στροφές στην ιστορική εξέλιξη. Η τέτοια διαμόρφωση και εξέλιξη καθορίστηκε και με καταστάσεις του απώτερου παρελθόντος που υπαγορεύτηκαν από ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και εξαρτήσεις, αλλά και από τη συγκεκριμένη κυριαρχία και αντιπαράθεση συγκεκριμένων ιμπεριαλισμών.

Η ύπαρξη του «εθνικού προβλήματος», της ταυτόχρονης διεξαγωγής αντιιμπεριαλιστικού και αντικαπιταλιστικού αγώνα, είναι ζήτημα ουσίας και όχι «στόχων και μεθόδων χειρισμού» για την απόχτηση ή διατήρηση επιρροής. Το διπλό καθήκον δεν εκφράζει διπλή στάση. Υπαγορεύει διπλό μέτωπο. Υπαγορεύει αντίστοιχες μεθόδους στο ιδεολογικό – πολιτικό – μαζικό πεδίο. Έτσι, ο επιζητούμενος διαχωρισμός στις λέξεις, στους όρους, είναι μάταιος αν δεν εκφράζει διαφορετικά περιεχόμενα ή αν δεν εκφράζει κανένα περιεχόμενο, όπως συμβαίνει συχνά.

Είναι άλλο το ζήτημα του καθορισμού του στρατηγικού στόχου, κι επομένως ο συσχετισμός ανάμεσα στα αντιιμπεριαλιστικά και αντικαπιταλιστικά καθήκοντα για την επίτευξη του στόχου, και άλλο πράγμα η ύψωση σινικών τειχών ανάμεσα στον αντιιμπεριαλιστικό και τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, γενικά, παντού, και σε κάθε στιγμή. Έτσι, και οι δύο αντιτιθέμενες φαινομενικά αντιλήψεις, αποκαπιταλιστικοποιούν –για να μιλήσουμε κάπως μοντέρνα- τον ιμπεριαλισμό, και αποϊμπεριαλιστικοποιούν τον καπιταλισμό.

Στις σημερινές συνθήκες, η εικόνα του κόσμου παρουσιάζει 150 και πάνω ανεξάρτητα κράτη. Είναι δύσκολο σήμερα να μπορεί κανείς να θυμηθεί ή να συγκρατήσει όλα τα ονόματα των κρατών και το που βρίσκονται. Όπως και άλλοτε έχει ειπωθεί, ο κόσμος συνολικά δίνει την εικόνα της «καπιταλιστικής ολοκλήρωσης». Αυτό που άλλοι λένε «διεθνής καταμερισμός εργασίας». Όπως είναι επόμενο οι ιμπεριαλισμοί και οι εθνικισμοί είναι δυό αναπόσπαστα στοιχεία και καθόλου αντιφατικά σαν έννοιες και πραγματικότητες. Υπάρχει η κρίση, οι ερμηνείες της, ή μάλλον η άφθονη φιλολογία για τις ερμηνείες της, αλλά υπάρχουν και ορισμένα αναμφισβήτητα γεγονότα. Έτσι, λένε πως οι χώρες του «τρίτου κόσμου» χρωστάνε στις τράπεζες των πλουσιότερων χωρών 700 δις. Δολάρια. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, της χώρας που είναι ο υπ’ αριθμόν ένα δανειστής, έχει ένα εσωτερικό χρέος που έχει φτάσει τα 500δις δολάρια. Πέρα από τις πολλές άλλες πλευρές που κρύβουν αυτά τα νούμερα, πως γίνεται μια χώρα να κυριαρχεί οικονομικά με ένα τέτοιο τεράστιο εσωτερικό χρέος, που με «κανονικές συνθήκες» θα την είχε τινάξει στον αέρα; Έχουμε να κάνουμε εδώ με «καθαρό καπιταλισμό», μ’ έναν κανονικό βορειοαμερικάνικο αστισμό; Πέρα απ’ αυτό, και τι δεν κρύβει αυτή η σχέσης Όχι αυτή την υποκατάσταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλιστικό στάδιο κλπ, με την περιβόητη «άνιση ανταλλαγή» (το ότι οι άνισες ανταλλαγές αποτελούν φαινόμενο της σχέσης εξαρτώμενου από κυρίαρχο, δεν έχει σχέση με τη θεωρία που γι’ αυτήν κάνουμε λόγο) αλλά την επέκταση της σχέσης κεφάλαιο, ιμπεριαλισμός κλπ. Ο ιμπεριαλισμός του 1920, το μονοπώλιο του 1920 δεν «μοιάζει» με τον ιμπεριαλισμό, το μονοπώλιο του 1980, αλλά και τα δύο ήταν και είναι ιμπεριαλισμός και μονοπώλιο. Το ότι χρησιμεύουν σαν λέξεις – κλειδιά για να λύνονται όλα, αυτό συμβαίνει, όπως συμβαίνει να λύνουν τα πάντα οι λέξεις «επιστήμη», «αδήριτοι νόμοι της αγοράς», και άλλα γνωστά δύο αντιτιθέμενων φαινομενικά αντιλήψεων. Ούτε η πρώτη, ούτε η δεύτερη αποτελούν «επιστήμη» της επανάστασης, αποτελούν χειριστική φρασεολογία.[…]

Η έποψη που υποστηρίχτηκε προδιχτατορικά και υποστηρίζεται και σήμερα με παραλλαγές, αντι-σοσιαλιμπεριαλιστικές τσόντες, Αυτοδιάθεση – Ένωση ή «εξαφάνιση» της Κύπρου, πρόβαλλε σαν πυρήνα της και οικονομικά επιχειρήματα: το αδύνατο της οικονομικής επιβίωσης μιας Κύπρου ανεξάρτητης. Η ζωή φυσικά έχει αποδείξει το αντίθετο. Και μάλιστα και για τη δεκάχρονη περίοδο της διχοτομημένης Κύπρου. Παρατίθενται τώρα «γεωπολιτικά» και στρατηγικά επιχειρήματα που στην ουσία θέτουν σαν προτιμότερη την επιλογή της ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου από τη μετατροπή της σε «σοβιετικό προγεφύρωμα που είναι η αναπόφευκτη μοίρα της έτσι κι αλλιώς»…Η επανάσταση και ο αντι-σοσιαλιμπεριαλισμός χρησιμεύουν για να προβληθεί η έπαρση, η αλαζονεία και το πραχτικό πνεύμα του μπακάλη ελλαδίτη προστάτη. Ίσως αυτό που έλεγε ο Λένιν (ξύστε λίγο το πρόσωπο του ρώσου και θα βρείτε τον ασιάτη» θα μπορούσε εδώ να μεταφραστεί «ξύστε λίγο το πρόσωπο του ριζοσπάστη λογοκόπου και θα βρείτε τον χοντροκομμένο σοβινιστή».[…]

Ποια είναι η «θέση»;

Αν δεν βγαίνει από τα παραπάνω, ας την συνοψίσουμε

Στον σημερινό κόσμο τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης εμφανίζονται όσο ποτέ άλλοτε συνδεδεμένα με το ίδιο κεντρικό πρόβλημα της μορφής των κοινωνικών σχέσεων που επικρατούν σ’ αυτόν. Από δω απορρέει ο «παράλογος» χαρακτήρας των πολέμων, των συγκρούσεων και γενικά των ένοπλων αντιπαραθέσεων σε πολλές περιοχές του κόσμου. Αυτή είναι μια πρώτη άποψη του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, πιο αυθεντικά –από την άποψη των αιτημάτων τους- απελευθερωτικά κινήματα συνδυάζονται, «συνυπάρχουν» με τα πιο εθνικιστικά παραληρήματα και συχνά τα δεύτερα, στο όνομα βέβαια κάποιων «ευγενικών ιδεών», διαστρέφουν και μεταστρέφουν τα πρώτα.

Η υπερέξαρση εθνικισμών μεγάλης, «μεσαίας» και μικρής δύναμης αν αποσπαστεί από τις αιτίες που τη δημιουργούν, προκαλεί την εντύπωση πως αυτό που κυριαρχεί στο σημερινό κόσμο είναι η θέληση (η «βούληση» αν θέλετε) των «μικρών» εθνικισμών» που υπαγορεύουν την πορεία των πραγμάτων στους «μεγάλους» εθνικισμούς. Για να θυμηθούμε ξεχασμένα πράγματα («τα κράτη θέλουν ανεξαρτησία, τα έθνη ελευθερία και οι λαοί την επανάσταση») στη βάση αυτών των «πραγμάτων» υπάρχει η πραγματική αντίθεση των «μικρών» νέων ή παλιών εθνικισμών απέναντι στους μεγάλους, των εθνικών κινημάτων στους εθνικισμούς, των εθνικισμών στις λαϊκές επαναστάσεις κλπ. Αν στεγανοποιηθούν οι αντιθέσεις αυτές καταλήγουμε τότε είτε σε σχήματα Τενγκ Χσιαο Πινγκ, είτε σε σχήματα υιοθέτησης της αντίθεσης «Βορρά – Νότου»σαν κύριας αντίθεσης της εποχής μας.

Επομένως, αυτή η υπερέξαρση όσο «παράλογη» κι αν φαίνεται, υπακούει στη λογική του «γενικού παραλογισμού» της επιβίωσης ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων στον κόσμο. Αλλά αυτό που ιστορικά είναι ξεπερασμένο δεν είναι και πραχτικά.

Στην περίπτωση του Κυπριακού και της γενικότερης αντίθεσης που ονομάζεται «ελληνοτουρκική αντίθεση», εμφανίζεται ο «παραλογισμός» αυτός με ιδιαίτερη οξύτητα. Ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για την διανομή των εδαφών της παλαιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, μέρος της ιμπεριαλιστικής εξόρμησης των αρχών του αιώνα μας σαν αποτέλεσμα της πρώτης μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, έριξε τις μεγάλες ρίζες του προβλήματος. Για τρεις περίπου δεκαετίες η αντίθεση αυτή φαινόταν να έχει εξαλειφθεί. Στο επίπεδο των ιθυνουσών τάξεων είχε αποκατασταθεί η μεγαλύτερη εγκαρδιότητα και σε συνέχεια οι δύο ιθύνουσες τάξεις προσχωρούν σε μία και την ίδια συμμαχία την ίδια στιγμή που η παλιά αντίθεση αναζωπυρώνεται. Αυτή είναι η εξωτερική όψη του πράγματος. Η εσωτερική είναι διπλή: από τη μία η αφύπνιση των εθνικών απελευθερωτικών προσδοκιών που αποτέλεσε ένα μεγάλο γεγονός στα μεταπολεμικά χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα, και από την άλλη η «από τα πάνω», από δοσμένους ιμπεριαλισμούς, αναζωπύρωση εθνικισμών για την επικράτηση του ενός σε βάρος του άλλου. Αν αυτό στην περίπτωσή μας είναι ορατό, σε άλλες «μακρινότερες» περιπτώσεις δεν γίνεται εύκολα ορατό.

Σ’ έναν κόσμο «γραμμικών» εθνικισμών (που δεν υπήρξε ποτέ) η απλή λογική του «αγοραίου» πασιφισμού ή αντιμιλιταρισμού οπωσδήποτε θα ήταν εύκολα αποδεκτή. Αφού δεν υπάρχει τέτοιος κόσμος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η λογική του.

Έτσι το κράτος – τέρας των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου δεν είναι «μοναδική» περίπτωση. Γιατί η λογική που επικρατεί όταν δίνεται μια «λύση» σε ένα εθνικό πρόβλημα είναι ο «παραλογισμός» του συσχετισμού δυνάμεων σ’ έναν κόσμο που η κοινωνική του οργάνωση αποτελεί η ίδια έναν «παραλογισμό».

Η δεύτερη άποψη του ζητήματος αφορά τη «συγκυρία» τη διεθνή και την «τοπική». Και το όρο «συγκυρία» τον παίρνουμε σε μια ευρύτερη έννοια. Το «καυτό» μέτωπο της Μέσης Ανατολής πέρασε από διαδοχικές φάσεις επιθέσεων και αναδιπλώσεων των αριστερών κι όχι των μεγαλύτερων δυνάμεων του σημερινού κόσμου, επιθέσεων και αναδιπλώσεων που διεξάγονταν και μέσω τοπικών εθνικισμών που υπαγόρευαν, διέτρεφαν, επιδρούσαν σε τοπικά εθνικά κινήματα. Μια προηγούμενη φάση ήταν εκείνη που συνδεόταν με τον δεύτερο αιγυπτιακό – ισραηλινό πόλεμο, την πρώτη πετρελαϊκή κρίση και την «ισορροπιστική» επιχείρηση των αμερικάνων που συνδέθηκε με το όνομα του Κίσιγκερ.

Τώρα διεξάγεται μια συνδυασμένη επιχείρηση προώθησης των θέσεων αμερικάνων και δυτικών, που συνδυάζεται βέβαια με μια ακόμα φάση εκκαθάρισης και ανατροπής των «ισορροπιών» στο παλαιστινιακό κίνημα. Η άλλη πλευρά επιχειρεί να αναδιατάξει τα στηρίγματά της, και ταυτόχρονα έχοντας «δικά της» προβλήματα έχει κάθε λόγο να ελίσσεται, χωρίς να εγκαταλείπει την πάγια στις τελευταίες δεκαετίες πολιτική της, της εκμετάλλευσης των «ανοιγμάτων» που αφήνουν οι αντιθέσεις και οι αποτυχίες των αντιπάλων της. Αυτά μέσα στο γενικό διεθνές πλαίσιο του παροξυσμού του ανταγωνιστικού πυρηνικού εξοπλισμού, υποδείχνουν τη ζωτική ανάγκη ανοίγματος και άλλων «μετώπων» ή ρηγμάτων και για τις δυό πλευρές.

Είναι δεδομένη η «διπλή στάση» της Ελλάδας σε σχέση με το ΝΑΤΟ κλπ και η «σταθερότητα» της Τουρκίας. Υποθέτοντας μια οποιαδήποτε προώθηση τετελεσμένων λύσεων στην Κύπρο, είναι αυτονόητο πως θα πυροδοτηθεί μια ανάφλεξη με ανατροπή της σύγχρονης «εξισορρόπησης». Σε μια τέτοια περίπτωση ισχύει ότι ειπώθηκε αρχικά για «συγκέντρωση όρων» κλπ. κι από δω η σκληρή δοκιμασία για το ΠΑΣΟΚ και φυσικά όχι μονάχα γι’ αυτό.

Ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις και την πραγματική πολιτική όλων των ενδιαφερόμενων μερών και την αποστροφή του «μέσου έλληνα» για τις σκοτούρες αυτές, η υποστήριξη οποιουδήποτε ελλαδικού ρεβανσισμού (ριζοσπαστικού ή μη χαρακτήρα), η «αντιπολεμική» αδιαφορία για τις παραπέρα εξελίξεις (κλιμάκωση της τουρκικής φασιστικής επέκτασης κλπ), αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όσο κι αν φαίνεται «θεωρητική» και «ουτοπική», η υποστήριξη του κυπριακού λαού να εναντιωθεί σε οποιαδήποτε νέα επιχείρηση γενοκτονίας – εποικισμού από τον τουρκοφασιστικό παντουρκισμό και να μη γίνει όργανο πραγμάτωσης ρεβανσιστικών, πολεμικών τυχοδιωκτισμών, αυτή είναι η θέση. Που σημαίνει συγκεκριμένα: Ενιαία Κύπρος, χωρίς στρατούς και βάσεις, με ίσα δικαιώματα για ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους.

Τη λύση αυτή θα τη δώσει ο ίδιος ο κυπριακός λαός γενικά, με τη συμπαράσταση του λαού της Ελλάδας και της Τουρκίας. Δε θα την δώσουν ούτε ο ΟΗΕ, ούτε οι μηχανισμοί της Ζυρίχης, ούτε οι διεθνείς διασκέψεις.

Στα ζητήματα αυτά, όπως έλεγε ο Λένιν, δεν υπάρχουν «ρεαλισμοί». Γιατί αν υπάρξουν, σημαίνει ολοκληρωτική προσχώρηση στη γραμμή του ενός ή του άλλου σοβινισμού. Και η ίδια «ουτοπική» και «θεωρητική» άποψη υπάρχει και για την περίπτωση ανάφλεξης στα μέτωπα της γενικότερης αντίθεσης: Αντιπαράθεση σε κάθε ρεβανσιστικό ελλαδικό «αποικισμό» όπως και σε κάθε τουρκικό επεκτατισμό. Ο οποιοσδήποτε πόλεμος επιβληθεί μέσα στο έδαφος της Ελλάδας ή της Κύπρου να μετατραπεί σε λαϊκό επαναστατικό πόλεμο για ανεξάρτητη ελεύθερη Ελλάδα και ανεξάρτητη ελεύθερη Κύπρο, για μια ελεύθερη ανεξάρτητη Τουρκία χωρίς καταπιεσμένες άλλες εθνότητες (πχ Κούρδους, Αρμένιους).

Επειδή παρά τα όσα ειπώθηκαν, μπορεί να υπάρξει ο «φόβος» πως λίγο – πολύ «διευκολύνονται» οι σοβιετικοί με τη μη καταφυγή στη μία ή την άλλη από τις απόψεις που αναφέρθηκαν, προσθέτουμε και τα παρακάτω:

Οι σοβιετικοί και οι εδώ υποστηριχτές τους διευκολύνονται και θα διευκολυνθούν απ’ όλους όσους, που για να μην τους διευκολύνουν, ταυτίζονται με θέσεις άλλων ενδιαφερόμενων μερών άμεσα ή έμμεσα.

Σε συνέχεια, τα όσα ειπώθηκαν δεν «ταυτίζονται» με τη θέση των σοβιετικών. Γιατί στο σημερινό μπλα – μπλα των διπλωματικών κειμένων όχι μόνο των σοβιετικών αλλά και των δυτικών, μπαίνει σαν σάλτσα τα περί «ενιαίας» Κύπρου, αποχώρησης ξένων στρατευμάτων, κι αυτό συνέβηκε μονάχα μετά το ’74. αυτή είναι η ορατή και όχι η πραγματική πολιτική τους. Πέρα απ’ αυτό εμείς –αυτό που ήταν κάποτε μ-λ κίνημα- υποστηρίζαμε αυτή την θέση τον καιρό που δεν την υποστήριζε κανείς, δηλαδή την περίοδο 1964-67 (τα κείμενα το δείχνουν αυτό). Δεν την εγκαταλείπουμε γιατί και στο μπλα – μπλα υπάρχουν ουσιαστικές αρνήσεις της θέσης αυτής. Έτσι, οι σοβιετικοί μετά τα «ενιαία» βάζουν δύο όρους: διακοινοτικές και διεθνή διάσκεψη. Οι δύο αυτοί όροι ανατρέπουν το μπλα – μπλα. Εντάσσουν την υπόθεση στην τροχιά και του παζαριού «σου δίνω, μου δίνεις», αλλά μπάζουν χωρίς να το λένε τη θέση του Γκρομίκο του ’64 για «ομοσπονδία» που εκφράζει μια ελληνοτουρκική «εξισορρόπηση» αρεστή και εξυπηρετική γι’ αυτούς.

Η ιστορία έχει δείξει πως οι «ουτοπισμοί» και οι «θεωρητισμοί» αυτοί αποδείχτηκαν – όπου υπήρξε σταθερότητα και επιμονή σ’ αυτούς – πολύ πιο ρεαλιστικοί απ’ όλα τα» ρεαλιστικά προγράμματα ή συνθήματα. Στις σημερινές συνθήκες με βάση τις αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν μονάχα οι τέτοιοι «ουτοπισμοί» μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μεγάλων κινημάτων μετασχηματισμού αυτού που ονομάζεται δοσμένος πολιτικός χάρτης ή δοσμένος συσχετισμός δυνάμεων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την περίπτωση δυνάμεων που ενεργούν στα όρια μικρών κρατών που σ’ αυτά εκφράζονται με περιπλεγμένη μορφή οι περισσότερες από τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου.

Β. Ι. Λένιν: Φρίντριχ Ένγκελς

Αντιγραφή από το δελτίο Α/συνέχεια Νο1 Γενάρης-Μάρτης 1996
Δημοσιεύτηκε λίγους μήνες μετά το θάνατο του Ένγκελς το 1895


Τι φως, τι νους έχει σβήσει
Τι καρδιά τώρα πια δε χτυπά!

Στις 5 του Αυγούστου 1895 με το νέο ημερολόγιο (24 του Ιούλη) πέθανε στο Λονδίνο ο Φρίντριχ Ένγκελς. Ύστερα από το φίλο του Καρλ Μαρξ που πέθανε το 1833, ο Ένγκελς ήταν ο πιο επιφανής επιστήμονας και δάσκαλος του διεθνούς προλεταριάτου σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Από τότε που η τύχη το έφερε να ανταμώσουν ο Καρλ Μαρξ με τον Φρίντριχ Ένγκελς, το έργο ζωής και των δύο φίλων έγινε κοινή τους υπόθεση. Συνεπώς, για να καταλάβει κανείς τι έκανε ο Φρίντριχ Ένγκελς για το προλεταριάτο, πρέπει ν’ αφομοιώσει καλά τη σημασία της διδασκαλίας και της δράσης του Μαρξ στην ανάπτυξη του σύγχρονου εργατικού κινήματος. Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδειξαν, ότι η εργατική τάξη με τις διεκδικήσεις της είναι το αναγκαίο γέννημα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, που μαζί με την αστική τάξη δημιουργεί και οργανώνει αναπόφευκτα και το προλεταριάτο. Έδειξαν ότι την ανθρωπότητα δεν θα την απαλλάξουν από τις συμφορές που τη δέρνουν σήμερα, οι καλοπροαίρετες προσπάθειες ορισμένων ευγενικών προσωπικοτήτων, αλλά η ταξική πάλη του οργανωμένου προλεταριάτου. Πρώτοι ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξήγησαν στις επιστημονικές εργασίες τους, ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι μια επινόηση ονειροπόλων, αλλά ο τελικός σκοπός και το αναγκαίο αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της σύγχρονης κοινωνίας. Όλη η γραφτή ιστορία ήταν ως τα σήμερα ιστορία ταξικής πάλης. Διαδοχή της κυριαρχίας και των νικών ορισμένων κοινωνικών τάξεων πάνω σε άλλες. Κι αυτό θα συνεχίζεται, ώσπου να εξαφανιστούν οι βάσεις της ταξικής πάλης και της ταξικής ιεραρχίας –η ατομική ιδιοχτησία και η αναρχική κοινωνική παραγωγή. Τα συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν την εξάλειψη αυτών των βάσεων, και για το λόγο αυτό η συνειδητή ταξική πάλη των οργανωμένων εργατών πρέπει να στρέφεται ενάντια στις βάσεις αυτές. Κάθε όμως ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική.

Οι απόψεις αυτές του Μαρξ και του Ένγκελς έχουν γίνει σήμερα κτήμα όλου του προλεταριάτου που αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του. Οι απόψεις όμως αυτές στη δεκαετία 1840-1850, όταν οι δύο φίλοι άρχισαν να παίρνουν μέρος στη σοσιαλιστική φιλολογία και στα κοινωνικά κινήματα του καιρού τους, ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο. Τότε υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με ταλέντο και χωρίς ταλέντο, τίμιοι και μη τίμιοι, που συνεπαρμένοι από την πάλη για την πολιτική ελευθερία, από την πάλη ενάντια στην απολυταρχία των βασιλιάδων, της αστυνομίας και των παπάδων, δεν έβλεπαν την αντίθεση των συμφερόντων της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν ούτε καν τη σκέψη ότι οι εργάτες μπορούν να ενεργούν σαν αυτοτελής κοινωνική δύναμη. Από το άλλο μέρος υπήρχαν πολλοί ονειροπόλοι, κάποτε μεγαλοφυείς που πίστευαν πως δεν χρειάζεται παρά να πείσουμε τους κυβερνήτες και τις κυρίαρχες τάξεις, ότι το σύγχρονο κοινωνικό καθεστώς είναι άδικο και τότε θα είναι εύκολο να εγκαθιδρυθεί στη γη ειρήνη και γενική ευδαιμονία. Ονειρεύονταν δηλαδή σοσιαλισμό χωρίς πάλη. Τέλος, όλοι σχεδόν οι σοσιαλιστές εκείνου του καιρού είναι γενικά φίλοι της εργατικής τάξης, έβλεπαν το προλεταριάτο μόνο σαν πληγή, έβλεπαν με φρίκη ότι με την ανάπτυξη της βιομηχανίας μεγαλώνει κι αυτή η πληγή. Για το λόγο αυτό, όλοι τους σκέπτονταν με ποιο τρόπο θα σταματήσουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του προλεταριάτου, με ποιο τρόπο θα σταματήσουν τον «τροχό της ιστορίας». Σε αντίθεση με το γενικό φόβο μπροστά στην ανάπτυξη του προλεταριάτου, ο Μαρξ και ο Ένγκελς στήριζαν όλες τις ελπίδες τους στην αδιάκοπη αύξηση του προλεταριάτου. Όσο περισσότεροι οι προλετάριοι τόσο μεγαλύτερη η δύναμή τους σαν επαναστατική τάξη, τόσο πιο κοντινός και πραγματοποιήσιμος ο σοσιαλισμός. Με λίγα λόγια οι υπηρεσίες του Μαρξ και του Ένγκελς απέναντι στην εργατική τάξη μπορούν να διατυπωθούν έτσι: δίδαξαν στην εργατική τάξη της αυτογνωσία και την αυτοσυνείδηση και στη θέση των ονειροπολημάτων έβαλαν την επιστήμη.

Να γιατί ο κάθε εργάτης πρέπει να ξέρει το όνομα και τη ζωή του Ένγκελς, να γιατί στη συλλογή μας αυτή, που έχει για σκοπό της, όπως και όλες οι εκδόσεις μας, το ξύπνημα της ταξικής αυτοσυνείδησης των Ρώσων εργατών, πρέπει να δώσουμε μια σκιαγραφία της ζωής και της δράσης του Φρίντριχ Ένγκελς, του ενός απ’ τους δυό μεγάλους δασκάλους του σύγχρονου προλεταριάτου.

Ο Ένγκελς γεννήθηκε το 1820 στην πόλη Μπάρμεν της επαρχίας Ρήνου του βασιλείου της Πρωσσίας. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης. Το 1838 για οικογενειακούς λόγους ο Ένγκελς αναγκάστηκε, πριν ακόμα τελειώσει το γυμνάσιο, να πάει υπάλληλος σ’ έναν εμπορικό οίκο της Βρέμης. Η απασχόληση με το εμπόριο δεν εμπόδισε τον Ένγκελς να συνεχίζει την επιστημονική και πολιτική του μόρφωση. Από μαθητής ακόμα του γυμνασίου μίσησε την απολυταρχία και την αυθαιρεσία των δημόσιων υπαλλήλων. Η μελέτη της φιλοσοφίας τον οδήγησε παραπέρα. Κείνο τον καιρό στη γερμανική φιλολογία κυριαρχούσε η διδασκαλία του Χέγκελ και ο Ένγκελς έγινε οπαδός του. Αν και ο ίδιος ο Χέγκελ ήταν θαυμαστής του απολυταρχικού πρωσσικού κράτους, που το υπηρετούσε σαν καθηγητής του πανεπιστημίου του Βερολίνου, η διδασκαλία του Χέγκελ ήταν επαναστατική. Η πίστη του Χέγκελ στο λογικό και στα δικαιώματα του ανθρώπου και η βασική θέση της Χεγκελιανής φιλοσοφίας ότι στον κόσμο συντελείται ένα αέναο προτσές αλλαγής και εξέλιξης, οδήγησαν τους μαθητές εκείνους του βερολινέζου φιλόσοφου, στη σκέψη ότι και η πάλη ενάντια στην πραγματικότητα, η πάλη ενάντια στην αδικία που επικρατεί και στο κακό που βασιλεύει, έχει τις ρίζες της στον παγκόσμιο νόμο της αιώνιας εξέλιξης. Αν τα πάντα εξελίσσονται, αν τούτους τους θεσμούς τους διαδέχονται άλλοι, γιατί θα συνεχίζει να υπάρχει αιώνια η απολυταρχία του πρώσσου βασιλιά ή του ρώσου τσάρου, ο πλουτισμός μια μηδαμινής μειοψηφίας σε βάρος της τεράστιας πλειοψηφίας, η κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στο λαό; Η φιλοσοφία του Χέγκελ μιλούσε για εξέλιξη του πνεύματος και των ιδεών, ήταν ιδεαλιστική. Από την εξέλιξη του πνεύματος έβγαζε και την εξέλιξη της φύσης, του ανθρώπου και των ανθρώπινων, δηλαδή των κοινωνικών σχέσεων. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κράτησαν τη σκέψη του Χέγκελ για το αιώνιο προτσές της εξέλιξης, και απέρριψαν την προκατειλημμένη ιδεαλιστική αντίληψη. Στράφηκαν προς τη ζωή και είδαν ότι δεν είναι η εξέλιξη του πνεύματος εκείνο που εξηγεί την εξέλιξη της φύσης, αλλά αντίθετα, το πνεύμα πρέπει να εξηγηθεί με τη φύση, με την ύλη ... Σε αντίθεση προς τον Χέγκελ και τους άλλους χεγκελιανούς, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν υλιστές. Αντικρίζοντας υλιστικά τον κόσμο και την ανθρωπότητα, είδαν ότι, όπως όλα τα φαινόμενα της φύσης έχουν στη βάση τους υλικές αιτίες, έτσι και η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας καθορίζεται από την ανάπτυξη των υλικών, των παραγωγικών δυνάμεων. Από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εξαρτώνται οι σχέσεις που δημιουργούν μεταξύ τους οι άνθρωποι όταν παράγουν τα είδη, που είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Και στις σχέσεις αυτές βρίσκεται η εξήγηση όλων των φαινομένων της κοινωνικής ζωής, των ανθρώπινων επιδιώξεων, των ιδεών και των νόμων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δημιουργεί τις κοινωνικές σχέσεις που στηρίζονται στην ατομική ιδιοχτησία, τώρα όμως βλέπουμε πως η ίδια αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αφαιρεί την ιδιοχτησία από την πλειοψηφία και την συγκεντρώνει στα χέρια μια μηδαμινής μειοψηφίας. Καταργεί την ιδιοχτησία, τη βάση του σύγχρονου κοινωνικού καθεστώτος μόνη της τείνει προς τον ίδιο σκοπό, που έχουν βάλει στον εαυτό τους οι σοσιαλιστές.

Οι σοσιαλιστές πρέπει μόνο να καταλάβουν ποια κοινωνική δύναμη, λόγω της θέσης της στη σύγχρονη κοινωνία, ενδιαφέρεται για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, και να προσδώσουν στη δύναμη αυτή συνείδηση των συμφερόντων της και του κοινωνικού της καθήκοντος. Η δύναμη αυτή είναι το προλεταριάτο. Ο Ένγκελς γνώρισε το προλεταριάτο στην Αγγλία, στο κέντρο της αγγλικής βιομηχανίας, στο Μάντσεστέρ, όπου εγκαταστάθηκε το 1842, κι έπιασε δουλειά σ’ έναν εμπορικό οίκο, ένας από τους συνεταίρους του οποίου ήταν ο πατέρας του. Εδώ ο Ένγκελς δεν καθότανε απλώς στο γραφείο του εργοστασίου, πήγαινε στις βρώμικες συνοικίες όπου ζούσαν οι εργάτες και έβλεπε με τα μάτια του τη φτώχια και τη δυστυχία τους. Δεν αρκέστηκε όμως στις προσωπικές του παρατηρήσεις, διάβασε όλα όσα είχαν γραφτεί πριν απ’ αυτόν για την κατάσταση της αγγλικής εργατικής τάξης, μελέτησε προσεχτικά όλα τα επίσημα ντοκουμέντα που του ήταν προσιτά. Καρπός των μελετών και των παρατηρήσεων αυτών ήταν το βιβλίο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στης Αγγλία». Και πριν από τον Ένγκελς πάρα πολλοί είχαν περιγράψει τα βάσανα του προλεταριάτου και τονίσει, ότι είναι ανάγκη να του δοθεί βοήθεια. Πρώτος ο Ένγκελς είπε ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο τάξη που υποφέρει. Ότι ίσα-ίσα η επαίσχυντη οικονομική κατάσταση του προλεταριάτου το σπρώχνει ακατάσχετα προς τα μπρος και το αναγκάζει να παλεύει για την τελική του απελευθέρωση. Και το αγωνιζόμενο προλεταριάτο θα βοηθήσει μόνο του τον εαυτό του. Το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης θα οδηγήσει αναπόφευκτα τους εργάτες να καταλάβουν, ότι γι’ αυτούς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το σοσιαλισμό. Από το άλλο μέρος, ο σοσιαλισμός τότε μόνο θα καταστεί δύναμη, όταν γίνει σκοπός της πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης. Αυτές είναι οι βασικές ιδέες του βιβλίου του Ένγκελς για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, ιδέες που τις έχει αφομοιώσει σήμερα όλο το αγωνιζόμενο και σκεπτόμενο προλεταριάτο, που τότε όμως ήταν εντελώς καινούργιες. Οι ιδέες αυτές έχουν διατυπωθεί από τις πιο αξιόπιστες και συγκλονιστικές εικόνες της δυστυχίας του αγγλικού προλεταριάτου. Το βιβλίο αυτό ήταν ένα φοβερό κατηγορητήριο ενάντια στον καπιταλισμό και στην αστική τάξη. Προξένησε τεράστια εντύπωση. Παντού άρχισαν να παραπέμπουν στο βιβλίο του Ένγκελς, γιατί έδινε την καλύτερη εικόνα της κατάστασης του σύγχρονου προλεταριάτου. Και πραγματικά, ούτε πριν από το 1845, ούτε και αργότερα δεν παρουσιάστηκε κανένα έργο που να δίνει μια τόσο ζωντανή και πιστή περιγραφή των βασάνων της εργατικής τάξης.

Ο Ένγκελς έγινε σοσιαλιστής μόνος στην Αγγλία. Στο Μάντσεστερ συνδέθηκε με τους παράγοντες του αγγλικού εργατικού κινήματος εκείνου του καιρού και άρχισε να γράφει σε διάφορες αγγλικές σοσιαλιστικές εκδόσεις. Το 1844, επιστρέφοντας στη Γερμανία σταμάτησε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Μαρξ με τον οποίο είχε ήδη από προηγούμενα αλληλογραφία. Στο Παρίσι ο Μαρξ, κάτω από την επίδραση των γάλλων σοσιαλιστών και της γαλλικής ζωής, είχε γίνει κι αυτός σοσιαλιστής. Εδώ οι δύο φίλοι έγραψαν μαζί το βιβλίο: «Η αγία οικογένεια, η κριτική της κριτικής κριτικής». Στο βιβλίο αυτό που βγήκε ένα χρόνο πριν από το έργο «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» και γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον Μαρξ, μπήκαν οι βάσεις του επαναστατικού-υλιστικού σοσιαλισμού που τις κύριες ιδέες του τις εκθέσαμε πιο πάνω. Ο τίτλος «Αγία οικογένεια» είναι αστεία προσωνυμία που χρησιμοποιείται για τους φιλόσοφους αδελφούς Μπαόυερ και τους οπαδούς τους. Οι κύριοι αυτοί κήρυχναν μια κριτική που στέκεται πάνω από κάθε πραγματικότητα, πάνω από κόμματα και πολιτική, που αρνιέται κάθε πραχτική δράση και απλώς ατενίζει «κριτικά» το γύρω κόσμο και τα γεγονότα που διαδραματίζονται σ’ αυτόν. Οι κύριοι Μπάουερ έκρινα αφ’ υψηλού το προλεταριάτο, που το θεωρούσαν άκριτη μάζα. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς αντιτάχθηκαν αποφασιστικά σ’ αυτή την ανόητη κι επιζήμια κατεύθυνση. Στο όνομα της πραγματικής ανθρώπινης προσωπικότητας του εργάτη, που τον ποδοπατούν οι κυρίαρχες τάξεις και το κράτος, ο Μαρξ και ο Ένγκελς απαιτούν όχι ενατένιση, αλλά πάλη για μια καλύτερη οργάνωση της κοινωνίας. Και σαν δύναμη ικανή να διεξάγει μια τέτοια πάλη και έχει συμφέρον απ’ αυτή την πάλη, βλέπουν, φυσικά, το προλεταριάτο. Πριν ακόμα από την «Αγία οικογένεια» ο Ένγκελς είχε δημοσιεύσει στο «γερμανο-γαλλικό περιοδικό» του Μαρξ και του Ρούγκε τις «Κριτικές μελέτες πάνω στην πολιτική οικονομία». Στο έργο αυτό εξέτασε από τη σκοπιά του σοσιαλισμού τα βασικά φαινόμενα του σύγχρονου οικονομικού καθεστώτος, σαν αναγκαία επακόλουθα της κυριαρχίας της ατομικής ιδιοχτησίας. Η επαφή του με τον Ένγκελς συντέλεσε αναμφισβήτητα στο ν’ αποφασίσει ο Μαρξ ν’ ασχοληθεί με την πολιτική οικονομία, με την επιστήμη στην οποία τα έργα του προκάλεσαν ολόκληρη επανάσταση.

Από το 1845 ως το 1847 ο Ένγκελς ζούσε στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, συνδυάζοντας τις επιστημονικές του ασχολίες με την πραχτική δράση μέσα στους γερμανούς εργάτες των Βρυξελλών και του Παρισιού. Εδώ ο Ένγκελς και ο Μαρξ συνδέθηκαν με τη μυστική γερμανική «Ένωση των κομμουνιστών», που τους ανέθεσε να διατυπώσουν τις βασικές αρχές του σοσιαλισμού είχαν επεξεργαστεί. Έτσι είδε το φως το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» το περίφημο έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, που δημοσιεύτηκε το 1948. το μικρό αυτό βιβλιαράκι αξίζει ολόκληρους τόμους: με το πνεύμα του ζει και κινείται ως τα σήμερα όλο το οργανωμένο και αγωνιζόμενο προλεταριάτο του πολιτισμένου κόσμου.

Η επανάσταση του 1848, που ξέσπασε πρώτα στη Γαλλία και σε συνέχεια επεκτάθηκε και σ’ άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, έφερε τον Μαρξ και το Ένγκελς στην πατρίδα τους. Εδώ, στην Πρωσσία του Ρήνουθ, πμπήκαν επικεφαλής της δημοκρατικής «Νέας εφημερίδας του Ρήνου», που έβγαινε στην Κολωνία. Οι δύο φίλοι ήταν η ψυχή όλων των επαναστατικών-δημοκρατικών τάσεων στην Πρωσσία του Ρήνου. Υπεράσπιζαν όσο ήταν δυνατό τα συμφέροντα του λαού και της ελευθερίας ενάντια στις αντιδραστικές δυνάμεις. Οι τελευταίες αυτές, όπως είναι γνωστό, υπερίσχυσαν. Η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» κλείστηκε. Ο Μαρξ, που στο διάστημα του εκπατρισμού του είχε χάσει την πρωσσική υπηκοότητα, απελάθηκε, ο Ένγκελς όμως πήρε μέρος στην ένοπλη λαϊκή εξέγερση, πολέμησε σε τρεις μάχες για τη λευτεριά και μετά την ήττα των επαναστατών έφυγε στο Λονδίνο μέσω Ελβετίας.

Στο Λονδίνο εγκαταστάθηκε και ο Μαρξ. Ο Ένγκελς γρήγορα ξανάγινε υπάλληλος, αργότερα και μέτοχος στον ίδιο εμπορικό οίκο του Μάντσεστερ, όπου δούλευε και στα 1842-1844. Ως το 1870 ο Ένγκελς ζούσε στο Μάντσεστερ και ο Μαρξ στο Λονδίνο, πράγμα που δεν τους εμπόδιζε να έχουν την πιο συχνή πνευματική επικοινωνία: αλληλογραφούσαν σχεδόν κάθε μέρα. Στην αλληλογραφία αυτή οι δύο φίλοι αντάλλασσαν τις γνώμες και τις γνώσεις τους κι εξακολουθούσαν να επεξεργάζονται από κοινού τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Το 1870 ο Ένγκελς μετοίκησε στο Λονδίνο, και ως το 1883 που πέθανε ο Μαρξ, συνεχιζόταν η κοινή πνευματική τους ζωή, γεμάτη εντατική δουλειά. Καρπός της ήταν –από την πλευρά του Μαρξ- «Το Κεφάλαιο», το μεγαλύτερο πολιτικό-οικονομικό έργο του αιώνα μας, κι από την πλευρά του Ένγκελς μία σειρά μεγάλα και μικρά έργα. Ο Μαρξ ασχολούνταν με την ανάλυση των σύνθετων φαινομένων της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Ο Ένγκελς, σε έργα γραμμένα πολύ κατανοητά, που συχνά έχουν το χαρακτήρα πολεμικής, φώτιζε τα πιο γενικά επιστημονικά προβλήματα και διάφορα φαινόμενα του παρελθόντος και του παρόντος, στο πνεύμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ. Από τις εργασίες αυτές του Ένγκελς αναφέρουμε: το έργο πολεμικής ενάντια στον Ντύρινγκ (εδώ εξετάζονται μέγιστα προβλήματα του τομέα της φιλοσοφίας, των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών), την «Καταγωγή της οικογένειας, της ιδιοχτησίας και του κράτους», τον «Λουδοβίκο Φόυερμπαχ», το άρθρο για την εξωτερική πολιτική της ρωσικής κυβέρνησης, τα περίφημα άρθρα για το ζήτημα της κατοικίας και, τέλος τα δυό μικρά μα εξαιρετικά πολύτιμα άρθρα για την οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας.

Ο Μαρξ πέθανε πριν προλάβει να επεξεργαστεί στην οριστική του μορφή το τεράστιο έργο του για το κεφάλαιο. Ωστόσο στο πρόχειρο ήταν ήδη έτοιμο, και ο Ένγκελς, ύστερα από το θάνατο του φίλου του, καταπιάστηκε με τη δύσκολη δουλειά της επεξεργασίας και της έκδοσης του ΙΙ και του ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου». Το 1885 έβγαλε τον ΙΙ τόμο και το 1894 τον ΙΙΙ (τον IV τόμο δεν πρόλαβε να τον επεξεργαστεί). Οι δύο αυτοί τόμου χρειάστηκαν πάρα πολλή δουλειά. Α αυστριακός σοσιαλδημοκράτης Άντλερ έκανε μια σωστή παρατήρηση: ο Ένγκελς με την έκδοση του ΙΙ και ΙΙΙ τόμου του «Κεφάλαιου» έστησε στο μεγαλοφυή φίλο του ένα μεγαλειώδες μνημείο, στο οποίο άθελά του χάραξε με ανεξίτηλα γράμματα και το δικό του όνομα. Πραγματικά, οι δύο αυτοί τόμου του «Κεφάλαιου» είναι έργο και των δύο: του Μαρξ και του Ένγκελς. Οι παλιοί θρύλοι μιλούν για διάφορα συγκινητικά παραδείγματα φιλίας. Το προλεταριάτο της Ευρώπης μπορεί να πει, ότι η επιστήμη του δημιουργήθηκε από δυό επιστήμονες και αγωνιστές, που οι σχέσεις τους ξεπερνούν τους πιο συγκινητικούς θρύλους των αρχαίων για την ανθρώπινη φιλία. Ο Ένγκελς έβαζε πάντοτε –και σε γενικές γραμμές πολύ δίκαια- τον εαυτό του ύστερα από τον Μαρξ. «Κοντά στον Μαρξ» έγραφε σ’ έναν παλιό του φίλο, «εγώ έπαιζα το δεύτερο βιολί». Η αγάπη του για τον Μαρξ όσο ζούσε και η ευλαβική του προσήλωση στη μνήμη του Μαρξ όταν πέθανε, ήταν απεριόριστές. Αυτός ο σκληρός αγωνιστής και ο αυστηρός στοχαστής είχε ψυχή που ήξερε ν’ αγαπάει βαθιά.

Ύστερα από το κίνημα του 1848-1849 ο Μαρξ και ο Ένγκελς, όντας στην ξενιτιά, δεν ασχολούνταν μόνο με την επιστήμη. Ο Μαρξ ίδρυσε το 1864 τη «Διεθνή ένωση των εργατών» και επί ολόκληρη δεκαετία καθοδηγούσε αυτή την Ένωση. Στις υποθέσεις της Ένωσης συμμετείχε δραστήρια και ο Ένγκελς. Η δράση της «Διεθνούς ένωσης» που συνένωνε, σύμφωνα με τη σκέψη του Μαρξ, τους προλετάριους όλων των χωρών είχε τεράστια σημασία για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Μα κι όταν η «Διεθνής ένωση» σταμάτησε τη δράση της στα 1870-1880, ο ενοποιητικός ρόλος του Μαρξ και του Ένγκελς δε σταμάτησε. Απεναντίας, μπορούμε να πούμε, πως η σημασία τους σαν πνευματικών ηγετών του εργατικού κινήματος, μεγάλωνε συνεχώς, γιατί αναπτυσσόταν αδιάκοπα και το ίδιο το κίνημα. Ύστερα από το θάνατο του Μαρξ, ο Ένγκελς εξακολουθούσε να είναι μόνος του, ο σύμβουλος και ο ηγέτης των σοσιαλιστών της Ευρώπης. Σ’ αυτόν απευθύνονταν για να ζητήσουν συμβουλές και οδηγίες και οι γερμανοί σοσιαλιστές, που η δύναμή τους, παρόλες τις κυβερνητικές διώξεις, μεγάλωνε γρήγορα και αδιάκοπα, και οι εκπρόσωποι των καθυστερημένων χωρών, λχ. οι ισπανοί, οι ρουμάνοι, οι ρώσοι, που ήταν υποχρεωμένοι να μελετούν και να ζυγίζουν τα πρώτα τους βήματα. Όλοι τους αντλούσαν από το πλούσιο θησαυροφυλάκιο των γνώσεων και της πείρας του γέρο-Ένγκελς.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς που και οι δυό τους ήξεραν τα ρώσικα και διάβαζαν ρωσικά βιβλία, έδειχναν ζωηρό ενδιαφέρον για τη Ρωσία, παρακολουθούσαν με συμπάθεια το ρωσικό επαναστατικό κίνημα και κρατούσαν επαφή με τους ρώσους επαναστάτες. Και οι δυο τους έγιναν σοσιαλιστές από δημοκράτες και το δημοκρατικό αίσθημα του μίσους ενάντια στην πολιτική αυθαιρεσία ήταν εξαιρετικά δυνατό μέσα τους. Το άμεσο αυτό πολιτικό αίσθημα μαζί με τη βαθιά θεωρητική κατανόηση της σύνδεσης που υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική αυθαιρεσία και στην οικονομική καταπίεση, καθώς και η πλούσια πείρα της ζωής, έκαναν τον Μαρξ και τον Ένγκελς εξαιρετικά ευαίσθητους από πολιτική ακριβώς άποψη. Για το λόγο αυτό η ηρωική πάλη μιας ολιγάριθμης μερίδας ρώσων επαναστατών ενάντια στην πανίσχυρη τσαρική κυβέρνηση έβρισκε στην ψυχή αυτών των δοκιμασμένων επαναστατών την πιο θερμή απήχηση. Αντίθετα, η τάση ορισμένων να παραιτηθούν για κάποια δήθεν οικονομικά ωφελήματα, από το πιο άμεσο και ποιο σπουδαίο καθήκον των ρώσων σοσιαλιστών, από την κατάχτηση της πολιτικής ελευθερίας, τους φαινόταν, φυσικά, ύποπτη και ακόμα τη θεωρούσαν άμεση προδοσία της μεγάλης υπόθεσης της κοινωνικής επανάστασης. «Η απελευθέρωση του προλεταριάτου πρέπει να είναι υπόθεση του ίδιου του προλεταριάτου», δίδασκαν συνεχώς ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Και το προλεταριάτο για να παλέψει για την οικονομική του απελευθέρωση πρέπει να καταχτήσει ορισμένα πολιτικά δικαιώματα. Εκτός από αυτό και ο Μαρξ και ο Ένγκελς έβλεπαν καθαρά πως η πολιτική επανάσταση στη Ρωσία θα έχει τεράστια σημασία και για το εργατικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης. Η απολυταρχική Ρωσία ήταν πάντοτε το στήριγμα όλης της ευρωπαϊκής αντίδρασης. Βέβαια, η εξαιρετικά ευνοϊκή διεθνής θέση που δημιούργησε για τη Ρωσία ο πόλεμος του 1870, ανάβοντας για πολύν καιρό την έχθρα ανάμεσα στη Γερμανία και στη Γαλλία μεγάλωσε απλώς τη σημασία της απολυταρχικής Ρωσίας, σαν αντιδραστικής δύναμης. Μόνο μια ελεύθερη Ρωσία, που δε θα έχει ανάγκη να καταπιέζει του πολωνούς, τους φιλανδούς, τους γερμανούς, τους αρμένιους και τους άλλους μικρούς λαούς, ούτε να εξωθεί διαρκώς τη Γαλλία ενάντια στη Γερμανία και τη Γερμανία ενάντια στη Γαλλία, θα επιτρέχει στη σημερινή Ευρώπη να ανασάνει ελεύθερα από τα βάρη του πολέμου, θα εξασθενίσει όλα τα αντιδραστικά στοιχεία στην Ευρώπη και θα αυξήσει τη δύναμη της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Να γιατί ο Ένγκελς επιθυμούσε θερμά την εγκαθίδρυση της πολιτικής ελευθερίας στη Ρωσία και προς όφελος του εργατικού κινήματος στη Δύση. Οι ρώσοι επαναστάτες έχασαν στο πρόσωπό του τον καλύτερό τους φίλο.

Αιώνια η μνήμη του Φρίντριχ Ένγκελς, του μεγάλου αγωνιστή και δάσκαλου του προλεραριάτου:

Οικολόγοι Πράσινοι: Έγκλημα και η ... δεντροφύτεση;

ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ

www.ecogreens .gr - email: ecogreen @otenet .gr

1.4.2007

ΠΕΔΙΟ ΑΡΕΩΣ: ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ Η…ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΥΣΗ;

Επίθεση από διμοιρίες των ΜΑΤ δέχθηκε το πρωί της Κυριακής η ειρηνική κινητοποίηση της Επιτροπής Αγώνα για την Προστασία του Πεδίου του Άρεως.

Λίγο μετά την έναρξη της συμβολικής δεντροφύτευσης σε χώρο του πάρκου και χωρίς καν αφορμή, οι δυνάμεις των ΜΑΤ που φρουρούσαν τις εγκαταστάσεις του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ Γ.Σ. πήραν εντολή να επιτεθούν στους συγκεντρωμένους κατοίκους. Η «συνήθης» κακοποίηση όσων βρέθηκαν στο δρόμο των ΜΑΤ, συμπληρώθηκε με τρεις συλλήψεις κατοίκων που συμμετείχαν στη δεντροφύτευση. Η αστυνομία ξερίζωσε και όσα δεντρύλλια είχαν φυτευτεί.

Ο επίμαχος χώρος έχει εκχερσωθεί παράνομα και χρησιμοποιείται για την πρόσβαση
βαρέων οχημάτων στις εγκαταστάσεις του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ. Μεγάλο μέρος τους είναι επίσης παράνομο, με 6 στρέμματα αυθαίρετης δόμησης μέσα στο πάρκο και πρωτόκολλα κατεδάφισής τους που μένουν ανεκτέλεστα χάρη σε σειρά παρανομιών της διοίκησης. Κλιμάκωση της παρανομίας αποτελεί η επιλογή να διατεθεί για άλλες χρήσεις η πύλη της οδού Ευελπίδων και να διοχετευθεί η κίνηση των φορτηγών μέσα από τους δρόμους του πάρκου, σε νέα είσοδο που ανοίχθηκε με εκχερσώσεις και καταστροφή της βλάστησης.

Πέρα από την υπεράσπιση των χώρων πρασίνου, που τόσο δραματικά λείπουν από την Αθήνα, και τη ριζική μας αντίθεση σε κάθε μορφή βίας και ιδιαίτερα κρατικής, τα σημερινά γεγονότα στο Πεδίο του Άρεως δημιουργούν μια σειρά σοβαρά πολιτικά ερωτήματα:

  • Στο Πεδίο του Άρεως τα ΜΑΤ έδρασαν ως ιδιωτικός στρατός χούλιγκαν του κ. Μ. Κυριακού, προέδρου του Πανελληνίου και ιδιοκτήτη του ΑΝΤΕΝΝΑ. Ποιος τους έδωσε τη σχετική εντολή και με ποιο δικαίωμα;
  • Υπάρχουν ανταλλάγματα για την «ιδιωτικοποίηση» των ΜΑΤ; Συνδέονται μήπως με τη στήριξη που επιδιώκει η κυβέρνηση από τα ΜΜΕ του προέδρου του Πανελληνίου;
  • Το κράτος δικαίου οριοθετεί την εξουσία απέναντι στους πολίτες. Αποτελεί η ειρηνική υπεράσπιση της νομιμότητας αδίκημα που δικαιολογεί συλλήψεις; Παύει η νομιμότητα να ισχύει, όταν σε παρανομίες εμπλέκονται πρόσωπα με επιρροή στην κοινή γνώμη;
  • Με τη βία των χούλιγκαν ασχοληθήκαμε μόνο όταν χάθηκε ανθρώπινη ζωή. Πρέπει να υπάρξει νεκρός από τα ΜΑΤ, για να ασχοληθούμε και με τη βία του κράτους;

Τελικά τα ζητήματα της αναπνοής μας συνδέονται άμεσα με την ποιότητα της δημοκρατίας και με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δυστυχώς παραμένει ακόμη ζητούμενο να τους δοθεί η απαραίτητη πολιτική προτεραιότητα: λίγους μόνο μήνες μετά την πλειοδοσία υποσχέσεων για «προτεραιότητα στο πράσινο», μόνος επικεφαλής δημοτικού ή νομαρχιακού συνδυασμού που ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση για τη δεντροφύτευση, ήταν ο Τάσος Κρομμύδας της ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι απαιτούμε άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων χωρίς ποινικές διώξεις, επαναφύτευση των επίμαχων χώρων από την (αρμόδια) Υπερνομαρχία και πλήρη εφαρμογή της νομιμότητας στο Πεδίο του Άρεως και όλους τους ελεύθερους χώρους. Απαιτούμε επίσης ανεξάρτητη έρευνα για τη νομιμότητα και την προέλευση των εντολών που εκτέλεσαν τα ΜΑΤ και πλήρη απόδοση πολιτικών και διοικητικών ευθυνών.

Η Γραμματεία των Οικολόγων Πράσινων

31.3.07

Μάο Τσε Τουνγκ: Εναντίον του Φιλελευθερισμού

*Ιστορικές Εκδόσεις, Αθήνα 1975
7 Σεπτεμβρίου 1937
Υποστηρίζουμε την ενεργητική ιδεολογική πάλη, γιατί αυτή είναι το όπλο με το οποίο στερεώνουμε τις κομματικές γραμμές και τις επαναστατικές οργανώσεις και τις κάνουμε αξιόμαχες. Κάθε κομμουνιστής και επαναστάτης οφείλει να χρησιμοποιεί το όπλο αυτό.
Αλλά ο φιλελευθερισμός αντιτίθεται στον ιδεολογικό αγώνα και υποστηρίζει την χωρίς αρχές ειρήνη, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός παρακμασμένου, και χυδαίου στυλ δουλειάς σε ορισμένες ομάδες και άτομα που έχουν αρχίσει να εκφυλίζονται πολιτικά.
Ο φιλελευθερισμός εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους.

Παρά το γεγονός ότι ξέρουμε καλά πως το πρόσωπο που έχει σχέση με κάποιο ζήτημα έχει λάθος, επειδή είναι παλιός γνωστός, συμπολίτης, συμμαθητής, επιστήθιος φίλος, κάποιος που αγαπούμε, παλιός συνάδελφός ή παλιός καθοδηγούμενός μας, δεν διαφωνούμε μαζί του στη βάση των αρχών αλλά αφήνουμε τα πράγματα να περνάνε χωρίς να δίνουμε σημασία για να έχουμε την ησυχία μας και τη φιλία του. Ή πιάνουμε το ζήτημα απαλά για να πετύχουμε γύρω μας την αρμονία. Το αποτέλεσμα είναι να βλάψουμε την οργάνωση όπως και το συγκεκριμένο άτομο. Αυτός είναι ο πρώτος τύπος.

Να παραδινόμαστε στην ανεύθυνη κριτική ιδιωτικά χωρίς να κάνουμε τις θετικές μας προτάσεις στην οργάνωση. Να μη λέμε τίποτα μπροστά στους άλλους, αλλά να τους κουτσομπολεύουμε πίσω από την πλάτη τους, ή να μη λέμε τίποτα σε μια συγκέντρωση αλλά να κουτσομπολεύουμε μετά. Να μην ενδιαφερόμαστε για την αρχή της συλλογικής ζωής αλλά μόνο για την αδιόρθωτη αυτοεπανάπαυση. Αυτός είναι ο δεύτερος τύπος.

Πράγματα που δεν είναι προσωπικά να τα φυλάμε για τον εαυτό μας. Να λέμε όσο το δυνατόν λιγότερα για πράγματα που ξέρουμε καλά πως κάνουμε λάθος. Να προσέχουμε να φυλάμε τον εαυτό μας και να νοιαζόμαστε μόνο να αποφεύγουμε τις επιπλήξεις. Αυτός είναι ο τρίτος τύπος.

Να μην εφαρμόζουμε τις διαταγές και να βάζουμε τις προσωπικές μας απόψεις πάνω απ’ όλα. Να απαιτούμε ειδική μεταχείριση από την οργάνωση και να απορρίπτουμε την πειθαρχία σ’ αυτήν. Αυτός είναι ο τέταρτος τύπος.

Να χρησιμοποιούμε τις συζητήσεις ενάντια σε λαθεμένες απόψεις όχι προς το συμφέρον της στερέωσης των γραμμών μας, της προόδου και της βελτίωσης της δουλειάς, αλλά προς χάρη της προσωπικής επίθεσης του ξεσπάσματος των νεύρων μας, της έκφρασης του προσωπικού μας παράπονου ή της αναζήτησης μιας ανταπόδοσης. Αυτός είναι ο πέμπτος τύπος.

Να μη συζητάμε τις λαθεμένες απόψεις μόλις τις ακούμε και ακόμα να μην αναφέρουμε αντεπαναστατικές απόψεις μόλις τις μαθαίνουμε αλλά να τις ανεχόμαστε ήρεμα σα να μην έγινε τίποτε. Αυτός είναι ο έκτος τύπος.

Να μην χρησιμοποιούμε την προπαγάνδα και την κίνηση των ιδεών, μα μη μιλάμε και να μη κάνουμε έρευνες και αναζητήσεις, ανάμεσα στις μάζες, αλλά να τις αφήνουμε μόνες τους, χωρίς να ενδιαφερόμαστε για την ευτυχία τους και την δυστυχία τους. Να ξεχνάμε πως είμαστε Κομμουνιστές και να συμπεριφερόμαστε σαν ένας Κομμουνιστής να είναι ένα κοινό πρόσωπο. Αυτός είναι ο έβδομος τύπος.

Να μην αισθανόμαστε αγανάκτηση για πράξεις επιζήμιες για το συμφέρον των μαζών, μα μην αποτρέπουμε ή να μην σταματάμε αυτόν που είναι υπεύθυνος γι’ αυτές τις πράξεις και να τον επιπλήττουμε, αλλά να τον αφήνουμε να συνεχίζει. Αυτός είναι ο όγδοος τύπος.

Να δουλεύουμε με μισή καρδιά χωρίς καθορισμένο σχέδιο ή κατεύθυνση. Να δουλεύουμε απρόθυμα και να αφήνουμε τα πράγματα να παραπαίουν: «ακόμα μια μέρα πέρασε». Αυτός είναι ο ένατος τύπος.

Να θεωρούμε τον εαυτό μας σα να έχει επιτελέσει πολύ αξιόλογες υπηρεσίες και να παίρνουμε τον αέρα του βετεράνου. Να είμαστε ανίκανοι να κάνουμε μεγάλα πράγματα και όμως να περιφρονούμε μικρότερα καθήκοντα. Να είμαστε αμελείς στη δουλειά και χαλαροί στη μελέτη. Αυτός είναι ο δέκατος τύπος.

Να ξέρουμε τα λάθη μας, όμως να μην κάνουμε καμιά προσπάθεια να τα διορθώσουμε και να υιοθετούμε φιλελεύθερη στάση στον εαυτό μας. Αυτός είναι ο ενδέκατος τύπος.

Μπορούμε να ονομάσουμε μερικούς ακόμα. Αλλά αυτοί οι έντεκα είναι οι κυριότεροι τύποι.
Αυτές είναι εκδηλώσεις φιλελευθερισμού.
Στις επαναστατικές οργανώσεις ο φιλελευθερισμός είναι εξαιρετικά επιζήμιος. Είναι μια διαβρωτική ουσία που καταλύει την ενότητα, υπονομεύει τη συνοχή των γραμμών μας, εισάγει την αδράνεια και δημιουργεί διχόνοια. Αποστερεί τις επαναστατικές τάξεις από την συμπαγή οργάνωση και την αυστηρή πειθαρχία. Παρεμποδίζει την πλήρη εφαρμογή της πολιτικής και απομονώνει τις οργανώσεις του κόμματος από τις μάζες που είναι κάτω από την ηγεσία του. Είναι μια εξαιρετικά κακή στάση.
Ο φιλελευθερισμός ξεκινάει από τον ατομισμό της μικροαστικής τάξης που βάζει τα προσωπικά συμφέροντα μπροστά και τα συμφέροντα της επανάστασης, σε δεύτερη μοίρα, δίνοντας έτσι έδαφος στον ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό φιλελευθερισμό.
Οι φιλελεύθεροι βλέπουν τις αρχές του μαρξισμού σαν αφηρημένα δόγματα. Εγκρίνουν το μαρξισμό, αλλά δεν είναι έτοιμοι να τον κάνουν πράξη ή να τον κάνουν πράξη ολοκληρωτικά. Δεν είναι διατεθειμένοι να αντικαταστήσουν τον φιλελευθερισμό τους με τον μαρξισμό. Τέτοιοι άνθρωποι έχουν το μαρξισμό για τους άλλους αλλά τον φιλελευθερισμό για τον εαυτό τους. Στις αποσκευές τους κουβαλάνε και τον ένα και τον άλλο και για τον καθένα βρίσκουν τον τρόπο να τον χρησιμοποιήσουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο δουλεύει το μυαλό ορισμένων ανθρώπων.
Ο φιλελευθερισμός είναι μια εκδήλωση οππορτουνισμού και αντιτίθεται ριζικά στο μαρξισμό. Είναι παθητικό στο χαρακτήρα και αντικειμενικά φέρνει αποτελέσματα που βοηθάνε τον εχθρό. Έτσι ο εχθρός χαιρετίζει τη διατήρησή του ανάμεσά μας. Επειδή είναι τέτοια η φύση του δεν πρέπει να υπάρχει θέση γι’ αυτόν στις επαναστατικές τάξεις.
Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το ενεργητικό πνεύμα του μαρξισμού για να ξεπεράσουμε το φιλελευθερισμό με την παθητικότητά του. Ένας Κομμουνιστής πρέπει να είναι ειλικρινής, πιστός και ενεργητικός, να βλέπει τα συμφέροντα της επανάστασης σαν την ίδια τη ζωή του και να υποτάσσει τα προσωπικά του συμφέροντα στα συμφέροντα της επανάστασης. Πρέπει πάντα και παντού, να προσηλώνεται στις σωστές αρχές και να ασκεί ακούραστη πάλη ενάντια στις λαθεμένες ιδέες και πράξεις, έτσι ώστε να τίθεται αλληλέγγυος στη συλλογική ζωή του Κόμματος και να δυναμώνει τους δεσμούς ανάμεσα στο Κόμμα και στις μάζες. Και πρέπει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τους άλλους παρά για τον εαυτό του. Μόνο έτσι μπορεί να λέγεται Κομμουνιστής.
Όλοι οι πιστοί, τίμιοι, ενεργητικοί και σταθεροί Κομμουνιστές πρέπει να ενωθούν και να αντισταθούν στις φιλελεύθερες τάσεις που δείχνονται από ορισμένους ανθρώπους ανάμεσά μα, και να τους στρέψουν προς τη σωστή κατεύθυνση.
Αυτό είναι ένα από τα καθήκοντά μας στο ιδεολογικό μέτωπο.

18.3.07

Μάο Τσε - Τουνγκ: Μια σπίθα μπορεί ν' ανάψει φωτιά στον κάμπο

(5 Ιανουαρίου 1930)

Το κείμενο αυτό είναι μια επιστολή που έγραψε ο σ. Μάο Τσε – τουνγκ για να κριτικάρει ορισμένες πεσιμιστικές αντιλήψεις που υπήρχαν τότε στο Κόμμα. Όλο το κείμενο και τα σχόλια είναι από την έκδοση "Μάο Τσε Τουνγκ, εκλογή έργων 1926-1937" Ιστορικές Εκδόσεις Αθήνα 1967. Μετάφραση Κ. Γεωργίου - Ρ. Οικονόμου.

Ορισμένοι σύντροφοί μας μέσα στο Κόμμα, δεν κρίνουν με ορθό τρόπο την τρέχουσα κατάσταση και δεν αντιλαμβάνονται σωστά τη γραμμή δράσης που απορρέει απ’ αυτή. Αν και οι σύντροφοι αυτοί πιστεύουν, πως είναι αναπόφευκτη μια επαναστατική πλημμυρίδα, δεν πιστεύουν πως είναι άμεσα επικείμενη. Γι’ αυτό, δεν επιδοκιμάζουν την κατάληψη του Κιανγκσί και επιδοκιμάζουν μόνο την οργάνωση ανταρτικών επιδρομών στην μεθοριακή περιοχή των επαρχιών Φουκιέν, Κβαντούνγκ και του Κιανγκσί. Ταυτόχρονα, καθώς δεν αντιλαμβάνονται βαθιά τι σημαίνει να εγκαθιδρύσουμε κόκκινη πολιτική εξουσία στις αντάρτικες περιοχές, οι σύντροφοι αυτοί δεν αντιλαμβάνονται βαθιά την ιδέα της επιτάχυνσης της επαναστατικής πλημμυρίδας σε πανεθνική κλίμακα με την εδραίωση και την εξάπλωση της κόκκινης πολιτικής εξουσίας. Νομίζουν φαίνεται πως αφού η επαναστατική πλημμυρίδα είναι ακόμα μακριά, θα είναι χαμένος κόπος να προσπαθήσουμε να εγκαθιδρύσουμε πολιτική εξουσία με σκληρή δουλειά. Αντίθετα, θέλουν να εξαπλώσουμε την πολιτική επιρροή μας με την ευκολότερη μέθοδο της δράσης των μετακινούμενων ανταρτών, και, όταν θα έχουμε κερδίσει ή θα έχουμε κερδίσει ως κάποιο βαθμό τις μάζες σε όλη την χώρα, θέλουν να εξαπολύσουμε μια πανεθνική ένοπλη εξέγερση που, με τη συμμετοχή του Κόκκινου Στρατού, θα γίνει μια μεγάλη πανεθνική επανάσταση.

Η θεωρία τους, ότι πρέπει πρώτα να κερδίσουμε τις μάζες σε πανεθνική κλίμακα και σε όλες τις περιοχές και ύστερα να εγκαθιδρύσουμε πολιτική εξουσία, δεν είναι σύμφωνη με τη σημερινή κατάσταση της κινέζικης επανάστασης. Η θεωρία αυτή πηγάζει κυρίως από την αδυναμία να κατανοήσουν καθαρά ότι η Κίνα είναι μια μισοαποικιακή χώρα που γι’ αυτήν αντιμάχονται πολλές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Όταν το καταλάβει κανείς καλά αυτό, γιατί μόνο στην Κίνα υπάρχει το ασυνήθιστο φαινόμενο του μακρόχρονου και περίπλοκου πολέμου μέσα στις κυρίαρχες τάξεις, γιατί ο πόλεμος αυτός γίνεται συνεχώς πιο άγριος και εξαπλώνεται περισσότερο και γιατί δεν υπήρξε ποτέ ένα ενιαίο καθεστώς. Δεύτερο, θα καταλάβει τη μεγάλη σοβαρότητα του αγροτικού προβλήματος και κατά συνέπεια, γιατί οι αγροτικές εξεγέρσεις έχουν πάρει σήμερα μια πλατειά ανάπτυξη σ’ όλη τη χώρα. Τρίτο, θα καταλάβει πόσο σωστό είναι το σύνθημα για δημοκρατική πολιτική εξουσία των εργατών και των αγροτών. Τέταρτο, θα καταλάβει ένα άλλο ασυνήθιστο φαινόμενο, που και αυτό δεν υπάρχει έξω από την Κίνα, και το οποίοι είναι συνέπεια του πρώτου (ότι μόνο στην Κίνα υπάρχει ο μακρόχρονος και περίπλοκος πόλεμος μέσα στις κυρίαρχες τάξεις), συγκεκριμένα, την ύπαρξη και την ανάπτυξη του Κόκκινου Στρατού και των αντάρτικων δυνάμεων, και μαζί μ’ αυτούς την ύπαρξη και την ανάπτυξη των μικρών κόκκινων περιοχών, που είναι περικυκλωμένες από το αντεπαναστατικό καθεστώς. Πέμπτο, θα καταλάβει ότι στη μισοαποικιακή Κίνα, η εδραίωση και η ανάπτυξη του Κόκκινου Στρατού, των αντάρτικων δυνάμεων και των κόκκινων περιοχών, είναι η ανώτατη μορφή του αγώνα των αγροτών κάτω από την ηγεσία του προλεταριάτου, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανάπτυξης του αγώνα των μισοαποικιακών αγροτών και, αναμφίβολα, ο σημαντικότερος παράγοντας στην επιτάχυνση της επαναστατικής πλημμυρίδας σε όλη τη χώρα. Και, έκτο, θα καταλάβει ακόμα πως η πολιτική που καλεί μόνο για δράση μετακινούμενων ανταρτών δεν μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον της επιτάχυνσης αυτής της πανεθνικής επαναστατικής πλημμυρίδας, ενώ το είδος της πολιτικής που υιοθέτησαν ο Τσου Τεχ και ο Μάο Τσε – τουνγκ, καθώς και ο Φανγκ Τσιχ – μιν (1) δηλαδή, η πολιτική της δημιουργίας περιοχών βάσεων ερεισμάτων, της συστηματικής εγκαθίδρυσης πολιτικής εξουσίας, του βαθέματος της αγροτικής επανάστασης, την ανάπτυξης των ένοπλων δυνάμεων του λαού με μια μελετημένη διαδικασία, της δημιουργίας πρώτα της Κόκκινης Πολιτοφυλακής των κοινοτήτων, κατόπιν της Κόκκινης Πολιτοφυλακής των περιοχών, ύστερα των τοπικών στρατευμάτων του Κόκκινου Στρατού, μέχρι τη δημιουργία του τακτικού Κόκκινου Στρατού, της επέκτασης της πολιτικής εξουσίας προελαύνοντας κατά αλλεπάλληλα κύματα κλπ – είναι αναμφίβολα σωστή. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εμπνεύσουμε την εμπιστοσύνη στις επαναστατικές μάζες της χώρας, όπως το έχει κάνει η Σοβιετική Ένωση σε όλο τον κόσμο. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τρομερές δυσκολίες στις αντιδραστικές άρχουσες τάξεις, να κλονίσουμε τα θεμέλιά τους και να επιταχύνουμε της εσωτερική τους αποσύνθεση. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε πραγματικά να δημιουργήσουμε έναν Κόκκινη Στρατό, που θα γίνει το κύριο όπλο για τη μεγάλη επανάσταση στο μέλλον. Με λίγα λόγια, μόνο έτσι θα μπορέσουμε να επισπεύσουμε την επαναστατική πλημμυρίδα.

Οι σύντροφοι που πάσχουν από επαναστατική ορμητικότητα, υπερεκτιμούν υπερβολικά τις υποκειμενικές δυνάμεις της επανάστασης (2) και υποτιμούν τις δυνάμεις της αντεπανάστασης. Μια τέτοια εκτίμηση πηγάζει κυρίως από τον υποκειμενισμό. Τελικά, αυτό οδηγεί οπωσδήποτε στον πραξικοπηματισμό. Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση των υποκειμενικών δυνάμεων της επανάστασης και η υπερεκτίμηση των δυνάμεων της αντεπανάστασης αποτελεί κι αυτό μια λαθεμένη εκτίμηση και είναι βέβαιο, πως θα έχει ενός άλλου είδους άσχημα αποτελέσματα. Γι’ αυτό, για να κρίνουμε την πολιτική κατάσταση στην Κίνα είναι απαραίτητο να καταλάβουμε τα παρακάτω:
1. Αν και οι υποκειμενικές δυνάμεις της επανάστασης στην Κίνα είναι τώρα αδύνατες, το ίδιο αδύνατες είναι και όλες οι οργανώσεις (όργανα πολιτικής εξουσίας, ένοπλες δυνάμεις, πολιτικά κόμματα κλπ) των αντιδραστικών κυρίαρχων τάξεων, που μένουν, όπως και αυτές, στην καθυστερημένη και εύθραυστη κοινωνική οικονομική συγκρότηση της Κίνας. Αυτό μας βοηθάει να εξηγήσουμε, γιατί η επανάσταση δεν μπορεί να ξεσπάσει ταυτόχρονα στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου, αν και οι υποκειμενικές δυνάμεις της επανάστασης είναι τώρα ίσως κάπως ισχυρότερες παρά στην Κίνα, οι δυνάμεις των αντιδραστικών κυρίαρχων τάξεων είναι πολλές φορές ισχυρότερες παρά στην Κίνα. Και αυτό βοηθάει ακόμη να εξηγήσουμε γιατί η επανάσταση, θα προχωρήσει σίγουρα, γρηγορότερα σε μια πλημμυρίδα στην Κίνα, γιατί, αν και οι υποκειμενικές δυνάμεις της επανάστασης στην Κίνα είναι σήμερα αδύνατες, ωστόσο και οι δυνάμεις της αντεπανάστασης είναι και αυτές σχετικά αδύνατες.
2. Οι υποκειμενικές δυνάμεις της επανάστασης πραγματικά είχαν πολύ εξασθενίσει μετά την ήττα της επανάστασης το 1927. Οι δυνάμεις που απέμειναν είναι πολύ μικρές και οι σύντροφοι εκείνοι που κρίνουν μόνον επιφανειακά, αισθάνονται φυσικά απαισιόδοξα. Αλλά αν κρίνουμε κατά λάθος τα πράγματα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Εδώ, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα παλιό κινέζικο ρητό: «Μια μονάχα σπίθα μπορεί ν’ ανάψει φωτιά σ’ όλον τον κάμπο». Με άλλα λόγια, αν και οι δυνάμεις μας σήμερα είναι μικρές, θα μεγαλώσουν πολύ γρήγορα. Στις συνθήκες που επικρατούν στην Κίνα, όχι μόνο είναι δυνατή η ανάπτυξή του, αλλά πραγματικά είναι αναπόφευκτη, όπως το έχουν αποδείξει πέρα για πέρα το Κίνημα της 30ης Μάη και η Μεγάλη Επανάσταση που ακολούθησε. Όταν παρατηρούμε ένα πράγμα, πρέπει να εξετάζουμε την ουσία του και να θεωρούμε την εξωτερική του εκδήλωση σαν ένα οδηγό κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στο κατώφλι, γιατί πέρα απ’ αυτό βρίσκεται η ουσία του πράγματος. Αυτή είναι η μόνη σίγουρη και επιστημονική μέθοδος ανάλυσης των πραγμάτων.
3. Το ίδιο, όταν εκτιμάμε τις αντεπαναστατικές δυνάμεις, δεν πρέπει ποτέ να βλέπουμε μόνο την εξωτερική τους μορφή, αλλά να εξετάζουμε την ουσία τους. Στην αρχική περίοδο της ύπαρξης της επαναστατικής βάσης μας, στη μεθοριακή περιοχή του Χουνάν-Γιανγκσί, μερικοί σύντροφοι πίστευαν αληθινά στη λαθεμένη εκτίμηση που έκανε η Επιτροπή Περιοχής του Χουνάν και θεωρούσαν πως ο ταξικός εχθρός δεν αξίζει πεντάρα. Οι δυο χαρακτηρισμοί «τρομερά εξασθενημένος» και «τρομερά πανικοβλημένος» που φαίνονται σήμερα σαν αστεία, χρησιμοποιήθηκαν από την Επιτροπή Περιοχής του Χουνάν εκείνον τον καιρό (από τον Μάϊο ως τον Ιούνιο του 1928) για την εκτίμηση του κυβερνήτη του Χουνάν Λου Τι - μίνγκ(3) . Μια τέτοια εκτίμηση οδηγεί αναγκαστικά στον πραξικοπημαστισμό, στη σφαίρα της πολιτικής. Αλλά κατά τη διάρκεια των τεσσάρων μηνών από το Νοέμβριο εκείνου του χρόνου ως το Φεβρουάριο του 1929 (που πριν από τον πόλεμο ανάμεσα στον Τσανγκ Κάι – σεκ και τους μιλιταριστές του Κουανγκσί) (4) όταν η τρίτη «κοινή εκστρατεία καταστολής» (5) που έκανε ο εχθρός, πλησίαζε στα βουνά του Τσινγκ – κανγκ, μερικοί σύντροφοι έθεταν το ερώτημα «Για πόσο καιρό μπορούμε να κρατήσουμε την Κόκκινη Σημαία να κυματίζει;» Πραγματικά, ο αγώνας στην Κίνα μεταξύ της Βρετανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας πήρε από τότε εντελώς ανοιχτή μορφή και άρχιζε να διαμορφώνεται μια κατάσταση περίπλοκου πολέμου μεταξύ του Τσανγκ Κάι – σεκ, της κλίκας του Κβανγκσί και του Φενγκ Γιου – χσιάνγκ. Τότε ήταν πραγματικά ο καιρός, όπου η αντεπαναστατική παλίρροια, άρχιζε να γίνεται αμπώτιδα και η επαναστατική παλίρροια άρχισε πάλι να ανεβαίνει. Αλλά οι απαισιόδοξες ιδέες βρίσκονταν όχι μόνο στον Κόκκινο Στρατό αλλά και στις τοπικές κομματικές οργανώσεις. Ακόμη και η Κεντρική Επιτροπή είχε παρασυρθεί από την επιφανειακή όψη των πραγμάτων και είχε υιοθετήσει μια απαισιόδοξη άποψη. Η επιστολή του Φεβρουαρίου της Κεντρικής Επιτροπής είναι απόδειξη της απαισιόδοξης εκτίμησης που έγινε στο κόμμα εκείνο τον καιρό.
4. Η παρούσα αντικειμενική κατάσταση είναι τόσο περίπλοκη ώστε, οι σύντροφοι που βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων και όχι την ουσία, υπάρχει κίνδυνος να κάνουν λάθος. Ειδικά, όταν οι σύντροφοί μας, που εργάζονται στον Κόκκινο Στρατό νικιούνται στη μάχη ή περικυκλώνονται ή καταδιώκονται από ισχυρές δυνάμεις του εχθρού, κάνουν λάθος όταν γενικεύουν και υπερβάλλουν τη στιγμιαία, ειδική και περιορισμένη κατάσταση τους, όταν η κατάσταση στην Κίνα και σ’ ολόκληρο τον κόσμο δεν είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί την απαισιοδοξία και να κλονίζει την πεποίθηση για τη νίκη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο λόγος που οι σύντροφοι αυτοί στις παρατηρήσεις τους πιάνουν την επιφάνεια των πραγμάτων και απορρίπτουν την ουσία τους, είναι πως δεν έχουν κάνει μια επιστημονική ανάλυση της ουσίας της γενικής κατάστασης. Το ζήτημα αν θα έρθει γρήγορα μια επαναστατική πλημμυρίδα στην Κίνα, μπορούμε να το λύσουμε μόνο κάνοντας μια λεπτομερειακή εξέταση για να εξακριβώσουμε αν οι αντιθέσεις που οδηγούν σε μια επαναστατική πλημμυρίδα βρίσκονται πραγματικά σε ανάπτυξη. Μια και σήμερα οι αντιθέσεις στον κόσμο ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες και τις αποικίες τους, και ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές και το προλεταριάτο μέσα στις χώρες τους, βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη υπάρχει επιτακτική ανάγκη για τους ιμπεριαλιστές ν’ ανταγωνίζονται για την κυριαρχία της Κίνας. Όσο ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για την Κίνα γίνεται περισσότερο έντονος, τόσο η αντίθεση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και ολόκληρου του κινέζικου έθνους, καθώς και οι αντιθέσεις μεταξύ αυτών των ίδιων των ιμπεριαλιστών, θα αναπτύσσονται ταυτόχρονα πάνω στο Κινέζικο έδαφος. Και αυτό δημιουργεί τον περίπλοκο πόλεμο που απλώνεται και εκτείνεται καθημερινά και μεγαλώνει τη συνεχή ανάπτυξη των αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφορες κλίκες των αντιδραστικών κυβερνητών της Κίνας. Η ανάπτυξη των αντιθέσεων ανάμεσα στις αντιδραστικές κυβερνητικές κλίκες –ο περίπλοκος πόλεμος μεταξύ των μιλιταριστών- συνεπάγεται την όλο και πιο βαριά φορολογία, που οξύνει συνεχώς την αντίθεση μεταξύ των πλατειών μαζών των φορολογουμένων και των αντιδραστικών κυβερνητών. Η ανάπτυξη της αντίθεσης μεταξύ του ιμπεριαλισμού και της εθνικής βιομηχανίας της Κίνας, εμποδίζει τους Κινέζους βιομήχανους να εξασφαλίσουν παραχωρήσεις από τους ιμπεριαλιστές, πράγμα που οξύνει την αντίθεση μεταξύ της Κινέζικης αστικής τάξης και της Κινέζικης εργατικής τάξης, γιατί οι Κινέζοι καπιταλιστές προσπαθούν να βρουν διέξοδο με την ξέφρενη εκμετάλλευση των εργατών, ενώ οι εργάτες προβάλλουν αντίσταση. Η ανάπτυξη της ιμπεριαλιστικής εμπορικής εισβολής των Κινέζων εμπορο-καπιταλιστικών εκβιαστών αρπαγών, της βαριάς κυβερνητικής φορολογίας, κλπ, προκαλεί την όξυνση της αντίθεσης μεταξύ της τάξης των γαιοκτημόνων και της αγροτιάς, δηλαδή, η εκμετάλλευση με το μίσθωμα και την τοκογλυφία έχει ενταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και το μίσος των αγροτών κατά των γαιοκτημόνων μεγαλώνει. Εξ αιτίας της πίεσης των ξένων εμπορευμάτων, της εξάντλησης της αγοραστικής δύναμης των εργατικών και των αγροτικών μαζών και της αύξησης της κυβερνητικής φορολογίας, οι έμποροι των κινέζικων προϊόντων και οι ανεξάρτητοι παραγωγοί οδηγούνται όλο και περισσότερο στη χρεοκοπία. Εξαιτίας του γεγονότος πως η αντιδραστική κυβέρνηση αν και οι προμήθειες και τα χρήματα είναι λίγα, εξαπλώνει ατέλειωτα το στρατό της και απλώνει συνεχώς τον πόλεμο, οι μάζες των στρατιωτών βρίσκονται σε μια μόνιμη κατάσταση στέρησης. Εξαιτίας της αύξησης της κυβερνητικής φορολογίας, της αύξησης του ενοικίου, και του τόκου που απαιτούν οι γαιοκτήμονες και της καθημερινής εξάπλωσης των καταστροφών του πολέμου, υπάρχει παντού λοιμός και ληστεία και οι μάζες των αγροτών και οι φτωχοί κάτοικοι των πόλεων με δυσκολία κρατιούνται ζωντανοί. Επειδή τα σχολειά δεν έχουν χρήματα, πολλοί σπουδαστές φοβούνται ότι η εκπαίδευσή τους μπορεί να διακοπεί. Επειδή η παραγωγή έχει πέσει πολύ χαμηλά, πολλοί διπλωματούχοι δεν έχουν ελπίδα απασχόλησης. Όταν καταλάβουμε όλες αυτές τις αντιθέσεις, θα δούμε σε πια απελπιστική κατάσταση, σε τι χαόδικη θέση, βρίσκεται η Κίνα. Θα δούμε ακόμη ότι η μεγάλη πλημμυρίδα της επανάστασης ενάντια στους ιμπεριαλιστές, τους στρατοκράτες και τους γαιοκτήμονες, είναι αναπόφευκτη και θα έρθει πολύ γρήγορα. Όλη η Κίνα είναι στρωμένη με τα ξερά δεμάτια που γρήγορα θα πάρουν φωτιά. Το ρητό «μια μόνο σπίθα μπορεί ν’ ανάψει φωτιά σ’ όλον τον κάμπο» είναι κατάλληλη περιγραφή για το πως θα εξελιχθεί η σημερινή κατάσταση. Αρκεί μόνο να ρίξουμε μια ματιά στις απεργίες των εργατών, στις εξεγέρσεις των αγροτών, στις ανταρσίες των στρατιωτών και στις απεργίες των σπουδαστών που αναπτύσσονται συνεχώς σε πολλά μέρη, για να δούμε πως δεν είναι μακριά ο καιρός όπου μια «σπίθα θ’ ανάψει φωτιά σ’ όλον τον κάμπο».
Η ουσία των παραπάνω έχει δοθεί ήδη στην επιστολή της Επιτροπής του Μετώπου προς την Κεντρική Επιτροπή, της 5ης Απριλίου 1929, που σ’ ένα μέρος της διαβάζουμε:
Η επιστολή της Κεντρικής Επιτροπής (με ημερομηνία 9 Φεβρουαρίου 1929) κάνει μια πολύ απαισιόδοξη εκτίμηση της αντικειμενικής κατάστασης και των υποκειμενικών μας δυνάμεων. Με τις εκστρατείες «καταστολής» που έκανε το Κουόμιτανγκ εναντίον της Οροσειράς Τσινγκάνγκ, η αντεπαναστατική παλίρροια έφτασε στην ανώτατη στάθμη της. Αλλά η παλίρροια αυτή σταμάτησε εκεί και από τότε η αντεπαναστατική παλίρροια υποχωρεί σιγά-σιγά, ενώ φουσκώνει σιγά-σιγά η επαναστατική παλίρροια. Αν και η μαχητική ικανότητα του κόμματός μας και η οργανωτική δύναμή του έχουν εξασθενίσει στην έκταση που περιγράφεται από την Κεντρική Επιτροπή, γρήγορα θα αποκατασταθούν και η παθητικότητα ανάμεσα στους συντρόφους μέσα στο Κόμμα θα εξαφανιστεί αμέσως, καθώς η αντεπαναστατική παλίρροια θα μεταβάλλεται σιγά-σιγά σε αμπώτιδα. Οι μάζες σίγουρα θα έρθουν με μας. Η πολιτική των σφαγών που εφαρμόζει το Κουόμιτανγκ καταλήγει μόνο στο «να σπρώξει το ψάρι στα βαθιά νερά» (6) όπως λέει το ρητό, και ο ρεφορμισμός δεν έχει πια καμιά απήχηση στις μάζες. Είναι βέβαιο πως γρήγορα οι μάζες θα αποβάλλουν τις αυταπάτες τους για το Κουόμιτανγκ. Στην κατάσταση που δημιουργείται, κανένα άλλο κόμμα δεν είναι ικανό ν’ ανταγωνιστεί το κομμουνιστικό κόμμα στην κατάκτηση των μαζών. Η πολιτική γραμμή και η οργανωτική γραμμή που εχάραξε το Έκτο Εθνικό Συνέδριο του Κόμματος (7) είναι ορθή, δηλαδή, η επανάσταση στο σημερινό στάδιό της είναι δημοκρατική και όχι σοσιαλιστική, και το σημερινό καθήκον του κόμματος (εδώ πρέπει να προστεθούν οι λέξεις «στις μεγάλες πόλεις») (8) είναι να κερδίσουμε τις μάζες και όχι να κάνουμε άμεσες εξεγέρσεις. Άλλωστε, η επανάσταση θα αναπτυχθεί γρήγορα και θα πρέπει να πάρουμε θετική στάση στην προπαγάνδα μας και στις προετοιμασίες μας για ένοπλες εξεγέρσεις. Μόνον, παίρνοντας μια θετική στάση, μπορεί το κόμμα να ξαναβρεί τη μαχητική ικανότητά του ... Η προλεταριακή ηγεσία είναι το μόνο κλειδί για τη νίκη στην επανάσταση. Η οικοδόμηση μιας προλεταριακής βάσης για το κόμμα και η δημιουργία κομματικών πυρήνων στις βιομηχανικές επιχειρήσεις στα ζωτικά διαμερίσματα, είναι σήμερα σημαντικά οργανωτικά καθήκοντα για το κόμμα. Ταυτόχρονα όμως, οι μεγάλες προϋποθέσεις για την ενίσχυση του αγώνα, μέσα στις πόλεις και την επίσπευση του ανεβάσματος της επαναστατικής παλίρροιας είναι, ειδικά η ανάπτυξή του στην ύπαιθρό, η εγκαθίδρυση της κόκκινης πολιτικής εξουσίας σε μικρές περιοχές και η δημιουργία και η εξάπλωση του Κόκκινου Στρατού. Γι’ αυτό, θα είναι λάθος να εγκαταλείψουμε τον αγώνα στις πόλεις, αλλά, κατά τη γνώμη μας, είναι εσφαλμένη η θέση που φοβάται την ανάπτυξη της δύναμης των αγροτών, με τον ισχυρισμό πως αυτή θα ξεπεράσει τη δύναμη των εργατών και θα βλάψει την επανάσταση. Γιατί στην επανάσταση στην μισο-αποικιακή Κίνα, α αγώνας των αγροτών θα αποτυχαίνει πάντοτε αν δεν έχει επικεφαλής του τους εργάτες, αλλά η επανάσταση δεν θα ζημιωθεί ποτέ, αν ο αγώνας των αγροτών ξεπεράσει τις δυνάμεις των εργατών.
Η επιστολή περιέχει ακόμη την ακόλουθη απάντηση στο ζήτημα της τακτικής των επιχειρήσεων του Κόκκινου Στρατού.
Για να διατηρήσουμε τον Κόκκινο Στρατό και να ξεσηκώσουμε τις μάζες, η Κεντρική Επιτροπή μας ζητά να κατατεμαχίσουμε τις δυνάμεις μας σε πολύ μικρές μονάδες, να τις διασκορπίσουμε στην ύπαιθρο και να αποσύρουμε από το στρατό τον Τσου Τεχ και τον Μάο Τσε – τουνγκ, καλύπτοντας έτσι τους μεγάλους στόχους μας. Αυτή δεν είναι ρεαλιστική άποψη. Τον χειμώνα του 1927-28, σχεδιάσαμε να διασκορπίσουμε τις δυνάμεις μας στην ύπαιθρο και κάθε λόχος ή τάγμα να ενεργεί από μόνο του και να ακολουθεί τακτική ανταρτοπόλεμου, με σκοπό να ξεσηκώνει τις μάζες, ενώ θα προσπαθεί να μη δίνει στόχο στον εχθρό. Πολλές φορές το έχουμε δοκιμάσει αυτό, αλλά κάθε φορά αποτυχαίναμε. Οι λόγοι είναι: 1) Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες στην κύρια δύναμη του Κόκκινου Στρατού προέρχονται από άλλες περιοχές και έχουν ένα υπόβαθρο διαφορετικό από το υπόβαθρο των τοπικών τμημάτων της Κόκκινης Πολιτοφυλακής. 2) Η διαίρεση σε μερικές μονάδες έχει σαν αποτέλεσμα να αδυνατίζει την ηγεσία και να την κάνει ανίκανη να τα βγάλει πέρα σε δύσκολες συνθήκες, πράγμα που εύκολα οδηγεί στην ήττα. 3) Οι μονάδες υπόκεινται στον κίνδυνο να εξοντωθούν από τον εχθρό μία προς μία. 4) Όσο πιο δύσκολες είναι οι συνθήκες, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να είναι συγκεντρωμένες οι δυνάμεις μας, και οι αρχηγοί να είναι σταθεροί στον αγώνα, γιατί μόνον έτσι μπορούμε να έχουμε εσωτερική ενότητα εναντίον του εχθρού. Μόνον σε ευνοϊκές συνθήκες είναι σκόπιμο να κατατεμαχίσουμε τις δυνάμεις μας για επιχειρήσεις ανταρτοπολέμου και μόνον τότε είναι απαραίτητο να μένουν οι αρχηγοί κοντά στις μονάδες τους όλον τον καιρό, όπως πρέπει να κάνουν στις δύσκολες συνθήκες.
Η αδυναμία της παραγράφου αυτής είναι ότι τα επιχειρήματα που παραθέτει εναντίον της διαίρεσης των δυνάμεων έχουν αρνητικό χαρακτήρα και δεν είναι καθόλου επαρκή. Ο θετικός λόγος για τη συγκέντρωση των δυνάμεων μας είναι ότι μόνον η συγκέντρωση θα μας κάνει ικανούς να εξοντώσουμε συγκριτικά μεγάλες μονάδες του εχθρού και να καταλάβουμε πόλεις. Μόνον όταν εξοντώσουμε συγκριτικά μεγάλες δυνάμεις του εχθρού και καταλάβουμε πόλεις, μπορούμε να ξεσηκώσουμε τις μάζες σε ευρεία κλίμακα και να εγκαθιδρύσουμε πολιτική εξουσία σε έναν αριθμό γειτονικών περιοχών. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ασκήσουμε μια εκτεταμένη επίδραση (αυτό που λέμε «εξάπλωση της επιρροής μας»), και να συμβάλλουμε αποτελεσματικά στην επίσπευση της ημέρας της μεγάλης επαναστατικής πλημμυρίδας. Παραδείγματος χάρη, και η βάση που εγκαθιδρύσαμε στο Μεθοριακή περιοχή του Χουνάν-Κιανγκσί τον προπερσινό χρόνο και η βάση που εγκαθιδρύσαμε πέρσι στο δυτικό Φουκιέν (9) ήταν αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής της συγκέντρωσης των στρατευμάτων μας. Αυτό είναι μια γενική αρχή, αλλά δεν υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι δυνάμεις μας πρέπει να διαιρεθούν; Ναι, υπάρχουν. Η επιστολή της Επιτροπής Μετώπου προς την Κεντρική Επιτροπή μιλά για την τακτική ανταρτοπόλεμου για τον Κόκκινο Στρατό, και συμπεριλαμβάνει τον κατατεμαχισμό των δυνάμεων μέσα σε μια μικρή ακτίνα:
Η τακτική που έχουμε διδαχτεί από τον αγώνα των τριών τελευταίων χρόνων, είναι πράγματι διαφορετική από κάθε άλλη τακτική, παλιά ή σύγχρονη, κινέζικη ή ξένη. Με την τακτική μας, οι μάζες μπορούν να ξεσηκωθούν για αγώνα σε μια πολύ πλατειά κλίμακα, και κανένας εχθρός, οσοδήποτε ισχυρός, δεν μπορεί να μας νικήσει. Η τακτική μας είναι τακτική ανταρτοπολέμου. Συνίσταται κυρίως στα ακόλουθα σημεία:
«Να διαιρούμε τις δυνάμεις μας για να ξεσηκώνουμε τις μάζες, να συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις μας για να χτυπάμε τον εχθρό».
«Όταν ο εχθρός προχωρεί, εμείς υποχωρούμε. Όταν ο εχθρός είναι στρατοπευδεμένος, εμείς τον ενοχλούμε. Όταν ο εχθρός είναι εξαντλημένος, του κάνουμε επίθεση. Όταν ο εχθρός υποχωρεί τον καταδιώκουμε».
«Για να διευρύνουμε τις μόνιμες βάσεις ερεισμάτων (10), εφαρμόζουμε την πολιτική της επίθεσης κατά κύματα. Όταν μας καταδιώκει ένας ισχυρός εχθρός, εφαρμόζουμε την τακτική των κυκλικών ελιγμών».
«Να ξεσηκώνουμε το μεγαλύτερο αριθμό μαζών στο συντομότερο δυνατό χρόνο και με την καλύτερη δυνατή μέθοδο».
Η τακτική αυτή είναι ακριβώς όπως το ρίξιμο του διχτυού. Σε κάθε στιγμή θα είμαστε έτοιμοι να το ρίξουμε ή να το τραβήξουμε. Το ρίχνουμε ανοιχτά για να κερδίσουμε τις μάζες και το τραβάμε για να χτυπήσουμε τον εχθρό. Τέτοια είναι η τακτική που έχουμε χρησιμοποιήσει κατά τα τελευταία τρία χρόνια.
Εδώ, «να ρίχνουμε το δίχτυ ανοιχτά» σημαίνει να διαιρούμε τις δυνάμεις μας μέσα σε μια ακτίνα. Παραδείγματος χάρη, όταν καταλάβαμε πρώτα την πρωτεύουσα της περιοχής Γιουνγκσίν στη μεθοριακή περιοχή του Χουνάν – Κιανγκσί, διαιρέσαμε τις δυνάμεις του 29ου και του 31ου συντάγματος μέσα στα όρια της περιοχής Γιουνγσίν. Και πάλι όταν καταλάβαμε το Γιουνγσίν για τρίτη φορά, διαιρέσαμε για μια ακόμα φορά τις δυνάμεις μας διασκορπίζοντας το 28ο σύνταγμα στα σύνορα της περιοχής Ανφού, το 29ο στο Λιενχουά και το 31ο στα σύνορα της περιοχής Κιάν. Και πάλι διαιρέσαμε τις δυνάμεις μας στις περιοχές του Νότιου Κιανγκσί τον τελευταίο Απρίλιο και Μάιο και στις περιοχές του Δυτικού Φουκιέν τον τελευταίο Ιούλιο. Όσο για τη διαίρεση των δυνάμεών μας σε μια μεγάλη ακτίνα, είναι δυνατή μόνον κάτω από δύο προϋποθέσεις, όταν οι συνθήκες θα είναι σχετικά ευνοϊκές και τα καθοδηγητικά όργανα πολύ ισχυρά. Γιατί ο σκοπός της διαίρεσης των δυνάμεών μας είναι να πιάσουμε μια καλύτερη θέση για να κερδίσουμε τις μάζες, για να βαθύνουμε την αγροτική επανάσταση, για να εγκαθιδρύσουμε πολιτική εξουσία και για να διευρύνουμε τον Κόκκινο Στρατό και τις τοπικές ένοπλες δυνάμεις. Είναι καλύτερο να μη διαιρούμε τις δυνάμεις μας, όταν ο σκοπός αυτός δεν είναι πραγματοποιήσιμος ή όταν η διαίρεση των δυνάμεών μας μπορεί να οδηγήσει στην ήττα και στο αδυνάτισμα του Κόκκινου Στρατού, όπως έγινε τον Αύγουστο πριν από δυό χρόνια, που οι δυνάμεις μας διαιρέθηκαν στα σύνορα του Χουνάν – Κιανγκσί για να επιτεθούν στο Τσεντσόου. Αλλά αναμφίβολα, όταν υπάρχουν οι δύο προϋποθέσεις που αναφέραμε παραπάνω, θα διαιρούμε τις δυνάμεις μας, γιατί η αποκέντρωση έχει τότε περισσότερα πλεονεκτήματα από τη συγκέντρωση.
Η επιστολή του Φεβρουαρίου της Κεντρικής Επιτροπής δεν είχε σωστό πνεύμα και είχε άσχημη επίδραση σε μερικούς συντρόφους του Κόμματός μας στην Τέταρτη Στρατιά. Εκείνον τον καιρό η Κεντρική Επιτροπή έβγαλε ακόμα μια εγκύκλιο, που έλεγε ότι δεν ήταν απαραίτητο να ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ του Τσανγκ Κάϊ – σεκ και των μιλιταριστών του Κβανγκ – σι. Από τότε όμως κι ύστερα, οι εκτιμήσεις και οι εντολές της Κεντρικής Επιτροπής ήταν βασικά σωστές. Εκδόθηκε κιόλας μια άλλη εγκύκλιος που διόρθωνε την εγκύκλιο που είχε κάνει τη λαθεμένη εκτίμηση. Αν όμως και δεν είχε κάνει καμιά διόρθωση της επιστολής της προς τον Κόκκινο Στρατό, οι εντολές της που ακολούθησαν δεν είχαν το ίδιο πεσιμιστικό τόνο και οι απόψεις της για τις επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού συνέπεσαν τώρα με τις δικές μας. Αλλά η κακή επίδραση που είχε η επιστολή αυτή σε ορισμένους συντρόφους εξακολουθεί να παραμένει. Γι’ αυτό, αισθάνομαι ότι είναι ακόμα απαραίτητο να εξηγηθώ σχετικά με αυτό.
Το σχέδιο να καταλάβουμε την επαρχία του Κιανγσί μέσα σ’ ένα χρόνο είχε και αυτό προταθεί τον τελευταίο Απρίλιο από την Επιτροπή του Μετώπου προς την Κεντρική Επιτροπή και αργότερα είχε παρθεί μια απόφαση πάνω σ’ αυτό το θέμα, στο Γιουτού. Στην επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή, είχαν δοθεί τα ακόλουθα επιχειρήματα:
Τα στρατεύματα του Τσανγκ Κάϊ – σεκ και των μιλιταριστών του Κβανγκσί πλησιάζουν το ένα το άλλο κοντά στο Κιουκιάνγκ και επίκειται μια μεγάλη μάχη. Η ανάληψη του μαζικού αγώνα συνδυασμένη με την όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των αντιδραστικών κυβερνητών, δημιουργεί την πιθανότητα να φτάσει γρήγορα η μεγάλη πλημμυρίδα της επανάστασης. Προκειμένου να οργανώσουμε εμείς τη δουλειά μας κάτω από αυτές τις συνθήκες, νομίζουμε πως στις νότιες επαρχίες, οι ένοπλες δυνάμεις των κομπραδόρων και των γαιοκτημόνων, ιδιαίτερα στις επαρχίες Κβανγκ-τούνγκ και Χουνάν, είναι πολύ ισχυρές, και ακόμα πως στο Χουνάν έχουμε χάσει σχεδόν όλες τις μάζες που μας ακολουθούσαν τόσο μέσα όσο και έξω από το Κόμμα, εξαιτίας των πραξικοπηματιστικών λαθών του Κόμματος. Αλλά στις τρεις επαρχίες του Φουκιέν, του Κιανγκσί και του Τσκιάνγκ η κατάσταση είναι διαφορετική. Πρώτο, εκεί στρατιωτικά ο εχθρός είναι πιο αδύνατος. Στο Τσεκιάνγκ υπάρχει μόνο μια μικρή επαρχιακή δύναμη κάτω από τη διοίκηση του Τσιάνγκ Πο-τσένγκ (11). Στο Φουκιέν αν και υπάρχουν πέντε ομάδες εχθρικών στρατευμάτων που αριθμούν συνολικά 14 συντάγματα, τα στρατεύματα του Κούο Φένγκ-μίνγκ είναι κιόλας τσακισμένα. Τα στρατεύματα κάτω από τη διοίκηση του Τσε Κουοχόι και του Λου Χσίνγκ-πάνγκ (12) είναι ληστές με μικρή μαχητική ικανότητα. Οι δύο ταξιαρχίες από πεζοναύτες που σταθμεύουν κατά μήκος της ακτής δεν έχουν δει ποτέ μάχη και η μαχητική τους ικανότητα αναμφίβολα, δεν είναι μεγάλη. Μόνον ο Τσάνγκ Τσεν (13) μπορεί να κάνει κάποιου είδους μάχη, αλλά, σύμφωνα με μια ανάλυση που έγινε από την Επιτροπή περιοχής του Φουκιέν, και αυτός ακόμα έχει δύο μόνον συντάγματα σχετικά ισχυρά. Και ακόμη, το Φουκιέν, βρίσκεται τώρα σε μια κατάσταση ολοκληρωτικού χάους, σύγχυσης και διχασμού. Στο Κιανγσί, υπάρχουν 16 συντάγματα κάτω από δύο διοικητές, τον Τσού Πέϊ τεχ (14) και τον Χσιούνγκ Σίχ - χούϊ (15), τα συντάγματα αυτά είναι ισχυρότερα από τις ένοπλες δυνάμεις του Φουκιέν ή του Τσεκιάνγκ, αλλά είναι πολύ κατώτερα από τις ένοπλες δυνάμεις του Χουνάν. Δεύτερο, σ’ αυτές τις τρεις επαρχίες έχουν γίνει λιγότερα πραξικοπηματιστικά λάθη. Δεν έχουμε καθαρή εικόνα για την κατάσταση στο Τσεκιάνγκ, αλλά η οργανωτική και μαζική βάση του Κόμματος είναι κάπως καλύτερη στο Κιανγσί και στο Φουκιέν παρά στο Χουνάν. Παραδείγματος χάρη, ας πάρουμε το Κιανγσί. Στο βόρειο Κιανγκσί έχουμε μερικές βάσεις στο Τεχάν, στο Χσιουσχούι και στο Τουνγού. Στο δυτικό Κιανγκσί το Κόμμα και η Κόκκινη Πολιτοφυλακή έχουν ακόμη κάποια δύναμη στο Νινγκάνγκ, στο Γιουνγκσίν, στο Λιενχουά και στο Σουϊτσουάν. Στο νότιο Κιανγκσί οι προοπτικές είναι ακόμα καλύτερες γιατί τα συντάγματα, Δεύτερο και Τέταρτο του Κόκκινου Στρατού, αυξάνουν σταθερά τις δυνάμεις τους στις περιοχές του Κιάνγκ, του Γιάνγκ Φένγκ και του Χσινκούο. Και το σοβαρότερο, ο Κόκκινος Στρατός κάτω από τον Φάνγκ Τσίχ-μιν έχει κυριολεκτικά τσακιστεί. Όλα αυτά μας υποχρεώνουν να προτιμήσουμε τον Ναντσάνγκ. Γι’ αυτό προτείνουμε στην Κεντρική Επιτροπή, όπως κατά τη διάρκεια του παρατεινόμενου πολέμου μεταξύ των μιλιταριστών του Κουόμιτανγκ, εμείς να πολεμήσουμε κατά του Τσανγκ Κάϊ-σεκ και της κλίκας του Κβανγκσί στην επαρχία του Κβανγκσί, καθώς και στο δυτικό Φουκιέν και στο δυτικό Τσεκιάν. Στις τρεις αυτές επαρχίες θα διευρύνουμε τον Κόκκινο Στρατό και θα δημιουργήσουμε μια επαναστατική βάση, με χρονικό όριο ενός χρόνου, για την εκπλήρωση αυτού του σχεδίου.
Η πρόταση αυτή να πολεμήσουμε για το Κιανγκσί ήταν λαθεμένη μόνο στο σημείο, που έθετε χρονικό όριο ενός χρόνου. Βασιζόταν όχι μόνο στις συνθήκες μέσα σ’ αυτή την ίδια την επαρχία, αλλά και στην προοπτική ότι θα φτάσει γρήγορα μια μεγάλη πανεθνική επαναστατική πλημμυρίδα. Γιατί χωρίς να έχουμε πειστεί πως θα ερχόταν γρήγορα μια μεγάλη επαναστατική πλημμυρίδα, δεν θα μας ήταν δυνατό να συμπεράνουμε πως θα μπορούσαμε να πάρουμε το Κιανγσί σε ένα χρόνο. Η μόνη αδυναμία στην πρόταση αυτή ήταν ότι έθετε χρονικό όριο ενός χρόνου, που δεν πραγματοποιήθηκε και έδωσε έτσι ένα πνεύμα ανυπομονησίας στη λέξη «γρήγορα» μέσα στη διαβεβαίωση «γρήγορα θα φτάσει μια μεγάλη επαναστατική πλημμυρίδα». Όσο για τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες στο Κιανγσί, τις προσέξαμε καλά. Εκτός από τις υποκειμενικές συνθήκες που περιγράψαμε στην επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή, τώρα μπορούμε να δείξουμε καθαρά και τρεις αντικειμενικές συνθήκες. Πρώτο, η οικονομία του Κιανγσί είναι κυρίως φεουδαρχική, η εμπορο-καπιταλιστική τάξη είναι σχετικά αδύνατη και οι ένοπλες δυνάμεις των φεουδαρχών είναι περισσότερο αδύνατες πάρα σε οποιαδήποτε άλλη νότια επαρχία. Δεύτερο, το Κιανγκσί δεν έχει δικά του επαρχιακά στρατεύματα και το φρουρούσαν πάντα στρατεύματα από άλλες επαρχίες. Τα στρατεύματα αυτά που στέλνονται εκεί για την «καταστολή των κομμουνιστών» ή «για την καταστολή των ληστών», δεν είναι εξοικειωμένα με τις τοπικές συνθήκες, τα συμφέροντά τους είναι πολύ λιγότερο άμεσα συνδεδεμένα με την περιοχή αυτή, παρά, αν ήταν τοπικά στρατεύματα και συνήθως δεν έχουν ενθουσιασμό. Και τρίτο, σε διάκριση από το Κουαγκτούνγκ που είναι κοντά στο Χόνγκ – Κόνγκ και από κάθε άποψη σχεδόν κάτω από βρετανικό έλεγχο, το Κιανγκσί είναι σχετικά μακριά από την ιμπεριαλιστική επιρροή. Όταν αντιληφθούμε αυτά τα τρία σημεία, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί οι αγροτικές εξεγέρσεις έχουν μεγαλύτερη έκταση και ο Κόκκινος Στρατός και οι αντάρτικες μονάδες έχουν μεγαλύτερη αριθμητική δύναμη στο Κιανγκσί, παρά σε οποιαδήποτε άλλη επαρχία.
Πώς λοιπόν πρέπει να ερμηνεύσουμε τη λέξη «γρήγορα» στη διαβεβαίωση «γρήγορα θα φτάσει μια μεγάλη επαναστατική πλημμυρίδα»; Αυτό είναι ένα κοινό ερώτημα όλων των συντρόφων. Οι μαρξιστές δεν είναι μάντεις. Μπορούν, και πραγματικά αυτό κάνουν, μόνο να δείξουν τη γενική κατεύθυνση των μελλοντικών εξελίξεων και των αλλαγών. Δεν καθορίζουν, και δεν μπορούν να καθορίζουν την ημέρα και την ώρα μηχανικά. Άλλα όταν λέγω, πως γρήγορα θα φτάσει μια μεγάλη επαναστατική πλημμυρίδα στην Κίνα, δεν μιλώ, και αυτό το τονίζω, για κάτι, που, κατά την έκφραση ορισμένων «μπορεί να έρθει», για κάποια πλάνη, απραγματοποίητη και χωρίς σημασία για δράση. Αυτό μοιάζει σαν ένα πλοίο ανοικτά στη θάλασσα, που η κορυφή του καταρτιού του μπορεί κιόλας να φαίνεται από τη στεριά. Είναι σαν τον πρωινό ήλιο στην ανατολή, που οι λαμπρές αχτίδες του φαίνονται από την κορυφή ενός ψηλού βουνού. Είναι σαν ένα παιδί που πρόκειται να γεννηθεί γρήγορα και κινιέται ακατάπαυστα μέσα στην κοιλιά της μάνας του.

