Εφημερίδα «Αριστερά!» φ.116 (8/3/2003)Ήταν Δευτέρα 26 Απρίλη του 1937, ημέρα παζαριού στην ιστορική πόλη των Βάσκων Γκερνίκα (Γκουέρνικα). Η ναζιστική πολεμική μηχανή με τη λεγεώνα Κόνδωρ και την υποστήριξη των φρανκικών στρατευμάτων δοκιμάζει την ισχύ της βομβαρδίζοντας αλύπητα από αέρος επί τρεις ολόκληρες ώρες την πόλη. Όταν τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη αποσύρονται, η πόλη είναι ένας σωρός από ερείπια, καίγεται επί τρεις μέρες, έχει καταστραφεί κατά το 70% και με το 1/3 του πληθυσμού της καταπλακωμένο από τις άμορφες μάζες των κτιρίων ή δολοφονημένο από τις σφαίρες των πυροβόλων των μαχητικών αεροσκαφών που έβαλλαν εναντίον οποιουδήποτε προσπαθούσε να ξεφύγει.
Ήταν το ολοκαύτωμα προάγγελος των ναζιστικών θηριωδιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κωμόπολη της Γκερνίκα δεν ήταν στρατιωτικός στόχος, αποτελούσε την ιστορική πόλη των Βάσκων, ο στόχος ουσιαστικά ήταν η βάσκικη αντίσταση στο φρανκικό φασισμό και η σθεναρή υποστήριξη των κατοίκων στη δημοκρατική κυβέρνηση. Οι ναζί εγκαινίασαν στην Γκερνίκα την τακτική του βομβαρδισμού αμάχων για να πληγεί το ηθικό του αντιπάλου. Τακτική που φτάνει εκσυγχρονισμένη μέχρι τις μέρες μας –νέες Γκερνίκες σε Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστά, Ιράκ, Παλαιστίνη…
Ο Πάμπλο Πικάσο την εποχή του βομβαρδισμού της Γκερνίκα είχε ήδη ταχθεί ανοιχτά με το μέρος των Ισπανών δημοκρατικών. Την προηγούμενη χρονιά είχε πραγματοποιήσει τα χαρακτικά του κύκλου «Όνειρο και απάτη του Φράνκο» που χρησιμοποιήθηκαν υπέρ της προπαγάνδας των δημοκρατικών. Του ζητήθηκε να φτιάξει έναν πίνακα για το περίπτερο με το οποίο θα έπαιρνε μέρος η δημοκρατική Ισπανία στη «Διεθνή Έκθεση Τεχνών και Τεχνικών» του 1937 το Παρίσι.
Ο ζωγράφος την Πρωτομαγιά του 1937, μετά τη μεγάλη πορεία του 1 εκατομμυρίων αντιφασιστών διαδηλωτών που πλημμύρισαν τους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας, επιστρέφει στο εργαστήριό του και ξεκινά πυρετωδώς τον πίνακα που εμπνεύστηκε από την καταστροφή της βασκικής πόλης, ο οποίος έμελλε να αποτελέσει το κορυφαίο και πιο διάσημο έργο του αλλά και να καταξιωθεί διεθνώς ως σύμβολο διαμαρτυρίας ενάντια στη φρίκη του θανάτου που σκορπά ο πόλεμος.
Η «γλώσσα» αυτής της κραυγής είναι η πρωτοπορία και ο Πικάσο θα χρησιμοποιήσει στην Γκερνίκα το λεξιλόγιο του κυβισμού που είχε ήδη κατακτήσει από τις «Δεσποινίδες της Αβινιόν». Οι μορφές είναι διασπασμένες, κατακρεουργημένες, ασύνδετες – η απεικόνιση της φρίκης. Δεν υπάρχει αναφορά τόπου και χρόνου, όλα συμβαίνουν στο αχρονικό όριο του θανάτου και μπορούν να αφορούν κάθε τόπο. Το χρώμα απουσιάζει, η σύνθεση είναι επίπεδη – όλα υπακούουν στην αυστηρή μορφή μιας καταγγελίας.
Η «Γκερνίκα» γίνεται έτσι ένα είδος πολιτικής διακήρυξης. Ο καλλιτέχνης παίρνει θέση καταγγέλλοντας τη φασιστική επέλαση, και το έργο του μετατρέπεται σε ατράνταχτο επιχείρημα υπέρ της αντιφασιστικής πάλης. Η τέχνη γίνεται κομμάτι του πολιτικού αγώνα αναγκάζοντας την ανθρωπότητα να πάρει θέση, διαλύοντας κάθε περιθώριο για αδιαφορία και ουδετερότητα. Αναδεικνύοντας την κρισιμότητα των καιρών. Και ταυτίστηκε τόσο πολύ με το αντιπολεμικό μήνυμά του πολύς κόσμος σε όλες τις γωνιές της Γης το αναγνωρίζει χωρίς καν μερικές φορές να γνωρίζει το δημιουργό του.
Μετά την έκθεση του Παρισιού η «Γκερνίκα» ταξιδεύει στις ευρωπαϊκές χώρες και στη Βόρεια Αμερική αφυπνίζοντας τις συνειδήσεις. Το έργο επιστρέφει στην πατρίδα του δημιουργού του μόλις το 1981 γιατί ο Πικάσο δεν ήθελε να βρίσκεται στην Ισπανία υπό δικτατορικό καθεστώς.
Πάμπλο Πικάσο
«Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας κάνει να πραγματοποιήσουμε την αλήθεια»
Αυτά τα χρόνια της τρομερής καταπίεσης μου έδειξαν πως έπρεπε να πολεμήσω όχι μόνο με την τέχνη μου αλλά με όλο μου το είναι. Μου πήρε 15 χρόνια για να μάθω να ζωγραφίζω όπως οι μεγάλοι δάσκαλοι και 65 για να αναπαραστήσω τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού.
Άλλωστε η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας κάνει να πραγματοποιήσουμε την αλήθεια».