Μέσ' στην υπόγεια την ταβέρνα,
μέσ' σε καπνούς και σε βρισιές,
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα),
όλη η παρέα πίναμε εψές,
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγίς
ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής !
Όσο κι' ο νους αν τυραννιέται
άσπρην ημέρα δε θυμιέται!
(Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος του άσωτου ουρανού
ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό
του άλλου κοντόμερη η γυναίκα
στο σπίτι λειώνει από χτικιό
στο Παλαμήδι ο γυιός του Μάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
«Ποιος φταίει; ποιος φταίει;» κανένα στόμα
δεν τόβρε και δεν τόπε ακόμα.
Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί
σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα,
όπου μας έβρει, μας πατεί:
δειλοί, μοιραίοι κι' άβουλοι αντάμα
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα !
10.2.08
Κώστας Βάρναλης: Οι μοιραίοι
30.1.08
Συνθήματα
ANTIΪMΠEPIAΛIΣTIKA
• Δεν είναι τρομοκράτες οι λαοί
είναι οι ευρωπαίοι και οι αμερικανοί
• Nα κλείσουνε οι βάσεις των αμερικανών
αυτές είναι οι γιάφκες των τρομοκρατών
· Εμπρός λαέ στη πρώτη τη γραμμή
Να φύγουνε οι βάσεις κι οι αμερικανοί
· Εμπρός λαέ να κάνει ξαστεριά
Να φύγουνε οι βάσεις και τα πυρηνικά
• Φονιάδες των λαών Aμερικάνοι
• Aλληλεγγύη στη πάλη των λαών
πόλεμο στον πόλεμο των ιμπεριαλιστών
• Eτούτος ο αιώνας θα είναι των λαών
κάτω η νέα τάξη των ιμπεριαλιστών
• Λευτεριά στη Παλαιστίνη
- Εκεί εκεί στη Μέση Ανατολή την τελευταία λέξη την έχουν οι λαοί
• Tο δίκιο των λαών να βγάλουμε στους δρόμους
δεν έχουμε ανάγκη παγκόσμιους αστυνόμους
• H ανεξαρτησία όλων των λαών θα γίνει ο τάφος των ιμπεριαλιστών
• Kοιτάξτε ποιοι μιλάνε για τρομοκρατία
αυτοί που σπέρνουν πολέμους – δυστυχία
• Kαμιά ησυχία καμιά υποταγή και αυτή η νέα τάξη θα ανατραπεί
• 50 χρόνια ΝΑΤΟ, η ίδια ιστορία, χούντες, πολέμοι, τρομοκρατία
• Μπούς, Σαρόν, φονιάδες των λαών
• Πάρτε τα και φύγετε από τη Bαγδάτη
Mπους φασίστα τρομοκράτη
• Kάτω ο φασισμός και η κατοχή
έξω απ’ το Iράκ οι αμερικανοί
• Mπους χασάπη, Κωστάκη συνεργάτη
η καρδιά του κόσμου χτυπάει στη Bαγδάτη
• Aπό την σημαία σας τα αστέρια σβήστε
και ζωγραφίστε σβάστικες να ξέρουμε ποιοι είστε
• Όλοι στο πλευρό των Iρακινών
πόλεμο στο πόλεμο των Aμερικανών
• H ένοπλη αντίσταση των Iρακινών
θα γίνει ο τάφος των Aμερικανών
· Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη
Αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη
· Οι βόμβες στο Ιράκ και τη Γιουγκοσλαβία
Είν’ η διεθνής τρομοκρατία
· Η μόνη γιάφκα των τρομοκρατών
Είναι η πρεσβεία των αμερικανών
· Οι ιμπεριαλιστές τη γη ξαναμοιράζουν
Με των λαών το αίμα τα σύνορα χαράζουν
KATAΣTOΛH
• MAT - EKAM δολοφονούν
εδώ και τώρα να διαλυθούν
• Kουμής - Kανελλοπούλου τα MAT δολοφονούν
εδώ και τώρα να διαλυθούν
• Eκείνοι που χτυπάνε φοιτητές κι εργάτες
είναι οι μόνοι τρομοκράτες
• Kάτω τα χέρια από το άσυλο
Tο άσυλο ανήκει σ’ όλο το λαό
• Σε κάθε γωνιά υπάρχει αστυνομία
Xούντα δεν υπάρχει μόνο στη Tουρκία
(Η χούντα δεν τελείωσε το 73)
· Ψηφίζουν κάθε μήνα καινούργιους τρομονόμους
Γεμίσαμε με κάμερες ρουφιάνους κι αστυνόμους
· Η τρομοκρατία δεν θα περάσει
Του λαού η πάλη θα τη σπάσει
ΠOΛYTEXNEIO
• EAM - EΛAΣ – Πολυτεχνείο, έτσι πολεμάμε του ΝΑΤΟ το σφαγείο
• EAM - EΛAΣ - EΠON
ο δρόμος των λαών
• Tο Πολυτεχνείο δεν ήτανε γιορτή
ήτανε εξέγερση και πάλη λαϊκή
• Aγώνας λαϊκός για ανεξαρτησία
Eμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία
• Φοιτητές εργάτες, ξανά όλοι μαζί
αντίσταση στη χούντα τη νεοταξική
· Λαέ θυμήσου το Νοέμβρη
NEOΛAIA - ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
• Δεν είναι τα πτυχία και η κατάρτιση, εκείνο που μας λείπει είναι η ζωή
• Η νεολαία δε σκύβει το κεφάλι, μαζί με το λαό αντίσταση και πάλι
· Δεν είναι τα πτυχία δεν είναι οι βαθμοί
Εκείνο που μας λείπει είναι η ζωή
ΓENIKA
• Τότε και τώρα πάντα και παντού
στο δρόμο της αντίστασης και του ξεσηκωμού
- Όταν τα βρίσκουν πράσινοι και μπλε
- Φτώχια διαφθορά και καταστολή
• H αντιπολίτευση γίνεται στους δρόμους
και όχι στη Bουλή και τους διαδρόμους
• Zει-Zει ο Tεμπονέρας ζει
με Πέτρουλα - Λαμπράκη μας οδηγεί
• Eμπρός λαέ μη σκύβεις το κεφάλι
ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη
• Eμπρός λαέ μη παραδίνεσαι
είναι δίκαιο να εξεγείρεσαι
• Kανένας δεν γεννιέται δούλος και ραγιάς
το μέλλον ανήκει στο κόσμο της δουλειάς
• Mας φαίνονται μεγάλοι γιατί είμαστε σκυφτοί
σηκώστε το κεφάλι να σκύψουνε αυτοί
• Tο μέλλον ξελασπώστε την πάλη οργανώστε
• Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός
τα νιάτα του κόσμου ο κομμουνισμός
• Aνεξαρτησία - Λευτεριά – Λαοκρατία
· Αυτή η κοινωνία προωθεί
Το σκύψιμο το γλείψιμο και την υποταγή
EPΓATIKA
· Mαύρη ζωή – Mαύρη εργασία
αυτή είναι της Eυρώπης η οδηγία
• Έλληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι
εμπρός ξανά της γης οι κολασμένοι
• Kάθε μια βδομάδα 3 νεκροί εργάτες
αφεντικά και κράτος είν' οι τρομοκράτες
• Θέλουμε υγεία - παιδεία και μισθούς
δεν είχαμε ανάγκη τους Oλυμπιακούς
• Aγώνας ενιαίος πανεργατικός
να ’ναι η απάντηση απ’ εδώ και μπρος
• Ακρίβεια ανεργία καταστολή
δεν θέλουμε άλλη ήπια προσαρμογή
• Συνδικάτα ταξικά όχι κυβερνητικά
• Nα αλλάξει γραμμή ο συνδικαλισμός
την τύχη του στα χέρια του να πάρει ο λαός
• Kοινός αγώνας ανέργων - εργατών
κάτω οι μονόδρομοι των ευρωπαϊστών
• Άνεργος φτωχός εργάτης μιας χρήσης
για τα συμφέροντά τους γιατί να πολεμήσεις
• H ισχυρή Eλλάδα είναι μια απάτη
νόμος είναι το δίκιο του εργάτη
• ΓΣEE Eργατών Όχι γραφειοκρατών
• Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, πάλι κόντρα στο λαό.
· Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη
- Τέρμα πια στη κοροιδία
ασφάλιση για όλους και σταθερή εργασία
APIΣTEPΑ
• H αριστερά όπλο του λαού
εμπόδιο στα σχέδια του δικομματισμού
• Στημένο το παιχνίδι ΠAΣOK και Δεξιάς
απάντηση ο πόλος της αριστεράς
• Eμπρός λαέ για μια αριστερά
που δεν θα υποτάσσεται, δεν θα ξεπουλά
• Δύο δεξιές μια πολιτική
ακρίβεια, ανεργία και καταστολή
- Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός
τα νιάτα του κόσμου ο κομμουνισμός
25.1.08
Εγκώμιο στη μάθηση - Μ. Μπρεχτ
Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε,
Ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
Να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μάθαινε άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε γυναίκα στην κουζίνα! Μάθαινε εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο άστεγε!
Προμηθέψου γνώση παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις Σύντροφε!
Μην αφεθείς να πείθεσαι.
Μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!
Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος
καθόλου δεν το ξέρεις.
Έλεγξε το λογαριασμό
Εσύ θα τον πληρώσεις.
Ψάξε με τα δάχτυλα το κάθε σημάδι
Ρώτα: πως βρέθηκε αυτό εδώ;
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία
Στην εξορία - Κώστας Βάρναλης
Από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου
Μας σιδεροδέσανε τα χέρια
και μας κλείσαν ολούθε μαλινχέρια.
Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,
και μας ζυγιάσαν την ψυχή – βαριά!
Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρό
χέρι δεξί με χέρι αριστερό.
Μουδιασμένο και τ’ άλλο μας, που εκράτει
βαλίτσα ή δέμα για τον Άη – Στράτη.
Κατάχαμ’ Αρετή, Μυαλό και Νιάτα!
Τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα...
Τυχερέ, κείνο τ’ άθλιο δειλινό
σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.
Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός
κι ατάραγος πάνου απ’ τη Μοίρα αφτός,
Κοιτούσε την ερχόμενην ευδία.
Συ νεβρικός από την αηδία.
Μαζί μας, τελεφταίοι, με το βαπόρι
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.
Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η Λεφτεριά και τα χασίσια.
Μα το καλογεράκι απ’ τ’ Αγιονόρος,
που πέταξε τα ράσα, ο θεοφόρος,
και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια,
ξουρισμένα μουστάκια και σαγόνια,
μαζί μας δεν το δέσανε. Βλακεία
να πομπέψουν πατρίδα και θρησκεία!
Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,
τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.
Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,
για να ρθει ο Εξορισμένος απ’ τα ξένα,
να χωρίσει το Έθνος και να βάλει
τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.
(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 119-120, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1964, σελ. 533)
Οχτώβρης - Κώστας Βάρναλης
(Από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου)
Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι
κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα·
αφού μας εσκοτώναν έτσι αιώνες
τ' αφεντικά μας οι απατεώνες,
της Λύτρωσης, αδέρφια, η ώρα φτάνει
αρπάχτε από το Χάρο το δρεπάνι!
Τελειώσανε τα ψέματα κι αστεία.
Κάνει νερά και τρίζει η Πολιτεία.
Το σάπιο, το κουρσάρικο καράβι
δεν το σώζουν των φασισμών οι μπράβοι.
Ψηλά κι ορθοί σταθείτε δικαιοκρίτες
όλου του κόσμου οι μάρτυρες κι ακρίτες!
Απ' τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά Ιστορία.
1935, Αη Στράτης
24.1.08
Καπνισμένο τσουκάλι - Γιάννης Ρίτσος
Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω! Πολυ μακρυς αδελφε μου.
Οι χειροπεδες βαραιναν τα χερια. Τα βραδια
που ο μικρος γλομπος κουνουσε το κεφαλι του λεγοντας "περασε η ωρα"
εμεις διαβαζαμε την ιστορια του κοσμου σε μικρα ονοματα
σε καποιες χρονολογιες σκαλισμενες με το νυχι στους τοιχους
των φυλακων,
σε κατι παιδιαστικα σχεδια των μελλοθανατων
- μια καρδια, ενα τοξο, ενα καραβι που 'σκιζε σιγουρα το χρονο,
σε καποιους στιχους που εμειναν στη μεση για να τους τελειωσουμε,
σε καποιους στιχους που τελειωσαν για να μην τελειωσουμε.
Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω -δυσκολος δρομος.
Τωρα ειναι δικος σου αυτος ο δρομος. Τον κρατας
οπως κρατας το χερι του φιλου σου, και μετρας το σφυγμο του,
πανου σε τουτο το σημαδι που αφησαν οι χειροπεδες.
Κανονικος σφιγμος. Σιγουρο χερι.
Κανονικος σφυγμος. Σιγουρος δρομος.
Διπλα σου, αυτος ο αναπηρος πριν κοιμηθει, βγαζει το ποδι του,
τ' αφηνει στην γωνια, ενα κουφιο ξυλινο ποδι,
πρεπει να το γεμισεις, οπως γεμιζεις τη γλαστρα με χωμα,
να φυτεψεις τα λουλουδια,
οπως γεμιζει το σκοταδι με αστερια,
οπως γεμιζει λιγο-λιγο η φτωχεια, στοχασμο κι αγαπη.
Τοχουμε αποφαση, μια μερα ολοι οι ανθρωποι ναχουνε δυο ποδια,
ενα χαρουμενο γεφυρι απο ματια σε ματια,
απο καρδια σε καρδια. Γι αυτο οπου καθησεις,
αναμεσα στα τσουβαλια του καταστρωματος, φευγοντας για την εξορια
πισω απο τα σιδερα του τμηματος μεταγωγων,
κοντα στο θανατο που δε λεει "αυριο",
αναμεσα σε χιλιαδες δεκανικια, απο πικρα σακατεμενα χρονια,
εσυ λες "αυριο", και καθεσαι ησυχος και βεβαιος,
οπως καθεται ενας δικαιος ανθρωπος αντικρυ στους ανθρωπους.
Αυτα τα κοκκινα σημαδια στους τοιχους,μπορει ναναι κι απο αιμα.
ολο το κοκκινο στις μερες μας ειναι αιμα,
μπορει ναναι κι απ' το λιογερμα, που χτυπαει στον απεναντι τοιχο.
Καθε δειλι τα πραγματα κοκκινιζουν πριν σβησουν
και ο θανατος ειναι πιο κοντα. Εξω απ' τα καγκελα,
ειναι οι φωνες των παιδιων, και το σφυριγμα του τραινου.
Τοτε τα κελλια γινονται πιο στενα,
και πρεπει να σκεφτεις το φως σ' εναν καμπο με σταχυα,
και το ψωμι στο τραπεζι των φτωχων,
και τις μητερες να χαμογελανε στα παραθυα,
για να βρεις λιγο χωρο να απλωσεις τα ποδια σου.
Κεινες τις ωρες, σφιγγεις το χερι του συντροφου σου,
γινεται μια σιωπη γεματη δεντρα,
το τσιγαρο κομμενο στη μεση, γυριζει απο στομα σε στομα,
οπως ενα φαναρι που ψαχνει το δασος,- βρισκουμε τη φλεβα
που φτανει στην καρδια της ανοιξης, Χαμογελαμε.
Χαμογελαμε κατα μεσα. Αυτο το χαμογελο, το κρυβουμε τωρα.
Παρανομο χαμογελο-οπως παρανομος εγινε κι ο ηλιος,
παρανομη και η αληθεια.
Κρυβουμε το χαμογελο,
οπως κρυβουμε στην τσεπη μας, τη φωτογραφια της αγαπημενης μας,
οπως κρυβουμε την ιδεα της λευτεριας, αναμεσα στα δυο φυλλα της καρδιας μας.
Ολοι εδω περα εχουμε εναν ουρανο και το ιδιο χαμογελο.
Αυριο μπορει να μας σκοτωσουν. Αυτο το χαμογελο,
κι αυτον τον ουρανο, δεν μπορουν να μας τα παρουν.
Ξερουμε πως ο ισκιος μας, θα μεινει πανου στα χωραφια,
πανω στην πλιθινη μαντρα του φτωχοσπιτου,
πανω στους τοιχους των μεγαλων σπιτιων που θα χτιζονται αυριο,
πανου στην ποδια της μητερας, που καθαριζει φρεσκα φασολακια,
στη δροσερη αυλοπορτα.
Το ξερουμε.
Ευλογημενη ας ειναι η πικρα μας.
