24.1.08

Στους Δεκαπέντε Συντρόφους (1921) - Ναζίμ Χικμέτ

Δε χύνουν δάκρυ
μάτια που συνηθίσαν να βλέπουνε φωτιές
δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ' αστέρι με περηφάνεια
δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους
το τρομερό σας όμως κάλεσμα

μες στη ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θε να χτυπάνε μαζί μας
το σιγανό σας βόγγισμα σαν προσκλητήρι
χτυπά στ' αφτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.


Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου 'ναι γραφτός ο δρόμος της συντριβής
και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ' αδέρφια μας της μάχης
και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι ας είναι βαριές μας οι θυσίες.

Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε τα κύματά σου
και θα 'ρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου
ω ναι θα 'ρθει
η μέρα που θ' αρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας έχουνε βαφτεί.


Στηθάγχη (1948) - Ναζίμ Χικμέτ

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο ποτάμι.
Κι ύστερα, να, γιατρέ, την πάσα αυγή,
την πάσα αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται
κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, σ' ένα παλιό ξύλινο σπίτι.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.

Κι είναι, γιατρέ, απ' αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθεια μου έχω τούτη την αρρώστια.
Όμως, γιατρέ, και μ' όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθεια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ' τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (Απρίλης 1952) - Ναζίμ Χικμέτ

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ᾿ άσπρο γαρύφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ᾿ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρύφαλο
πού
ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ
᾿ τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρύφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πού
πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο
δικαστήριο
ύστερ
᾿ απ᾿ τη θανατική καταδίκη.

Μονάκριβή μου - Ναζίμ Χικμέτ

Μονάκριβή μου εσύ στον κόσμο
μου λες στο τελευταίο σου γράμμα:
"πάει να σπάσει το κεφάλι μου, σβήνει η καρδιά μου,
Αν σε κρεμάσουν, αν σε χάσω θα πεθάνω".

Θα ζήσεις, καλή μου, θα ζήσεις,
Η ανάμνησή μου σαν μαύρος καπνός
θα διαλυθεί στον άνεμο.
Θα ζήσεις, αδελφή με τα κόκκινα μαλλιά της καρδιάς μου
Οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από 'να χρόνο
τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα.

Ο θάνατος
Ένας νεκρός που τραμπαλίζεται στην άκρη του σκοινιού
σε τούτον 'δω το θάνατο δεν αντέχει η καρδιά μου.
Μα να 'σαι σίγουρη, πολυαγαπημένη μου,
αν το μαύρο και μαλλιαρό χέρι ενός φουκαρά ατσίγγανου
περάσει στο λαιμό μου τη θηλειά
άδικα θα κοιτάνε μες στα γαλάζια μάτια του Ναζίμ να δουν το φόβο.
Στο σούρπωμα του στερνού μου πρωινού
θα δω τους φίλους μου και σένα.
Και δε θα πάρω μαζί μου κάτου από το χώμα
παρά μόνο την πίκρα ενός ατέλειωτου τραγουδιού.

Γυναίκα μου
Μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά
Μέλισσά μου με τα μάτια πιο γλυκά απ' το μέλι
Τι κάθησα και σου 'γραψα πως ζήτησαν το θάνατό μου.

Η δίκη μόλις άρχισε
Δεν κόβουν δα και στα καλά καθούμενα έτσι το κεφάλι
όπως ένα γογγύλι.
Έλα, έλα, μη μου σκας
Αυτά είναι μακρινά ενδεχόμενα.
Αν έχεις τίποτα λεφτά
Αγόρασέ μου ένα μάλλινο σώβρακο
Μου μένει ακόμα κείνη η ισχιαλγία στο πόδι

Και μην ξεχνάς πως η γυναίκα ενός φυλακισμένου
Δεν πρέπει να 'χει μαύρες έγνοιες.

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου (1953) - Τ. Λειβαδίτης

Ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού.
Τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε.
Φυσάει.

Τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκαλιά μας
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
Τα παραμύθια είναι τυφλά
Φυσάει

Φυσάει μέσα από τα τρύπια βρακιά των ανέργων
Φυσάει
Φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού

Ο άνεμος μπερδεύει τους δρόμους τις χρονολογίες τα πρόσωπα
Παρασέρνει τη σκόνη απ’ τα πεδία των μαχών
Αυτή η σκόνη θάβει σιγά σιγά την Ευρώπη

Τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
Εις τους αιώνας των αιώνων

Ερχόμαστε
Παραμερίστε
Κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ. - Μ. Αναγνωστάκης

Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.

Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

(από το Ποιήματα 1941-1971, Εκδόσεις Νεφέλη)

Σύννεφο με παντελόνια - Β. Μαγιακόφσκι

ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ
( Α π ο σ π ά σ μ α τ α ) από το alfavita.gr

Σ' εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.


Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί !..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Ομως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;

Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ' εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα - ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.

Θέλετε-
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θάμαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ι
Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Εγινε.
Εγινε στην Οντέσσα.
"Θάρθω στις τέσσερις", είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ' το παράθυρο
μες στ' ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο

δεκεμβριανό.
Πίσω απ' την ξαχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ' τον κεραυνό
των παυλασμών της πολιτείας.

Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.

Επεσε κ' η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ' το ικρίωμα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα "πάρ' το"
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ' είπες:
" Ξέρετε-
παντρεύομαι".
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε - τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ' ένα σπίτι καμμένο
ζούνε καμμιά φορά άστεγοι αλήτες.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιος σας είναι εξαίσια άρρωστος
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Ολια,
δεν έχει πια που ν' απαγγιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κ' ένα αστείο
που φτύνει απ' το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται έξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ' τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό - μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δεν μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στερνή κραυγή-
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ΄ τη φλόγα που σε καίει,
ν' αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!
ΙΙ
Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ' όλα που έχουν γίνει
βάζω "μηδέν"
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους,
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυο δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει μα τι να μιλήσει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε τον δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δύο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
"τσογλάνι",
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
"ψωμί".

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ' αναφυλλητά
λακήσαν απ' το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεκτα τα τσουλούφια τους.

"Πως με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;"

Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά και ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.
Εμεις
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,
Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα και ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,

Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ' το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ' οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Ομήρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ' την καπνιά.

Εμείς,
ο καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
Διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ' τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.
Εκεί που τ' ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ' είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαγματιά του νέφους των δακρύων
χω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.
Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ' έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.
ΙΙΙ
Σήμερα πρέπει
με τη βαριά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιάν έγνοια έχετε:
"είναι τάχα ο χορός μου κομψός;"
κοιτάχτε πως διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Ολα πια είναι μιά τρέλλα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μαρία, Μαρία, Μαρία,
Ασε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις -
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
- πάλι -
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ' το χτεσινό σου χάδι.

Μαρία. Ανοιξε. Πονάω.
Βλέπεις -
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ' όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.

Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Εϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.

1915 -1916
Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος.