3.3.13

Xλιαροί και παλλόμενοι - Ναζίμ Χικμέτ



Χλιαροί και παλλόμενοι
σαν το αίμα που πηδάει από μια φλέβα
αρχίσαν να φυσάν οι άνεμοι.
Ακούω τους ανέμους
Αργοπορεί ο σφυγμός
Στις κορφές του Ουλουντζά θα χιονίσει
Και κει ψηλά οι αρκούδες
μεγαλόπρεπες κι εξαίσιες θα κοιμούνται
πάνου στα κατακόκκινα φύλλα των καστανιών.
Στην πεδιάδα γυμνώνουνται οι λεύκες.
Όπου να'ναι θα κλειστούνε τα μεταξοσκούληκα
Όπου να'ναι θα τελειώσει το χινόπωρο
Όπου να'ναι κι η γη θα ξαναμπεί
μέσα στου τοκετού τον ύπνο.
Κι εμείς θα περάσουμε ακόμη ένα χειμώνα
Ζεσταίνοντας τα χέρια μας στη φωτιά της μεγάλης οργής μας
και της αγίας ελπίδας μας.
 
Aπό τα “Γράμματα στην Αγαπημένη”
Απόδοση Γιάννης Ρίτσος

11.11.12

Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου



Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούνε ταπεινό να μιλάς για το φαΐ
Ο λόγος; Έχουνε κιόλας φάει

Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο χωρίς να έχουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής

Πώς να αναρωτηθούν πούθε έρχονται και πού πηγαίνουν
Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι
Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα δεν τα έχουν ακόμα δει όταν σημαίνει η ώρα τους

Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί γι αυτό που είναι ταπεινό ποτέ δεν θα υψωθούν

Το ημερολόγιο δεν δείχνει ακόμα την ημέρα
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες είναι ανοιχτές
Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί μ’ έναν σταυρό

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι έμποροι φωνάζουν για αγορές
Οι άνεργοι πεινούσαν
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται

Αυτοί που αρπάζουν το φαΐ απ’ το τραπέζι κηρύσσουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θα ’ρθουν
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο λένε πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό
είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε: Πόλεμος και ειρήνη είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους καθώς ο γιος από την μάνα. Έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά.
Ο πόλεμός τους σκοτώνει ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους

Όταν αυτοί που είναι ψηλά μιλάνε για ειρήνη ο απλός λαός ξέρει πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά καταριούνται τον πόλεμο οι διαταγές για επιστράτευση έχουν υπογραφεί

Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο : Θέλουνε πόλεμο
Αυτός που το έγραψε έπεσε κιόλας

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε : Να ο δρόμος για τη δόξα
Αυτοί που είναι χαμηλά λένε: Να ο δρόμος για το μνήμα

Τούτος ο πόλεμος που έρχεται δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν τελείωσε ο τελευταίος υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός πέθαινε το ίδιο

Σαν θα έρθει η ώρα της πορείας πολλοί δεν ξέρουν πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τούς δίνει είναι του εχθρού τους η φωνή
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

Νύχτα
Τ’ ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά

Στρατηγέ το τανκς σου είναι δυνατό μηχάνημα
Θερίζει δάση ολόκληρα κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: χρειάζεται οδηγό

Στρατηγέ το βομβαρδιστικό είναι πολυδύναμο
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: χρειάζεται πιλότο

Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
Μπορεί να πετάει μπορεί και να σκοτώνει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: μπορεί να σκέφτεται

……………………………………………………………………

30.10.12

Τάσος Λειβαδίτης



Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σάς χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.

Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.

Γράφω για σάς
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.

Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

24.2.11

Κώστας Βάρναλης: Στους Μπελογιάννηδες

Χαραβγή κατεπάνω του θανάτου
βάδιζεν η καρδιά σου, Παληκάρι,
λες κ’ είταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει
ν’ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.

Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου,
το ηλιοστεφάνι τ’ ουρανού να φτάσει.
Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα,
η προδοσιά χορέβοντας σε φτυούσε.

Με χέρι’ αλυσωμένα, που αγαπούσαν
να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι
και γαρούφαλο για το μάβρο Νόμο
σε βάλανε σημάδ’ οι πλερωμένοι
οι αρματολόγοι το χεροδεμένο,
τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες,
οι τρίδουλοι το λέφτερο κ’ η λάσπη
τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!

Δεν έχεις τάφο, άλλ’ όπου ηλιοβολιέται
γαρούφαλο στητό κι όπου βροντάει
καριοφίλι της λεφτεριάς, ολόρθον
η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.

Δεν έχεις κι όνομα. Οι μάβροι το μαβρίσαν.
Μα το λένε στη ρεματιά τα’ αηδόνια,
οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια
και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.

Μην κλαίτε, μάνες μαβρομαντηλούσες
και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!
Όπου να ναι, Θα τον νεκραναστήσει
μέγας λαός κι αφτός αναστημένος

6.2.11

Ναζίμ Χικμέτ: Για τη ζωή

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά,
όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
δίχως απ᾿ όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θά ‘χεις άλλο πάρεξ μονάχα να ζείς.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ᾿ έναν τοίχο
με τα χέρια σου δεμένα
ή μέσα στ᾿ αργαστήρι
με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα ‘χεις δει το πρόσωπό τους
και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
πως τίποτα πιο ωράιο, πως τίποτα πιο αληθινό
απ’ τη ζωή δεν είναι.

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρα
Που θα φυτέυεις, σα να πούμε,
ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τόνε πιστεύεις
όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει
πιότερο στη ζυγαριά.

Μπ. Μπρεχτ: «Εγκώμιο στη διαλεκτική»

Το άδικο προχωρά σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.
Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυρίαρχων
Και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα
εγώ πρώτη ξεκινάω.

Μα κι απ’ τους καταπιεσμένους λένε πολλοί τώρα:
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει

Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δε μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε οι κυρίαρχοι να πούνε
Θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;

Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!

2.2.11

Μπέρτολτ Μπρεχτ: Η μπαλάντα του έμπορα

Ρύζι έχει κει κάτω κοντά στο ποτάμι
Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι
Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες
θ' ακριβύνει το ρύζι γι' αυτούς εκεί πάνω
Οι μαούνες του ρυζιού θα 'χουν λιγότερο ρύζι
και το ρύζι φτηνότερο θα 'ναι για μένα

Τι είναι στ' αλήθεια το ρύζι
Πού να ξέρω το ρύζι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Φτάνει χειμώνας και χρειάζουνται ρούχα
Πρέπει μπαμπάκι λοιπόν ν' αγοράσουμε
και το μπαμπάκι να μην το πουλήσουμε
Σαν θα 'ρθει το κρύο, θ' ακριβύνουν τα ρούχα
Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα
Κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι

Τι είναι στ' αλήθεια το μπαμπάκι
Πού να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ
γι' αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει
Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους
Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ
αλλάοι φαγάδες όλο και τ' ακριβαίνουν
Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι

Τι είναι στ' αλήθεια ο άνθρωπος
Πού να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα