Για την καταπολέμηση των εσφαλμένων αντιλήψεων στο Κόμμα [1]
Σχετικά με την καθαρά στρατιωτική άποψη
Η καθαρά στρατιωτική άποψη έχει πάρει μια ασυνήθιστα πλατειά διάδοση ανάμεσα σε ένα αριθμό συντρόφων στον Κόκκινο Στρατό. Εκδηλώνεται όπως παρακάτω:
2. Να θεωρούμε τα καθήκοντα του Κόκκινου Στρατού όμοια με τα καθήκοντα του Λευκού Στρατού – απλώς να πολεμάμε. Να αγνοούμε το γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός της Κίνας, είναι μια ένοπλη δύναμη για την εφαρμογή των πολιτικών καθηκόντων της επανάστασης. Ειδικά στην παρούσα στιγμή, είναι βέβαιο πως ο Κόκκινος Στρατός δεν υπάρχει μόνο για να πολεμάει. Παράλληλα με την πάλη για την καταστροφή της στρατιωτικής δύναμης του εχθρού, οφείλει επίσης να επωμιστεί τέτοια σημαντικά καθήκοντα όπως να κινητοποιεί τις μάζες, να τις οργανώνει, να τις εξοπλίζει, και να τις βοηθάει να αναπτύσσουν επαναστατική πολιτική δραστηριότητα, και ακόμα να στερεώνει τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος.. Όταν ο Κόκκινος Στρατός πολεμάει, δεν πολεμάει απλώς προς χάρη του αγώνα αλλά για να κινήσει τις μάζες, να τις οργανώσει, να τις εξοπλίσει και να τις βοηθήσει να στερεώσουν την επαναστατική πολιτική δύναμη. Έξω από τέτοιους στόχους, ο πόλεμος χάνει το νόημα του και ο Κόκκινος Στρατός τον λόγο της ύπαρξής του.
7. Ένας μικρός αριθμός συντρόφων περιορισμένος στο άμεσο περιβάλλον της Τέταρτης Στρατιάς, πιστεύει πως δεν υπάρχουν άλλες επαναστατικές δυνάμεις. Από εδώ προέρχεται η βαθιά ριζωμένη ιδέα για την «αποθήκευση» των δυνάμεων της με την αποφυγή της δράσης. Αυτό είναι ένα υπόλειμμα οπορτουνισμού.
1. Να εξαλείψουμε ιδεολογικά τις ρίζες του υπερδημοκρατισμού. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δείξουμε ότι ο κίνδυνος του ακραίου εκδημοκρατισμού βρίσκεται στην τάση του περιορισμού ή ακόμα της καταστροφής της οργάνωσης του Κόμματος, του αδυνατίσματος ή ακόμα της καταστροφής της μαχητικής ικανότητας του Κόμματος, του να γίνει το Κόμμα ανίκανο να επωμισθεί τα αγωνιστικά του καθήκοντα, πράγμα που θα έχει σα συνέπεια την ήττα της επανάστασης. Έπειτα πρέπει να υποδείξουμε ότι η πηγή του υπερδημοκρατισμού βρίσκεται στην φύση της μικροαστικής τάξης που είναι βραδυκίνητη και αντιτίθεται στην πειθαρχία. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό, βρίσκοντας έδαφος μέσα στο Κόμμα, εμφανίζεται πολιτικά και οργανωτικά σαν αντίληψη του υπερδημοκρατισμού. Η αντίληψη αυτή είναι θεμελιακά ασυμβίβαστη με τα αγωνιστικά καθήκοντα του Κόμματος.
α) Το καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος πρέπει να δίνει μια σωστή γραμμή καθοδήγησης και να βρίσκει λύσεις στα προβλήματα που εμφανίζονται στερεώνοντας έτσι την έννοια του καθοδηγητικού κέντρου.
β) Το ανώτερο καθοδηγητικό όργανο πρέπει να έχει ξεκάθαρη αντίληψη των συνθηκών, μέσα στις οποίες εργάζονται τα κατώτερα όργανα και των συνθηκών ζωής της βάσης του στρατού, έτσι που να εξασφαλίζει μια αντικειμενική βάση για μια σωστή καθοδήγηση.
γ) Οι Κομματικές οργανώσεις σε όλα τα επίπεδα δεν πρέπει να παίρνουν αποφάσεις χωρίς την απαραίτητη επεξεργασία. Όταν μια απόφαση παρθεί πρέπει να εφαρμόζεται σταθερά.
δ) Όλες οι αποφάσεις οποιασδήποτε σημασίας που παίρνονται από τα ανώτερα όργανα του Κόμματος πρέπει γρήγορα να μεταβιβάζονται στα κατώτερα όργανα και στα Κομματικά μέλη της βάσης του στρατού. Η μέθοδος για να γίνεται αυτό είναι να συγκαλούνται συσκέψεις στελεχών ή γενικές συνελεύσεις των μελών της δοσμένης κομματικής οργάνωσης (όταν το επιτρέπουν οι περιστάσεις) ακόμα και της φάλαγγας [3] και να αναλαμβάνει κάποιος να μιλάει σε τέτοιες συγκεντρώσεις.
ε) Τα κατώτερα όργανα του Κόμματος και τα Κομματικά μέλη της βάσης του στρατού πρέπει να συζητάνε λεπτομερειακά τις κατευθύνσεις που δίνονται από τα ανώτερα όργανα ώστε να κατανοούν απόλυτα τη σημασία τους και να αποφασίζουν για τις μέθοδες εφαρμογής τους.
Η μέθοδος καταπολέμησης:
α. Στη συγκέντρωση, όλοι πρέπει να σπρώχνονται να πουν με πληρότητα τη γνώμη τους. Η σωστή και η λαθεμένη πλευρά πρέπει καθαρά να παρατίθεται χωρίς συμβιβασμούς και διφορούμενα λόγια. Ότι δεν μπορεί να κανονιστεί σε μια συνεδρίαση μπορεί να συζητηθεί και σε άλλη (παίρνοντας μέτρα για να μην επηρεάζεται η δουλειά) έτσι ώστε να φτάνουμε σε ένα λαμπικαρισμένο συμπέρασμα.
β. Η Κομματική πειθαρχία απαιτεί, ανάμεσα στ’ άλλα, η μειοψηφία να υπακούει στην πλειοψηφία. Η μειοψηφία, αφού οι προτάσεις της έχουν απορριφθεί, πρέπει να υποστηρίζει την απόφαση που υιοθέτησε η πλειοψηφία. Αν είναι αναγκαίο, μπορεί να ξαναφέρει το ζήτημα πάλι για συζήτηση στην επόμενη συνεδρίαση, αλλά δεν πρέπει να δείχνει καμιά αντίδραση στη δραστηριότητα.
α. Η εσωκομματική κριτική είναι ένα όπλο για να δυναμώσουμε την οργάνωση του Κόμματος και να ανεβάσουμε την μαχητική του ικανότητα. Στην Κομματική οργάνωση του Κόκκινου Στρατού, οπωσδήποτε, καμιά φορά η κριτική δεν έχει αυτό το χαρακτήρα, αλλά εξελίσσεται σε προσωπικές επιθέσεις. Σαν αποτέλεσμα, δεν βλάπτει μόνο τα άτομα αλλά και την Οργάνωση του Κόμματος. Αυτό είναι μια εκδήλωση μικροαστικού ατομικισμού. Η μέθοδος για να καταπολεμήσουμε αυτή την τάση είναι να το ξεκαθαρίσουμε στα μέλη του Κόμματος ότι η κριτική έχει στόχο το ανέβασμα της μαχητικής ικανότητας του Κόμματος για να πετύχει τη νίκη στην ταξική πάλη, και ότι ποτέ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν μέσο προσωπικής επίθεσης.
β. Πολλά μέλη του Κόμματος δεν κάνουν την κριτική τους μέσα, αλλά έξω από το Κόμμα. Αυτό γίνεται γιατί γενικά τα μέλη δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει τη σημασία της Κομματικής Οργάνωσης (των συνεδριάσεων κλπ) και δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική μέσα στην οργάνωση και την κριτική έξω απ’ αυτήν. Η μέθοδος καταπολέμησης είναι να διαπαιδαγωγήσουμε τα μέλη του Κόμματος έτσι που να τα κάνουμε να καταλάβουν ότι η Κομματική Οργάνωση είναι απαραίτητη και ότι κάθε κριτική των Κομματικών Επιτροπών ή των συντρόφων οφείλει να γίνεται μέσα τα κομματικά πλαίσια.