Ευλογημενη η αδελφοσυνη μας.
Ευλογημενος ο κοσμος που γεννιεται.
Καποτες, ειμαστε πολυ περηφανοι αδελφε μου,
γιατι δεν ειμαστε καθολου σιγουροι.
Μεγαλα λογια λεγαμε,
πολλα χρυσα γαλονια βαζαμε στα μπρατσα του στιχου μας,
ενα ψηλο λοφιο ανεμιζε στο μετωπο του τραγουδιου μας,
καναμε θορυβο-φοβομαστε, γι αυτο καναμε θορυβο,
σκεπαζαμε το φοβο μας με τη φωνη μας,
χτυπουσαμε τα τακουνια μας στο πεζοδρομιο,
ανοιχτες δρασκελιες, καμπανιστες,
οπως εκεινες οι παρελασεις, με τα αδεια κανονια,
που τις κοιταν οι ανθρωποι απ' τα πορτοπαραθυρα,
και που κανεις δεν τις χειροκροταει.
Τοτες βγαζαν λογους στις ξυλινες εξεδρες, στα μπαλκονια,
φωναζαν τα ραδιοφωνα, ξαναλεγαν τους λογους,
πισω απ' τις σημαιες κρυβοταν ο φοβος,
μεσα στα τυμπανα αγρυπνουσαν οι σκοτωμενοι,
κανεις δεν καταλαβαινε τι γινοταν,
οι σαλπιγγες μπορει να διναν το ρυθμο στα βηματα,
δε διναν το ρυθμο στην καρδια. Ψαχναμε το ρυθμο.
Οι αντιφεγγιες απ' τα οπλα, και τα τζαμια, κατι διναν στα ματια,
μια στιγμη - τιποτα αλλο,
υστερα κανενας δεν θυμοταν λεξη, δεν θυμοταν προσωπο και ηχο.
Το βραδι, οταν σβηναν τα φωτα, κι εσερνε ο αγερας στους δρομους τις χαρτινες σημαιουλες,
κι η βαρεια σκια ενος οδοστρωτηρα εμενε στην πορτα,
εμεις αγρυπνουσαμε,
μαζευαμε τη σκορπια βουη των δρομων,
μαζευαμε τα σκορπια βηματα,
βρισκαμε το ρυθμο, την καρδια, τη σημαια.
Και να αδελφε μου, που μαθαμε να κουβεντιαζουμε,
ησυχα-ησυχα κι απλα.
Καταλαβαινομαστε τωρα-δε χρειαζονται περισσοτερα.
Κι αυριο λεω θα γινουμε ακομα πιο απλοι,
θα βρουμε αυτα τα λογια, που παιρνουν το ιδιο βαρος,
σ' ολες τις καρδιες, σ' ολα τα χειλη,
ετσι να λεμε πια τα συκα: συκα, και τη σκαφη: σκαφη,
κι ετσι που να χαμογελανε οι αλλοι και να λενε:"τετοια ποιηματα,
σου φτιαχνουμε εκατο την ωρα".
Αυτο θελουμε και εμεις.
Γιατι εμεις,δεν τραγουδαμε για να ξεχωρισουμε, αδελφε μου απ' τον κοσμο.
Εμεις τραγουδαμε, για να σμιξουμε τον κοσμο.
Λοιπον, δεν ειναι αναγκη να φωναξω για να με πιστεψουν,
να πουν:"οποιος φωναζει εχει δικιο".
Εμεις το δικιο τοχουμε μαζι μας, και το ξερουμε,
κι οσο σιγα κι αν σου μιλησω, ξερω πως θα με πιστεψεις-
συνηθισαμε στη σιγανη κουβεντα στα κρατητηρια, στις συνεδριασεις,
στη συνωμοτικη δουλεια της κατοχης,
συνηθισαμε στα μικρα σταρατα λογια, πανου απ' το φοβο,
και πανου απ' τον πονο,
ημερα, ωρα, συνθημα στις τρομερες μουγγες γωνιες της νυχτας,
στις διασταυρωσεις του χρονου, που μια στιγμη τις φωτιζε
ο προβολεας του μελλοντος-
βιαστικα λογια, μια μικρη περιληψη της ζωης, τα κυρια σημεια μοναχα,
γραμμενα στο κουτι των τσιγαρων, η σ' ενα τοσο δα χαρτι,
κρυμμενο στο παπουτσι, η στο στριφωμα του σακκακιου μας,
ενα μικρο χαρτι, σαν ενα μεγαλο γεφυρι, πανου απ' το θανατο.
Α βεβαια, ολα τουτα θα πουν, δεν ειναι τιποτα.
Ομως εσυ αδελφε μου, ξερεις πως απο τουτα τα απλα λογια,
απο τουτες τις απλες πραξεις, απο τουτα τα απλα τραγουδια,
μεγαλωνει το μποι της ζωης, μεγαλωνει ο κοσμος,
μεγαλωνουμε.
Κι οχι να πειτε πουκανα και τιποτα σπουδαιο,
μονο που περασα και ακουμπησα στον ιδιο τοιχο,
που ακουμπησατε συντροφια μου,
μονο που διαβασα στα τμηματα μεταγωγων,
τα ονοματα των ηρωων και των μαρτυρων μας,
μονο που φορεσα τις ιδιες χειροπεδες που φορεσατε,
μονο που πονεσα μαζι σας, κι ονειρευτηκα μαζι σας,
μονο που σε βρηκα και βρηκες, συντροφε.
Ο Μπαρμπα-Χριστος, εχτισε το φουρνο του στρατοπεδου.
Ειχα σταθει και κοιταζα τα σιγουρα γεροντικα του χερια,
τουτα τα απλα, σοφα, συντροφικα του χερια-
ωρα την ωρα ο φουρνος ψηλωνε,
ψηλωνε ο κοσμος,
ψηλωνε η αγαπη,
κι οταν γευτηκα το πρωτο κομματι απ' το ζεστο καρβελι μας,
μ' αυτη τη γευση πηρα μεσα μου
κατι απ' τα σοφα χερια του γερο - χτιστη,
κατι απ' τα χερια ολων των συντροφων που ζυμωνουν το ψωμι του κοσμου,
εκεινη τη γαληνια σιγουρια του ανθρωπου
που φτιαχνει ωφελιμα κι απαραιτητα πραματα.
Υστερα μαθαμε πολυ περισσοτερα, μα αν θα καθομουν
να σας τα ιστορησω ολα,
δε θα τελειωνε ποτε το τραγουδι μου,
οπως ποτε δεν τελειωνει η αγαπη μας, η ζωη, ο ηλιος.
Κι ερχομαι μοναχα να σ' αγκαλιασω και να κλαψω αδελφε μου,
οπως ο ερωτευμενος που γυρναει απο χρονια στην καλη του,
και μ' ενα του φιλι, της λεει ολα τα χρονια που περιμενε,
κι ολα τα χρονια που τους περιμενουν, περα απ' το φιλι τους.
Εμεις, ωρες πολλες κοιταζαμε το ιδιο σημαδι,
πολλες ζωες το ψαξαμε τουτο το σημαδι,
ως να του εμπιστευτουμε την καρδια μας, και τα χερια μας.
Κι απ' αυτο που το κοιταξανε χιλιαδες πονεμενοι ανθρωποι,
παιρνει κατι απ' τα ματια μας, κι απ' το σμιξιμο των ματιων μας,
και μεγαλωνει, μεγαλωνει, μεγαλωνει,
οπως το ζυμαρι στη σκαφη, το δντρο στον ηλιο,
η ελπιδα στην καρδια μας.
Και τ' αλλα παλι, τα πολυ μεγαλα, τ' απιαστα κι αθωρητα,
απ' το πολυ που τα κοιταξαμε μαζι και τ' αγαπησαμε μαζι,
εγιναν πια δικα μας, ενα με μας, ταχουμε διπλα μας,
σαν την αλατιερα, σαν το πηρουνι, σαν το πιατο,
και τωρα το ιδιο απλα και γκαρδιακα, κοιταζουμε ενα φυλλο η ενα αστερι,
την πετρα οπου καθομαστε, η τα ψηλα φουγαρα του μελλοντος.
Η Καρδια μου σημερα, δε μοιαζει με κανενα συγνεφο,
χρυσο που λαμπαδιαζει στο λιογερμα,
μητε με κανεναν αγγελο που στρωνει το τραπεζι μες στα δεντρα του παραδεισου,
τιναζοντας με τ' ασπρα του φτερα τα ψιχουλα των αστρων
απ' τις γενειαδες των παλιων Αγιων.
Τιποτα τετοιο.
Η Καρδια μου ειναι τωρα ενα φαρδυ χωματενιο τσουκαλι,
που μπηκε πολλες φορες στη φωτια.
που μαγειρεψε χιλιαδες φορες για τους φτωχους
για τους ξωμαχους, για τους περαταρηδες
για τους εργατες και για τις πικρες μαναδες τους,
για τον πεινασμενο ηλιο, για τον κοσμο-ναι για ολο τον κοσμο-
ενα φτωχο, καπνισμενο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του,
που βραζει αγρια ραδικια του βουνου, κι αρια και που,
κανα κοψιδι κρεας,
κι απο κατου συδαυλιζουν τη φωτια τα πεινασμενα αδελφια μου,
καθενας βαζει και το ξυλο του,
καθενας καρτεραει το μερτικο του.
Καθονται γυρω-γυρω, μαζι με τ' αρνια και τα γελαδια,
οπως καθοσαστε τωρα εσεις τριγυρω μου,
μιλανε για τη βροχη, για τον ηλιο, για την ειρηνη,
μιλανε για τον καιρο, για τη σπορα, για τη σοδεια,
για κεινο το σημαδι που ολο και περισσοτερα ματια το κοιταζουν,
για κεινο το αστρο που δε σβηνει με κανεναν ανεμο,
κι οι πεθαμενοι μαζευονται γυρω απο την ταβλα μας,
και περιμενουν κι αυτοι το μερτικο τους.
Και τουτο το τσουκαλι βραζει, βραζει τραγουδωντας.
Τουτες τις μερες, ο ανεμος μας κυνηγαει.
Γυρω σε καθε βλεμμα το συρματοπλεγμα,
γυρω στην καρδια μας το συρματοπλεγμα,
γυρω στην ελπιδα το συρματοπλεγμα. Πολυ κρυο εφετος.
Ποιο κοντα. Ποιο κοντα. Μουσκεμενα χιιομετρα μαζευονται γυρω τους.
Μεσα στις τσεπες του παλιου παντελονιου τουε,
εχουν μικρα τζακια να ζεσταινουν τα παιδια.
ΚΑθονται στον παγκο κι αχνιζουν, απ' την βροχη και την αποσταση.
Η ανασα τους ειναι ο καπνος ενος τραινου, που παει μακρια,πολυ μακρια.
Κουβεντιαζουν, και τοτε η ξεβαμμενη πορτα της καμαρας,
γινεται σαν μητερα, που σταυρωνει τα χερια της κι ακουει.
Κι ακουω και γω, και παιρνω κι αυγαταινω-ριχνω και γω καμμια κουβεντα
που και που,
οπως ριχνουμε ενα ξυλο στη φωτια-
φουντωνει η φλογα, γινεται πιοτερο το φως -ξυλο το ξυλο-
κοκκινιζουν οι τοιχοι, αποτραβιεται ο ανεμος,
τριζει το παραθυροφυλλο,
ακουγεται εξω καποιο γαιδουρακι που βοσκαει ακομα στο γρασιδι,
και το σκυλι καθεται ησυχο μπροστα στα ποδια των πεθαμενων.
Ολοι περιμενουμε να ξημερωσει.
Επεσε ο ανεμος, Σιωπη. Στη γωνια της καμαρας,
ενα αλετρι συλλογισμενο, περιμενει τ' οργωμα.
Ακουγεται πιο καθαρα, το νερο που κοχλαζει στο τσουκαλι.
Αυτοι που περιμενουν στον ξυλινο παγκο,
ειναι οι φτωχοι, οι δικοι μας οι δυνατοι,
ειναι οι ξωμαχοι, οι σπουδαστες, κι οι προλεταριοι-
καθε τους λεξη ειναι ενα ποτηρι κρασι
μια γωνια μαυρο ψωμι
ενα δεντρο πλαι στο βραχο
ενα παραθυρο ανοιχτο στη λιακαδα.
Ειναι οι δικοι μας Χριστοι, οι δικοι μας Αγιοι.
Τα χοντρα τους παπουτσια ειναι σαν βαγονια με καρβουνο
τα χερια τους ειναι η σιγουρια-
αργασμενα χερια, σκληρα χερια, ροζιασμενα
με φαγωμενα νυχια, με αγριες τριχες
με το μεγαλο δαχτυλο φαρδυ οσο η ιστορια του ανθρωπου
με τη φαρδεια σπιθαμη σα γιοφυρι πανω απο το γκρεμο.
Τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, δεν ειναι μοναχα στα μητρωα των φυλακων,
φυλαγονται στα αρχεια της ιστοριας,
τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, ειναι οι πυκνες σιδηροδρομικες γραμμες,
που διασχιζουν το μελλον.
Κι η καρδια μου εμενα, τιποτα πιοτερο συντροφια μου, ενα πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του- τιποτ' αλλο.
Γεια σας συντροφοι.
Λοιπομν παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα σαν τον παππου που λεει παραμυθια
(και μη θυμωσετε που σας λεω παιδια μου,
μονο στα χρονια μπορει ναμαι πιο μεγαλος σε τιποτα αλλο
κι αυριο θα με πειτε εσεις: παιδι μου, και γω δε θα θυμωσω,
γιατι οσο θαναι νιοτη μες στον κοσμο θαμαι νεος
και να με λετε :παιδι μου παιδια μου),
λοιπον παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα
να βρω μια λεξη να ταιριαζει στο μποι της λευτεριας
μητε πιο ψηλη, μητε πιο κοντη-
το περισσιο ειναι ψευτικο,
το λιγοστο ειναι ντροπαλο,
και γω δεν τοχω σκοπο να καμαρωσω
για τιποτα πιοτερο, για τιποτα λιγοτερο απο ανθρωπος.
Θα βρουμε το τραγουδι μας. Καλα παμε. Τι λες και συ συντροφε;
Καλα, καλα.
Βρασανε τα ραδικια. Λιγοστο το λαδι. Δεν πειραζει.
Περσευει η ορεξη κι η καρδια. Ειναι ωρα.
Εδω ειναι ενα φως αδελφικο-απλα τα χερια και τα ματια.
Εδω δεν ειναι ναμαι εγω πανω απο σενα, η εσυ πανω απο μενα.
Εδω ειναι ναναι ο καθενας μας πανω απο τον εαυτο του.
Εδω ειναι ενα φως αδελφικο, που τρεχει σαν ποταμι διπλα στον μεγαλο τοιχο.
Αυτο το ποταμι το ακουμε ως και μεσα στον υπνο μας.
Κι οταν κοιμομαστε, τονα μας χερι κρεμασμενο απ' οξω απ την κουβερτα,
βρεχεται μεσα σε τουτο το ποταμι.
Φτανει με δυο σταγονες μονο, απο τουτο το νερο να ραντισεις το προσωπο του εφιαλτη, και χανεται καπνος πισω απ' τα δεντρα.
Κι ο θανατος, δεν ειναι παρα ενα φυλλα που επεσε, για να θρεψει ενα φυλλο που ανεβαινει.
Τωρα το δεντρο σε κοιταει καταματα, μες τα φυλλα του, η ριζα σου δειχνει ολο το δρομο της,
κι εσυ κοιτας καταματα τον κοσμο-δεν εχεις τιποτα να κρυψεις.
Τα χερια σου ειναι καθατα, πλυμενα με το χοντρο σαπουνι του ηλιου,
τα χερια σου τ' αφηνεις στο συντροφικο τραπεζι ξεσκεπα,
τα εμπιστευεσαι στα χερια των συντροφων σου.
Η κινηση τους ειναι απλη, γεματη ακριβεια.
Κι οταν ακομη βγαζεις μια τριχα απ το σακακι του φιλου σου,
ειναι σαν να βγαζεις ενα φυλλο απ' το ημερολογιο
επιταχυνοντας το ρυθμο του κοσμου.
Μ' ολο που το ξερεις πως εχεις ακομη να κλαψεις πολυ
ωσπου να μαθεις τον κοσμο να γελαει.
Ενα τσουκαλι λοιπον. Τιποτ' αλλο.
Πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
βραζοντας, βραζοντας και τραγουδωντας,
βραζοντας πανω στου ηλιου τη φωτια, και τραγουδωντας.