Σημειώσεις
(1) Ο σύντροφος Φανγκ Τσιχ – μιν, από το Γιγουάνγκ της επαρχίας Κιανγκσί και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Κίνας, που εκλέχτηκε από το 6ο συνέδριο, ήταν ο θεμελιωτής της κόκκινης περιοχής στο βορειοανατολικό Κιανγκσί και της 10ης Κόκκινης Στρατιάς. Το 1934 οδήγησε την αντιγιαπωνέζικη εμπροσθοφυλακή του Κόκκινου Στρατού προς το Βορρά για να αντιμετωπίσει τους ιάπωνες εισβολείς. Το Ιανουάριο του 1935 πιάστηκε αιχμάλωτος από τους κουομινταγκικούς αντιδραστικούς και πέθανε σαν ήρωας στο Ναντσάγκ του Κιανγσί.

(2) Δηλαδή οι οργανωμένες δυνάμεις της επανάστασης.

(3) Λι Του – μίνγκ: Μιλιταριστής του Κουόμιτανγκ, κυβερνήτης του Χουνάν το 1928.

(4) Ο πόλεμος του Μαρτίου – Απριλίου 1929, ανάμεσα στον Τσανγκ Κάι – σεκ και στον Λι Τσουνγκ – γεν και Πέι Τσανγκ – σι, μιλιταριστές του Κουόμιτανγκ της επαρχίας του Κιανγκσί.

(5) Η τρίτη εισβολή στην επαναστατική βάση του Κόκκινου Στρατού στα βουνά Τσινγκάνγκ, των μιλιταριστών του Κουόμιτανγκ που κράτησε από τα τέλη του 1926 μέχρι τις αρχές του 1928.

(6) Η φράση αυτή είναι απ’ το Μένκιους, που παρομοιάζει όταν μιλάει για έναν τύραννο που σπρώχνει το λαό στην αναζήτηση ενός καλού κυβερνήτη, με τη βύδρα που «σπρώχνει το ψάρι στα βαθιά νερά».


(7) Το Έκτο Εθνικό Συνέδριο του ΚΚ Κίνας έγινε τον Ιούλιο του 1928. Το συνέδριο αυτό καθόρισε ότι μετά την ήττα του 1927, η επανάσταση παρέμεινε αστικοδημοκρατική ως προς το χαρακτήρα της, δηλαδή αντιιμπεριαλιστική και αντιφεουδαρχική και ότι μια και η αναπόφευκτη νέα πλημμυρίδα στην επανάσταση δεν ήταν ακόμα άμεσα επικείμενη, η γενική γραμμή για την επανάσταση θα πρέπει να είναι να κερδίζουμε τις μάζες.
Το Έκτο Εθνικό Συνέδριο διέλυσε τη δεξιά οππορτουνιστική τάση του Τσε Του – σιέου και απέκρουσε τον «αριστερό» πραξικοπηματισμό που εμφανίσθηκε στο Κόμμα στα τέλη του 1927 και στις αρχές του 1928.

(8) Η φράση μέσα σε παρένθεση προστέθηκε από το συγγραφέα.

(9) Στο 1929 ο Κόκκινος Στρατός άρχισε μια εκστρατεία, από το Τσινγκανγκκάν στην επαρχία Φουκιέν, όπου δημιούργησε μια καινούργια επαναστατική βάση, επεκτείνοντας την επαναστατική λαϊκή εξουσία στις περιφέρειες Λουνγκυέν, Τσινγκτένγκ και Τσανγκμάνγκ, που βρίσκεται δυτικά στο Χουνκιέν.

(10) Εδώ εννοεί τις σχετικά σταθερές επαναστατικές βάσεις που δημιουργήθηκαν από τον Κόκκινο Εργατο-αγροτικό Στρατό.

(11) Ο Τσιάνγ Πο-τσένγκ ήταν τότε ο διοικητής των σωμάτων για την «επιβολή της τάξεως» του Κουόμιτανγκ στην επαρχία Τσεκιάνγκ.

(12) Ο Τσενγκ Κου χουέι και ο Λου Σιν – σάνγκ ήταν δύο διαβόητοι ληστές του Κουόμιτανγκ που ενώθηκαν με τις δυνάμεις τους με το στρατό του Κουόμιτανγκ.

(13) Ο Τσανγκ Τσεν ήταν διοικητής μιας μεραρχίας του στρατού του Κουόμιτανγκ.

(14) Ο Τσού Πέϊτεχ ήταν ένας από τους μιλιταριστές του Κουόμιτανγκ. Κυβερνήτης τότε της επαρχίας Κιανγσί.

(15) Ο Χσιούνγκ Σίχ – χουέϊ ήταν τότε ένας από τους διοικητές μεραρχίας του στρατού του Κουόμιτανγκ, στην επαρχία Κιανγσί.