Όπως ο υπερδημοκρατισμός στα πολιτικά ζητήματα έτσι και η τάση του απόλυτου εξισωτισμού έχει τις ρίζες της στην ιδεολογία μιας χειροτεχνικής και μικροαγροτικής οικονομίας, με τη μόνη διαφορά ότι ο πρώτος εκδηλώνεται στα πολιτικά ζητήματα ενώ η δεύτερη στα υλικά ζητήματα.
Η μέθοδος καταπολέμησης: πρέπει να τονίζεται ότι όχι μόνο η τάση του απόλυτου εξισωτισμού είναι απλά μια αυταπάτη των μικροαγροτών και των μικροχειροτεχνών στις μέρες που ο καπιταλισμός δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά ακόμα και ότι στις μέρες του σοσιαλισμού, τα υλικά πράγματα θα διανέμονται σύμφωνα με την αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα σύμφωνα με τη δουλειά του», και δεν θα υπάρχει καθόλου τέτοιο πράγμα όπως ο απόλυτος εξισωτισμός. Η διανομή των υλικών πραγμάτων στους άνδρες του Κόκκινου Στρατού πρέπει από γενική άποψη να είναι ίση, όπως π.χ. ίσες παροχές ανάμεσα στους στρατιώτες και στους αξιωματικούς, γιατί αυτό αποτελεί και απαίτηση των σημερινών συνθηκών του αγώνα. Αλλά ο απόλυτος εξισωτισμός πέρα από το ότι δεν στέκεται λογικά πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν εξυπηρετεί τον αγώνα, αντίθετα τον παρεμποδίζει.
Η μέθοδος για την καταπολέμησή της:
Βασικά να διαπαιδαγωγήσουμε τα μέλη του Κόμματος έτσι που να υψώσουν την σκέψη τους και την Κομματική ζωή τους σε ένα πολιτικό και επιστημονικό επίπεδο. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει:
α) Να κάνουμε τα Κομματικά μέλη ικανά να εφαρμόζουν την Μαρξιστική-Λενινιστική μέθοδο στην ανάλυση της συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης και την ύψωση των ταξικών δυνάμεων στην θέση της υποκειμενικής ανάλυσης και συνόψισης.
β) Να κατευθύνουμε την προσοχή των Κομματικών μελών στην κοινωνική και οικονομική έρευνα και μελέτη, για να καθορίζουν με βάση αυτήν την τακτική της πάλης και τις μέθοδες δουλειάς, και να κάνουμε τους συντρόφους να καταλάβουν ότι χωρίς την έρευνα των πραγματικών συνθηκών θα πέσουν στην άβυσσο των αυταπατών τους και του τυχοδιωκτισμού.
γ) Στην Κριτική μέσα στα κομματικά πλαίσια οφείλουμε να αντιτασσόμαστε στις υποκειμενικές, δογματικές και βάρβαρες τάσεις: οι εκδηλώσεις πρέπει να βασίζονται σε γεγονότα και η κριτική πρέπει να συγκεντρώνεται στην πολιτική ουσία του ζητήματος.
Η ατομιστική τάση στις κομματικές δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού συνοψίζεται στις ακόλουθες εκδηλώσεις:
α) Μνησικακία: Αν μας γίνει κριτική μέσα στο Κόμμα από έναν σύντροφο στρατιώτη, ψάχνουμε για ευκαιρίες για να τον αντεκδικηθούμε έξω από το Κόμμα – το ξύλο ή το βρίσιμο είναι μια μέθοδος αντεκδίκησης. Η αντεκδίκηση γίνεται και μέσα στο Κόμμα: μου επιτέθηκες σ’ αυτή τη συνεδρίαση έτσι θα εκδικηθώ ψάχνοντας για δικά σου λάθη στην επόμενη. Τέτοια μνησικακία προχωράει μόνη της με την τοποθέτηση του προσωπικού συμφέροντος πάνω από τα γενικά ταξικά και κομματικά συμφέροντα. Ο στόχος της δεν είναι η εχθρική τάξη αλλά τα άτομα στις δικές μας γραμμές. Είναι μια διαβρωτική ουσία που αδυνατίζει την οργάνωση και τη μαχητική της ικανότητα.
