10.3.08

Μάο Τσετούνγκ: Για την καταπολέμηση των εσφαλμένων αντιλήψεων στο Κόμμα

Για την καταπολέμηση των εσφαλμένων αντιλήψεων στο Κόμμα [1]

(Δεκέμβρης 1929)

Στις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού, εμφανίστηκαν διάφορες μη προλεταριακές ιδέες που εμποδίζουν πολύ την εφαρμογή της σωστής γραμμής του Κόμματος. Αν δεν διορθωθούν πέρα για πέρα, τότε η Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού είναι βέβαιο πως θα είναι ανίκανη να επωμιστεί τα καθήκοντα που της έχει ορίσει η μεγάλη επαναστατική πάλη της Κίνας. Φυσικά η πηγή των διάφορων λαθεμένων ιδεών στην οργάνωση του Κόμματος στην Τέταρτη Στρατιά βρίσκεται στο γεγονός ότι η οργανωτική βάση του Κόμματος αποτελείται σε μεγάλο μέρος από αγρότες και άλλα στοιχεία μικροαστικής καταγωγής, αλλά η αποτυχία των ηγετικών οργάνων του Κόμματος να παλέψουν συντονισμένα ενάντια σ’ αυτές τις εσφαλμένες αντιλήψεις και να διαπαιδαγωγήσουν τα μέλη με τη σωστή γραμμή είναι επίσης μια σημαντική αιτία της ύπαρξης και της ανάπτυξης τέτοιων λαθεμένων ιδεών. Αυτή η Διάσκεψη, που βασίζεται στο πνεύμα της επιστολής του Σεπτεμβρίου του Κέντρου του Κόμματος, μ’ αυτή την ευκαιρία επισημαίνει τις εκδηλώσεις διαφόρων μη προλεταριακών αντιλήψεων στην Κομματική οργάνωση της Τέταρτης Στρατιάς, την πηγή τους και τις μέθοδες καταπολέμησής τους, και καλεί όλους τους συντρόφους να τις εξαλείψουν πέρα για πέρα.

Σχετικά με την καθαρά στρατιωτική άποψη

Η καθαρά στρατιωτική άποψη έχει πάρει μια ασυνήθιστα πλατειά διάδοση ανάμεσα σε ένα αριθμό συντρόφων στον Κόκκινο Στρατό. Εκδηλώνεται όπως παρακάτω:

1. Να θεωρούμε την στρατιωτική δουλειά και την πολιτική δουλειά σαν αντιτιθέμενες τη μια στην άλλη. Να μην αναγνωρίζουμε τη στρατιωτική δουλειά μόνο σαν ένα από τα μέσα εκπλήρωσης των πολιτικών καθηκόντων, ακόμα να δηλώνουμε, «όταν η στρατιωτική δουλειά γίνεται καλά, η πολιτική δουλειά θα γίνεται φυσικά επίσης καλά. Όταν η στρατιωτική δουλειά δεν γίνεται καλά, ούτε η πολιτική δουλειά μπορεί να γίνει καλά» - αυτό σημαίνει να πάμε ένα βήμα ακόμα και να θεωρούμε πως η στρατιωτική δουλειά καθοδηγεί την πολιτική δουλειά.

2. Να θεωρούμε τα καθήκοντα του Κόκκινου Στρατού όμοια με τα καθήκοντα του Λευκού Στρατού – απλώς να πολεμάμε. Να αγνοούμε το γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός της Κίνας, είναι μια ένοπλη δύναμη για την εφαρμογή των πολιτικών καθηκόντων της επανάστασης. Ειδικά στην παρούσα στιγμή, είναι βέβαιο πως ο Κόκκινος Στρατός δεν υπάρχει μόνο για να πολεμάει. Παράλληλα με την πάλη για την καταστροφή της στρατιωτικής δύναμης του εχθρού, οφείλει επίσης να επωμιστεί τέτοια σημαντικά καθήκοντα όπως να κινητοποιεί τις μάζες, να τις οργανώνει, να τις εξοπλίζει, και να τις βοηθάει να αναπτύσσουν επαναστατική πολιτική δραστηριότητα, και ακόμα να στερεώνει τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος.. Όταν ο Κόκκινος Στρατός πολεμάει, δεν πολεμάει απλώς προς χάρη του αγώνα αλλά για να κινήσει τις μάζες, να τις οργανώσει, να τις εξοπλίσει και να τις βοηθήσει να στερεώσουν την επαναστατική πολιτική δύναμη. Έξω από τέτοιους στόχους, ο πόλεμος χάνει το νόημα του και ο Κόκκινος Στρατός τον λόγο της ύπαρξής του.

3. Επομένως, οργανωτικά καταλήγουμε να υποτάσσουμε τα όργανα της πολιτικής δουλειάς του Κόκκινου Στρατού στα όργανα της στρατιωτικής δουλειάς, και να προβάλουμε το σύνθημα «Το Γ.Ε. του στρατού ασχολείται με τα πάντα». Αν μια τέτοια ιδέα συνεχίσει να αναπτύσσεται, μπορεί να οδηγήσει σε αποξένωση από τις μάζες, σε υποταγή της κυβέρνησης στο στρατό, και σε απόσπαση του στρατού από την προλεταριακή ηγεσία – με μια λέξη, στο ίδιο μονοπάτι της στρατοκρατίας όπως συμβαίνει με το στρατό του Κουόμιντανγκ.

4. Ταυτόχρονα, καταλήγουμε να παραβλέπουμε στην δουλειά της ζύμωσης, την αξία των ομάδων ζύμωσης. Στη δουλειά για την οργάνωση των μαζών, να παραβλέπουμε την οργάνωση των συμβουλίων των στρατιωτών στο στρατό και τοπικά την οργάνωση των μαζών των εργατών και των εργατών. Το αποτέλεσμα, είναι ότι η δουλειά της ζύμωσης όσο και η οργανωτική δουλειά εγκαταλείπονται.

5. Να παίρνουν τα μυαλά μας αέρα όταν μια μάχη κερδίζεται και να κατεβάζουμε τα μούτρα όταν χάνεται.

6. Φατριαστική νοοτροπία, δηλαδή να αντιμετωπίζουμε τα πάντα μόνο από την άποψη του συμφέροντος της Τέταρτης Στρατιάς και να μην καταλαβαίνουμε πως ο εξοπλισμός των μαζών τοπικά είναι ένα από τα σπουδαία καθήκοντα του Κόκκινου Στρατού. Αυτός είναι ένα μεγεθυμένος τύπος φατριασμού.

7. Ένας μικρός αριθμός συντρόφων περιορισμένος στο άμεσο περιβάλλον της Τέταρτης Στρατιάς, πιστεύει πως δεν υπάρχουν άλλες επαναστατικές δυνάμεις. Από εδώ προέρχεται η βαθιά ριζωμένη ιδέα για την «αποθήκευση» των δυνάμεων της με την αποφυγή της δράσης. Αυτό είναι ένα υπόλειμμα οπορτουνισμού.

8. Να παραβλέπουμε τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες, να κατεχόμαστε από επαναστατική παραφορά, να μη μας αρέσει καθόλου να αναλάβουμε καθήκοντα κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο, συγκεκριμένη δουλειά ανάμεσα στις μάζες, αλλά να θέλουμε να κάνουμε μόνο μεγάλα πράγματα και να είμαστε φορτωμένοι από ψευδαισθήσεις. Αυτό είναι ένα υπόλειμμα του τυχοδιωκτισμού.[2]

Η πηγή της καθαρά στρατιωτικής άποψης:

1. Το χαμηλό πολιτικό επίπεδο. Από δω προέρχεται η αδυναμία να αναγνωρίσουμε τον ρόλο της πολιτικής ηγεσίας στο στρατό ή να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός κι ο Λευκός Στρατός είναι εντελώς διαφορετικοί.

2. Η ιδεολογία των μισθοφορικών στρατευμάτων. Όπως οι στρατιώτες του εχθρού που αιχμαλωτίζονται στις μάχες είναι αρκετά πολυάριθμοι, τέτοια στοιχεία όταν μπαίνουν μέσα στον Κόκκινο Στρατό, φέρνουν μαζί τους της βαθιά ριζωμένη ιδεολογία τους των μισθοφορικών στρατευμάτων, προμηθεύοντας έτσι την βάση για την καθαρά στρατιωτική άποψη.

3. Από τις δυό προηγούμενες αιτίες πηγάζει μια Τρίτη, δηλαδή, η υπερεμπιστοσύνη στην στρατιωτική δύναμη και η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη των λαϊκών μαζών.

4. Η αποτυχία του Κόμματος να παρακολουθήσει ενεργά και να συζητήσει τη στρατιωτική δουλειά είναι επίσης μια αιτία για την εμφάνιση της καθαρά στρατιωτικής άποψης ανάμεσα σ’ ένα αριθμό συντρόφων.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

1. Να ανεβάσουμε με την διαπαιδαγωγική δουλειά, το πολιτικό επίπεδο στο Κόμμα, να ξεριζώσουμε τις θεωρητικές ρίζες της καθαρά στρατιωτικής άποψης, να ριζώσουμε βαθιά την βασική διαφορά ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό και στον Λευκό Στρατό. Ταυτόχρονα, να εξαλείψουμε τα υπολείμματα του οππορτουνισμού και του τυχοδιωκτισμού και να γκρεμίσουμε το φατριαστικό πνεύμα στην Τέταρτη Στρατιά.

2. Να εντείνουμε την πολιτική διαπαιδαγώγηση τόσο των αξιωματικών όσο και των αντρών, ιδιαίτερα των στρατιωτών που πιάνουμε από τον εχθρό. Ταυτόχρονα, να βοηθήσουμε τις τοπικές κυβερνήσεις να διαλέξουν, με όλα τα δυνατά μέσα, εργάτες και αγρότες με πείρα στον αγώνα, να καταταγούν στον Κόκκινο Στρατό, αδυνατίζοντας και καταπολεμώντας έτσι οργανωτικά τις ρίζες της καθαρά στρατιωτικής άποψης.

3. Να βοηθήσουμε τις τοπικές κομματικές οργανώσεις να ασκούν κριτική των κομματικών οργανώσεων του Κόκκινου Στρατού, και τα όργανα της μαζικής πολιτικής δουλειάς να κάνουν κριτική στον Κόκκινο Στρατό έτσι ώστε να βοηθηθούν οι κομματικές οργανώσεις του Κόκκινου Στρατού και οι αξιωματικοί και οι άνδρες του Κόκκινου Στρατού.

4. Το Κόμμα πρέπει δραστήρια να προσέξει την στρατιωτική δουλειά και να ανοίξει συζητήσεις πάνω σ’ αυτήν. Αφού συζητηθεί το πρόβλημα και καταλήξουμε σε απόφαση να διοχετευθεί στις μάζες.

5. Να επεξεργαστούμε κανόνες και κανονισμούς που να καθορίζουν ξεκάθαρα τα καθήκοντα του Κόκκινου Στρατού, την σχέση ανάμεσα στα όργανα της στρατιωτικής δουλειάς και σ’ εκείνα της πολιτικής δουλειάς, την σχέση ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό και τις λαϊκές μάζες, και τις αρμοδιότητες και την λειτουργία των συμβουλίων των στρατιωτών και την σχέση τους με τα στρατιωτικά και πολιτικά όργανα.

Σχετικά με τον υπερδημοκρατισμό

Από τότε που η Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού εφαρμόζει τις καθοδηγητικές εντολές του Κομματικού Κέντρου, ο υπερδημοκρατισμός έχει μειωθεί αρκετά. Πχ. οι αποφάσεις του Κόμματος μπορούν τώρα να εκτελούνται αρκετά καλά και κανείς δεν φέρνει πια τέτοιες λαθεμένες προτάσεις όπως να εφαρμόσουμε στον Κόκκινο Στρατό «το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό από τη βάση μέχρι την κορυφή» ή «να αποφασίσουμε να συζητάει πρώτα η βάση και μετά τα υψηλότερα επίπεδα να αποφασίζουν». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η μείωση είναι παροδική και επιφανειακή και δεν σημαίνει ακόμα την εξάλειψη της αντίληψης του υπερδημοκρατισμού. Με άλλα λόγια, οι ρίζες του υπερδημοκρατισμού βρίσκονται ακόμα βαθιά στα μυαλά πολλών συντρόφων. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί η απροθυμία που εκδηλώνεται για την εφαρμογή των αποφάσεων του Κόμματος.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

1. Να εξαλείψουμε ιδεολογικά τις ρίζες του υπερδημοκρατισμού. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δείξουμε ότι ο κίνδυνος του ακραίου εκδημοκρατισμού βρίσκεται στην τάση του περιορισμού ή ακόμα της καταστροφής της οργάνωσης του Κόμματος, του αδυνατίσματος ή ακόμα της καταστροφής της μαχητικής ικανότητας του Κόμματος, του να γίνει το Κόμμα ανίκανο να επωμισθεί τα αγωνιστικά του καθήκοντα, πράγμα που θα έχει σα συνέπεια την ήττα της επανάστασης. Έπειτα πρέπει να υποδείξουμε ότι η πηγή του υπερδημοκρατισμού βρίσκεται στην φύση της μικροαστικής τάξης που είναι βραδυκίνητη και αντιτίθεται στην πειθαρχία. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό, βρίσκοντας έδαφος μέσα στο Κόμμα, εμφανίζεται πολιτικά και οργανωτικά σαν αντίληψη του υπερδημοκρατισμού. Η αντίληψη αυτή είναι θεμελιακά ασυμβίβαστη με τα αγωνιστικά καθήκοντα του Κόμματος.

2. Οργανωτικά, οφείλουμε να επιβάλουμε αυστηρά τον δημοκρατικό τρόπο ζωής κάτω από την συγκεντρωτική καθοδήγηση. Η γραμμή για να γίνει αυτό είναι η παρακάτω:

α) Το καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος πρέπει να δίνει μια σωστή γραμμή καθοδήγησης και να βρίσκει λύσεις στα προβλήματα που εμφανίζονται στερεώνοντας έτσι την έννοια του καθοδηγητικού κέντρου.

β) Το ανώτερο καθοδηγητικό όργανο πρέπει να έχει ξεκάθαρη αντίληψη των συνθηκών, μέσα στις οποίες εργάζονται τα κατώτερα όργανα και των συνθηκών ζωής της βάσης του στρατού, έτσι που να εξασφαλίζει μια αντικειμενική βάση για μια σωστή καθοδήγηση.

γ) Οι Κομματικές οργανώσεις σε όλα τα επίπεδα δεν πρέπει να παίρνουν αποφάσεις χωρίς την απαραίτητη επεξεργασία. Όταν μια απόφαση παρθεί πρέπει να εφαρμόζεται σταθερά.

δ) Όλες οι αποφάσεις οποιασδήποτε σημασίας που παίρνονται από τα ανώτερα όργανα του Κόμματος πρέπει γρήγορα να μεταβιβάζονται στα κατώτερα όργανα και στα Κομματικά μέλη της βάσης του στρατού. Η μέθοδος για να γίνεται αυτό είναι να συγκαλούνται συσκέψεις στελεχών ή γενικές συνελεύσεις των μελών της δοσμένης κομματικής οργάνωσης (όταν το επιτρέπουν οι περιστάσεις) ακόμα και της φάλαγγας [3] και να αναλαμβάνει κάποιος να μιλάει σε τέτοιες συγκεντρώσεις.

ε) Τα κατώτερα όργανα του Κόμματος και τα Κομματικά μέλη της βάσης του στρατού πρέπει να συζητάνε λεπτομερειακά τις κατευθύνσεις που δίνονται από τα ανώτερα όργανα ώστε να κατανοούν απόλυτα τη σημασία τους και να αποφασίζουν για τις μέθοδες εφαρμογής τους.

Σχετικά με την άρνηση της οργάνωσης

Η αντίληψη που αρνιέται την οργάνωση και που υπάρχει στην οργάνωση του Κόμματος στην Τέταρτη στρατιά εκδηλώνεται όπως παρακάτω:

1. Η άρνηση της μειοψηφίας να πειθαρχεί στην πλειοψηφία. Για παράδειγμα, όταν η μειοψηφία βλέπει να καταψηφίζεται η άποψή της, δεν εφαρμόζει ειλικρινά της αποφάσεις της Κομματικής Οργάνωσης.

Η μέθοδος καταπολέμησης:

α. Στη συγκέντρωση, όλοι πρέπει να σπρώχνονται να πουν με πληρότητα τη γνώμη τους. Η σωστή και η λαθεμένη πλευρά πρέπει καθαρά να παρατίθεται χωρίς συμβιβασμούς και διφορούμενα λόγια. Ότι δεν μπορεί να κανονιστεί σε μια συνεδρίαση μπορεί να συζητηθεί και σε άλλη (παίρνοντας μέτρα για να μην επηρεάζεται η δουλειά) έτσι ώστε να φτάνουμε σε ένα λαμπικαρισμένο συμπέρασμα.

β. Η Κομματική πειθαρχία απαιτεί, ανάμεσα στ’ άλλα, η μειοψηφία να υπακούει στην πλειοψηφία. Η μειοψηφία, αφού οι προτάσεις της έχουν απορριφθεί, πρέπει να υποστηρίζει την απόφαση που υιοθέτησε η πλειοψηφία. Αν είναι αναγκαίο, μπορεί να ξαναφέρει το ζήτημα πάλι για συζήτηση στην επόμενη συνεδρίαση, αλλά δεν πρέπει να δείχνει καμιά αντίδραση στη δραστηριότητα.

2. Η κριτική έξω από τα οργανωτικά πλαίσια:

α. Η εσωκομματική κριτική είναι ένα όπλο για να δυναμώσουμε την οργάνωση του Κόμματος και να ανεβάσουμε την μαχητική του ικανότητα. Στην Κομματική οργάνωση του Κόκκινου Στρατού, οπωσδήποτε, καμιά φορά η κριτική δεν έχει αυτό το χαρακτήρα, αλλά εξελίσσεται σε προσωπικές επιθέσεις. Σαν αποτέλεσμα, δεν βλάπτει μόνο τα άτομα αλλά και την Οργάνωση του Κόμματος. Αυτό είναι μια εκδήλωση μικροαστικού ατομικισμού. Η μέθοδος για να καταπολεμήσουμε αυτή την τάση είναι να το ξεκαθαρίσουμε στα μέλη του Κόμματος ότι η κριτική έχει στόχο το ανέβασμα της μαχητικής ικανότητας του Κόμματος για να πετύχει τη νίκη στην ταξική πάλη, και ότι ποτέ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν μέσο προσωπικής επίθεσης.

β. Πολλά μέλη του Κόμματος δεν κάνουν την κριτική τους μέσα, αλλά έξω από το Κόμμα. Αυτό γίνεται γιατί γενικά τα μέλη δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει τη σημασία της Κομματικής Οργάνωσης (των συνεδριάσεων κλπ) και δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική μέσα στην οργάνωση και την κριτική έξω απ’ αυτήν. Η μέθοδος καταπολέμησης είναι να διαπαιδαγωγήσουμε τα μέλη του Κόμματος έτσι που να τα κάνουμε να καταλάβουν ότι η Κομματική Οργάνωση είναι απαραίτητη και ότι κάθε κριτική των Κομματικών Επιτροπών ή των συντρόφων οφείλει να γίνεται μέσα τα κομματικά πλαίσια.

Σχετικά με την αντίληψη του απόλυτου εξισωτισμού

Η αντίληψη του απόλυτου εξισωτισμού είχε πάρει κάποτε στον Κόκκινο Στρατό σοβαρή έκταση. Για παράδειγμα: Να αρνούμαστε να εγκρίνουμε διαφορετικές παροχές στους τραυματισμένους στρατιώτες ανάλογα με την σοβαρότητα του τραύματος αλλά να εγκρίνουμε ταυτόσημες παροχές. Να αρνούμαστε στους αξιωματικούς την ανάγκη να πηγαίνουν καβάλα σε άλογο στην διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους σαν εκδήλωση ανισότητας. Ή να απαιτούμε απόλυτα ίσο μοίρασμα των εφοδίων και να αρνιόμαστε μεγαλύτερο μερίδιο σε ειδικές περιπτώσεις. Να απαιτούμε ίσα φορτία για όλα τα άτομα στην μεταφορά του ρυζιού, ανεξάρτητα από ηλικία ή τις φυσικές τους ικανότητες. Να απαιτούμε ίσο χώρο στην διανομή των καταυλισμών και να αρνούμαστε ακόμα στο Γενικό Επιτελείο να κατέχει μεγαλύτερο οίκημα. Να απαιτούμε ίση επιφόρτιση με χειρονακτικά καθήκοντα και να αρνούμαστε να κάνουμε οποιαδήποτε έκτακτη δουλειά. Ακόμα όταν υπάρχουν δύο τραυματίες αλλά μόνο ένα φορεί , να προτιμάμε να τους εγκαταλείψουμε και τους δύο παρά να κουβαλήσουμε τον ένα από τους δύο. Όλα αυτά δείχνουν ότι η τάση του απόλυτου εξισωτισμού είναι ακόμα σοβαρή ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους άντρες του Κόκκινου Στρατού.

Όπως ο υπερδημοκρατισμός στα πολιτικά ζητήματα έτσι και η τάση του απόλυτου εξισωτισμού έχει τις ρίζες της στην ιδεολογία μιας χειροτεχνικής και μικροαγροτικής οικονομίας, με τη μόνη διαφορά ότι ο πρώτος εκδηλώνεται στα πολιτικά ζητήματα ενώ η δεύτερη στα υλικά ζητήματα.