β) Φατριασμός: Να ενδιαφερόμαστε μόνο για τα συμφέροντα της δικής μας παρεούλας και να αγνοούμε τα γενικά συμφέροντα –αν και δεν αναφέρεται άμεσα σε προσωπικά συμφέροντα- αυτός περιέχει στην πραγματικότητα ατομισμό ενός εξαιρετικά στενού είδους και καταλήγει να έχει μια υπερβολικά διαβρωτική φυγόκεντρη επίδραση. Στον Κόκκινο Στρατό, ο φατριασμός έχει σε όλη τη διάρκεια επιζήσει. Αν και τώρα έχει γίνει λιγότερο σοβαρός σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης της αυτοκριτικής, τα υπολείμματά του ακόμα υπάρχουν και χρειάζεται παραπέρα προσπάθεια για να τα κατανικήσουμε.
γ) Η τάση των απολαύσεων: Στον Κόκκινο Στρατό υπάρχουν επίσης πολύ λίγοι που ο ατομισμός τους βρίσκει έκφραση στην αναζήτηση της ευχαρίστησης. Αυτοί σταθερά ελπίζουν ότι τα στρατεύματα θα μπουν μέσα σε μεγάλες πόλεις. Θέλουν να πάνε εκεί όχι για να δουλέψουν αλλά για να διασκεδάσουν. Αυτό που δεν συμπαθούν καθόλου είναι να δουλέψουν στις κόκκινες περιοχές που η ζωή είναι σκληρή.
δ) Παθητικότητα και αδράνεια: Να γινόμαστε παθητικοί και να σταματάμε την δουλειά κάθε φορά που τα πράγματα πάνε αντίθετα με τις ευχές μας. Αυτό κυρίως οφείλεται στην έλλειψη διαπαιδαγώγησης, αν και καμιά φορά οφείλεται επίσης στους λαθεμένους χειρισμούς των ζητημάτων από την ηγεσία, στην ανάθεση υπέρμετρου φορτίου καθηκόντων και σε λαθεμένο τρόπο εφαρμογής της πειθαρχίας.
ε) Να επιθυμούμε να εγκαταλείψουμε τον στρατό: Ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δουλεύουν στον Κόκκινο Στρατό ζητούν μετάθεση για την τοπική δουλειά. Αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά σε προσωπικούς λόγους, αλλά επίσης: i) στις υλικές δυσκολίες της ζωής στον Κόκκινο Στρατό ii) το αίσθημα της κούρασης μετά από μακρόχρονο αγώνα iii) τους λαθεμένους χειρισμούς των υποθέσεων από την ηγεσία, στην επιβάρυνση με πολλές δουλειές και στον άσχημο τρόπο εφαρμογής της πειθαρχίας.
Οι μέθοδες καταπολέμησης:
Κυρίως να εντατικοποιήσουμε την διαπαιδαγώγηση με το σκοπό να καταπολεμήσουμε ιδεολογικά τον ατομισμό. Έπειτα, να χειριζόμαστε τα ζητήματα, να αναθέτουμε την δουλειά, και να επιβάλουμε την πειθαρχία σωστά. Ακόμα παραπέρα, να παίρνουμε μέτρα για να βελτιώνουμε τις συνθήκες διαβίωσης στον Κόκκινο Στρατό και να χρησιμοποιούμε κάθε δυνατή ευκαιρία για ξεκούραση και αναψυχή με το σκοπό να βελτιώνουμε τις συνθήκες ζωής. Πρέπει να εξηγούμε καθαρά στην εφαρμογή της διαπαιδαγώγησης ότι ο ατομισμός είναι στις κοινωνικές του πηγές αντανάκλαση της μικροαστικής και αστικής ιδεολογίας.
Οι μέθοδες καταπολέμησης:
α) Να εντείνουμε τη διαπαιδαγωγική δουλειά, να κάνουμε κριτική στις εσφαλμένες αντιλήψεις και να καταπολεμήσουμε την αντίληψη των περιπλανώμενων ανταρτών.
β) Να εντείνουμε τη διαπαιδαγωγική δουλειά προς την κατεύθυνση της καταπολέμησης της αλήτικης νοοτροπίας μέσα στα τμήματα της βάσης του Κόκκινου Στρατού και στους στρατιώτες που αιχμαλωτίζονται.
γ) Να παλέψουμε για να προσελκύσουμε στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού δραστήριους εργάτες και αγρότες με πείρα στον αγώνα με σκοπό να αλλάξουμε την σύνθεση του Κόκκινου Στρατού.
δ) Να δημιουργήσουμε καινούργιες μονάδες στον Κόκκινο Στρατό από εργάτες και αγρότες που συμμετέχουν στον αγώνα.
Οι μέθοδες καταπολέμησης:
α) Να ξεριζώσουμε ιδεολογικά τον τυχοδιωκτισμό. β) Να καταπολεμήσουμε την τυχοδιωκτική πρακτική με το να εφαρμόσουμε κατάλληλους κανόνες και κανονισμούς και υιοθετώντας ορθή πολιτική.
[1]Αυτή είναι μια απόφαση γραμμένη από τον σύντροφο Μάο Τσε – τούνγκ για την ένατη διάσκεψη της κομματικής οργάνωσης της τέταρτης στρατιάς του Κόκκινου Στρατού το Δεκέμβριο του 1927. Η οικοδόμηση του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού έχει περάσει από μια δύσκολη πορεία. Ο Κινέζικος Κόκκινος Στρατός (έγινε η Όγδοη Εκστρατευτική Στρατιά και η Νέα Τέταρτη Στρατιά στη διάρκεια του Πολέμου Αντίστασης εναντίον της γιαπωνέζικης επίθεσης και είναι τώρα ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), που δημιουργήθηκε την 1η Αυγούστου του 1927 την εποχή της εξέγερσης του Ναντσάνγκ, είχε κατά το Δεκέμβριο του 1929 μια ζωή περισσότερο από δυό χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων η οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος στον Κόκκινο Στρατό, πολεμώντας τις διάφορες εσφαλμένες αντιλήψεις είχε μάθει πολλά και είχε συσσωρεύσει σημαντική πείρα, που διατυπώθηκε σ’ αυτή την απόφαση. Η απόφαση τοποθέτησε την οικοδόμηση του Κόκκινου Στρατού πάνω σε μια καθαρή Μαρξιστική-Λενινιστική βάση αποκλείοντας τις επιδράσεις των στρατών παλιού τύπου. Δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Τέταρτη Στρατιά του Κόκκινου Στρατού αλλά ακολουθήθηκε αργά ή γρήγορα απ’ όλες τις άλλες μονάδες του Κόκκινου Στρατού. Με αυτή την έννοια όλος ο Κόκκινος Στρατός μετασχηματίστηκε εντελώς σε έναν γνήσιο λαϊκό στρατό. Στα τελευταία 20 και περισσότερα χρόνια ο Λαϊκός Στρατός της Κίνας έχει πετύχει τρομακτικές προόδους και καινοτομίες στην κομματική δραστηριότητα και στην πολιτική δουλειά, και έχει δώσει σ’ αυτές μια ολοκληρωτικά νέα όψη, αλλά η βασική γραμμή σε μια τέτοια δραστηριότητα και δουλειά παραμένει η ίδια μ’ αυτή που εκτίθεται σ’ αυτή την απόφαση.
[2] Για μια σύντομη περίοδο μετά από την ήττα της επανάστασης το 1927, μια «Αριστερή» τυχοδιωκτική τάση εμφανίστηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Θεωρώντας την κινέζικη επανάσταση σαν «διαρκή» επανάσταση και την επαναστατική κατάσταση στην Κίνα σαν «διαρκή κίνηση», οι σύντροφοι αυτοί ενεργώντας τυχοδιωκτικά αρνήθηκαν να οργανώσουν μια τακτική υποχώρηση και, υιοθετώντας τις διοικητικές μέθοδες και στηριζόμενοι πάνω σε ένα μικρό αριθμό μελών του Κόμματος και σε ένα μικρό τμήμα των μαζών, προσπάθησαν λαθεμένα να δημιουργήσουν σ’ όλη τη χώρα μια σειρά από τοπικές εξεγέρσεις που δεν είχαν προοπτικές επιτυχίας. Οι τυχοδιωκτικές ενέργειες επεκτάθηκαν στο τέλος του 1927, αλλά βαθμιαία σταμάτησαν στις αρχές του 1928, αν και αισθήματα υπέρ του τυχοδιωκτισμού παραμείνανε ακόμα ανάμεσα σε μερικούς συντρόφους.
[3] Στο παρτιζάνικο σύστημα οργάνωσης η φάλαγγα αντιστοιχεί στη μεραρχία του τακτικού στρατού αλλά με πολύ ευκίνητη σύνθεση και αριθμητικά ήταν μικρότερη σε σχέση με τη μεραρχία του τακτικού στρατού.
[4] Αυτοί οι δυο κινέζικοι ιδιωματισμοί αναφέρονται στις μέθοδες που ακολούθησαν ορισμένοι επαναστάτες στην ιστορία της Κίνας για την ανάπτυξη των δυνάμεών τους. Σύμφωνα με αυτές τις μέθοδες, δόθηκε περισσότερη προσοχή στην αύξηση των αριθμητικών δυνάμεων παρά στην ποιότητά τους, έτσι στρατολογήθηκαν αδιάκριτα κάθε λογής άντρες.
[5] Αρχηγός των αγροτικών εξεγέρσεων στο τέλος της δυναστείας των Τανγκ. Το 857 μ.χ. (ξεκινώντας από την ιδιαίτερη πατρίδα του , Τσάοσον, το σημερινό Χοτς Κάουντυ στον Σαντούνγκ), ο Χουάνγκ οδήγησε εξοπλισμένους αγρότες σε νικηφόρες μάχες ενάντια στο Γελόοου, Γιανκτσί, Χονάι και στις κοιλάδες του ποταμού Περλ, και φτάνοντας μέχρι το Κουανγκτσί, τελικά πέρασε μέσα από το πέρασμα Τουνγκ, κατέλαβε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Σαγκάν την σημερινή Σιάν του Σενσί, και στέφθηκε αυτοκράτορας. Σε εσωτερικές διενέξεις και επιθέσεις από μη κινέζικες νομαδικές φυλές σύμμαχες των δυνάμεων του Τανγκ ανάγκασαν τον Χουάνγκ να εγκαταλείψει την Σανγκάν και να οπισθοχωρήσει στην πατρική περιοχή του, όπου αυτοκτόνησε. Η δεκάχρονη εκστρατεία του είναι ένας από τους πιο γνωστούς πολέμους των χωρικών στην κινέζικη ιστορία. Οι επίσημοι κινέζοι ιστορικοί σημειώνουν ότι «ο λαός υποφέροντας από τους βαριούς φόρους και εισφορές συγκεντρωνότανε γύρω του». Αλλά όπως αυτός δεν έκανε παρά μόνο μια στρατολόγηση ανταρτών χωρίς να εγκαθιδρύει παράλληλα στέρεες βάσεις, το κίνημά του αναφέρεται σαν κίνημα που χαρακτηρίζεται από «ορδές περιπλανώμενων ανταρτών».
[6] Χουάνγκ που σημαίνει «τόλμησε το παν», ήταν ο τίτλος του Λι Τσε – σενγκ, που καταγόταν από το Μισίχ, στο βόρειο Σενσί. Ήταν ο αρχηγός μιας αγροτικής εξέγερσης που οδήγησε στην ανατροπή της δυναστείας των Μινγκ. Η εξέγερση ξέσπασε πρώτα στο βόρειο Σενσί το 1628. Ο Λι ενώθηκε με τις δυνάμεις του Κάο Γινγκ – Χσιάνγκ και εκστράτευσε μέσα από το Χονάν και Ανχουέι και πίσω στο Σενσί. Μετά από τον θάνατο του Κάο το 1636, ο Λι πέτυχε να πάρει τον τίτλο του βασιλιά Σουάνγκ και όρμησε μέσα και γύρω στις επαρχίες Σενσί, Στζέσουαν, Χονάν και Χουπέχ. Τελικά κατέλαβε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Πεκίνου στα 1644, όπου ο τελευταίος αυτοκράτορας των Μινγκ αυτοκτόνησε. Το κύριο σύνθημα που προπαγάνδιζε μέσα στις μάζες ήταν «υποστήριζε τον βασιλιά Σουάνγκ και μη πληρώνεις φόρο από γεννήματα». Ένα άλλο σύνθημα για να επιβάλει την πειθαρχία στα στρατεύματά του ήταν «κάθε φόνος σημαίνει την δολοφονία του πατέρα μου, κάθε βιασμός σημαίνει τον βιασμό της μητέρας μου». Έτσι στήριξε την υποστήριξη των μαζών και το κίνημά του έγινε το κύριο ρεύμα των αγροτικών εξεγέρσεων που ξέσπαγαν σ’ όλην τη χώρα. Όπως κι αυτός περιπλανιότανε χωρίς να εγκαθιδρύει ποτέ παράλληλα στερεές βάσεις, νικήθηκε λίγο μετά την κατάληψη του Πεκίνου από τον Γου Σεν – μουέι, ένα στρατηγό της δυναστείας των Μινγκ που έφερε τους εισβολείς Μαντσού μέσα στην Κίνα με το σκοπό να αυξήσει τις δυνάμεις του για την επίθεση ενάντια στον Λι.