Η μέθοδος καταπολέμησης: πρέπει να τονίζεται ότι όχι μόνο η τάση του απόλυτου εξισωτισμού είναι απλά μια αυταπάτη των μικροαγροτών και των μικροχειροτεχνών στις μέρες που ο καπιταλισμός δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά ακόμα και ότι στις μέρες του σοσιαλισμού, τα υλικά πράγματα θα διανέμονται σύμφωνα με την αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα σύμφωνα με τη δουλειά του», και δεν θα υπάρχει καθόλου τέτοιο πράγμα όπως ο απόλυτος εξισωτισμός. Η διανομή των υλικών πραγμάτων στους άνδρες του Κόκκινου Στρατού πρέπει από γενική άποψη να είναι ίση, όπως π.χ. ίσες παροχές ανάμεσα στους στρατιώτες και στους αξιωματικούς, γιατί αυτό αποτελεί και απαίτηση των σημερινών συνθηκών του αγώνα. Αλλά ο απόλυτος εξισωτισμός πέρα από το ότι δεν στέκεται λογικά πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν εξυπηρετεί τον αγώνα, αντίθετα τον παρεμποδίζει.

Σχετικά με τον υποκειμενισμό

Ο υποκειμενισμός υπάρχει σε μια σοβαρή έκταση ανάμεσα σε ορισμένα μέλη του Κόμματος και είναι πολύ επιζήμιος στην αναλυτική μελέτη μιας πολιτικής κατάστασης στην καθοδήγηση της δουλειάς. Ο υποκειμενικός τρόπος ανάλυσης της πολιτικής κατάστασης και ο υποκειμενικός τρόπος καθοδήγησης της δουλειάς αναπόδραστα καταλήγει στον οπορτουνισμό ή στον τυχοδιωκτισμό. Όσο για την κριτική που γίνεται με υποκειμενικό τρόπο μέσα στο Κόμμα, που δεν βασίζεται στα γεγονότα, ή η αμοιβαία υποψία, καταλήγουν συχνά στο να υποθάλπουν διαμάχη έξω από τις αρχές και διασπά την Κομματική οργάνωση. Ένα άλλο σημείο που πρέπει να υπενθυμίσουμε σε σχέση με την κριτική μέσα στα κομματικά πλαίσια, είναι ότι μερικοί σύντροφοι στην κριτική τους δεν προσέχουν τα σπουδαία θέματα αλλά μόνο τα μικρά. Δεν κατανοούν ότι ο κύριος σκοπός της κριτικής είναι να υποδείξει τα πολιτικά και οργανωτικά λάθη. Όσο για τα προσωπικά ελαττώματα, εκτός αν συνδέονται με πολιτικά και οργανωτικά λάθη, δε χρειάζεται να είμαστε τόσο επίμονοι που να βάζουμε τους συντρόφους σε αμηχανία. Ακόμα παραπέρα, υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος ότι, όταν αναπτύσσεται τέτοια κριτική, η προσοχή του Κόμματος καταλήγει να συγκεντρώνεται ολοκληρωτικά σε ελαττώματα, και οι σύντροφοι να γίνονται σχολαστικοί και να ξεχνάνε τα πολιτικά καθήκοντα του Κόμματος.

Η μέθοδος για την καταπολέμησή της:

Βασικά να διαπαιδαγωγήσουμε τα μέλη του Κόμματος έτσι που να υψώσουν την σκέψη τους και την Κομματική ζωή τους σε ένα πολιτικό και επιστημονικό επίπεδο. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει:

α) Να κάνουμε τα Κομματικά μέλη ικανά να εφαρμόζουν την Μαρξιστική-Λενινιστική μέθοδο στην ανάλυση της συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης και την ύψωση των ταξικών δυνάμεων στην θέση της υποκειμενικής ανάλυσης και συνόψισης.

β) Να κατευθύνουμε την προσοχή των Κομματικών μελών στην κοινωνική και οικονομική έρευνα και μελέτη, για να καθορίζουν με βάση αυτήν την τακτική της πάλης και τις μέθοδες δουλειάς, και να κάνουμε τους συντρόφους να καταλάβουν ότι χωρίς την έρευνα των πραγματικών συνθηκών θα πέσουν στην άβυσσο των αυταπατών τους και του τυχοδιωκτισμού.

γ) Στην Κριτική μέσα στα κομματικά πλαίσια οφείλουμε να αντιτασσόμαστε στις υποκειμενικές, δογματικές και βάρβαρες τάσεις: οι εκδηλώσεις πρέπει να βασίζονται σε γεγονότα και η κριτική πρέπει να συγκεντρώνεται στην πολιτική ουσία του ζητήματος.

Η ατομιστική τάση στις κομματικές δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού συνοψίζεται στις ακόλουθες εκδηλώσεις:

α) Μνησικακία: Αν μας γίνει κριτική μέσα στο Κόμμα από έναν σύντροφο στρατιώτη, ψάχνουμε για ευκαιρίες για να τον αντεκδικηθούμε έξω από το Κόμμα – το ξύλο ή το βρίσιμο είναι μια μέθοδος αντεκδίκησης. Η αντεκδίκηση γίνεται και μέσα στο Κόμμα: μου επιτέθηκες σ’ αυτή τη συνεδρίαση έτσι θα εκδικηθώ ψάχνοντας για δικά σου λάθη στην επόμενη. Τέτοια μνησικακία προχωράει μόνη της με την τοποθέτηση του προσωπικού συμφέροντος πάνω από τα γενικά ταξικά και κομματικά συμφέροντα. Ο στόχος της δεν είναι η εχθρική τάξη αλλά τα άτομα στις δικές μας γραμμές. Είναι μια διαβρωτική ουσία που αδυνατίζει την οργάνωση και τη μαχητική της ικανότητα.

β) Φατριασμός: Να ενδιαφερόμαστε μόνο για τα συμφέροντα της δικής μας παρεούλας και να αγνοούμε τα γενικά συμφέροντα –αν και δεν αναφέρεται άμεσα σε προσωπικά συμφέροντα- αυτός περιέχει στην πραγματικότητα ατομισμό ενός εξαιρετικά στενού είδους και καταλήγει να έχει μια υπερβολικά διαβρωτική φυγόκεντρη επίδραση. Στον Κόκκινο Στρατό, ο φατριασμός έχει σε όλη τη διάρκεια επιζήσει. Αν και τώρα έχει γίνει λιγότερο σοβαρός σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης της αυτοκριτικής, τα υπολείμματά του ακόμα υπάρχουν και χρειάζεται παραπέρα προσπάθεια για να τα κατανικήσουμε.

γ) Η τάση των απολαύσεων: Στον Κόκκινο Στρατό υπάρχουν επίσης πολύ λίγοι που ο ατομισμός τους βρίσκει έκφραση στην αναζήτηση της ευχαρίστησης. Αυτοί σταθερά ελπίζουν ότι τα στρατεύματα θα μπουν μέσα σε μεγάλες πόλεις. Θέλουν να πάνε εκεί όχι για να δουλέψουν αλλά για να διασκεδάσουν. Αυτό που δεν συμπαθούν καθόλου είναι να δουλέψουν στις κόκκινες περιοχές που η ζωή είναι σκληρή.

δ) Παθητικότητα και αδράνεια: Να γινόμαστε παθητικοί και να σταματάμε την δουλειά κάθε φορά που τα πράγματα πάνε αντίθετα με τις ευχές μας. Αυτό κυρίως οφείλεται στην έλλειψη διαπαιδαγώγησης, αν και καμιά φορά οφείλεται επίσης στους λαθεμένους χειρισμούς των ζητημάτων από την ηγεσία, στην ανάθεση υπέρμετρου φορτίου καθηκόντων και σε λαθεμένο τρόπο εφαρμογής της πειθαρχίας.

ε) Να επιθυμούμε να εγκαταλείψουμε τον στρατό: Ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δουλεύουν στον Κόκκινο Στρατό ζητούν μετάθεση για την τοπική δουλειά. Αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά σε προσωπικούς λόγους, αλλά επίσης: i) στις υλικές δυσκολίες της ζωής στον Κόκκινο Στρατό ii) το αίσθημα της κούρασης μετά από μακρόχρονο αγώνα iii) τους λαθεμένους χειρισμούς των υποθέσεων από την ηγεσία, στην επιβάρυνση με πολλές δουλειές και στον άσχημο τρόπο εφαρμογής της πειθαρχίας.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

Κυρίως να εντατικοποιήσουμε την διαπαιδαγώγηση με το σκοπό να καταπολεμήσουμε ιδεολογικά τον ατομισμό. Έπειτα, να χειριζόμαστε τα ζητήματα, να αναθέτουμε την δουλειά, και να επιβάλουμε την πειθαρχία σωστά. Ακόμα παραπέρα, να παίρνουμε μέτρα για να βελτιώνουμε τις συνθήκες διαβίωσης στον Κόκκινο Στρατό και να χρησιμοποιούμε κάθε δυνατή ευκαιρία για ξεκούραση και αναψυχή με το σκοπό να βελτιώνουμε τις συνθήκες ζωής. Πρέπει να εξηγούμε καθαρά στην εφαρμογή της διαπαιδαγώγησης ότι ο ατομισμός είναι στις κοινωνικές του πηγές αντανάκλαση της μικροαστικής και αστικής ιδεολογίας.

Σχετικά με την αντίληψη των περιπλανώμενων ανταρτών

Η πολιτική αντίληψη των περιπλανώμενων ανταρτών γεννιέται στον Κόκκινο Στρατό επειδή τα αλήτικα στοιχεία σχηματίζουν μια πολύ μεγάλη αναλογία σ’ αυτόν και επειδή υπάρχουν πολύ μεγάλοι αριθμοί από αλήτες στην χώρα, ειδικότερα στις νότιες επαρχίες. Αυτή η αντίληψη εκδηλώνεται: (α) με το να είμαστε απρόθυμοι να επεκτείνουμε την πολιτική μας επιρροή με επίμονη δουλειά για τη δημιουργία επαναστατικών βάσεων και με τη στερέωση της πολιτικής δύναμης των λαϊκών μαζών, αλλά με το να προσπαθούμε να την επεκτείνουμε χρησιμοποιώντας μόνο τη μέθοδο των περιπλανώμενων αντάρτικων ομάδων. (β) με το να ακολουθούμε στην προσπάθεια για την επέκταση του Κόκκινου Στρατού όχι τη γραμμή της επέκτασης πρώτα των αποσπασμάτων του Κόκκινου Στρατού και τελικά των κύριων δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού, αλλά τη γραμμή «να νοικιάσουμε άντρες και να αγοράσουμε άλογα» και «να στρατολογήσουμε λιποτάκτες και να πάρουμε στασιαστές»[4]. (γ) να μην επιμένουμε στην διεξαγωγή σκληρών αγώνων μαζί με τις μάζες, και να ελπίζουμε μόνο να πάμε σε μεγάλες πόλεις για να ριχτούμε στο φαί και στο πιοτό. Όλες αυτές οι εκδηλώσεις της αντίληψης των περιπλανώμενων ανταρτών εμποδίζουν σοβαρά τον Κόκκινο Στρατό στην εκπλήρωση των σωστών καθηκόντων του. Η εξάλειψη της αντίληψης αυτής είναι πραγματικά ένας από τους σημαντικούς στόχους της ιδεολογικής πάλης της Κομματικής οργάνωσης στον Κόκκινο Στρατό. Πρέπει να αναγνωριστεί πως η ιδέα των περιπλανώμενων ανταρτών του τύπου Χουάνγκ Σάο [5] ή των Λι Σουάνγκ[6] δεν επιτρέπεται πια κάτω από τις σημερινές συνθήκες.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

α) Να εντείνουμε τη διαπαιδαγωγική δουλειά, να κάνουμε κριτική στις εσφαλμένες αντιλήψεις και να καταπολεμήσουμε την αντίληψη των περιπλανώμενων ανταρτών.

β) Να εντείνουμε τη διαπαιδαγωγική δουλειά προς την κατεύθυνση της καταπολέμησης της αλήτικης νοοτροπίας μέσα στα τμήματα της βάσης του Κόκκινου Στρατού και στους στρατιώτες που αιχμαλωτίζονται.

γ) Να παλέψουμε για να προσελκύσουμε στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού δραστήριους εργάτες και αγρότες με πείρα στον αγώνα με σκοπό να αλλάξουμε την σύνθεση του Κόκκινου Στρατού.

δ) Να δημιουργήσουμε καινούργιες μονάδες στον Κόκκινο Στρατό από εργάτες και αγρότες που συμμετέχουν στον αγώνα.

Σχετικά με τις επιβιώσεις του τυχοδιωκτισμού

Η κομματική οργάνωση του Κόκκινου Στρατού έχει ήδη διεξάγει αγώνες ενάντια στον τυχοδιωκτισμό, αλλά ο αγώνας αυτός κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει. Επομένως υπάρχουν κατάλοιπα τυχοδιωκτικών αντιλήψεων ακόμα στον Κόκκινο Στρατό. Οι εκδηλώσεις του είναι: (α) Να δρούμε τυφλά χωρίς να παίρνουμε υπόψη τις υποκειμενικές συνθήκες. (β) Να διεξάγουμε με ανεπάρκεια και αναποφασιστικότητα την πολιτική μας δουλειά στις πόλεις.(γ) Να ανεχόμαστε τη στρατιωτική απειθαρχία, ιδιαίτερα στις στιγμές της ήττας. (δ) Να υπάρχουν μονάδες που βάζουν φωτιά στα σπίτια. (ε) Με το να συσχετίζονται τα κρούσματα τουφεκισμού των λιποτακτών και των σωματικών τιμωριών. Αυτά επίσης ανήκουν στη φύση του τυχοδιωκτισμού. Ο τυχοδιωκτισμός στην κοινωνική πηγή του είναι ένας συνδυασμός της ιδεολογίας του Λούμπεν – προλεταριάτου με εκείνη της μικροαστικής τάξης.

Οι μέθοδες καταπολέμησης:

α) Να ξεριζώσουμε ιδεολογικά τον τυχοδιωκτισμό. β) Να καταπολεμήσουμε την τυχοδιωκτική πρακτική με το να εφαρμόσουμε κατάλληλους κανόνες και κανονισμούς και υιοθετώντας ορθή πολιτική.



[1]Αυτή είναι μια απόφαση γραμμένη από τον σύντροφο Μάο Τσε – τούνγκ για την ένατη διάσκεψη της κομματικής οργάνωσης της τέταρτης στρατιάς του Κόκκινου Στρατού το Δεκέμβριο του 1927. Η οικοδόμηση του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού έχει περάσει από μια δύσκολη πορεία. Ο Κινέζικος Κόκκινος Στρατός (έγινε η Όγδοη Εκστρατευτική Στρατιά και η Νέα Τέταρτη Στρατιά στη διάρκεια του Πολέμου Αντίστασης εναντίον της γιαπωνέζικης επίθεσης και είναι τώρα ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), που δημιουργήθηκε την 1η Αυγούστου του 1927 την εποχή της εξέγερσης του Ναντσάνγκ, είχε κατά το Δεκέμβριο του 1929 μια ζωή περισσότερο από δυό χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων η οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος στον Κόκκινο Στρατό, πολεμώντας τις διάφορες εσφαλμένες αντιλήψεις είχε μάθει πολλά και είχε συσσωρεύσει σημαντική πείρα, που διατυπώθηκε σ’ αυτή την απόφαση. Η απόφαση τοποθέτησε την οικοδόμηση του Κόκκινου Στρατού πάνω σε μια καθαρή Μαρξιστική-Λενινιστική βάση αποκλείοντας τις επιδράσεις των στρατών παλιού τύπου. Δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού αλλά ακολουθήθηκε αργά ή γρήγορα απ’ όλες τις άλλες μονάδες του Κόκκινου Στρατού. Με αυτή την έννοια όλος ο Κόκκινος Στρατός μετασχηματίστηκε εντελώς σε έναν γνήσιο λαϊκό στρατό. Στα τελευταία 20 και περισσότερα χρόνια ο Λαϊκός Στρατός της Κίνας έχει πετύχει τρομακτικές προόδους και καινοτομίες στην κομματική δραστηριότητα και στην πολιτική δουλειά, και έχει δώσει σ’ αυτές μια ολοκληρωτικά νέα όψη, αλλά η βασική γραμμή σε μια τέτοια δραστηριότητα και δουλειά παραμένει η ίδια μ’ αυτή που εκτίθεται σ’ αυτή την απόφαση.

[2] Για μια σύντομη περίοδο μετά από την ήττα της επανάστασης το 1927, μια «Αριστερή» τυχοδιωκτική τάση εμφανίστηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Θεωρώντας την κινέζικη επανάσταση σαν «διαρκή» επανάσταση και την επαναστατική κατάσταση στην Κίνα σαν «διαρκή κίνηση», οι σύντροφοι αυτοί ενεργώντας τυχοδιωκτικά αρνήθηκαν να οργανώσουν μια τακτική υποχώρηση και, υιοθετώντας τις διοικητικές μέθοδες και στηριζόμενοι πάνω σε ένα μικρό αριθμό μελών του Κόμματος και σε ένα μικρό τμήμα των μαζών, προσπάθησαν λαθεμένα να δημιουργήσουν σ’ όλη τη χώρα μια σειρά από τοπικές εξεγέρσεις που δεν είχαν προοπτικές επιτυχίας. Οι τυχοδιωκτικές ενέργειες επεκτάθηκαν στο τέλος του 1927, αλλά βαθμιαία σταμάτησαν στις αρχές του 1928, αν και αισθήματα υπέρ του τυχοδιωκτισμού παραμείνανε ακόμα ανάμεσα σε μερικούς συντρόφους.

[3] Στο παρτιζάνικο σύστημα οργάνωσης η φάλαγγα αντιστοιχεί στη μεραρχία του τακτικού στρατού αλλά με πολύ ευκίνητη σύνθεση και αριθμητικά ήταν μικρότερη σε σχέση με τη μεραρχία του τακτικού στρατού.

[4] Αυτοί οι δυο κινέζικοι ιδιωματισμοί αναφέρονται στις μέθοδες που ακολούθησαν ορισμένοι επαναστάτες στην ιστορία της Κίνας για την ανάπτυξη των δυνάμεών τους. Σύμφωνα με αυτές τις μέθοδες, δόθηκε περισσότερη προσοχή στην αύξηση των αριθμητικών δυνάμεων παρά στην ποιότητά τους, έτσι στρατολογήθηκαν αδιάκριτα κάθε λογής άντρες.

[5] Αρχηγός των αγροτικών εξεγέρσεων στο τέλος της δυναστείας των Τανγκ. Το 857 μ.χ. (ξεκινώντας από την ιδιαίτερη πατρίδα του , Τσάοσον, το σημερινό Χοτς Κάουντυ στον Σαντούνγκ), ο Χουάνγκ οδήγησε εξοπλισμένους αγρότες σε νικηφόρες μάχες ενάντια στο Γελόοου, Γιανκτσί, Χονάι και στις κοιλάδες του ποταμού Περλ, και φτάνοντας μέχρι το Κουανγκτσί, τελικά πέρασε μέσα από το πέρασμα Τουνγκ, κατέλαβε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Σαγκάν την σημερινή Σιάν του Σενσί, και στέφθηκε αυτοκράτορας. Σε εσωτερικές διενέξεις και επιθέσεις από μη κινέζικες νομαδικές φυλές σύμμαχες των δυνάμεων του Τανγκ ανάγκασαν τον Χουάνγκ να εγκαταλείψει την Σανγκάν και να οπισθοχωρήσει στην πατρική περιοχή του, όπου αυτοκτόνησε. Η δεκάχρονη εκστρατεία του είναι ένας από τους πιο γνωστούς πολέμους των χωρικών στην κινέζικη ιστορία. Οι επίσημοι κινέζοι ιστορικοί σημειώνουν ότι «ο λαός υποφέροντας από τους βαριούς φόρους και εισφορές συγκεντρωνότανε γύρω του». Αλλά όπως αυτός δεν έκανε παρά μόνο μια στρατολόγηση ανταρτών χωρίς να εγκαθιδρύει παράλληλα στέρεες βάσεις, το κίνημά του αναφέρεται σαν κίνημα που χαρακτηρίζεται από «ορδές περιπλανώμενων ανταρτών».

[6] Χουάνγκ που σημαίνει «τόλμησε το παν», ήταν ο τίτλος του Λι Τσε – σενγκ, που καταγόταν από το Μισίχ, στο βόρειο Σενσί. Ήταν ο αρχηγός μιας αγροτικής εξέγερσης που οδήγησε στην ανατροπή της δυναστείας των Μινγκ. Η εξέγερση ξέσπασε πρώτα στο βόρειο Σενσί το 1628. Ο Λι ενώθηκε με τις δυνάμεις του Κάο Γινγκ – Χσιάνγκ και εκστράτευσε μέσα από το Χονάν και Ανχουέι και πίσω στο Σενσί. Μετά από τον θάνατο του Κάο το 1636, ο Λι πέτυχε να πάρει τον τίτλο του βασιλιά Σουάνγκ και όρμησε μέσα και γύρω στις επαρχίες Σενσί, Στζέσουαν, Χονάν και Χουπέχ. Τελικά κατέλαβε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Πεκίνου στα 1644, όπου ο τελευταίος αυτοκράτορας των Μινγκ αυτοκτόνησε. Το κύριο σύνθημα που προπαγάνδιζε μέσα στις μάζες ήταν «υποστήριζε τον βασιλιά Σουάνγκ και μη πληρώνεις φόρο από γεννήματα». Ένα άλλο σύνθημα για να επιβάλει την πειθαρχία στα στρατεύματά του ήταν «κάθε φόνος σημαίνει την δολοφονία του πατέρα μου, κάθε βιασμός σημαίνει τον βιασμό της μητέρας μου». Έτσι στήριξε την υποστήριξη των μαζών και το κίνημά του έγινε το κύριο ρεύμα των αγροτικών εξεγέρσεων που ξέσπαγαν σ’ όλην τη χώρα. Όπως κι αυτός περιπλανιότανε χωρίς να εγκαθιδρύει ποτέ παράλληλα στερεές βάσεις, νικήθηκε λίγο μετά την κατάληψη του Πεκίνου από τον Γου Σεν – μουέι, ένα στρατηγό της δυναστείας των Μινγκ που έφερε τους εισβολείς Μαντσού μέσα στην Κίνα με το σκοπό να αυξήσει τις δυνάμεις του για την επίθεση ενάντια στον Λι.